Το τέλος
το τέλος
στο τέλος
το τέλος τελειώνει
τέλη
αποστολή
τέλη
για να σχιστεί
παλιά τέλη
σε νέα
τέλη
Θέλω πίσω τις κουνιστές μου πολυθρόνες,
τα ηλιοβασιλέματα ενός κόσμου μόνο για μένα,
στις παράκτιες ζούγκλες
όπου τα τζιτζίκια μιλούσαν σε τρίστιχα
και οι κατσαρίδες, με τα τριχωτά τους πόδια,
τραγουδούσαν σε ιαμβικό πεντάμετρο.
Χάρισα τις Άγιες Γραφές σε μαγαζιά με μεταχειρισμένα—
τις πολτοποίησα σε πλαστικές σακούλες σκουπιδιών μαζί με μια λάμπα αλατιού Ιμαλαΐων.
Ήταν τα ιερά βιβλία που διαβάστηκαν στη βάφτιση,
που μάζεψα από τα χοντρά χέρια των φανατικών:
εύκολα στην ανάγνωση, ηλίθια, κενά.
Θυμάμαι περισσότερο τη μυρωδιά του πλαστικού
στις γυαλιστερές εικόνες των σχολικών βιβλίων βιολογίας.
Μου έκαψε τις τρίχες στα ρουθούνια.
Το αλάτι και το μελάνι έμεινε στις παλάμες μου,
κάτω απ’ τα θραύσματα του φεγγαριού.
Στις 2:45 τα ξημερώματα, μελετώ και επαναλαμβάνω:
ριβοσώματα
ενδοπλασματικά δίκτυα—
γαλακτικά οξέα
στήμονες
Στο IHOP, στη γωνία Πάουερς και Στέτσον Χιλς,
έγραφα και ξανάγραφα μέχρι που η γνώση προχώρησε διστακτικά και κόλλησε
κάπου που δεν μπορώ να αγγίξω—
κάπου ανάμεσα στο πάγκρεας και στο παχύ έντερο,
θα βρίσκεται το ασήμαντο ποτάμι της ψυχής μου.
Αυτό είναι το μέτρο μου πια.
Με αυτό μικραίνω τα πάντα.
Σκληρό, αιχμηρό, θρυμματισμένο
από μια γνώση που κάποτε καθόταν ήσυχα,
σαν βρεγμένο πανί σε πρόσωπο που το καίει πυρετός.
Μπορώ να τα αφήσω να συνυπάρχουν;
Αυτή την ασταθή πίστη και την επιστήμη
που γιουχάρει από το πίσω θρανίο;
Τώρα δεν μπορώ να πιστέψω
ότι η Βίβλος, το Κοράνι, η Μπαγκαβάτ Γκίτα τραβάνε
τα μαλλιά πίσω από το αυτί, όπως έκανε η μαμά,
και φυσούν στο πρόσωπό μου λέγοντας «Κάνε χώρο για το θαύμα».
Όλη η κατανόησή μου τρέχει από το πηγούνι στο στήθος
και περιγράφεται έτσι:
η ζωή είναι απλώς
ένα ωάριο κι ένα σπερματοζωάριο,
το πού συναντιούνται,
πόσο συχνά, πόσο καλά,
και τι πεθαίνει εκεί.
*
On Learning to Dissect Fetal Pigs
i want back my rocking chairs,
solipsist sunsets,
& coastal jungle sounds that are tercets from cicadas and pentameter from the hairy legs
of cockroaches.
i’ve donated bibles to thrift stores
(mashed them in plastic trash bags with an acidic himalayan salt lamp—
the post-baptism bibles, the ones plucked from street corners from the meaty hands of
zealots, the
dumbed-down, easy-to-read, parasitic kind):
remember more the slick rubber smell of high gloss biology textbook pictures; they burned
the hairs
inside my nostrils,
& salt & ink that rubbed off on my palms.
under clippings of the moon at two forty five AM I study & repeat
ribosome
endoplasmic—
lactic acid
stamen
at the IHOP on the corner of powers and stetson hills—
i repeated & scribbled until it picked its way & stagnated somewhere i can’t point to anymore, maybe my gut—
maybe there in-between my pancreas & large intestine is the piddly brook of my soul.
it’s the ruler by which i reduce all things now; hard-edged & splintering from knownedge that
used to sit, a cloth against fevered forehead.
can i let them both be? this fickle faith and this college science that heckles from the back
of the
classroom
now i can’t believe—
that the bible and qur’an and bhagavad gita are sliding
long hairs behind my ear like mom
used to & exhaling from their mouths “make room for wonder”—
all my understanding dribbles down the chin onto the chest & is summarized as:
life is merely
to ovum and sperm
and where those two meet
and how often and how well
and what dies there.
*Ελεύθερη απόδοση: Ειρηναίος Μαράκης
(Ελεύθερη απόδοση του βραβευμένου ποιήματος της Ρενέ Νικόλ Γκουντ (Renée Nicole Good), “On Learning to Dissect Fetal Pigs”, The Academy of American Poets, 2020. Η Ρενέ δολοφονήθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2026 από τα τάγματα εφόδου της Υπηρεσίας Ελέγχου Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE). Το βιογραφικό σημείωμα από έναν πλέον ιδιωτικό λογαριασμό στο Instagram που ανήκει στην Good την περιγράφει ως «ποιήτρια και συγγραφέα, σύζυγο και μητέρα, και άθλια κιθαρίστρια από το Κολοράντο, που ζει στη Μινεάπολη της Μινεσότα»).
Αναδημοσίευση από το Ατέχνως: https://atexnos.com/renee-nicole-good-mathainontas-na-temachizo-emvrya-choiron-poiima-eleftheri-apodosi-sta-ellinika/ Πηγή αρχικού ποιήματος: https://poets.org/2020-on-learning-to-dissect-fetal-pigs
Buddhist New Year Song / Βουδιστικό Τραγούδι Πρωτοχρονιάς
I saw you in green velvet, wide full sleeves
seated in front of a fireplace, our house
made somehow more gracious, and you said
“There are stars in your hair”— it was truth I
brought down with me
to this sullen and dingy place that we must make golden
make precious and mythical somehow, it is our nature,
and it is truth, that we came here, I told you,
from other planets
where we were lords, we were sent here,
for some purpose
the golden mask I had seen before, that fitted
so beautifully over your face, did not return
nor did that face of a bull you had acquired
amid northern peoples, nomads, the Gobi desert
I did not see those tents again, nor the wagons
infinitely slow on the infinitely windy plains,
so cold, every star in the sky was a different color
the sky itself a tangled tapestry, glowing
but almost, I could see the planet from which we had come
I could not remember (then) what our purpose was
but remembered the name Mahakala, in the dawn
in the dawn confronted Shiva, the cold light
revealed the “mindborn” worlds, as simply that,
I watched them propagated, flowing out,
or, more simply, one mirror reflecting another.
then broke the mirrors, you were no longer in sight
nor any purpose, stared at this new blackness
the mindborn worlds fled, and the mind turned off:
a madness, or a beginning?
Σε είδα με πράσινο βελούδο, με φαρδιά, μακριά μανίκια
καθισμένο μπροστά σε ένα τζάκι, το σπίτι μας
έγινε κάπως πιο ευγενικό, και είπες
«Υπάρχουν αστέρια στα μαλλιά σου»— ήταν αλήθεια εγώ
κατέβηκε μαζί μου
σε αυτό το σκοτεινό και βρώμικο μέρος που πρέπει να το κάνουμε χρυσό
να το κάνουμε πολύτιμο και μυθικό με κάποιο τρόπο, είναι η φύση μας,
και είναι αλήθεια ότι ήρθαμε εδώ, σου είπα,
από άλλους πλανήτες
όπου ήμασταν άρχοντες, μας έστειλαν εδώ,
για κάποιο σκοπό
η χρυσή μάσκα που είχα ξαναδεί, που ταίριαζε
τόσο όμορφα πάνω στο πρόσωπό σου, δεν επέστρεψε
ούτε εκείνο το πρόσωπο ταύρου που είχες αποκτήσει
ανάμεσα σε βόρειους λαούς, νομάδες, την έρημο Γκόμπι
Δεν ξαναείδα αυτές τις σκηνές, ούτε τα κάρα τα
απείρως αργά στις απείρως θυελλώδεις πεδιάδες,
τόσο κρύο, κάθε αστέρι στον ουρανό είχε διαφορετικό χρώμα
ο ίδιος ο ουρανός ένα μπερδεμένο ταπισερί είναι, που λάμπει
αλλά σχεδόν, μπορούσα να δω τον πλανήτη από τον οποίο είχαμε έρθει
Δεν μπορούσα να θυμηθώ (τότε) ποιος ήταν ο σκοπός μας
αλλά θυμήθηκε το όνομα Μαχακάλα, την αυγή
την αυγή αντιμετώπισε τον Σίβα, το κρύο φως
αποκάλυψε τους «νοογενείς» κόσμους, απλώς ότι,
τα παρακολούθησα να πολλαπλασιάζονται, να ξεχύνονται,
ή, πιο απλά, ένας καθρέφτης που αντανακλά έναν άλλο.
μετά έσπασαν τους καθρέφτες, δεν ήσουν πια ορατός
ούτε με κάποιο σκοπό, κοίταξε αυτή τη νέα μαυρίλα
οι νοητικοί κόσμοι έφυγαν και το μυαλό έσβησε:
μια τρέλα ή μια αρχή;
*
An Exercise in Love / Μια Άσκηση στην Αγάπη
for Jackson Allen
My friend wears my scarf at his waist
I give him moonstones
He gives me shell & seaweeds
He comes from a distant city & I meet him
We will plant eggplants & celery together
He weaves me cloth
Many have brought the gifts
I use for his pleasure
silk, & green hills
& heron the color of dawn
My friend walks soft as a weaving on the wind
He backlights my dreams
He has built altars beside my bed
I awake in the smell of his hair & cannot remember
his name, or my own.
για τον Τζάκσον Άλεν
Ο φίλος μου φοράει το μαντήλι μου στη μέση του
Του δίνω σεληνόλιθους
Μου δίνει κοχύλια και φύκια
Έρχεται από μια μακρινή πόλη και τον συναντώ
Θα φυτέψουμε μαζί μελιτζάνες και σέλινο
Μου πλέκει ύφασμα
Πολλοί έφεραν δώρα
Το χρησιμοποιώ για την ευχαρίστησή του
μετάξι και πράσινοι λόφοι
& ερωδιός στο χρώμα της αυγής
Ο φίλος μου περπατάει απαλά σαν ύφανση στον άνεμο
Φωτίζει τα όνειρά μου από πίσω
Έχει χτίσει βωμούς δίπλα στο κρεβάτι μου
Ξυπνάω με τη μυρωδιά των μαλλιών του και δεν μπορώ να θυμηθώ
το όνομά του, ή το δικό μου.
*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης
Εγκαταλελειμμένος δεν είναι τόσο
ότι εγκαταλείφθηκα
όσο ότι εγκατέλειψα
Όχι τόσο εγκαταλείπομαι
όσο εγκαταλείπω
Εγκαταλείπω τούς άλλους
Με εγκαταλείπουν
Εγκαταλείπω τον έρωτα
Με εγκαταλείπει
Εγκαταλείπω τη χαρά
Με εγκαταλείπει
Εγκαταλείπω το γράψιμο
Με εγκαταλείπει
Εγκαταλείπω τη γνώση
Με εγκαταλείπει
Εγκαταλείπω τη ζωή
Με εγκαταλείπει
Εγκαταλείπομαι
Να πλυθούμε
να βγάλουμε το χθες από πάνω μας.
Το παρελθόν εμποδίζει τη βλάστηση
το μέλλον είναι η παιδική μας ηλικία
ότι δεν γίναμε μικροί θα γίνουμε μεγάλοι.
Να είσαι άνθρωπος
και να ερωτεύεσαι
να είσαι σκύλος
και ν’ αλυχτάς στο τρεις το ξημέρωμα.
Το μεγαλύτερο μέρος του σώματός μου
αγνοεί την ύπαρξή σου.
Ό,τι του έχουν πει τα μάτια ξέρει για σένα.
Σε ποθώ όπως ποθούν τον Φιοντόρ οι λέξεις
-είμαι ο θυρωρός της ύπαρξής σου.
*Από τη συλλογή «Συνεταιρισμός Θυρωρών» | Εκδόσεις Κίχλη
Ο ανθρώπινος μόχθος
δεν είναι αυτός ο ωραίος νέος άνδρας ο χαμογελαστός
όρθιος πάνω στο πόδι του από γύψο
ή από πέτρα
που δίνει χάρη στα παιδαριώδη τεχνάσματα της γλυπτικής
στην ανόητη ψευδαίσθηση
της χαράς του χορού και της αγαλλίασης
υπενθυμίζοντας με το άλλο πόδι στον αέρα
τη γλυκύτητα του γυρισμού στο σπίτι.
Όχι
ο ανθρώπινος μόχθος δεν φέρει ένα μικρό παιδί στον δεξή ώμο
άλλο ένα στο κεφάλι
κι ένα τρίτο στον ώμο τον αριστερό
με τα εργαλεία στον αορτήρα
και τη νεαρή γυναίκα ευτυχισμένη να κρέμεται απ’ το μπράτσο του.
Ο ανθρώπινος μόχθος φέρει έναν επίδεσμο στην κήλη
και τις ουλές από τις μάχες
που ‘χουν παραδοθεί απ’ την εργατική τάξη
ενάντια σ’ έναν κόσμο παράλογο και δίχως νόμους
Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει σπίτι αληθινό
οσφραίνεται τη μυρωδιά της εργασίας του
και τον χτυπάει στα πνευμόνια
ο μισθός του κοκαλιάρης
τα παιδιά του επίσης,
δουλεύει σαν τον νέγρο,
κι ο νέγρος σαν αυτόν.
Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει τρόπους
ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει την ηλικία της λογικής
ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία των στρατώνων
την ηλικία των φυλακών και των κατέργων
την ηλικία των εκκλησιών και των εργοστασίων
την ηλικία των κανονιών
κι αυτός που έχει φυτέψει παντού όλους τους αμπελώνες
κι έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά
τρέφεται από όνειρα άσχημα
και μεθάει με το άσχημο κρασί της παραίτησης
και σαν ένας μεγάλος σκίουρος μεθυσμένος
χωρίς σταματημό γυρνάει σε κύκλους
μες σ’ ένα σύμπαν εχθρικό
σκονισμένο και με ταβάνι χαμηλό
και ολοένα σφυρηλατεί την αλυσίδα
την αλυσίδα τη φρικτή όπου όλα είναι αλυσοδεμένα
η μιζέρια η πρόσοδος η δουλειά η θανάτωση
η θλίψη η δυστυχία η αϋπνία και η ανία
η τρομακτική αλυσίδα του χρυσού
του άνθρακα του σιδήρου και του χάλυβα
του κλίνκερ και της σκόνης
η περασμένη γύρω από τον λαιμό
ενός κόσμου σακατεμένου
η άθλια αλυσίδα
όπου έρχονται να γαντζωθούν
τα θεία γούρια
τα ιερά κειμήλια
οι σταυροί της τιμής οι σταυροί οι αγκυλωτοί
τα φυλαχτά-σκιουροπίθηκοι
τα μετάλλια των παλιών υπηρετών
τα μπιχλιμπίδια της κακοτυχίας
η μεγαλοπρεπής αίθουσα του μουσείου
το μέγα πορτρέτο του έφιππου
το μέγα πορτρέτο του βαδίζοντος
το μέγα πορτρέτο προσώπου προφίλ στο ένα πόδι
το μέγα πορτρέτο επιχρυσωμένο
το μέγα πορτρέτο του μεγάλου μάντη
το μέγα πορτρέτο του μεγάλου αυτοκράτορα
το μέγα πορτρέτο του μεγάλου στοχαστή
του μεγάλου άλτη
του μεγάλου ηθικολόγου
του αξιοπρεπούς και θλιβερού φαρσέρ
το κεφάλι του μεγάλου ταραξία
το κεφάλι του επιθετικού ειρηνοποιού
το αστυνομικό κεφάλι του μεγάλου απελευθερωτή
το κεφάλι του Αδόλφου Χίτλερ
το κεφάλι του κυρίου Θιέρσου
το κεφάλι του δικτάτορα
το κεφάλι του δημίου
όποιας και να ‘ναι χώρας
όποιου και να ‘ναι χρώματος
το απεχθές κεφάλι
το δυστυχές κεφάλι
το κεφάλι για χαστούκια
το κεφάλι για σφαγή
το επικεφαλής του φόβου.
*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.
*Σχετικός σύνδεσμος: https://www.vakxikon.gr/ζακ-πρεβέρ-επτά-ποιήματα/
ΧΙΙ
Φίδι σαΐτα τρέχει το νερό κι όπου λιμνάζει
κόρη ξανθή με τη σελήνη λούζει τα μαλλιά της
σάλεμα στη χλόη κι άνεμος με το σπιρούνι
στη μια πλευρά του αλόγου χτυπώντας.
Και το σύννεφο τρέχει στον ουρανό μα δεν προλαβαίνει
τον ήλιο που πήγε στη μάνα του να κοιμηθεί
ασβέστης κι άσπρο σεντόνι στο λάκκο μια νύχτα
πριν απ’ το αηδόνι και μετά-
μέρα που δεν ήθελε να ξημερώσει.
*“Στον ίσκιο της γης”, 1986.
Πόσο οι λέξεις έχασαν το σφρίγος τους
και, μαδημένες, αποχωρούν,
αφήνοντας τη θέση τους
σε μια τέλεια απορία·
σαν μαργαρίτες από καιρό
σε ένα βάζο.
Δεν είναι ηδονή αυτό·
πόσο λίγο της μοιάζει.
Άγνωστη μου γίνεται αυτή η λέξη,
γεμάτη από νεκρά λουλούδια
και ρούχα φορεμένα.
Η δική μου περίπτωση είναι ένα θέμα,
ένα θέμα άγνωστο και νέο, ένα νέο πρόσωπο·
μια απέραντη ανάσα, ένας άλλος άνθρωπος
που ποτέ δεν σκέφτηκα, που ποτέ δεν θέλησα.
Όλα αλλάζουν στο πρόσωπό του
και η μαγεία εγκαθίσταται.
Αλχημεία δεν πίστευα πως θα εύρισκα
σε μια συνάντηση·
ότι ο κόσμος, με τις αρχές του,
θα φανερωνόταν
μέσα σ’ αυτήν την περίπτωση.
Πώς φτάσαμε
ο ένας να γίνεται δύο;
*Από τη συλλογή “Έρημη πόλη”.
Come to me broken dreams and all
bring me the glory of fruitless souls,
I shall find a place for them in my gardens.
Weep not for he golden sun of California
think not of the fertile soil of Alabama…
nor your father’s eyes, your mother’s body twisted
by the washing board.
I am the hope of your unborn,
truly, the there is no more of me…
there shall be no more of you…
Ελάτε σε μένα, σπασμένα όνειρα και όλα τα άλλα,
Φέρτε μου τη δόξα των άκαρπων ψυχών,
θα βρω μια θέση γι’ αυτές στους κήπους μου.
Μην κλαίτε για τον χρυσό ήλιο της Καλιφόρνιας,
μην σκέφτεστε το εύφορο έδαφος της Αλαμπάμα…
ούτε τα μάτια του πατέρα σας,
το σώμα της μητέρας σου λυγισμένο
πάνω στην τάβλα του πλυσίματος.
Είμαι η ελπίδα των αγέννητων παιδιών σου,
αλήθεια, δεν υπάρχει πια τίποτα από μένα…
δεν θα υπάρχει πια τίποτα από εσένα…
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.