χειροκροτήσαμε τα παιδιά
για την υπέροχη γιορτή τους
το πολυτεχνείο ζει
κι η μεταπολίτευση το ίδιο
και η μετατροπή του όχι
σε μια ρημαγμένη χώρα ζει
και η μαφία βασιλεύει!
και τα παιδιά το ξέρουν
πως μετά την συγκίνηση
ακολουθεί η απελπισία
και πως αυτή είναι σίγουρα
η τελευταία φορά στα αλήθεια
που κάποιοι τα χειροκροτούν
γιατί φωνάζουν δυνατά
ψωμί, παιδεία, ελευθερία
σε κάθε γωνία αστυνομία
1.3.1.2. μίσος κι αηδία
μια κοινωνία σε αφασία
φτάνει πρεσβεία η πορεία
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Κωστής Τριανταφύλλου, ε μ ε ί ς ε δ ώ
στον αδερφό μου Στέλιο Βασιλειάδη
Αφήνει τα όνειρά του στον πρώτο καφέ πνιγμένα.
Ποιοι κατεβαίνουνε στο δρόμο να ξεπεράσουν το αδιέξοδο;
Βάζει το ατσαλάκωτο κουστούμι του και σβήνει
χάνει την ύπαρξή του εγκλωβισμένος. Χάθηκε!
Ξέρουμε τον ήχο της σιωπής που φέρνει καταιγίδα!
Ποιοι ξεφεύγουν απ’ τον μικρόκοσμό τους;
Στραγγαλισμός κι ελαφρότητα! Κάθε μέρα μια απ’ τα ίδια αποκεφαλισμένα!
Ήμουνα κι εγώ εκεί, λένε όλοι τώρα και γράφουνε και μιλάνε πολύ και μας λένε κι ιστορίες
Τρεις κι ο κούκος πάντα εδώ!
Ξέρουμε τον ήχο της ασημαντότητας, της εγωπάθειας, της αδιαφορίας
αλλά και τον ήχο της έκρηξης ξέρουμε!
Στο δρόμο φοιτητές, ανένταχτοι πολίτες και άλλοι
τρελοί και μαγεμένοι
αγανακτισμένες μάνες μέναν καλό λόγο για τα παιδιά τους
κάποιοι με συνείδηση κάποιοι
στους Υπομηχανικούς, στα σκαλάκια του Πανεπιστήμιου, στη Νομική.
Εμείς εδώ
όλοι οι γνωστοί κι οι άγνωστοι εδώ άπνοια και φριχτές ματιές με το δέρμα κέλυφος άλλου
κόσμου που μας συνοδεύει!
Όλοι μαζί ζώντας μέσα στα μάτια
με την ψυχή στο στόμα
λέξεις κοτρόνια κατρακυλάνε αιμόφυρτα
επιτέλους κουβέντες προς τα έξω!
Άλλοι νόμιμοι κι άλλοι παράνομοι με πολλές σκέψεις από αλλού και ποιος δεν είχε ιδέες και
ποια δεν έπαιρνε πρωτοβουλίες
όλοι μαζί.
Εμείς όλοι εδώ
πολίτες, περαστικοί αλλά και μαθητές κι εργαζόμενες
και φίλοι από τα παλιά φίλοι
που γλύτωσαν απ’ τα βασανιστήρια ο κατάλογος γεμάτος δεν ήταν όλοι εδώ
αλλά όσοι μπόρεσαν
κάνανε την καρδιά αυτού του τόπου να ραγίσει
από δύναμη ψυχής αντοχή
εδώ πίσω από τα κάγκελα
στη Πατησίων σε μια Αθήνα έρημη και τρομαγμένη
μπροστά σε όλους έξω από τα δόντια
με τη ψυχή στις λέξεις και τα καινούρια συνθήματα
για το σύστημα και την εξουσία του.
Αν
ήταν όλοι εδώ μέσα
κι έξω από τα κάγκελα στο Πολυτεχνείο!
Αν, βέβαια!
*ΚΡΑΚ, Αθήνα, 1975 – Από το βιβλίο “Ποιήματα-Προκηρύξεις”.
Αργύρης Μαρνέρος, Πολυτεχνείο 1979
Idra Novey, Τρία ποιήματα
ΣΧΕΔΟΝ
Όταν βγήκαμε απ’ το μονοπάτι.
Όταν το μανίκι μου πήρε φωτιά.
Καθώς παλεύαμε το χιόνι.
Καθώς μιλούσε ο ογκολόγος.
Πριν χυθεί το πετρέλαιο.
Πριν ματώσει ο αμφιβληστροειδής σου.
Πέρα απ’ τα παιδιά στην άκρη του δρόμου.
Πέρα απ΄τη στροφή για το δάσος.
Αφότου το δάσος έγινε στάχτη.
Αφότου συνόδευσε έξω τη μητέρα μου.
Ενόσω έφερνα μέσα τον πατέρα σου.
Ενόσω το δελφίνι κολυμπούσε στον εγκαταλειμμένο αγωγό.
Καθώς οι κάμερες κατέγραφαν το θάνατό του.
Καθώς το μπλοκ άουτ συνέχιζε.
Όταν το αεροπλάνο άρχισε την πτωτική πορεία.
Όταν έκλεισε η τράπεζα.
Καθώς το νερό.
Καθώς το νερό.
Κι το ήπιαμε.
*
ΕΩΘΙΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΝΙΑ ΝΤΕΛ ΜΑΗ
Ακολουθώ έν’ αδέσποτο σκύλο
για να σταματήσει να μ’ ακολουθεί αυτός
κι ένα βιολί αρχίζει να σχηματίζεται
στην τσέπη απ΄το σακάκι μου.
Δεν έχω μουσικό αυτί
αλλά είναι έξι, ξημερώματα
και σύντομα ένα ολόκληρο όργανο
θα είναι δικό μου.
Τώρα είναι περίπου επτά
κι ένα ξύλινο σώμα
φουσκώνει στην τσέπη μου
Την άλλη σκουντά
ένα δοξάρι.
*
ΣΑΣΤΙΣΜΕΝΟΙ
Σχεδιάσαμε μια φυλακή στην άμμο και δεν έσβηνε.
Ούτε με τον αφρό των μεγαλύτερων κυμάτων.
Το κομμένο πόδι ενός αστερία σκαλωμένο στην πόρτα.
Ένα φύκι, στα σίδερα του παραθύρου.
Η πλημμυρίδα ήρθε και σκεφτήκαμε, πάει η φυλακή.
Κάποιος ρώτησε γιατί φτιάξαμε μια τέτοια εικόνα.
Και αν μεγαλώναμε κοιτώντας την έτσι.
Κάναμε έρωτα στην άμμο λίγο παραπέρα.
Μετά φτιάξαμε άλλη μια φυλακή, μόνο για να δούμε αν θα κάναμε έρωτα πάλι.
*Από τη συλλογή “Το βλέμμα σου, κόσμε”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2022. Μετάφραση: Μαριάννα Πλιάκου, Jane Gregersen.
Μιχάλης Γραμματάς, Πηνελόπη
Με απατάει
Το νοιώθω
Διόλου δε βιάζεται
κοντά μου να γυρίσει
Πέρασαν ήδη δέκα χρόνια
που τέλειωσε η πολιορκία
που έπεσε η Τροία
Κι αυτός ακόμα τριγυρνά
στις θάλασσες και στα νησιά
Όταν έρθει όμως
θα τον υποδεχτώ
Και θα τού ετοιμάσω
αγριογούρουνο λαχταριστό
Όχι τόσο γιατί τον αγαπώ
όσο γιατί μού έλειψε αφάνταστα
Αλλά και γιατί
δε θέλω με τίποτα
να κάνω τη χάρη
σ’ εκείνο το κάθαρμα
τον Αντίνοο
Καλύτερα να πεθάνω
παρά να τον παντρευτώ
Αλλά απ’ τον θάνατο
χίλιες φορές προτιμώ
εκείνον τον προδότη
Τον Οδυσσέα.
Ανδρέας Εμπειρίκος, Δύο ποιήματα
Χειμερινά σταφύλια
Της πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της.
Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνει.
Μα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια
εσπάθισαν τη φευγαλέα συμφορά. Κανείς δεν μίλησε.
Κανείς δεν έτρεξε να την προστατεύσει κατά των υπερπόντιων καρχαριών
που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μύγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη.
Κ’ έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται
από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος.
*
Τριαντάφυλλα στο Παράθυρο
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτή την αγαλματώδη παρουσία του
περασμένου έπους
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
Της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευση των
υπαρχόντωνΣκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας…
*Από τη συλλογή “Υψικάμινος”, [1935]
Λεωνίδας Καζάσης, Την αναχώρηση ψαύοντας, ενώ ο Ανδρέας από την Λευκωσία, με καρπούς Ποίησης, ευφραίνοντας, την τιθάσευσε
Στων δεινών τη βοή με ρίξαν, δίχως να ερωτηθώ.
Παιδί ευπόρων σε ευμάρεια τριγούσα κλώνους εύκαρπους,
μα η θάλπη έλειπε!
Πέρασαν χρόνια στης μοναξιάς το περιθώριο,
διαβάζοντας, γράφοντας, κολυμπώντας.
Ανθρώπους εγνώρισα, που, οι μισοί με πλησίασαν,
νομίζοντας, ότι χρήματα διέθετα,
ενώ οι άλλοι μισοί με απέφυγαν,
βλέποντας, ότι χρήματα δεν είχα.
Κάποτε, γυναίκα που τρόφιμα στους ανθρώπους εμοίραζε, αντάμωσα.
Από την αύρα που διέχεε, κατάλαβα, πως είναι το κορίτσι, που, τα λιογέρματα γεμάτα γάρμπο διακριτικά ονειρεύονται να ερωτευθούν!
“Βασιλεία είσαι αγέρας, Βασιλεία είσαι κύμα, είσαι δείλι, αυγή, της γαλήνης αφή, Βασιλεία είσαι ποίημα!”.
Πρώτη φορά δεν γύρεψα, δεν ζήτησα!
Τι να ζητήσεις απ’ το ηλιοβασίλεμα, απ’ τη λυκαυγή, από του φλοίσβου τον ψίθυρο; Δίνουν τα πάντα μόνο που υπάρχουν!
“Βασιλεία είσαι αγέρας, Βασιλεία είσαι κύμα, είσαι δείλι, αυγή, της γαλήνης αφή, Βασιλεία είσαι ποίημα!”.
Γιώργος Καλοζώης, Το τέρας και το σημείο
Εσύ που εύχεσαι να ήσουν
αγελάδα
ή καλύτερα νεροβούβαλος
θα βρεις τη γούβα με το καφέ
νερό που σου ταιριάζει
αρκεί που ζεις για τα υπόλοιπα
μην ανησυχείς
ο πατέρας σου είναι στην εντατική
με δεμένους τους καρπούς στα
πλαϊνά κάγκελα του κρεβατιού
ένας ξαπλωμένος εσταυρωμένος
που δεν θα βρει την ανάσταση-
γιατρειά
άκου το παραλήρημά του άκου
την πεθιδίνη που μιλά
κι είναι το παραλήρημά του το
παραλήρημα όλων των ανθρώπων
ο πόνος του ο πόνος όλων των
ανθρώπων από τότε που οι
πρόγονοί του βγήκαν από το νερό
και που μετά ανέβηκαν και
κατέβηκαν από τα δέντρα
τα έβαλαν με τα θηρία και τις
σκληρές σιαγόνες που όταν κλείσουν
δεν ξανανοίγουν που τσακίζουν
τις κλειδώσεις και τα κρανία
πάνε αυτά πέρασαν αυτά
ενωθήκαμε μέσα στους οικισμούς
και τις πόλεις για ν’ αντέξουμε
αυτό που δεν αντέχεται
και να όσα δεν κάναμε κατοικίδια
ζώα δεν μας απειλούν πια
όμως μας απειλεί η επόμενη άγνωστη
μέρα
προσκυνάς προσεύχεσαι για να μην
είσαι μόνος
κανένας δεν είναι μόνος ακόμα κι ο
πιο μοναχικός κάνει παρέα με τις
σκέψεις του
ακόμα κι ο Θεός έχει τους ανθρώπους
ν’ ασχολείται και να περνά τον
χρόνο του
δόξασέ τον όπως δοξάζουν οι παίκτες
τον προπονητή τους μετά από τη νίκη
όπως δοξάζουν οι φίλαθλοι τους
παίκτες στον γύρο του θριάμβου
δόξασε και συ αυτό που σου
ταιριάζει καθώς κλείνει πίσω σου
η αυτόματη γυάλινη πόρτα του
νοσοκομείου
δόξασε τα ριγμένα οστά επάνω στα
κρεβάτια τις μύξες τα ούρα
τα κόπρανα τα σίελα τούτα τα
αβοήθητα κρέατα στη Βαρβάκειο
αγορά του κόσμου
κάνε και συ τον γύρο του νοσοκομείου
κάνοντας λάθος τον όροφο
τον διάδρομο το δωμάτιο ό,τι και να
ρωτήσεις κάποιος άλλος ήδη το
ρώτησε ό,τι και να σκεφτείς κάποιος
άλλος ήδη το σκέφτηκε
ό,τι και να γράψεις είναι ήδη
γραμμένο καταχωρισμένο σε μια
βιβλιοθήκη που συνεχώς επεκτείνεται
κι όταν μπεις επιτέλους στον
θάλαμο του πατέρα σου μετά από
άπειρα χρόνια αναζήτησης θα φρίξεις
βλέποντας τον Μινώταυρο
να χασκογελά καθισμένος με τον
τριχωτό πισινό του
πάνω στο κίτρινο δέρμα του πατέρα σου
*Από τη συλλογή “Η άφιξη των θηρίων”, εκδόσεις ενύπνιο, 2023.
Ευγενία Βάγια, Ενάλιος αρχαιολογία
Στα βυθισμένα στρώματα δεν είμαι ποτέ μόνη
στις αμμουδιές στα λεία βράχια στον αέρα
που τ’ όνομά του είναι πλάστης
είμαι πληθυντικός πήλινα μέλη
στήθη εξέχοντα χέρια θαυματουργά
και πόδια που αναπαύονται
Ο νους συνηρημένος στις λατρείες πρηνηδόν
τέχνη ή θρησκεία άκυρη η ερώτηση:
μετέχουμε στα θαύματα
(μόνο κλεφτά
αναζητώ μια μοίρα,
για ολόδικό μου ένα χελιδόνι
από τα βλέφαρα των αγοριών)
Εδώ και τώρα τίποτα δεν μ’ έχει
Ο κόσμος θραύσματα ασυγκόλλητα
Mohammed Moussa, Legless deer / Ελάφι χωρίς πόδια
This homeland
watched me
run,
bleed,
fall,
weep, and wail
across its scarred land,
beneath its indifferent sky.
It gazed at me
with vast, unblinking eyes
and murmured in my mother tongue
then turned and strode away.
My pain,
my name,
my life:
A legless diet
dragging itself
over the cracked pavement
of a razed tomorrow.
Ελάφι χωρίς πόδια
Αυτή η πατρίδα
με παρακολουθούσε
να τρέχω,
να αιμορραγώ,
να πέφτω,
να κλαίω και να θρηνώ
σ’ ολόκληρη την πληγωμένη γη της,
κάτω από τον αδιάφορο ουρανό της.
Με κοίταζε
με τα μεγάλα, αδιάκοπα μάτια της
και μουρμούριζε στη μητρική μου γλώσσα,
μετά γύριζε και απομακρυνόταν με μεγάλα βήματα.
Ο πόνος μου,
το όνομά μου,
η ζωή μου:
ένα ελάφι χωρίς πόδια
που σέρνεται
πάνω στο ραγισμένο πεζοδρόμιο
ενός κατεστραμμένου αύριο.
*Ο Mohammed Moussa είναι μέλος της Gaza Poets Society. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.










