Μήνυmal, ευγενίδιον

δίπλα
χειμάζει ο λογιστής
των θυμικών μετα
μορφώσεων

κάτω απ
το στρώμα του θα βρουνε
ποδοπατημένα λάφ
υρα

μιαν
ιστορία θα σας πω

ψέλνει το υπερπέρατο

ο λόφος αποκρίνεται
θάλπει τους έρημους παλμούς
εκατομμυρίων εαυτών
των αγορών

ορών
εορακώς την αυγήν
αφίεμαι στην παχυλή σοδειά
δηλωτικών τιτιβισμάτων

ω χάρμα του χαράματος
ω πουλιά μηχανές
της πρωίας

ω
έμπει
εσύ λαλίστατε
σχιζοπροφ
ρίκε

ω παγωμένες
ακτές της συντήρησης
ω γραφικοί μελωδοί
της αντίρρησης
ω λα
λα
α

υποσκ
άψτε τη μέρα μου

ματίστε με
στο φ
ως

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mhnymal.blogspot.com/2021/10/evgenideion.html

**Ακούστε και αυτό: https://bandcamp.com/download?id=3803591153&ts=1681724991.2209007217&tsig=e4cd4d3accaeb78a909572c0b5ee96e9&type=track

Yvan Goll, Το κεφάλι της ερήμου

Έχτιζα το κεφάλι σου εκατό χιλιάδες μέρες
Να εξέχει πάνω απ’ την έρημο του καθημερινού θανάτου
Αναρίθμητοι σκλάβοι ψήναν τα κόκκινα τούβλα της μορφής σου
Με ανεμόσκαλες από ηλιαχτίδες δειλινές ανέβαιναν οι χτίστες
Και με χρυσό ψηφιδωτό της νύχτας στόλιζαν τις κόγχες σου

Ύστερα χρυσουργοί εφάρμοζαν τα μάτια τ’ από κρύσταλλο και σάπφειρο
Κι εκείνα ταλαντεύονταν σαν την αόρατη κι αιώνια ζυγαριά
Που πάνω της ζυγιάζεται φωτιά και νερό
Τα στοιχεία του πάθους

Το στόμα σου το αληθινό ή της απατηλής λαλιάς
Αντιλαλούσε την ηχώ της αλμυρής κρήνης
Τέλος φυτεύτηκε το αρχαίο δέντρο των μαλλιών
Που μέσα του διαβαίναν βιαστικά τα καλοκαίρια
Τα πουλιά χιλιετηρίδες κελαϊδούσαν μέχρι που οι δυνατές του ρίζες φτάναν την καρδιά μου
Και την αφάνιζαν μ’ ένα φιλί

*Από τη συλλογή “Abendgesang”. Μετάφραση: Δημήτρης Π. Παπαδίτσας.

**Στη φωτογραφία της ανάρτησης έργο του Lyonel Feininger.

Aσημίνα Ξηρογιάννη, Δύο ποιήματα

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Θέλω να σου το πω,
μα πώς να αρχίσω;
Σε περιέχω
Τα μάτια σου αγκαλιάζουν τα δικά μου
Τα υιοθετώ
Μου ανήκουν
Κατοικίδια
Τα κουβαλω με τόση στοργή
όπου πάω
Τα προσέχω
Τα αγαπάω πολύ τα μάτια σου
Καθώς ανιχνεύουν την απόγνωση
που το ανείπωτο γεννάει
Και μου μιλούν ψιθυριστά
για σένα και για μένα
Είναι σοφά τα μάτια σου
Τα φυλάω
Τα φιλώ
Τα κοιμάμαι
Τα αντέχω
Τα χαμογελώ
Σ’ αυτά θα το πω
Σ’ αυτά το λέω

Ξέρεις ποιο.

*

ΔΙΚΗ ΜΑΣ

Τώρα χρειαζόμαστε μια λέξη
Δική μου και δική σου μόνο
Μυστική
Σήμα κατατεθέν
για ό,τι μέσα μας συμβαίνει.
Απλά γράψε μου
Θέλεις θάλασσα;
Θέλεις φως,
Θέλεις κόκκινο;
Ή μήπως ορίζοντας,

επειδή ποτέ δεν τελειώνει;

Θεόδωρος Μπασιάκος, Η βόλτα του νεκρού ποιητή

μνήμη Αλέξη Τραϊανού

Ο ποιητής που κάνει τη βόλτα του στην οδό Πατησίων
Ο ποιητής με τα χέρια σταυρωμένα πίσω
ή στις τσέπες
Ο ποιητής σκεπτικός
ή που σφυρίζει μια μελωδία ελαφρά
και πάει –
είναι ένας ν ε κ ρ ό ς ποιητής.
Κανείς φυσικά δεν τον είδε
(ποιος καταλαβαίνει έναν νεκρό ποιητή που κάνει ήσυχα
τη βόλτα του).
Μόνον ίσως ο περιπτεράς στο περίπτερο
που σταμάτησε
(αγόρασε σπίρτα και μια σοκολάτα «ΙΟΝ» αμυγδάλου)

Αλλά κι’ αυτός – λέτε κατάλαβε άραγε τίποτα;

*Στο βίντεο “Η μικρή βόλτα του νεκρού Ποιητή”, αμοντάριστη α/μ ταινία 8 mm του Μίλτου Αρβανιτάκη για τον Αλέξη Τραϊανό.

Μαρία Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

ΑΝΑΠΑΛΙΝ

Κουράστηκαν τα στήθη
Χόρτασες, ζωή
γάλα πικρό γάλα γλυκό.

*

VIRGINIA AND PLATH

Το επόμενο βήμα

  • Λύθηκαν τα μαλλιά στο κύμα
  • Πνίγηκαν οι καπνοί στην τέχνη του θανάτου

*

ΑΤΟΠΑ

Κλουβί για τον αετό
Γκουρμέ πιάτο στον αυτόχθονα του Αμαζονίου
Κολονάτο ποτήρι στο διψασμένο παιδί της Αφρικής
Εξέδρα να αγορεύει το Εγώ

*

ΕΓΚΩΜΙΟ

Βάλαμε
το αηδόνι στο κλουβί
στη γυάλα το χρυσόψαρο
στη γλάστρα παπαρούνες, και
τη ζωή να συλλαβίζει τα τρία γράμματά της.

*

ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ

Τής άρεσαν τα ρόδια
μικρό παιδί.
Όταν μεγάλωσε

επέστρεψε τη γλυκύτητά τους.

*Από τη συλλογή “Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”, εκδ. Περισπωμένη, Φεβρουάριος 2021.

Αργυρώ Αξιώτη, Ερχόμαστε από την ντροπή

Ερχόμαστε από την ντροπή
Εμείς που μας χώρισαν στη μέση Σολωμόντες
Εμείς κηλίδες στα σεντόνια μας
Εμείς που σταθήκαμε γυμνές στις ορδαλίες
μάγισσες δαιμονισμένες υστερικές
χρεωμένες με μια μοίρα γραμμένη ανάμεσα στα πόδια μας
παλάμης γραμμές στο σκοτάδι των οπών με διάφανη μελάνη.

Οφηλία
Μαίριλυν
Ουρλίκε
Αμαλία
Ρόζα
Μαρκέλλα
Μήδεια

*

Ερχόμαστε από την ντροπή
Εμείς που χαράξαμε τις γεωγραφίες της ηδονής
που δεν είχαμε λόγο στη χορογραφία των ζωών μας
Εμείς που απαγορεύτηκε να καθόμαστε με τα πόδια ανοιχτά
απαγορεύτηκε να καθόμαστε με τα πόδια σταυρωμένα
Εμείς που θυσιάσαμε ένα μαστό για ένα τόξο
που χάσαμε τις κλειτορίδες μας
σε ενηλικίωσης βάναυσο ακρωτηριασμό

Εύα
Λίλιθ
Ρεβέκκα
Φροσύνη
Αφροδίτη
Πέτρα
Sahar

*”Ερχόμαστε από την ντροπή”, εκδόσεις των άλλων, Ιούλιος 2021.

Σοφία Χανιωτάκη, Τρία ποιήματα

ΒΙΑ

Ντροπή ο έρωτας
ξεδιάντροπη η βία.
Στα φανερά μας δέρνουν
και στα κρυφά φιλιόμαστε.
Όλοι εμείς που αγαπιόμαστε
γιατί δεν φτιάχνουμε
μια άλλη κοινωνία;

*

ΓΙΑΤΙ;

Γιατί μιλάς;
Γιατί δεν μιλάς;

Γιατί γελάς;
Γιατί δεν γελάς;

Γιατί φοβάσαι;
Γιατί δεν φοβάσαι;

Γιατί μ’ αγαπάς;
Γιατί δεν μ’ αγαπάς;

Γιατί θυμάσαι
Γιατί δεν θυμάσαι;

*

ΦΩΣ

Άτσαλα γέλια,
χαρές που στο διάβα μας σαπίζουν
κι ονειρεμένη γαλήνη
που σ’ αρρωσταίνει
σαν γίνεται πραγματικότητα.

Ποιος θαρρείς μας αγάπησε
κι αντηχούν οι παλάμες μας
φως στο ανέβασμά τους;

*Από τη συλλογή “Δέκα σελίδες”, εκδ. Βακχικόν, 2022.

Γιώργος Δομιανός, Έξι ποιήματα

του άρεσε να απλώνει
τα ρούχα
στην ταράτσα
γιατί είχε πάντοτε
αέρα
κι αυτά
τον αγκάλιαζαν

*

τις Κυριακές
τα μεσημέρια
τα ραδιόφωνα
όλου του κόσμου
τα ελέγχει
ο πιο στεναχωρημένος βοηθός
του διαβόλου

*

την αγαπούσε
τόσο πολύ
που τον έπιανε ασφυξία
στην ιδέα
ότι θα είναι μαζί
μόνο έως το τέλος
της ζωής τους

*

η εμπειρία του
τον είχε διδάξει
πως υπάρχουν τουρίστες
που αφήνουν λεφτά
και τουρίστες
που αφήνουν κουσούρια

*

Η αμηχανία
μοιάζει
με τον θόρυβο
που κάνουν
τα μαχαιροπίρουνα
μέσα σε άδειο πιάτο

*

την ώρα που χάραζε
κάθισα
αρκετά κουρασμένος
στο πάτωμα
και ανακήρυξα
ως όγδοο θαύμα του κόσμου
τους παράφορους αστράγαλούς σου

*Από τη συλλογή “Τρυφερούλης νεκροτόμος (μικρή σπουδή στις μικρές αποστάσεις)”, Κάππα Εκδοτική, 2022.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Τρία ποιήματα

Ο ΕΚΤΕΛΩΝΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΠΡΩΙΝΩΝ*

Ο εκτελωνιστής των πρωινών
κάθε αυγή καρφιτσώνει στο πέτο του ένα κοκοράκι.
Γυρίζει τα γρανάζια πίσω από τον καθρέφτη,
ρυθμίζοντας τον φωτισμό, και ξεκινάει.
Πασαπόρτια κι άλλα έγγραφα ταξιδίου
με ζεστό ακόμα το μπλάβο τους μελάνι
βρίσκονται στοιχισμένα στο γραφείο του.
Σφυρίζει μια με την κόκκινη σφυρίχτρα του,
γυρίζουν πίσω αμέσως τα αιλουροειδή
από το νυχτερινό κυνήγι,
περνούν χαμογελαστοί οι νιόβγαλτοι,
οι νιόνυμφοι, οι φρεσκοκουρεμένοι.
Σφυρίζει δυο με την κόκκινη σφυρίχτρα του,
περνούν οι οργανοπαίκτες, οι ναυαγοσώστες και οι λιθοξόοι,
και κάτι ανήλιαγοι συμβολαιογράφοι εξομολογήσεων.
Σφυρίζει τρεις με την κόκκινη σφυρίχτρα του,
περνούν οι νέοι διαβάτες, οι αμάλλιαγοι,
δίχως νερό και γνώση.
Ο εκτελωνιστής των πρωινών κάνει να σφυρίξει πάλι,
τίποτα δεν ακούγεται, μα όλοι ξέρουν αυτό του το σινιάλο.
Τη στιγμή τούτη για μια στάλα περνούν ζωντανοί και πεθαμένοι
δίχως άδεια παραμονής, δίχως πράσινη κάρτα,
ματιές -πέταλα σε οπλές αλόγων αφηνιασμένων
που κλοτσούν- να ανταλλάξουν μεταξύ τους
εκεί στην αφορολόγητη νεκρή ζώνη των ντιούτι φρι.

*Πηγή έμπνευσης του τίτλου ο λόγιος συγγραφέας και ζωγράφος Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ που ζει στη Λευκωσία.

*

ΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕ

Υπηρετούμε τη ζωή μας
σε στρατόπεδα
πλουσίων πλουσιόδωρα μέρη.
Νοικιάζουμε με κόπο
μια γωνιά για τα στρωσίδια μας
και χαζεύουμε τις βιτρίνες
που κρύβουν τις χλαίνες
των συνταγματαρχών
κάθε που είμαστε εξόδου.

Η μάνα με το ένα πόδι
στον τάφο των ποιητών
συνεχίζει να ονειρεύεται το άπειρο
κι έχει τη συμπάθειά μας.
Ο πατέρας, ένας θαλασσινός χαμάλης,
εποπτεύει τους αγώνες ταχύτητας των εμπόρων
την ώρα που σκίζουν τη θάλασσα
με τα χασαπομάχαιρά τους
ποιος θα μεταφέρει πρώτος
τα σφαχτά από γκέτο σε γκέτο.

«Ζούμε (σ)την εποχή της εξουσίας των εμπόρων»,
μου είπε ένα μεσημέρι ο πατέρας
μετά το φαγητό-σπεσιαλιτέ τού σούπερ μάρκετ,
προμαγειρεμένο εξωτικό κοτσύφι.
Και κελαηδάει μέσα μου κάθε φορά που κλαίω
για τα γεννητορικά ψεύδη και όλη αυτή
την ανεύθυνη υπερπροστασία.

*

ΜΕΝΟΥΝ ΙΔΙΑ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ;

Τα ίδια λουλούδια ευωδιάζουν το ίδιο
σαν βρίσκονται σε διαφορετικό μήκος και πλάτος της γης
ή αλλάζουν γλώσσα, όπως αλλάζουν χώμα και νερό
και νέες οσμές ξαφνιάζουν τον οσφρητικό υποδοχέα;

Τα ίδια λουλούδια έχουν το ίδιο χρώμα
σαν βρίσκονται σε διαφορετικό μήκος και πλάτος της γης
ή ο χαρακτήρας τους μεταλλάσσεται
όπως ο ιός σε ένα κύτταρο ξενιστή
και νέα χρώματα ελευθερώνονται;

*Από τη συλλογή “φαγώσιμα”, εκδ. Έναστρον, Μάιος 2022.

John Taylor, Portholes / Φινιστρίνια

quick crests γρήγορες κορφές
waves in the twilight κύματα στο λυκόφως

lines γραμμές
scribbled σχεδιασμένες
with water με νερό
on water πάνω στο νερό

ever less lit πάντα λιγότερο φωτισμένο

now and then τώρα και τότε
darker speckled shadows σκουρότερες διάστικτες σκιές
on the shadow of night πάνω στη σκιά της νύχτας

ever less lit πάντα λιγότερο φωτισμένο

cluster of lights σύμπλεγμα από φώτα
halfway up απ’ τη μέση και πάνω
whichever shadow όποια σκιά
was κι ας ήταν

cliffs edifices γκρεμοί κτίρια
resist αντιστέκονται

the inevitable στο αναπόφευκτο
enveloping που περιζώνει

shapes efface σχήματα σβησμένα
night emerges η νύχτα ξεπροβάλλει
words οι λέξεις
blur θολώνουν

The porthole το φινιστρίνι
Is the last remaining form είναι η τελευταία μορφή που παραμένει

*”Φινιστρίνια / Portholes”, εκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2021. Μετάφραση: Σπυριδούλα Βαρβαρίγγου.