Ζωή Καραπατάκη, Διαπραγματεύσεις

Με την περασμένη άνοιξη
μετά από σκληρά παζάρια μαζί της,
συμμορφώθηκα
και δέχτηκα
όσον αφορά στα πρωινά,
να εισπνέω για λίγο το γλυκό χαμομήλι,
να βυθίζομαι εξίσου στο άλικο κόκκινο της παπαρούνας,
και να ακροώμαι ασμένως να χελιδόνια
που πετούσαν απτόητα γύρω μου.
Όπως γίνεται συνήθως με κάθε τίμια συμφωνία
και τα δυο μέρη συνυπήρξαμε για όλο το διάστημα
χωρίς δράματα.

Εφέτος όμως σκέφτομαι
να προχωρήσω σε σκληρότερες διαπραγματεύσεις
και να άπαιτήσω απ’την καινούργια άνοιξη
ένα μικρό ποίημα
που το οξυγόνο του όμως
θα είναι τέτοιο
που θα του επιτρέπει να σταθεί απέναντι
στα ολάνθιστα και μυρωμένα λιβάδια
χωρίς αναστολές και δισταγμούς,
και όχι σαν ένας μακρινός συγγενής,

αλλά σαν ίσος προς ίσο.

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Το στερέωμα τούτη τη νύχτα…

Το στερέωμα τούτη τη νύχτα,
κατεβαίνει αργά και μπολιάζει
με μυστήριο την μικρή πολιτεία της σιωπής.
Ένα μασκαρεμένο πουλί – σε ποιητή
με μαύρο γυαλιστερό χρώμα,
ανεβασμένο σ´ένα γυμνό δέντρο,
απήγγειλε με ανθρώπινη φωνή
τα τελευταία ποιήματά σου.
Μέσα στη νεκρική ησυχία,
ανάμεσα σε τυφλούς γίγαντες
να ξεπροβάλλουν από εκεί ψηλά στο κάστρο
και να φτερουγίζουν ολόγυρά σου, ακούς
ουρανόπεμπτα μηνύματα
που χαϊδεύουν την ακοή σου,
κάνωντάς σε να αρμενίζεις
στα άδεια μάτια τους,
σαν τον τροχό που ακονίζει τις λάμες…
Θυμάσαι…
Υπήρξαν κι άλλες στιγμές που διαβήκανε
μονάχες σ´ένα ύπνο που είχαν
συντροφιά φωσφορίζοντα ωρολόγια
και βουνά που κρατούσαν
τις καταιγίδες στα σκέλια τους.
Υπήρξαν στιγμές που τις μέρες,
χιλιάδες πουλιά τραγουδούσαν… μα
πώς να βγει αρμονικός σκοπός με τόση βουή ;
Κι εσύ, ακόμα αναρωτιέσαι για
τη λαύρα του χειμώνα
και την παγωνιά του καλοκαιριού.
Για όλα εκείνα τα πιστεύω και τα θέλω
το πώς χαθήκανε ανάμεσα
στους προσωρινούς συμβιβασμούς…
Τώρα,
μονολογείς:
«….εγώ δεν τα κατάφερα ποτέ
με τους λογαριασμούς…»
Τώρα,
κάτω απ´τα κύματα της οδύνης,
τραβάς έξω τις πνιγμένες μέρες σου.

Κυπαρισσία 20 Μάρτη ´23

Βάλια Γκέντσου, Εκείνος που δεν ήξερε να κάνει φίλους

Ι.

Έφυγε στενοχωρημένος
οι τάρανδοι τον ακολούθησαν τον παρηγόρησαν
του υποσχέθηκαν στο τσίρκο ένα νούμερο εντυπωσιακό
θα τον πετούσαν ψηλά
κι όλος ο κόσμος θα πάγωνε

ΙΙ.

Τον δρόμο για την κόκκινη βελανιδιά τον γνώριζε καλά
αμέσως κούρδισε ψεύτικα αλογάκια
άρχισαν να κουνούν τα κεφάλια πάνω-κάτω
πλαστικοί κλόουν
οριζόντιες ρίγες θλίψης

Μετά συνάντησε τη λίμνη
θεοί του δρόμου την προστάτευαν
ούτε και τότε στάθηκε
η κόκκινη βελανιδιά τον περίμενε
επτά νάνοι τού φύτρωσαν φτερά στην πλάτη
ονειρευόταν να πετάξει

ΙΙΙ.

Έπειτα χάθηκε
καλύτερα έτσι
είχε μια αγνότητα η φυγή του

*Από την ενότητα “Επέκεινα του φράχτη” που περιλαμβάνεται στη συλλογή ¨Παραμύθια ανάποδα”, εκδ. Θεμέλιο, 2020.

Αθηνά Τιτάκη, Μονόπρακτο

Όρθιος στη σκηνή απαγγέλει δυνατά
ή μάλλον όχι
αναγιγνώσκει τις σκέψεις φωναχτά.
Ειδικά στέκεται σ’ εκείνο το σημείο
το αιχμηρό των ματαιώσεων
και διαρρηγνύει τα ιμάτια τα μαύρα.
Και πώς οι άλλοι μεταβάλλουν τη μοίρα ενός
αυτού που νόμιζε τη μοίρα αμετάβλητη…
Κι από κάτω ούτ’ ένας θεατής
ούτ’ ένας μάρτυρας, έστω να ψευδορκήσει
κατά αυτής της αδικίας.
Πιθανότατα χειροκροτούν άλλες παραστάσεις.
θεαματικότερες, πιο αισιόδοξες
με ασταμάτητους διαλόγους
ρομαντικές ενώσεις
και δραματικούς χωρισμούς
με γιρλάντες και σκηνικά
και φόνους στο παρασκήνιο.
Δεν υπάρχει χρόνος και χρήμα για το σπάνιο.
Και είναι ιδιαίτερες αυτές οι παραστάσεις
ή μάλλον όχι
αυτού του είδους τα μονόπρακτα
ίσως γιατί κανείς δε φιλοτεχνεί στις μέρες μας
ούτε και υποδύεται
αυτό που τελικά δεν πρόκειται
ποτέ του να στεριώσει.

*Από τη συλλογή “Κατόπιν Αιφνιδιασμού”, Εκδ. Μανδραγόρας 2014. Το ποίημα το πήραμε από εδώ: https://whenpoetryspeaks.gr/2020/06/%ce%b1%ce%b8%ce%b7%ce%bd%ce%b1-%cf%84%ce%b9%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b7/

Θεοδώρα Βαγιώτη, [ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ]

Μετά απ’ τα δάση στις παρυφές εκείνου του βουνού
μετά το ξερό χαμόμηλο στα στάχυα ανάμεσα και στα χόρτα
μετά το ράπισμα του ανέμου στα μάγουλα
και τις κλεφτές ματιές στον οίκο των τρελών ψυχών
μετά το έλεος και την πίστη που κρεμιέται σα σεντόνι
μετά τις περσίδες των παραθύρων του κάμπου
και των τσίνορων τ’ άκρα που τυφλώνουν
μετά το έμπα σου μέσα μου με δύναμη
στα ρυάκια τα στοιχειωμένα των νυμφών
μετά τη λαχτάρα μετά την πείνα μετά την κλοπή
μετά απ’ το τέλος του κόσμου του γραμμένου
στο ιερό βιβλίο της μέρας και της νύχτας
ω μετά τον αυγερινό και τ’ όνειρο το άσμα του σπουργίτη
μετά το φίλντισι στα μάτια του θυμού σου
και στ’ ακροδάχτυλα που στάζουν απ’ το μούσκιο
μετά τη γέννα του αγγελικού σου σκότους
μετά κι από τον θάνατο της ίδιας μου της σάρκας
τίποτε δεν προκαλεί τον τρόμο περισσότερο
από την άδεια από εσένα ζωή μου

*Artwork: Amy Judd.

Σαλώμη, imbalance 

i used to feel warm,
both inside and outside,
from the body heat you produced,
the lack of shame,
and the vast ocean of intimacies

we made love and fire
we burned past mistakes

  • forgiven, forgotten-
    we shared a bed
    we shared a laugh
    sleeping was so easy
    loving you was easy

the space between us gave up
as we cuddled and merged
into one entity entirely entitled to its own life
free as a bird,
ocean breeze,
a summer night’s dream
and watermelon juice

you were summer and winter and spring
you rained positive affirmations on me
you sprinkled me with magic
and built a safe haven
you taught me to dream big
you always believed in me
even when you gave me wings to fly away

our memories still persist
they guide me through uncertainties
and feed my pain and yearning for something pure
effortless
romantically rebellious
honest.

but owning up to our decisions
means i need to grow up
i have to leave
you
i have to love
me

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης προέρχονται από εδώ: https://losinnuendos.com/2023/03/18/imbalance-της-σαλώμης/

Antonio Machado, Στη μέση της πλατείας…

Στη μέση της πλατείας, πάνω σε πέτρα αδούλευτη,
το νερό όλο αναβρύζει. Και στον πλαϊνό κήπο,
πίσω απ’ τον τοίχο του κισσού, υψώνει
την άκαμπτη σιλουέτα του ψηλό ένα κυπαρίσσι.
Το απόγεμα όλο πέφτει μπροστά από τα παλιόσπιτα
της πλατείας που ονειρεύεται. Στραφτοκοπούν τα τζάμια
με τους ασθενικούς ήχους του ήλιου. Στα μπαλκόνια
υπάρχουν σχήματα που μοιάζουνε με νεκροκεφαλές.
Η γαλήνη είναι άπειρη στην έρημη πλατεία,
που περιφέρει η ψυχή το πονεμένο φάσμα της.
Το νερό όλο αναβρύζει στη μαρμαρένια γούρνα.
Στον σκιερό αγέρα μόνο το νερό ακούγεται.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Witter Bynner, Τρία ποιήματα 

ΑΣΤΡΑΠΗ

Είναι μια μοναξιά στις συναντήσεις μας
Και είν’ εδώ η συντροφιά σου όταν έχεις φύγει.
Είσαι σαν τις ουράνιες φλέβες της αστραπής.
Μονάχα μετέπειτα
Μπορώ να δω πόσο ωραίος είσαι.
Είναι στην ειδή σου μία τύφλωση
Και είν’ εδώ το είδωλό σου όταν έχεις φύγει.

*

ΦΤΕΡΑ

Στο πρώτο βήμα της άγονης εποχής
Αποδημείς μ’ ένα αιφνίδιο φτερούγισμα
Στην ομορφιά.

Δεν ξέρεις από αναμονή,
Το παρόν είσαι,
Το νησί
Όπου οι κερασιές ανθίζουν πάντοτε,
Του αηδονιού
Το εικοσιτετράωρο κελάηδισμα,
Πλάι στο πέλαγο είσαι το άθραυστο αντιστύλι.

*

Η ΚΟΙΛΑΔΑ

Μονάχα εγώ και το ηλιοβασίλεμα
Στη χιονισμένη του στέρνου σου κοιλάδα
Με τις σκιές που σέρνονται στην κίνηση της ανάσας,
Μονάχα εγώ και η σελήνη στου στέρνου σου την κοιλάδα
Στου ύπνου τη σκοτεινιά…

Ώσπου ανοίγουν κρίνα στην κοιλάδα
Και ξυπνάω πλάι στα πέταλα
Και τα πουλιά της φωνής σου.

*Μετάφραση: Βασίλης Πανδής.

**Ο Witter Bynner γεννήθηκε το 1881 στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, και πέθανε το 1968. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα κατά τα χρόνια της φοίτησής του στο πανεπιστήμιο Harvard. Έγραψε ποιήματα, θεατρικά έργα και ενθυμήματα, ενώ μετέφρασε στα αγγλικά Ευριπίδη και Λάο Τσε. Τα ποιήματα της παρούσας επιλογής προέρχονται από τη συλλογή «The Beloved Stranger» (1919).

***Αναδημοσίευση απο εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/02/17/4-ποιήματα-witter-bynner-μτφρ-βασίλης-πανδής/

Παύλος Ανδρέου, Τρία ποιήματα

ΚΟΡΔΟΝΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ορισμένες κάλτσες στενεύουν την ψυχή.
Τα γόνατα κοπήκαν στο καντήλι.
Επίσκεψη ανίερη
είδηση για πλήγμα.
Ένα τσαντάκι ξένα κόλλυβα
και μια ευχή αντίδωρο.
Να ειδικευτώ στην εκταφή.
Στους ψυχαναγκασμούς
ο φόβος είναι κόλακας.

*

ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ

Ο παππούς ένδακρυς σχολίαζε εμφατικά
το γέμισμα του ήλιου
ναρκωμένος σε μια ενδοφλέβια θάλασσα.
Να μου μιλά, να της μιλά.
Ο εκσφενδονισμός των διηγήσεών του
επέστρεφε απ’ τον ουρανό πίσω σ’ αυτόν.
Παππού είμαι η επαλήθευσή σου.
Κι αν τώρα στένεψε η μνήμη
εγώ θυμάμαι την Aμμόχωστο.
Το χρώμα που οικειοποιήθηκε το μισοφέγγαρο.

*

ΠΑΓΩΤΟ ΔΑΚΡΥΓΟΝΟ

Μεταδίδεται μια μετάλλαξη
ξένη στον κορωνοϊό
και στην ευλογιά των πιθήκων.
Ο Κάφκα θα την ονόμαζε
μεταμόρφωση.
Από λάτρης παγωτού
μετουσιώθηκα
σε διαδηλωτή
στο έλεος των καπνογόνων.
Ξαπλωμένος σε πεδίο βολής
αναλογίζομαι την Αμμόχωστο.
Ευρέως κυκλοφορεί
παγωτό δακρυγόνο
σε τιμή ευκαιρίας.
Είναι πικρό.
Λιώνει τα καλοκαίρια.
Εσείς δοκιμάσατε;

*Από τη συλλογή “Παγωτό δακρυγόνο”, εκδ, θράκα.