Μίμης Κωστήρης, Τρία ποιήματα

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Έγραφε και ακουμπούσε
την ψυχή του στο χαρτί

Δεν τους άντεχε
τους υπόγειους χώρους

Ήθελε να αναπαυθεί
εν ειρήνη σε πυκνούς στίχους

*

ΣΤΑΥΡΟΙ

Κεραίες υψώνονταν πάνω απ’ τις ταράτσες

Ένα δάσος πυκνό
μέχρι πέρα μακριά
όσο πήγαινε το μάτι
όσο απλωνόταν η άχαρη πόλη

Σταυροί έλεγες σε απέραντο νεκροταφείο

Στις πολυκατοικίες μέσα
θαμμένοι οι ζωντανοί…

*

ΤΟΠΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ

Πήγε να γράψει ένα ποίημα από ήλιο
Όλη την μέρα μάζευε βότσαλα λέξεις
επίθετα στιλπνά, χαρούμενα

Ήθελε να το χαρίσει στην μάνα του
Ν’ ανοίξει η ψυχούλα της

Δεν μπόρεσε
Σκόνταψε στης γης τα ουσιαστικά

*Από τη συλλογή “Της Γης τα Ουσιαστικά”, εκδ. Χαραμάδα, Πάτρα 2007.

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

Ένας ποιητής το 1960, Α΄

– Ο ποιητής έρχεται.
– Καλώς τονε· λοιπόν;
– Ο ποιητής φεύγει.
– Λοιπόν; Καλό ταξίδι.
– Του ποιητή οι νύχτες είναι δάσος
που μόλις μπαίνει κάτω από τα δέντρα του
το δάσος παραδόξως παίρνει πυρκαγιά.
– Να πάρει λουμινάλ να κοιμηθεί.
– Ο ποιητής καίγεται.
– Έπαιζε ανέκαθεν μʼ ευφλέκτους ύλας·
Λυπούμεθα, αλλά το ʼξερε:
Οι φίλοι του δεν ήταν πυροσβέστες.
Ο ποιητής πεθαίνει· πέθανε.
Λυπούμεθα· να νεκρολογηθεί.
Στείλτε στην κηδεία του λουλούδια φυσικά
κι ας τελειώνουμε·
οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους
αφού ο ποιητής πέθανε.
Εμείς ακόμα συνεχίζουμε:
Έχουμε φεστιβάλ ελληνικών ταινιών
έχουμε τον «καημό της ρωμιοσύνης»
την Κάλλας στην Επίδαυρο
την Ίλια που «Ποτέ την Κυριακή»
τον Κένεντι στα πρόθυρα.
Συνελόντι ειπείν
είμεθα
Α – πη – σχο – λη – μέ – νοι.

*

Δ΄, (Μονόλογος)

Δεν με ξυπνήσαν αύρες απαλές ποτέ·
τυφώνες άνοιγαν με πάταγο τα τζάμια
κι έσπαζαν άγρια τον ύπνο μου.
Άστραψαν άγριες αυγές μες στα όνειρά μου
και με πετάξαν έξω απʼ το κρεβάτι
με την ψυχή στα δόντια.

Τώρα λοιπόν μη μου μιλάτε
για τη βέβαιη ροδοδάκτυλη ηώ
που μουσική και ηριγένεια αύριο
θα εγγίσει τα κλειστά μου βλέφαρα σα θρόισμα
γιʼ αυτά
και για τις άλλες σχετικές ρομαντικές αηδίες.

Μαρία Σύρρου, Έξι ποιήματα

ΑΤΕΛΙΕ

Με λέξεις νωπές
αντί γι’ ακουαρέλες
γελώ τον καμβά·
ακρυλικές αισθήσεις
για ψηφίδες λαξεύω

σμιλεύω νόρμες
ιριδισμούς ναυπηγώ
παροξύτονους.

*
ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΗΣ (Ι)

Καρυάτιδες
φιλίες· δροσοπηγής
περιστύλιο.

*

ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΗΣ (ΙΙ)

Χαριτόβρυτες·
την έρημο άλωσαν
της μοναξιάς μου.

*

ΓΥΝΑΙΚΩΝΙΤΗΣ (ΙΙΙ)

Ξαγρυπνισμένα
μιας περασμένης νιότης
νυχτολούλουδα.

*

ΤΟΠΙΟ

Λιγνό κορμάκι
παπαρούνας υμνωδεί
γλυκύ το έαρ.

*

ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ

Κύμα το κύμα
τρελό θαλασσοπούλι
ψαρεύει ρότες.
Του χαρίζω ζέφυρους
απαρνιέται το νόστο.

Από τη συλλογή “Ακουαρέλες και ψηφιδωτά, Αθήνα 2022. Τα ποιήματα που δημοσιεύονται εδώ είναι από την ενότητα “Ακουαρέλες”.

Sine Lege, pet scan

τομογραφώ τη ζωή μου
μαγνητίζω σκηνές και ριπές
ρινίσματα χαράς και ψήγματα ζωντάνιας
δακρύζουν τα ποζιτρόνια ειρωνικά
μείνετε ακίνητοι
τούτη την ώρα σκιαγραφείται η αντιληπτική σας ικανότητα
μετακινούμαι μέσα σ’ ένα ασημί φορτηγό
γύρω μου οι ανάγκες νιαουρίζουν
πλένω συμμαζεύω σφουγγαρίζω
μα το χάος όλο μου κρύβει τη βρωμιά του
συγκατοίκησα βλέπεις κάποτε με τους γεννήτορες φόβους σου
λυπάμαι
μα οι ελεγκτικοί σας μηχανισμοί απέτυχαν
όχι όχι
δεν λυπάμαι
τα κατάφερα να σας εξαπατήσω
ποιήτρια
μην με αποκαλείτε ποιήτρια
μεταποιήτρια είμαι
μοδίστρα στιγμών
κυνηγός χρωμάτων
τοξοβόλος της ασχήμιας
χορεύτρια στίχων
ίστωρ ηττών
μοντέλο αποτυχιών
δικολάβος ιδεολογιών
παραποιώ την αλήθεια
μιαν αλήθεια χρωματιστά περιτυλιγμένη
με φτώχια και ψέμα
αποστραγγίζω την τρυφερότητα
και διακτινίζω την ομορφιά στο πυρ το εσώτερόν σας
βλέπεις
προληπτικά αγαπήθηκα
και κατασταλτικά πάντοτε ισοπεδώθηκα
διάβασα το νόμο
κι ερωτεύτηκα παράφορα τους παράνομους
παράφορα
κατάφωρα
ανυπόφορα
φέρω προθέσεις και κινητοποιώ συνδέσμους
μείνετε ακίνητη για ολόκληρη τη νεότητά σας
ζούμε τα καλύτερά σας χρόνια
με γραμματική συντακτικό
και κάτι προθέσεις με χίλιους δυο αγνώστους
σηκωθείτε
η εξέταση έλαβε τέλος
ανέλπιστα σθεναρή σταθήκατε
– στέκω πάντα ασθενής και ασταθής μα δεν το καταλάβατε –
ιδού το σφίξιμο των δοντιών επί τριακονταετία απέδωσε σφοδρά
δωρίστε μας την ψυχή σας
και θα εξαφανίσουμε τις ρυτίδες σας
περάστε στο ταμείο
υπέρηχοι οφειλών
και απόηχοι στιγμών
σκλήρυνση του δέρματος κατά κύματα θλίψης
συγχαρητήρια
αειθαλής διορισμός σε θέση άνευ ευθυνών
η φυλακή σας θα συνεχίσει για πάντα να υπάρχει

*Από εδώ: https://nullapoenasinelege.wordpress.com/2023/02/03/pet-scan/

Κατερίνα Φλωρά, Συλλογισμοί

Artwork: Pedro Ali

Πολύχρωμοι ήχοι ολόγυρα
πολύκροτες εικόνες διάχυτες
στου χρόνου το διάβα

Τη σκιά του δρομέα
μόλις που πρόλαβες·
το αεράκι που παρέμεινε μάρτυρας
μιας φευγαλέας παρουσίας

Μιας απουσίας που χρόνια αισθάνεσαι
στο κενό του χρόνου
στου χώρου τον αντίλαλο
που διαπερνά την μέσα σου φωνή

Λίνα Φυτιλή, Τρία ποιήματα

ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Περιμένουν απόλυτα σιωπηλοί
μη τυχόν και πεταχτεί από το ράφι
μια μεγαλόσωμη προϊστορική γυναίκα
Ή γλυστρήσει από το κάδρο ένας γέρος,
κάποιος πεινασμένος σκύλος
Κι ενωθούν άθελά τους στο σκοτάδι
με τον διογκωμένο αρμό του τοίχου.

*

ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΡΑ

Σε βλέπω στον ύπνο μου

είσαι δεκάξι
με την παλιά φωνή,
το γέλιο σου το φωταγωγημένο

και λέω
μήπως ξεχάσω τη χρονιά του ’90
που έμπασε τη θάλασσα στο σπίτι-

Θηρίο της αποκάλυψης-
αν έγραφα το ποίημα
απόψε-

θα είχες
κάτι από την αύρα
των ψυγείων

στα μαλλιά σου

*

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Σε ποιον ανήκει
το βραδινό πάρκο
του σκύλου,
ρώτησα,
σίγουρα όχι σε μένα,
είπε ο άντρας στο παγκάκι,
εγώ τις νύχτες
τις περνώ
με τη σκιά μου

*Από τη συλλογή “Μυθική μέρα”, εκδ. Ενδυμίων, 2014.

Jack Hirschman (13/12/1933 – 22/08/2021), Eρωτικό ποίημα

Μεγαλύτερη από όλες ευτυχία
αβασάνιστα οικειότητα
δηλώνεις βάζοντας
τα χείλη σου ακριβώς εδώ.

Επομένως αυτή είναι σκέψη
χωρίς σκέψη. Ειπωμένη παρ’ ότι
τίποτα δεν λέγεται, τίποτα ενόσω
τα πάντα, γυμνό

φιλί που τίναξε τα ψίχουλα
του χρόνου και τo όργιο
κάθε λογής ασημαντοτήτων που κόλλησαν
και στοιβαχθήκανε στο μυαλό

και τώρα, μονάχα από
δύο χείλη ξεχωριστά,
η προέλευσή της έρχεται στο φως
ώστε να αποκαλύψει:

ότι υπάρχει ιδίωμα που λέγεται
Ψυχή, μία γλώσσα που είναι
το φιλί η μεγαλύτερη από όλες
ευτυχία. Δεν μεταφράζεται.

*Από το βιβλίο “Μονοπάτι: Ποιήματα 1952 – 2001″, εκδ. Απόπειρα. Μετάφραση. Χ. Αγγελακόπουλος.

Vicente Huidobro, Total

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

Φτάνουν πια οι μερίδες ανθρώπου και οι γουλίτσες ζωής, που μας σερβίρετε. Πάψτε να κομματιάζετε τον άνθρωπο, την γη, την θάλασσα και τον ουρανό.

Αρκετά με τ’ αποσπάσματα και τις λεπτές φωνούλες σας που μας μιλούν για μια γωνίτσα της καρδιάς σας και για ένα δαχτυλάκι τόσο δα.

Δεν μπορείτε να διαιρέσετε τον άνθρωπο, γιατί υπάρχει ολόκληρο το σύμπαν με τ’ αστέρια, τα βουνά, την θάλασσα, τα δάση, τη μέρα και τη νύχτα.

Αρκετά με τους πολέμους σας κάτω από το δέρμα σας ή μερικά βήματα έξω από το δέρμα σας.

Το στήθος ενάντια στο κεφάλι, το κεφάλι ενάντια στο στήθος.

Το μάτι ενάντια στο αυτί, το αυτί ενάντια στο μάτι.

Το δεξί χέρι ενάντια στο αριστερό, το αριστερό χέρι ενάντια στο δεξί.

Το συναίσθημα ενάντια στην λογική, η λογική ενάντια στο συναίσθημα.

Το πνεύμα ενάντια στην ύλη, η ύλη ενάντια στο πνεύμα.

Η πραγματικότητα ενάντια στο όνειρο, το όνειρο ενάντια στην πραγματικότητα.

Το συγκεκριμένο ενάντια στο αφηρημένο, το αφηρημένο ενάντια στο συγκεκριμένο.

Η μέρα ενάντια στην νύχτα, η νύχτα ενάντια στη μέρα.

Ο Βορράς ενάντια στον Νότο, ο Νότος ενάντια στον Βορρά.

Επιτέλους δεν μπορείτε μια φορά να δώσετε έναν άνθρωπο, έναν ολόκληρο άνθρωπο, έναν ακέραιο άνθρωπο;

Το μονότονο καναρίνι της φωνής σας αρρωσταίνει τον κόσμο. Έχετε φωνή πριγκιπική, ενώ θα έπρεπε να έχετε ανθρώπινη φωνή.

Καλύτερα ν’ ακούς να μιλάει ένας λιθοξόος· αυτός τουλάχιστον βιώνει τον θυμό του και ξέρει την μοίρα του, έχει πάθος και θέλει να πετάξει από πάνω του τους περιορισμούς.

Αντίθετα, εσείς δεν δίνεται το μέγα λόγο που σαλεύει στα σπλάχνα σας. Δεν ξέρετε πώς να την αποκαλύψετε.

Τον μέγα λόγο που θα γίνει κραυγή του ανθρώπου – ν’ ακουστεί στην απεραντοσύνη, ουρλιαχτό των ηπείρων και των θαλασσών – να μαργώσει ο ουρανός και να ξυπνήσει η γη· θα γίνει τραγούδι – να υλοποιήσει το μεγάλο όνειρό του: το τραγούδι της νέας συνείδησης, τ’ ολόκληρο τραγούδι του ολόκληρου ανθρώπου.

Ο κόσμος σάς γυρίζει την πλάτη, ποιητές, επειδή η γλώσσα σας είναι πάρα πολύ μικρή, πάρα πολύ προσκολλημένη στο ασήμαντο εγώ σας, πάρα πολύ εκλεπτυσμένη από τις συνεχείς γλυκανάλατες εξομολογήσεις σας. Έχετε χάσει την αίσθηση της ενότητας, έχετε ξεχάσει τον δημιουργικό λόγο.

Τον συμπαντικό λόγο, τον λόγο όπου μέσα του αρμενίζουν οι κόσμοι άπαντες. Επειδή στην αρχή ήταν ο λόγος και στο τέλος ο λόγος θα είναι.

Μια μεγάλη, ήρεμη, φωνή, ορμή δίχως ματαιοδοξία.

Η φωνή ενός νέου αναδυόμενου πολιτισμού, η φωνή ενός κόσμου ανθρώπων, όχι τάξεων. Η φωνή ενός ποιητή που ανήκει στην ανθρωπότητα και όχι σε μια συγκεκριμένη φυλή. Ως ειδικού, το πρώτο σου ειδικό αντικείμενο, ποιητή, είναι ένα ανθρώπινο ον, πλήρως ανθρώπινο. Δεν χρειάζεται ν’ αρνηθείς το γραφείο σου· αλλά το γραφείο σου είναι γραφείο ανθρώπου κι όχι λουλουδιού.

Ούτε εσωτερικός ευνουχισμός του ανθρώπου ούτε εξωτερικός του κόσμου. Ούτε πνευματικός ούτε κοινωνικός ευνουχισμός.

Μετά από τόσες θέσεις κι αντιθέσεις, ήρθε η ώρα της μεγάλης σύνθεσης.

Η εποχή μας έχει επίσης όμορφα κεφάλια μπαμπακιάς. Μπαμπάκι με πύρινες αξιώσεις, αλλά και απίστευτα υδρόφιλο.

Ναι, ναι, ξέρω! Το μέτρο, το περίφημο μέτρο. Είστε όλοι πολύ μετρημένοι. Αν δεν πρόκειται για δικαιολογία ή τεχνική απόκρυψης του μέσα σας κενού – αναλόγως την περίπτωση.

Γεννηθήκατε την εποχή που ανακαλύφθηκε το μέτρο. Είστε όλοι ένα και εξήντα οκτώ και φοβάστε μην χτυπήσετε το κεφάλι σας στο ταβάνι.

Αλλά χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο χωρίς φόβο. Θέλουμε ένα ευρύ συνθετικό πνεύμα, έναν ολόκληρο άνθρωπο, έναν άνθρωπο που θα εκφράσει ολόκληρη την εποχή μας, όπως εκείνοι οι μεγάλοι ποιητές που έγιναν φωνή της εποχής τους.

Τον περιμένουμε με αυτιά ορθάνοιχτα, όπως του έρωτα η αγκαλιά.

*Το Total [Όλον] είναι το συντομότερο από τα πολλά μανιφέστα που δημοσίευσε ο Χιλιανός ποιητής Vicente Huidobro [1893-1948] στο σύντομο, αλλά πλούσιο σε καρπούς, πέρασμά του από το στερέωμα της τραγικής κοσμογονίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός, κριτικός και φιλόσοφος, ο Huidobro υπήρξε εξέχουσα μορφή της ευρωπαϊκής ποιητικής Avant-garde, την οποία εισήγαγε στη Χιλή, με τη μορφή του δικής του έμπνευσης Δημιουργισμού [Creacionismο], εγκαινιάζοντας μια πραγματική ποιητική άνοιξη στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ο Δημιουργισμός, σαν ποιητική «μέθοδος» δεν απέδωσε σπουδαίους καρπούς – ούτε στην ποίηση του ίδιου του Huidobro· ποίηση εντυπωσιακή, υψηλών μορφικών και ιδεολογικών προδιαγραφών, αλλά ελάχιστα «Δημιουργιστική», με την αυστηρή έννοια. Αντίθετα, σαν αισθητική θεωρία ο Δημιουργισμός απελευθέρωσε ορισμένες δυνάμεις σημαντικότερες ή τουλάχιστον πιο ανθεκτικές από τις δυνάμεις που απελευθέρωσαν ο Φουτουρισμός, το Νταντά και ο Υπερρεαλισμός. Αυτό συνέβη επειδή στον πυρήνα του Δημιουργισμού δεν βρισκόταν το σύνηθες ζήτημα της σχέσης του ποιητή με το ποίημα, αλλά το ζήτημα της σχέσης του ποιήματος με τον λεγόμενο αντικειμενικό κόσμο: «Η ηγεμονία της λογοτεχνίας τελείωσε», έγραφε Huidobro στο κείμενό του El Creacionismo (1925). «Ο 20ός αιώνας θα πρέπει να γεννήσει την ηγεμονία της ποίησης με την πραγματική έννοια της λέξης – του ποιείν, δηλαδή, όπως το εννοούσαν οι Έλληνες. Το μόνο που πρέπει να ενδιαφέρει τους ποιητές είναι το ποιείν και η απόρριψη –σε όλη την διαδικασία του ποιείν– κάθε ερμηνείας, κάθε περιρρέοντος ποιητικού προτύπου. Το ποίημα ενάντια στο τραγούδι. Η πρώτη προϋπόθεση για να είναι κανείς ποιητής είναι να ποιεί· η δεύτερη: να ποιεί και η τρίτη να ποιεί. Αν ο άνθρωπος έχει δαμάσει τα τρία βασίλεια της φύσης, το ορυκτό, το φυτικό και το ζωικό, γιατί να μην μπορεί να προσθέσει στις σφαίρες του σύμπαντος και το δικό του βασίλειο, το βασίλειο των ποιημάτων του; Ο άνθρωπος έχει επινοήσει μια εντελώς νέα πανίδα που περπατάει, πετάει, πλέει και γεμίζει τη γη, τον αιθέρα και τις θάλασσες με τους ξέφρενους καλπασμούς, τους αλαλαγμούς και τις θρηνητικές κραυγές της. Ό,τι έγινε στην τεχνολογία μπορεί να γίνει και στην ποίηση. Θα σας πω αμέσως τι εννοώ με τον όρο: πεποιημένο ποίημα. Είναι ένα ποίημα του οποίου κάθε τμήμα αλλά και το σύνολο, δείχνουν μια νέα πραγματικότητα, ανεξάρτητη από τον εξωτερικό κόσμο, ανεξάρτητη από οποιαδήποτε άλλη πραγματικότητα εκτός από αυτήν την ίδια· μια πραγματικότητα που παίρνει την θέση της στον κόσμο ως ιδιαίτερο φαινόμενο, απολύτως διακριτό από οποιοδήποτε άλλο. Αυτό το ποίημα δεν μπορεί να υπάρχει παρά μόνο στο κεφάλι του ποιητή. Και δεν είναι όμορφο επειδή μας θυμίζει κάτι, επειδή μας παραπέμπει σε όμορφα στην όψη πράγματα ούτε επειδή μας παριστά όμορφα πράγματα που μπορούμε να τα δούμε με τα ίδια μας τα μάτια. Είναι όμορφο καθεαυτό και δεν επιδέχεται σύγκρισης. Ούτε μπορεί να νοηθεί εκτός βιβλίου. Τίποτα δεν του μοιάζει στον εξωτερικό κόσμο· καθιστά πραγματικό αυτό που δεν υπάρχει· σαν να λέμε θεμελιώνει την ίδια του την πραγματικότητα. Ποιεί το θαυμάσιο και του δίνει ζωή. Ποιεί εξαιρετικές καταστάσεις που δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν στον αντικειμενικό κόσμο – καταστάσεις που αντλούν την ύπαρξή τους από την ύπαρξη του ποιήματος. Ένας ποιητής πρέπει να λέει πράγματα που δεν θα λέγονταν ποτέ χωρίς αυτόν. Τα πεποιημένα ποιήματα αποκτούν κοσμογονικές διαστάσεις· δίνουν κάθε στιγμή το πραγματικά Υπέροχο, το υπέροχο το οποίο τα κείμενα μάς παρουσιάζουν με τόσο λίγο πειστικά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για ένα συναρπαστικό και μεγαλεπήβολο Υπέροχο, αλλά για ένα Υπέροχο χωρίς τα στοιχεία της προσποίησης και του τρόμου· ένα Υπέροχο που δεν ζητάει να υπερφαλαγγίσει, να συντρίψει τον αναγνώστη: ένα Υπέροχο τσέπης. Το πεποιημένο ποίημα αποτελείται από πεποιημένες εικόνες, πεποιημένες καταστάσεις, πεποιημένες ιδέες· δεν χαρίζεται στα στοιχεία της παραδοσιακής ποίησης, εκτός από εκείνα που είναι απολύτως πεποιημένα – δεν σκοτίζεται για την πραγματικότητα και την αλήθεια που προηγούνται της υλοποίησής του». Το Total πρωτοδημοσιεύτηκε στα γαλλικά, στο τεύχος Ιουνίου του 1932, της παρισινής επιθεώρησης Vertigral και την επομένη χρονιά στο ημερολόγιο La Naciόn του Buenos Aires, στα Ισπανικά. Η παρούσα μετάφραση έγινε από την έκδοση: Vicente Huidobro – Obra Selecta. Ed. L. N. Orta. Caracas, Fundacion Biblioteca Ayacuch, 1989.

**Από εδώ: Τα Ποιητικά, τχ. 26, Ιούνιος 2017, σελ. 16. https://tapoiitika.wordpress.com/μεταφρασμένη-ποίηση/vincente-huidobro/

Γιώργος Κοζίας, Τέσσερα ποιήματα

ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΧΟΡΟΣ

Τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας
σʼ ένα φουτουριστικό καμπαρέ
χορεύεις τέσσερα επεισόδια
απ΄ τις κακές πράξεις του Σατανά
μόνη στο χλωμό φεγγάρι.
Χορεύεις στη λέσχη των εκκεντρικών
μικρή αλεπού Σαλώμη
ζητώντας πάλι το κεφάλι του Ιωάννη Βαπτιστή.

*

ΨΙΘΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΣΗ

Βιολέτες πνίγονται στη στάχτη.
Τεράστιοι καπνοί από σονέτα και πρελούδια
κόβουν τον πάγο σαν διαμάντια.
Μαύρα κερκέλια έρχονται και φεύγουν.
Σαν τραπουλόχαρτα σε χέρια λεπρού.

*

ΤΟ ΚΙΒΟΥΡΙ

Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι. Ήπια ένα ζεστό. Κοίταξα το
ρολόι. Άρπαξα το παλτό. Έβαλα το καπέλο μου. Βγήκα
έξω. Πρόλαβα το κιβούρι. Ανέβηκα πάνω. Έκανα τσιγάρο.
Κάποιος έσκουξε. Χάθηκε το φεγγάρι. Τότε πρόσεξα το
κιβούρι ν’ αλλάζει μέσα στον ζωολογικό κήπο.

*

BLOW OUT

Κομμάτια σάπιου χόρτου ανεβαίνουν
στον ουρανό.
Νυχτερινές λάμψεις ερεθίζουν
τους ζηλωτές.
Η μικρή πόρνη φέρνει τούμπες
στο μπλε του κοβαλτίου.

*Από τη συλλογή «Ζωολογικός κήπος», εκδ. Στιγμή 1989, Αθήνα (εξαντλημένο).

Thór Stefánsson, God

Most of the time,
man steers his ship
by the middle course
without much difficulty,
as if his experience
had put him on automatic pilot
of human reason,
tolerance, and love.
But sometimes it‘s like
an invisible, inhuman hand
disconnects the automatic pilot
and steers the ship deliberately
right onto the rocks and blows up the mountain
with the people of the country.
along with the crew of the ship
in an uncontrollable outburst of rage.
Most of the time,
the hand uses
the name of God.

ΘΕΟΣ

Συχνά ο άνθρωπος στο μέσο δρόμο
οδηγεί το πλοίο του
και δίχως δυσκολία
αυτόματος πιλότος οδηγούμενος
απ’ το λογικό, υπομονή κι αγάπη.
Κι άλλες φορές ένα αόρατο χέρι
αποσυνδέει τον αυτόματο πιλότο
και κατευθύνει το πλοίο του
στα βράχια και στο βουνό να εκτιναχτεί
μ’ όλον τον πληθυσμό του τόπου
και με το πλήρωμα
σε πανικό αλλοπρόσαλο.
Τις πιο πολλές φορές
όλα τα κάνει στ’ όνομα
του Θεού.

*Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis