Τσιμάρας Τζανάτος (1960-2022), Δύο ποιήματα

Με ενδιαφέρει η καθημερινότητα.
Με ενδιαφέρει η επανάληψη της ζωής.
Αν και ταυτολογία, αφού ό,τι ζει,
επειδή μπορεί και επαναλαμβάνεται ζει.

Ζωή δεν είναι ό,τι δεν ήρθε.
Αλλά η ρουτίνα αυτού που έρχεται.
Που κάθε μέρα έρχεται, χωρίς τίποτα να
αλλάζει.
Με ευλογημένη προβλεψιμότητα έρχεται.
Αν και με τρομακτικές αλλαγές απρόβλεπτες,
Που πολύ μετά, αντιλαμβάνεται πως
συντελέστηκαν.

Δεν ξέρω τι είναι ευτυχία.
Ξέρω όμως, ότι δυστυχία είναι
να μην έχεις καθημερινόητα.
Καμμιά.

*

Πέρασε ένα χαμόγελο και με φώτισε.
Στραφτάλιζε ήλιος στο μάρμαρο των δοντιών του.

Έπαιζε κουτσό η χαρά στα μέτια του.
Μετά χάθηκε.

Από τότε, ζω με μια λάμπα εκτυφλωτική
στο μυαλό μου.
Να μου θυμίζει ότι κάποτε
έστω για λίγο
είχα όραση.

μετά δεν καταδέχεσαι την πραγματικότητα.

*Από το βιβλίο “[αγνώστου] η βία του βίου”. Κάπα Εκδοτική. 2021.

Τάσος Κόρφης, Των μοναχικών ποιητών

Κοσμική δεξίωση ποιητών
Και, βέβαια, η ποίηση δεν υπάρχει εδώ
Στα πολυτελή σαλόνια με τη λαϊκότροπη μουσική,
Στους επώνυμους, φουσκωμένους διάνους,
Στην κοσμική ηθοποιό,
Που με συγκινημένη, τάχα, φωνή απαγγέλλει
Τα ονόματα των διάσημων ξένων ποιητών: Ενός φίλου
Του Πωλ Ελυάρ, ενός μεταφραστή της Βίβλου
Κι εκείνου του παμπόνειρου Ναπολιτάνου
Με το ψαλιδισμένο μουστακάκι και τα πανούργα μάτια.

Καημένε Κέρουακ, εσύ που ξέρεις πόσο μεγάλοι
Είναι οι δρόμοι, που δεν οδηγούν πουθενά,
Κι ακροβατείς σε μια τροχισμένη λεπίδα
Μαχαιριού, περιφρονώντας κάθε εξουσία
Για τη νύχτα, εσύ ερωμένε κι εραστή,
Κρίνο της θάλασσας, που ανοίγεις και πεθαίνεις
Την ίδια στιγμή, εφήμερο έντομο,
Οδήγησέ μας από τα μονοπάτια του θανάτου
Στην πραγματική ζωή.

*Από το, «Εγκώμια», ξυλογραφία εξώφυλλου Δ. Γαλάνη, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα, Οκτώβριος 1993, σ. 26. [Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό «Ευθύνη», τχ. 249, Σεπτέμβριος 1992].

Γεώργιος Σκούρτης, Δύο ποιήματα

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΩΝΗ
(Vox Humana)

Ποιες λέξεις προφέρουν οι χθόνιοι
μόνο το τρίξιμο των δοντιών
στη σπορά
καθώς οι χοές
ιξώδεις δεν ευφραίνουν
και η κνίσα
βαριά μένει στη γη,
“χείρ επί καρπών”
στον αιώνιο γάμο.
Σκυμμένα κεφάλια
αναζητούν τον κεραυνό
σε ενηλύσια καλυμμένα.
Μια αέναη ψυχοστασία,
νυγμός η στιγμή,
οι πατάτες του Μιλέ
πελιδνές στη χύτρα τους
βουβές στο χώμα.

*


ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΗ

Στον Κώστα Αξελό*

Ένα παιχνίδι στα χέρια ενός παιδιού
Περιφορά επιταφίου ή σελιδοδείκτης;
Σύνθεση αντίφασης από χέρι που τρέμει
Η δράση είναι βίωμα που μας αλυσοδένει,
περιεκτικό σύνολο του απεριόριστου ορίζοντα
ή ένας τρόπος να σπαταληθεί κάποια δύναμη;
Παιχνίδι που μουλιάζει στη λίμνη της πίστης
Ριχνόμαστε πλαγίως στον χρόνο
Η νοσταλγία βιώματος επικαιροποιεί το παρελθόν
Αυτό δονείται ως ζωή
Το ακτινοβόλο παιχνίδι δίχως οδηγίες
Στον κόσμο συνυπάρχει αυτό που κυριεύει
Στο κάλεσμα του Άλλου η αποσύνδεση
Η σιωπή απέναντι στην ουσία, αμφίσημη
Ο κόσμος αντιστέκεται στη σιωπή!
Ο λόγος συντρίβεται στο κατώφλι του αοράτου
Η διαβεβαίωση αναγκαιότητα παράνομη
Διαβεβαίωση: τα έδνα που δε δόθηκαν
Διαβεβαίωση: το αλάτι στην άκρη του βράχου
Ένας κόκκος έσταξε…

*Σύνθεση βασισμένη στο “σπασμε ο παιχνίδι” του Κώστα Αξελού.

**Από τη συλλογή “Είναι προς θάνατον”, ΑΩ Εκδόσεις.

Βασίλης Αλεξίου, Τρία ποιήματα

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΥ

Σαν πειρασμός
το πρώτο πρόσωπο
τον πρώτο λόγο στη γραφή μου πάντα να ‘χει θέλει.
κι αν δεν μπορεί
τρέχει και υποκρύπτεται
σ’ εκείνη την -αθώα δήθεν- τριτοπρόσωπη
αλεξανδρινότητα.

Και ‘γω που τόσο επόθησα
του πρώτου πληθυντικού προσώπου
την πανήγυρη…

*Από “Τα εν Δήμω”.

*

ΑΝΟΣΙΑ

Δεν μας πονάν πια τα ποιήματα.
Οι λέξεις φυλλορροούν απόσταση
δεν είναι πια δικές μας
βουβές περιπολούν σ΄ εφήμερα χείλη
στίχοι μιας χρήσεως
που οδοιπορούν ανέστιοι
φλυαρούν για τον καιρό
προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο
πνιγμένοι κιόλας στη θορυβώδη
μοναξιά των λεωφόρων.

Δεν μας πονάν πια τα όνειρα.

*Από “Τα εν Δήμω”

*

ΟΡΘΡΙΝΟ

Κάθε πρωί
την ώρα που αποκαθηλώνονται
τα παραμύθια,
τα νυχτερινά μου όνειρα συσκευάζω.
και ύστερα,
σιωπηλός και αμέτοχος
τα ταχυδρομώ
καλοχτενισμένα και στίλβοντα
στα εκτελεστικά ικριώματα
της καθημερινότητας.

*Από “Τα εν Οίκω”.

**Τα ποιήματα προέρχονται από το βιβλίο “Μπαγιάτικα και άλλα ποιήματα”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2022.

Κωνσταντίνος Βορβής, Ο ήρωας του Φθινοπώρου

Ο χρόνος είχε σταματήσει
άνθρωποι αδιάφοροι
διέσχιζαν τα πεζοδρόμια
πετούσαν καμένα τσιγάρα
στον δρόμο ενοχικά
και βιαστικά επέστρεφαν
στην ατέρμονη πορεία τους.

Ξεχασμένοι
κάπου στο απρόσωπο φόντο
χαμένοι ναυαγοί της εποχής μας
μέσα στο αδίστακτο στροβίλισμα
απόκληροι των αστερισμών
ακίνητοι
να δίνουμε μορφή
και να κινούμαστε αυτοκτόνοι
προς την άβυσσο.

Σε ξέρω
ήρωα του φθινοπώρου
σε γνώρισα
προτού φύγεις
για τα απάτητα οροπέδια
ακολουθώντας το δειλινό.

Τώρα που σμίγει
το φως με το σκοτάδι
και η ζωή με τον θάνατο
άκουσε τη φωνή μου
για τελευταία φορά
ανάμεσα στα φύλλα
καθώς βραδιάζει
και στις τζαμαρίες
των μικρών καταστημάτων
παγώνει το χιονόνερο.

Μείνε λοιπόν αυτή τη νύχτα
στον θάνατο των άστρων
μόνοι και γύρω μας ο κόσμος
μέχρι να μας χτυπήσει το φως
και μετά χάσου
σε μια ορφανή μέρα του Σεπτέμβρη
χάσου
για να σε ξαναδώ μονάχα
αιχμάλωτο του πλήθους
στην επέτειο ενός πόνου
που αποκαθήλωσε τον ήλιο
όταν κάθε πίστη μου ξεψυχήσει
εκτεθειμένη δημόσια
στα βέβηλα βλέμματα των ανθρώπων.

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Πέντε ποιήματα

ΑΣΘΕΝΩ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ

Είναι αποκτήνωση
Το ξέρω
Όταν γυρίζεις και γυρίζω
σκοτωμένοι
από τη δουλειά
κι αδιαφορούμε παντελώς
για τις σειρήνες άλλων

*

ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΤΟΝ ΕΒΥΖΑΞΕ

Εντάξει
το μητρικό γάλα
το στήθος της που δεν θα ξεπεράσεις
τη φλεγόμενη θηλή της
τους πρώιμους μ/αστούς μιας καμουφλαρισμένης
ταξικής ιερατείας
το δάχτυλο που φοβισμένη βύζαινες στα όνειρά σου
την ενηλικίωση του μπιμπερό σε ένα μπουκάλι μπίρας
το υποσχόμενο στόμα του
τα επίορκά της χείλη
το στυλωμένο μόριό του
το σπαραγμένο αιδοίο της
τη συνισταμένη του σαλιωμένου κωλοδάχτυλου
αλλά έχεις δει
ρε
πώς βυζαίνουν το τσιγάρο μετά το δεκάωρο;

*


ΕΛ(Τ)Α ΞΑΝΑ

Να με διαβάσεις σαν μικρό παιδί
Να με ψηλαφίσεις σαν κλοπιμαίο
Να με ταϊσεις σαν αρκούδι νηστικό
Και ν’ αγγιχθούμε
Με την λαχτάρα
Ερωμένης
Ξεγραμμένου ναυτικού
Στο πρώτο γράμμα του.

*

ΜΑΚΤΡΟ


Κόκκινο
χρυσοποίκιλτο πανί
τούτη η νύχτα
γλυκά
τη γεύση της μεταλαβιάς
θυμίζει
κάτω από μια κόκκινη επιγραφή
κοντοσταθήκαμε
άπιστοι
ένθεοι
ενεοί
ένθετοι
και πιστοί
έξω από τη Βαρβάκειο
υποσχεθήκαμε
σαν το σφαχτάρι
θα ανταμώνουμε
τα ξημερώματα
συμβιβασμένοι
θα πλαγιάζουμε
στον ώμο του χασάπη

Κόκκινο
χρυσοποίκιλτο πανί
τούτη η νύχτα
βάλαμε αχόρταγα
τα δύο χέρια στο πηγούνι
και την κοινωνήσαμε.

*

ΑΣΤΥ ΑΛΑΤΟΣ


Πύραυλοι είδατος θα εκκινούν από τα σωθικά της
σε ώρα αιχμής
θα εκπυρσοκροτούν
για να ξυπνήσουν τα απογεύματα
που από παιδί
θυσίαζες
στη χαβούζα της πόλης
αφού οι γονείς σου δεν είχαν λεφτά για ιδιαίτερα
έμαθες
όμως
στους «κακούς» της κύκλους
να μεταφράζεις κουρασμένα
αρχαία βλέμματα
να λογαριάζεις
πώς χωρά η ανθρωπότητα σε μια πλατεία
και να μαθαίνεις
απ’ έξω
όλες τις πρωτεύουσες
από τα κάτω Πατήσια ως την Ινδία

*Από τη συλλογή ”ΑΝΘΡΩΠίΝΑ”, εκδ. Αμείλιχος, Ιούνιος 2020.

Σπύρος Κατηφόρης, Δύο ποιήματα

Σε θέλει ανθρώπινο
κρέας που μυρίζει
χωρίς τη σκόνη
ΜΕΣΑ κυνήγησα το ζώο
τρεις θάνατοι και το ζώο δεν πνίγεται
τρεις θάνατοι φλυαρία
μας ταΐζουν με τρεις νότες
το ζώο τρέχει
ξεφεύγει
στις γειτονιές του λίπους
θα χτίσω είπες εδώ
σε έπιασαν όμως πάνω στην κίνηση
το ένα που δεν έσπασε
κομμάτια θα γίνει
μέσα στη ζωή του πράγματος θα σακατεύεται
από πάνω να χτίσεις
όμως ο σπόρος θέλει το χρόνο του
και η μάταιη λέξη δεν αναπλάθει
αυτό που μένει από τους λύκους
ή
αυτό που μένει για τους λύκους

*

το τότε-τώρα που ρέει στη χαραμάδα του
αρχίζει να επιτίθεται
όχι πιο πέρα από αυτή τη σελίδα
θα κοπεί
σε μικρές ανάσες
ολόκληρη η καμπύλη
λίγη η στάχτη
στέκεται εκεί και χιονίζει
ο καιρός άφαντος
τα ρολόγια του τίποτα
δε σταματούν να χτυπάνε
αυτό είναι το βαλς που καταστρέφεσαι;

*Από τη συλλογή “πέτρα στο βυθό”, εκδ. Σμίλη, Ιούνιος 2021.

Octavio Paz, Πέτρα του ήλιου (απόσπασμα)

Ντυμένη το χρώμα των πόθων μου
σαν τη σκέψη μου πηγαίνεις γυμνή,
μέσα στα μάτια σου βαδίζω όπως στο νερό,
οι τίγρεις πίνουνε στα μάτια σου νερό,
το κολιμπρί καίγεται σ’ αυτές τις φλόγες.
Πάω στο μέτωπό σου όπως στο φεγγάρι,
όπως το σύννεφο στη σκέψη σου,
πάνω ακολουθώντας την κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει και τραγουδάει,
η φούστα σου από κρύσταλλο, η φούστα σου από νερό,
τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλεμματά σου,
είσαι βροχή όλη τη νύχτα, όλη μέρα

ανοίγεις το στήθος σου με τα νερένια σου δάχτυλα,
κλείνεις τα μάτια μου με το υδάτινό σου στόμα,
στα κόκκαλά μου στέλνεις τη βροχή, στο στήθος μου
ένα υγρόδεντρο βυθίζει τις νερόριζές του,
ακολουθώ το ανάστημά σου όπως έναν ποταμό,
στο σώμα σου βαδίζω όπως μέσα σ’ ένα δάσος,
όπως στο βουνό, σ’ ένα μονοπάτι
που απολήγει ξάφνου σε μιαν άβυσσο,
ακολουθώ τις σκόρπιες σου σκέψεις
και στην έξοδο του άσπρου σου μετώπου
η διωγμένη σκιά μου θρυμματίζεται,
μαζεύω τα κομμάτια μου ένα-ένα
και συνεχίζω δίχως σώμα, ψάχνω ψηλαφώντας…

*Μετάφραση: Γιώργος Μακρής

**Από το βιβλίο “Εγκόλπιο Ερωτικού Λόγου – Ανθολόγιο Ξένης Ερωτικής Ποίησης του 20ού Αιώνα”, επιλογή-επιμέλεια, Γιώργος Κ. Καραβασίλης, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Οδός Αραχώβης, Εξάρχεια

Μεταξύ της λεωφόρου στο σαλόνι
και του επαρχιακού δρομίσκου ώς το μπάνιο
σκιές πεθαίνουν σε τροχαία με το στήθος μου.

Όταν τη φωταγωγημένη πόλη των μαλλιών σου χάιδευα
με το κεφάλι γιάνκεα
στον απόκρημνό της βράχο
δείχναμε τους στίχους μας σαν τη χαλασμένη βρύση στον υδραυλικό
Το στόμα σου μια αίθουσα διδασκαλίας με ανοιχτά παράθυρα
δύο λίμνες αντρικές τα μάτια
με κουφάρια αυτοκινήτων

ξεχάσαμε πως αύριο φτάνει ο πατέρας σου
με τις καμπάνες που στη ζέστη
του Νοέμβρη πέφτουν
λείος ήχος όμοιος θαρρώ
με ξυρισμένο μάγουλο

*Από τη συλλογή “Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι”, εκδ. Θράκα, Ιανουάριος 2023.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Εκεί

Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου – απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά
Τότε θα ξέρεις. (Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας)

*Από τη συλλογή «Η συνέχεια», 1954.