Παύλος Δ. Πέζαρος, Τρία ποιήματα

ΖΩΗ

Στα γόνατ’ αφή-
νεται καινούργια αγάπη.
Μας ψαχουλεύει.

Στο χέρι η ζωή
τη μοίρα μας μετράει.
Την προεκτείνει.

Μου’ κανες μάγια.
Κότσυφες κελαηδάνε
κι εγώ καθεύδω.

Το χιόνι που ‘ρθε,
χαλάκι στην άνοιξη
για να πατήσει.

Φυσάει μελτέμι.
Το τραγούδι της ζωής
τρελαίνει γλάρους.

(Γλασκόβη 14/2/2019-11/6/2020)

*

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ

Σκοτάδι πολύ διαχέουν τα σπλάχνα μας.
Κι ο θάνατος έρχεται πάντα τη νύχτα,
με την αγωνία του σούρουπου
χαρακωμένη στα βουλιαγμένα μάγουλα
αυτών που φεύγουν κι αυτών που περιμένουν
το απροσδόκητο.

(Ιούνιος 1993-2017)

*

ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ

Τι μεταλλάξεις είναι αυτές,
τι νέες ποικιλίες;

Τα σημερνά χρυσάνθεμα
χάσανε την παλιά τους μυρωδιά,
μικρύνανε κι αυτά,
ολίγιστα,
όπως ο χρόνος μας.

Όμως και σήμερα ξακολουθούν
κάπως ν΄ανθίζουν.

(Φθινόπωρο 2019-2021)

*Από τη συλλογή “Υγρός Αμφιβληστροειδής”, εκδ. Κουκκίδα, 2023.

Λένα Καλλέργη, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ

Όπως τα πλοία, έτσι και οι γλώσσες
παλεύουν με τον άνεμο.

Στο κύτος ενός στόματος
σμιλεύουν τον αέρα σε ταξίδι.

Στέλνουν μηνύματα στον κόσμο ιπτάμενα
νοήματα σε αφρούς και φυσαλίδες.

Χάνουν τα λόγια τους όταν φυσάει πολύ
κι όταν γερνούν, χάνουν το πλήρωμά τους.

Κι όταν αλλάζει το τραγούδι οδηγό
και δεν πηγαίνει πια με την ανάσα

γίνονται μαύρα σημάδια
σε ορίζοντα σελίδας.

*

ΟΧΘΕΣ

Ανάμεσά μας βρίσκεται
μια γλώσσα
και μια θάλασσα.

Κοιταζόμαστε
μέσα από πάχνες πρωινές
και δειλινά κοραλλένια.

Συλλαβίζουμε δίχως κουπιά.
Αν μπόρεσε ο άνεμος, μπορούμε κι εμείς.

Άλλοι μετακινούν βουνά, καλλιεργούν πεδιάδες.
Άλλοι προσεύχονται για μια αλμυρή βροχή.

Εμείς μένουμε απέναντι,
Επινοούμε τρόπους.

Είμαστε οι παρυφές αυτού που μας χωρίζει.
Μαζί, μας βλέπουν μόνο τα πουλιά.

Φανταζόμαστε
πως θα χτίσουμε γέφυρες
με λόγια και νερό.

*Από τη συλλογή “Περισσεύει ένα πλοίο”, εκδ. Μονόκλ, 2023.

Έκτωρ Κακναβάτος, Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ’αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου
από πλευρό ανοιχτό του αίλουρου,
της ανηφόρας
απ’τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.

Μην ξεχάσεις φτυσ’τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
η κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

Θεοδώρα Βαγιώτη, [ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΦΕΑ]

Άλλοι λένε τι θα πει εκείνο
ή το άλλο
ορίζουν με γένος και
ειδοποιό διαφορά
θυμούνται ένα αξίωμα
μια φυσική του ουρανού
κάνουν πυροστιά
με λέξεις από γνώση που
δεν άκουσα ποτέ μου

μερικοί τραγουδούν
μ’ έναν κόμπο στο λαιμό
μπροστά σε ένα κοινό
που κοιμήθηκε για πάντα
ή πέθανε όπως πεθαίνουν
οι τόποι των πανάρχαιων
δραμάτων

υποκρίνονται με ένα γελαστό
προσωπείο κι έξω δε σταματάει
να βρέχει μια βροχή που καίει
τις μάταιες τούτες σκέψεις
που ήρθαν απόψε
με διάθεση να με ξεκάνουν

εγώ είμαι σαλτιμπάγκος
-αντιστέκομαι-
ή ιερή δούλα των απανταχού
αμίσθωτων ποιητών
ορίζω το επέκεινα ως αυτό
που διαπέρασε απόψε το σώμα μου
και με πόνεσε στον θώρακα
στο κεφάλι
στις φτέρνες
κι εδώ, μη σφίγγεις
κι εδώ, πιάσε με

Ζωή Καραπατάκη, Τρία ποιήματα

Roberto Rauschenberg, Opera Charlene (1954)

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Μόλις ακόνισα το μαχαίρι
με τη λαβή του – στο χρώμα του θαλασσινού νερού
τα ψάρια μπροστά μου γυαλοκοπάνε
-σκάροι είναι-
το κόκκινό τους, αριστοκρατικό το λες
Μια μυρωδιά πελάγους
κολλάει στα ρουθούνια
αναπνέω βαθιά κι αναρωτιέμαι
μα πώς είναι τόσο αναζωογονητική;
ακόμα και πάνω απ’ τους νεκρούς
σκάρους…

*
ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Ζεσταίνω τις λέξεις
δίπλα στο αναμμένο τσιγάρο
εδώ και ώρα
μέχρι να διασταλούν
και ήσυχα περιμένω τη στιγμή
που θα εκτραπούν
και θ ‘ αρχίσουν τις
εκμυστηρεύσεις

*

ΠΡΟΤΑΣΗ

Εσύ γίνε ο φλεγόμενος τροχός
που λάμπει
και εγώ θα περάσω
μέσα από τις φλόγες σου.
Για το παιγνίδι μόνο
αφού αυτό είναι η ειδοποιός διαφορά
ανάμεσα
στο είναι και στο ουδέν

Refaat Alareer, Αν είναι να πεθάνω

Αν είναι να πεθάνω εγώ,
εσύ πρέπει να ζήσεις,
την ιστορία μου να πεις,
τα υπάρχοντά μου να πουλήσεις.
Να αγοράσεις και πανί
Να αγοράσεις και σχοινί
(λευκός να γίνει, με μεγάλη ουρά) –
ώστε ένα παιδί, κάπου στη Γάζα,
καθώς κυττάει κατάματα την πύλη του ουρανού,
προσμένοντας τον πατέρα του
που έφυγε μέσα σε μια λάμψη,
να γυρίσει,
τον πατέρα του που δεν αποχαιρέτησε κανέναν,
ούτε τη σάρκα της σαρκός του,
ούτε τον εαυτό του κάν –
καθώς κυττάει το παιδί τον αετό,
τον αετό που ζήτησα να μου φτιάξεις,
να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά,
να πιστέψει, έστω για μια στιγμή,
ότι δεν είναι ένα λευκό πανί,
αλλά ένας Άγγελος,
που πάει να φέρει πίσω την αγάπη.
Αν είναι να πεθάνω,
πρέπει να φέρω πίσω την ελπίδα.
Πρέπει. Σαν παραμύθι.

*Ο Refaat Alareer, διακεκριμένος διανοούμενος, ακαδημαϊκός δάσκαλος και ποιητής, δολοφονήθηκε στη Γάζα με την οικογένειά του από τις σιωνιστικές βόμβες.
**Απόδοση: Β. Α. Λάππα.

Arseny Tarkovsky, Ποιητές

Τ’ αστέρια ανταλλάσουμε με κλαρινέτα πουλιών
Και τις φλογέρες, όσο ακόμη ζουν οι ποιητές,
Και τις φλογέρες – με τα μπλε χνούδια των λουλουδιών
Τις ροκάνες των τζιτζικιών και τα μαστίγια των βοσκών.

Το τρομερό να σκέφτεται κανείς, ότι αλλάξαμε
Τους ρυθμούς, που τόση θλίψη είχαν,
Τη φωνή, με τον συριγμό και το μέταλλο,
Με τις ρίζες της υπόγειας τομής.

Μας αγαπούσατε και μας παινεύατε,
Μα τώρα αναπαύεστε ο ένας δίπλα στο μνήμα του άλλου
Και σιωπηλά ταξιδεύετε, με πλοία που γέρνουν,
Ο θεριστής και ο ψάλτης και ο ξυλουργός βασιλιάς.

1958

Ελένη Ντούξη, Δύο ποιήματα

ΣΧΕΔΟΝ ΛΕΥΚΟ

1.

Το τελευταίο κουμπί
στο λευκό μου ρούχο
το έραψα κατά λάθος κόκκινο.
Έχει φυτρώσει πάνω του
το δάχτυλο της μάνας μου
σχεδόν λευκό
ένα φορτωμένο σύννεφο.
Το γλείφω κάθε φορά
να δω προς τα πού φυσά
μήπως γλιτώσω.

2.

Η βέρα της
σαράκι χρυσό
με αρπάζει από το λαιμό
κάθε που νυχτώνει.
Τη σαλιώνω
κι όλο στενεύει
ώσπου.

Είμαι ένα δάχτυλο
ραμμένο πάνω σου
σχεδόν κίτρινο
ένας αποκαμωμένος ήλιος.
Δες προς τα πού φυσά
μήπως και σωθείς.

*

ΠΡΑΣΙΝΗ ΚΑΡΤΑ

1.

Και όταν ήρθε από τα πολλά
κουβαλώντας ελάχιστα
την πήρε η κατηφόρα
ανάστροφα στον ουρανό
που σωριαζόταν καμένο δέρμα
επάνω στο στέρνο της.
Μετά την βρήκαν πνιγμένη
στο μελάνι ξένης γλώσσας.
Με τη θάλασσα που διέσχισε
παγωμένη να απλώνεται
ανάμεσα στα πόδια της.

2.

Αμφίρροπη δύναμη η απορία σου
φλούδα σκασμένη από τα χείλη.
Όσο κι αν πλένει το στόμα
μόνο αν την πιεις θα καταλάβεις. Ως τότε
δεν θα ξέρεις τι να κάνεις τα χέρια σου.

*Από τη συλλογή “Μείον δεκάξι”, εκδ. ενύπνιο, 2022.

Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα

ΕΝΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Το συναίσθημα
ανήκει στο χρόνο
και στη συγκυρία

Εμείς απλοί ένοικοι
αυτής της κατάπληξης
καταβάλλουμε με στίχους το μίσθωμα

Κι όταν ο θάνατος κάποια στιγμή
μας κάνει έξωση
εκείνο που θα μείνει

Θα είναι η απόδειξη
ότι κάποτε αποτυπώσαμε

Με παραστατικότητα

Το εφήμερο

*

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΡΙΝΩΝ

Σου λείπω;

Με ρώτησε
από την απόστασή της

Περισσότερο η αφορμή σου

Απάντησα

Πότε πότε θα γίνομαι αφορμή
αφού ποτέ δεν θα μπορέσω
να γίνω παρουσία

Καλοδεχούμενη ως απροσδόκητη

Έγνεψε η συνοδός μου

θλίψη.

*Από τη συλλογή “Ονειροκτόνο φως”, Πάτρα 2023.