Γιώργος Κοζίας, Ξέφρενοι, κωμικοί υποκριτές


Φωτογραφία: Penny Delta

Ποιος σέρνεται επί σκηνής, ποιος σε έρεβος
απροσμέτρητο παραπατάει;
Ρωτώ τ’ αστέρια και βουβαίνονται,
ρωτώ τη μέρα, τη νύχτα, μα δεν απαντούν.
Τι παίζουν στα χάσματα
με παιάνες, με άσματα;
Ελευθερία τζιν ή θάνατος με τόνικ;

Περνούν οι επιφανείς με κύμβαλα,
με αυλούς, το πλήθος συναρπάζοντας.
Οι ποιητές με τις ωδές
τι χρειάζονται στης Σαλώμης τον καιρό,
όπου επευφημείται ο χρυσός μόσχος
κι ο πίθηκος των Πετραλώνων προελαύνει;

Μέσα στη παραζάλη, τι να πεις;
Βοά ο νάρκισσος,
γρυλλίζει το φαρμάκι.
Ξέφρενοι, κωμικοί υποκριτές
εσείς κι εμείς όπως μια μύγα στο φως.
Εξοχότατη η Τάξις
μας κατατροπώνει με αναισθητικό
Ηρώδη Αττικού και Ματαιότητας γωνία.

Ξέφρενοι, κωμικοί υποκριτές,
σ’ ένα ζευγάρωμα αργό στο λυκαυγές
Cavalleria Rusticana τραγουδάμε στις σκιές.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες”, εκδ. Περισπωμένη, 2017.

Harold Norse, Οι θείοι μου

1.
Λαθρέμπορος, Παράνομα στοιχήματα, Πυγμάχος, Παραχαράκτης Ο θείος Τζο, ο καβγατζής με τη μεγάλη καρδιά
μια φορά μόνος του τα ‘βαλε με τρεις γκάνγκστερ
ολομόναχος, χωρίς ούτε ένα όπλο
Δυο φορές παντρεμένος, δύο φορές την πάτησε
Στο τέλος στοιχημάτιζε στα άλογα
και τα κακάρωσε, άφραγκος,
σ’ ένα μοτέλ στο Μαϊάμι.

2.
Ο θειος μου ο ταξιτζής που τον φώναζαν Μπιγκ Ρεντ
Πήγε από τους πρώτους στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο
γύρισε με σοκ από τις χειροβομβίδες και μπέρδευε τα λόγια του μ’ ένα φρικτό παγωμένο χαμόγελο στα χείλη
Κι έτρεμε τη θειά μου πιο πολύ
κι από θηρίο
δεν κάπνιζε πια, κι ούτε αστειευόταν,
ούτε παιδιά έκανε
πέθανε στα 40 του.
Δηλητηριασμένος από τα χημικά όπλα.

3.
Ο θείος Λου είχε σγουρά ξανθά μαλλιά άνθρωπος φοβισμένος, κομπλεξικός, παραδόθηκε στο πιοτό
η γυναίκα του, μια ιρλανδή, του έκανε παρέα Πέθαναν κι οι δυο στην ψάθα.

4.
Ο θείος Μάικ είχε 12 παιδιά,
μια υποθήκη στο σπίτι του και μια
χοντρή γερμανίδα για γυναίκα
Δούλευε πάντα ευκαιριακά, στο τέλος έκανε τον μπάρμαν έχασε όλα του τα μαλλιά, χόντρυνε, κι έπινε
όλα του τα λεφτά, προσηλυτίστηκε στο χριστιανισμό
και πέθανε κάποια μέρα στην πρόνοια.

5.
Ω, εσείς θείοι με τα γαλανά μάτια σας
εσείς που μου μάθατε να παίζω μποξ και να πίνω κι ότι πρέπει κανείς να ‘ναι εντάξει
δεν αφήσατε πίσω σας τίποτα εκτός
από χαζά ξαδέλφια
Μα δεν γνωρίζατε ότι οι Οβριοί
δεν μεθοκοπούν και δεν παίζουν ξύλο;
οι Οβριοί δεν είναι ψηλοί ούτε και ωραίοι
μα πάνω απ’ όλα δεν είναι χαζοί κι άφραγκοι ΝΑΙ ΘΕΙΟΙ ΜΟΥ!
Τι είχατε πάθει τέλος πάντων;

*Από το βιβλίο “Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών”, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, Αθήνα 1992. Μετάφραση: Τέος Ρόμβος.

Σταύρος Βαβούρης, Η Κλυταιμνήστρα στην Αυλίδα

Η θάλασσα θα ʼχει δεχτεί
να πάρει τα καράβια στο ταξίδι τους
έπειτα απʼ το θρίαμβο της πληρωμένης Νύχτας
και τη φρίκη της Αυγής.
Επευφημίες.
Αδιάντροπες αφυπνισμένες άγκυρες.
Το αίμα. Το δέος. Σιωπή.
Μετά θʼ ανοίξουν τις κουρτίνες
κι ανέφικτη θα κατεβώ λίγα σκαλιά.
Βλέμμα οριζόντιο, λύπη οριζόντια.
Θα ʼχω ανέβει στο τελευταίο δάκρυ,
το δάκρυ που πετρώνει,
και γίνεται
αυτό που λεν οι ανήξεροι: φαρμακερή καρδιά.

Οι ακόλουθοι δε θαν το δουν,
θα βουλιάζουνε τα μάτια τους στις τύψεις·
θα βουλιάζουνε στη λίμνη των στιγμών,
όπως σε κάθε πίκρα τους
στηρίζουν κάτω απʼ το θαμμένο τους πιγούνι την παλάμη
και με την εγκαρτέρηση νομίζουν πως θα στήσουνε
ό, τι ούτε ο θεός δεν μπόρεσε να φέρει δεξιά.
Έτσι, να εξευμενίσουνε τα βήματα της Μοίρας.

Μα το νόημα της ζωής μας δεν αλλάζει.
Το ύπουλο αυτό νόημα που προχωρεί
ατσάλινη στιγμή μες στους αιώνες,
και δεν το μαλακώνει ο πόνος μας
που διαφεύγει μες απʼ τις κινήσεις μας,
που τις προετοιμάζει,
το σκοτεινό αυτό νόημα
που προχωρεί ακατάλυτο, αδιάφθορο και ριγηλό
μες απʼ τις επικλήσεις μας κι από τις προσευχές μας
δε θαν το δουν.
Θα βουλιάζουν στην ελπίδα του καιρού.
Μα εγώ, πέρα απʼ αυτούς, χωρίς αυτούς
δεν θα ʼμαι πια αχιβάδα στην τρεχάλα της συρμής του.
Στο ʼνα πλευρό μου πάντοτε η Φωτιά
μα στʼ άλλο η φρίκη μου βουβή
θα ʼχουμε δει στο ματωμένο σου κεφάλι
τη λιμασμένη Μοίρα μου χορτάτη.

Δε θʼ απομένει πόνος πια.
δε θα ʼναι πια μελωδικό τραγούδι κύκνου που πεθαίνει
δε θα ʼναι πια κλυδωνισμός τραυματισμένης νύχτας
κάτω από ρομαντικό φεγγάρι.

Θα μένει
μόνο αυτό το τραγικό άρωμα,
η ανείπωτα πικρή εκείνη γεύση,
αυτή η στεγνή εντύπωση
που αν θες, την κάνεις σιδερένιο τραγούδι
–τσεκούρι, φωτιά–
Αν θες την κάνεις λόγχη
–τσεκούρι, φωτιά–
που λησμονιά
ή μνήμη μουσική δεν γίνεται μονάχα.

Κι εδώ, δεν θα ʼρθει η θάλασσα να παίξει
με τις γυμνές νεράιδες του κρυφού μου κήπου,
δεν θα ʼρθει η θάλασσα να βρει φεγγάρι,
δεν θα ʼρθει μπάτης πια.

Στα ματωμένα βότσαλα τα βράδια
η αγρύπνια μου θα τριγυρνάει
αγέλαστη και μοναχή στους μόλους
με τη φωνή του πυρετού
για τα περαστικά θαλασσινά πουλιά
που αμέριμνα θα ʼρθουν
να φέρουν άνοιξη στο χώμα
που το στοίχειωσε η θυσία σου.

Θα ʼχω μια λύπη που θʼ αγγίζει τʼ άστρα,
ψηλή, και κατακόρυφη.
Δε θʼ απομένει πόνος πια.
Αυτοί, μετά καθώς θʼ ανοίξουν τις κουρτίνες
θα βουλιάξουνε στη λήθη του καιρού.
Κι έπειτα
θα ʼρθουνε φαύλοι χρόνοι που θα πουν
ότι ήσουν τάχα ιέρεια στους Ταύρους,
θα ʼρθει να με λογχίσει η Ηλέκτρα.
Μʼ αν ήταν στο ʼνα μου πλευρό πάντα η φωτιά,
αυτό το μέτωπο
δεν ήταν πάντοτε φωλιά
πικρών πουλιών που δεν λαλούν,
δεν ήταν πάντοτε κυψέλη
για στείρες μέλισσες σιωπής και συμφοράς.

…Ότι σε πήραν σύννεφα,
ότι είσαι τάχα ιέρεια στους Ταύρους.
Καρδιά οριζόντια. Λύπη οριζόντια,
για πάντα.
Ευθεία γραμμή, ατέλειωτη, χωρίς υποτροπή
ως την καρδιά του Χρόνου.
Εγώ
που κράτησα στα χέρια μου
το ματωμένο σου κεφάλι
μονάχα εγώ
μπορώ να ξέρω την αλήθεια.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Η άγγελος στο πιάνο

Η λευκότητα του δέρματος
Η λευκότητα των φτερών
αναμετριέται με το μαύρο των πλήκτρων
Κάθε που αγγίζω με τα ακροδάχτυλά μου
τις νότες του πιάνου
Ανασηκώνεται η άγγελος της μνήμης
γυμνά προτάσσει τα στήθια
διπλώνει τα πόδια σταυροπόδι
και με κοιτά στα μάτια

Τι να γυρεύει να μου πει
Η μελωδία που βγαίνει ασυναίσθητα απ΄ τα χέρια μου
και πάλλει τους ουρανούς πέρα ως πέρα
είναι η απάντηση που δεν μπορώ αλλιώς να αρθρώσω.

Ο πιο σκληρός νόστος είναι ο νόστος του εαυτού.

*Από τη συλλλογή “φιλιά στο κενό”, εκδ. Μελάνι 2020.

Σωτήρης Παστάκας, Από το καλοκαίρι έρχεται

Από το καλοκαίρι έρχεται
από τη νύχτα.
Από μια καμένη πατρίδα
ο γάτος μου
που σηκώνει το κεφάλι του
στα άστρα
κι όλα τα απολαμβάνει
με το βλέμμα του
εκτός εμού
που έπεσα να κοιμηθώ
σε άλλο δωμάτιο.

Γυρίζει γυμνός
ο γάτος μου τη νύχτα,
Στο σώμα του αστραποβολές
φωτοχυσίες –
γεννιούνται και πεθαίνουν
άστρα και γαλαξίες.

Στα μάτια του το σύμπαν
συνωμοτεί
να τον ελευθερώσει.

*Από τη συλλογή “Χόρχε”, εκδ. Μελάνι 2008.

Λίνα Φυτιλή, Περιπλάνηση

Κι είδα
πως έβγαινα
από τον χτύπο της ώρας
κι έμπαινα στον ύπνο
των προγόνων.

Ήταν η ιστορία,
άδειο σπίτι,
με τα νώτα της
στραμμένα πάνω μου.

Την ακολούθησα.

Τουτέστιν: ήμουν σε ηλικία
να έλκω γκρεμούς
αγκάθια κι άλλα
ιαματικά φυτά.

Έφυγα μόνη μέσα
απ’ τα χαλάσματα,
τρέχοντας για εκεί
που τελείωνε
της γης
το πρόσωπο.

*Από τη συλλογή “Ισόβιο πρόσωπο”, εκδ. Μελάνι, 2018.

Γιώργος Γκανέλης, Τα αποτυπώματα

Στο μικροσκόπιο το χαλάκι της πόρτας
με τα αποτυπώματα των παπουτσιών

Δε θέλω να αναφερθώ σε λεπτομέρειες
οι λέξεις ακυρώνονται από τη φλυαρία

Το είπα και χθες πως η ζωή είναι δρόμος
ο καθένας με ένα σακίδιο στην πλάτη
ψάχνει απεγνωσμένα να βρει αυτό το σπίτι
μετά σκουπίζει τα πόδια του και μπαίνει

Με φοβίζει το θέμα της διανυκτέρευσης
τι όνειρα θα δει και πώς θα τα ερμηνεύσει

Τα αποτυπώματα στο χαλί πάντα κρύβουν
το στερεό υπόλειμμα των χαμένων ημερών

*Από τη συλλογή “Ακτινογραφία θώρακος”, εκδ. Θράκα 2019.

Νίκος Σφαμένος, Πολύ απλά

Artwork: Anne Magill

έκανε αξιόλογες σπουδές
ταξίδεψε παντού
οι γυναίκες του
όμορφες
η δουλειά καλή
έβγαλε βιβλία
έγινε πατέρας
μέχρι και σε
τηλεπαιχνίδι
Εμφανίστηκε

την ώρα που άλλοι
κλεισμένοι στα δωμάτιά τους
έψαχναν τη λέξη
κι εκεί κρυβόταν όλο το
μυστικό

Μυτιλήνη, 26/8/2023

Linton Kwesi Johnson, Ποιήματα

Ιστορία

ήτανε μια φορά
όπως στα νανουρίσματα
πριν χοίρος να γενεί το γουρουνάκι

που φόρεσα
τον φόβο
πάνω στο πρόσωπό μου
σαν ασπίδα
σαν μια μάσκα

κι όλοι με νόμιζαν για μάγκα και νταή

τίποτε δεν μπόραγες να πεις
για να με κάνεις να την βγάλω
κι αν μου έσπαγες τα νεύρα
τα γέλια μού’ ρχονταν να βάλω

κι όλοι με είχανε για μάγκα και νταή

αλλ’ όχι και πολύ παλιά από τώρα
όπως, να, μες στις ταινίες
-όπως έρχεται στον ήρωα στο άσχετο-
το πνεύμα μου πήρε φωτιά
και τόσο ήμουνα ανήσυχος
που ησυχία δεν έβρισκα
και γύμνωσα το κιμασμένο μου το στήθος
ποτές μου δεν τό’χα σκεφτεί
ότι μέσα απ’ το γυαλί της
ότι όλος ο άπειρος ντουνιάς μπορεί να δεί
μέχρι το τέλος, μές στην φλέβα της καρδιάς

πώς γυρνάν
πώς δένουν
πώς μπερδεύονται
-ω καρδιά μου-
πώς κόβει
πώς νυχιάζει
πώς χαράσσεται

(ξέρετε, είναι παλιά καρδιά για να την κουμαντάρεις-
ετούτο το χαμόγελο, το γύμνωμα στα δόντια
πού’ χει τόσο η καρδιά πρηστεί και τη νιώθεις σαν το λεωφορείο που φεύγει
όταν ούτε μπορείς να βρείς τη ρίμα, το ρυθμό
κι όταν δεν έχει λύση νά’ βρεις για το πάζλ)

οπότε να, τώρα, βγάζω την μάσκα μου
κι αρχίζω να φορώ μαύρα γυαλιά
αλλά πότε πότε να,
πρέπει να τα βγάζω
κι έπειτα –κάθε τόσο-
βρίσκω την τελευταία ποτέ

στιγμή μου
-είδατε την δίκη μου
είδατε τους σταυρούς μου;

*

Το Γράμμα Του Γιού

Φυλακές Μπρίξταν
Λεωφόρος Τζέμπ
Λάνταν, σάουθγουέστ δυό
Ίνγκλαν

Αγαπημένη μάμα,

Καλή σου μέρα.
Ελπίζω τούτες
οι γραμμές να σέ’ βρουν
στην καλύτερή σου υγεία.

Μάμα,
δεν έχω ιδέα πώς να σ’το πώ
γιατί πάλι την έκανα
για να προσέξω τον μικρό τον Τζίμ
έκανα -να τον φροντίσω- πάλι ό,τι μπορούσα.

Μάμα,
ό,τι μπορούσα έκανα,
αλλά να, ξέρεις,
-λυπάμαι που σ’ το λέω-
ο μικρός Τζίμ πάει, τον μάγκωσαν.

Ήταν στη τέλειωμα της ημέρας
που όλοι τρέχουν σαν τρελοί
να πανε σπίτι και στο βραδινό τους μπάνιο.
Εγώ κι ο Τζίμ στεκόμασταν
-για το λεωφορείο –
και ξαφνικά
σκάει ένα αστυνομικό βανάκι.

Έξω την κάνουνε τρεις αστυνόμοι,
όλοι τους βαστάν μπαστούνια.
Του λόγου τους τραβάν ίσα σε μένα και στον Τζίμ.

Ένας απ’ αυτούς την κολλά στον Τζίμ
του σφυρίζει ότι τον παίρνει μέσα.
Ο Τζίμ του λέει να τον αφήσει
αφού δεν έχει κάνει τίποτα
και ότι δεν έχει κλέψει
ποτέ του ούτε κουμπί.
Κι ο Τζίμ τρέμοντας μιλάει αργά
κι οι αστυνόμοι σκάν τα χάχανα.

Μάμα,
άσε με- θα σου πώ τί του κάνανε
Μάμα,
άσε με να σου πώ τί έκαναν στον Τζίμι

τον βαρέσαν στο στομάχι
δίπλωσε στα δυό απ’την μάχη
φέραν στη φάτσα του μπαστούνι
που άκουσα να σπάει πηγούνι
του το φέραν στο κεφάλι
βάρυναι μολύβι (πάλι)
ρίξαν στον σπόρο του κλωτσιά
κι άρχισε αίμα να τρέχει με μιάς

Μάμα,
Δεν μπόραγα να κάθομαι κει πέρα
και να μη φτιάνω τίποτε-
του την φέρνω ενός στο μάτι
και του κόβει το γινάτι
άλλον βάρεσα στο στόμα
-σαν να ακούω, ουρλιάζει ακόμα-
στον άλλονε στη μέση του κλωτσιά
κι αρχινά τα βογγητά- παραπατά,
του την ρίχνω στην μάπα, ίσα
πέφτει πρόσωπο στην πίσσα

κάνει κρότο
και στον τόπο

Μάμα,
κι άλλοι αστυνόμοι ήρθαν
και με έσπασαν στο ξύλο.
Κατηγορούνε –λέει- τον Τζίμ για sus
κι ελόγου μου για φόνο

Μάμα,
μην κάνεις κάτι βιαστικά,
μην πέφτεις στις θλίψεις
και χαμηλώνεις την καρδιά.
Νά’σαι φτιαμένη από κουράγιο
μέχρι να ξανακούσω από τα σένα.

Παραμένω
ο γιός σου,
Σόνυ.

*

sus: θατσερική νομοθεσία που ανασύστασε την -κοπής 19ου αιώνα- προληπτική σύλληψη για «υποψία» (εκ του suspicion). Στην ουσία μηχανισμός ελέγχου της μαύρης νεολαίας.

μια νέα γενιά σπορά από μαύρα παιδιά
αναδυέται τώρα
οδηγεί στην σκληρή σκηνή
και ξεφεύγει
δράττει την μέρα,
λέει στο κεφάλαιο ποτέ ξανά
και πάντα της τραβάει μπροστά

μονάχα νέοι σε
ηλικία μπορούν να είναι
αλλ’όχι και σε μένος
και δεν χρειάζονται
την απαλή
ρηχή τη συμβουλή
των ψυχροκέφαλων
σοφών που ζουν στις αλυσίδες.
τις λέξεις με τα ισχνά κελύφη σπάνε
τραβάν μπροστά τους πάντοτε και πάνε.

νέο αίμα
νέοι ρέμπελοι:
καινούριες φιγούρες
ορίζουν
καινούριες μορφές
φτιάχνουν νέες επαφές
συνδέουν
το αίμα που ανεβαίνει σίγουρο
που φτιάνει ένα νέο μονοπάτι
μπροστά τραβώντας προς την ελευθερία.

*Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό “Οροπέδιο”, τχ 5, 2009 (δοκίμιο), και περιοδικό “Τεφλόν”, τχ 4, 2011 (ποιήματα). Πρώτη και μόνη παρουσία του ποιητή στα ελληνικά, μαζί με “Κουκούτσι”, τχ 9, 2012. Εμείς τα πήραμε από εδώ: https://thodorisrakopoulos.blogspot.com/2014/11/linton-kwesi-johnson.html

Αγγελική Κουντουράκη, Πένθιμη ιστορία 

Photo: Peter Kertis

Πριν το πάτημα της σκανδάλης
το στόμα γέμιζε
με καραμέλες γυάλινες
και μια ανάμνηση απόκοσμη

Έφτυνες κομμάτια αμμοβολή

Άνθιζαν τότε
ευωδίαζαν
οι καρδιές και οι μνήμες

Ξεχύνονταν κομμάτια οι ζωές
Γέμιζαν ταξίδια μεταφυσικά και γερασμένα
από την απουσία

Μάζευες δάκρυα από γέλια
τα άφηνες στο χαρτί
μικρά μαύρα σημαδάκια
και η ιστορία ξεκινούσε
πάλι από την αρχή

Σαν τη δροσιά του πιο αγαπημένου ψέματος
Σαν την ανάμνηση του πιο θλιμμένου τραγουδιού

Και σε ρωτούσα γελώντας…

Ταξιδεύει άραγε ό,τι πνίγεται στην αγάπη;

*Από τη συλλογή “Nigredo”, ΑΩ εκδόσεις, 2023.