Γιάννα Μπούκοβα, Ο ελάχιστος κήπος

Άνοιξες την πόρτα
και ήταν που λες μέσα η νύχτα
παγιδευμένη
χωρίς ψωμί για βδομάδες ολόκληρες
Τέτοιος άνθρωπος είσαι
αφήνεις τις βρύσες ανοιχτές
τις πληγές να ματώνουν
φοράς τα γυαλιά σου ανάποδα
και με βλέπεις με τα παιδικά μου παπούτσια
και την κάλτσα κάτω απ’ το γόνατο
Ναι αλλά τα γόνατά μου μεγάλωσαν σαν της Αλίκης
πήρε ο κήπος μας φωτιά απ’ το πολύ φεγγάρι
και οι φωνές των καλεσμένων
ακόμα κυνηγάνε το γατάκι
μέσα στο πηγάδι
Τώρα βλέπω το δωμάτιο
κάπου από ψηλά
μικρό στο βάθος το κρεβάτι μου
Άγρια πράγματα αποκρουστικά
προκρούστικα.

*”Ο ελάχιστος κήπος”, εκδ. Ίκαρος, 2005. Μετάφραση: Δημήτρης Άλλος.

Νατάλια Φιγκερόα Γκαγιάρδο, Ευλογίες 

Ευλογημένος ο θάνατός μου
ευλογημένη η λεπίδα του
κόβοντας το άπειρό μου
ευλογημένο μυστήριο του τέλους
σαν ένα όνειρο που τελειώνει ξαφνικά
ευλογημένος αυτός που τη ζωή πρέπει να τελειώσει

Και το χέρι του να ηρεμεί τον ρυθμό μου
το φύσημα του να μου καθαρίζει το νου
ζυγαριά όπου ταπεινώνομαι
και ο καημός μου, πίσω

Ευλογημένος ο θάνατός μου
ευλογημένες οι δυνάμεις του για να επιβληθώ στη μέρα
και το κεφάλι μου απ’ όπου τρέχει νερό
και οι ώμοι μου να συγκρατούν τον άνεμο
ευλογημένη η οδός που οδηγεί στη νεκροκεφαλή.

*Από τη ποιητική συλλογή “Πειραματισμοί γύρω από την επανάληψη των ημερών” (LaMano, 2021). Μετάφραση: Σταύρος Κάσσης.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2023/06/08/eulogies-figeroa/

Αγγελής Μαριανός, Τρένα

Τα παιδιά των τρένων
Σκαρφαλώνουν στα βαγόνια
Κρέμονται σαν σταφύλια
Ελεύθερα μεταναστεύουν
Άδειες οι τσέπες από ρουπίες
Ο ελεγκτής τα προσπερνάει
κι αυτά χαμογελάνε·
επιδεικνύουν τα σπασμένα δόντια

*Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”.

Ελίνα Αφεντάκη, Σκληρή καρδιά


Σχέδιο Βίκυς Σαμουηλίδου που εμπεριέχεται στη συλλογή

Κάποτε μου’ δωσαν να δοκιμάσω «Σκληρή καρδιά»

«Θα σας αρέσει, είπε ο οικοδεσπότης, στα μέρη μας θεωρείται πρώτης τάξεως μεζές»

Σε αντίθεση με το όνομά της η Σκληρή καρδιά είχε σάρκα μαλακή,
μα κάνοντας να καταπιώ άνθρωποι μπουλούκια ξεχύθηκαν μέσα
στο στόμα μου.
Άλλοι εκλιπαρούσαν για πίστωση και άλλοι για συγχώρεση,
κάποιοι ζητούσαν ελεημοσύνη και άλλοι συμπόνια.
Κι όσο μασούσα η μπουκιά αντί να μικραίνει μεγάλωνε..

«Βλέπω δε σας ενθουσίασε το πιάτο μας…» μίλησε ο οικοδεσπότης
βλέποντας την έκφρασή μου.
Κι εγώ με το στόμα ακόμα μπουκωμένο από την αποτρόπαιη λιχουδιά:

«Για να είμαι ειλικρινής, προτιμώ τα αμελέτητα…»

*Από τη συλλογή “Παγοθραυστικό”.

Ρομάν Ζουέβ, Το σώμα

Ζούμε μέσα σε κουφάρια αυτοσυντήρησης
Μέχρι να γίνουμε ένα με το χώμα
Μέχρι να ξεχάσουμε τον κόσμο
Μέχρι να νιώσουμε μικροί θεοί
Ζούμε μέσα σε κουφάρια αυτοσυντήρησης
Και ο χρόνος γδέρνει
Με τα λεπτά του
Με τις ώρες του
Με τους μήνες του
Αυτό το κουφάρι που λέγεται σώμα
Ζούμε μέσα σε κουφάρια αυτοσυντήρησης
Αγκαλιάζουμε τη δυσοσμία μας
Προσευχόμαστε για το μέλλον
Ελπίζουμε για έρωτα
Ξεχνάμε τον χρόνο
Και σκοτώνουμε λεπτό προς λεπτό
Αυτό το κουφάρι που λέγεται
Σώμα

*Το ποίημα το πήραμε από εδώ: https://teflon.wordpress.com/page/4/

Γιώργος Κοζίας, Ρόδο μου κόκκινο

-Τι όμορφα που ευωδιάζεις απαλό λουλούδι!
Πνοή ανέμου ενώνει δεντρολίβανο
και τριαντάφυλλο σ’ ένα φιλί.

-Πώς ήταν η μέρα σου, ρώτησε η τριανταφυλλιά.
-Με έγνοιες, βάσανα, καημούς, απάντησε
το δέντρο του Λιβάνου.
Μήτε τον κήπο χάρηκα μήτε το περιβόλι.

-Κλαις, είπε το ρόδο.
Τα μάτια σου είναι υγρά, κυλούν δροσοσταλίδες.
-Θλίβομαι, αποκρίθηκε το δενδρολίβανο.
Πρέπει να φύγω…

Έσκυψε πάνω του.
Ψιθυρίζει λόγια ερωτικά.
Ένα ρόδο άνθισε στην τριανταφυλλιά.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, Εκδόσεις : Στιγμή, 2007.

Μαρία Μπαλοπούλου, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι παλιοί ποιητές
σταματούν καθώς βαδίζουν
-μόνοι πάντα μόνοι
και σκυφτοί-
στυλώνονται μπροστά στις κολόνες
πλησιάζουν βγάζουν
τα γυαλιά και μελετούν
αγγελτήρια θανάτων.

Φορτώνονται φεύγοντας
κι αυτόν τον νεκρό στην πλάτη.

*

ΤΑ ΛΟΓΙΑ

Τα λόγια είναι κύματα.

Σκάνε πάνω στις στεριές μας παφλάζοντας
γκρεμίζουν ό,τι με κόπο χτίσαμε
χρόνια μετά θυμάσαι.

Μάς χαϊδεύουν
σαν να μάς ήξεραν πάντα
σταλάζουν συχώρεση επιεκέικια σταλάζουν.

Ξεχνιούνται στον δρόμο
ξελογιάζονται από σειρήνες ανέμους
δεν φτάνουν ποτέ
εκεί που τα περιμέναμε
μια τρύπα κι απο κάτω
ακονίζει τ΄ αγκάθια του ένας κάκτος.

*Από τη συλλογή “Αντίδοτα”, εκδ. Στιγμή, 2007.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

ΕΞΩΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ

Όλοι μας λίγο ποιητές
στο λαβύρινθο του παιδιού ονείρου
στο παιχνίδι των συμβόλων
στους πρώτους μας ρόλους

Πλάστες ενός παράλληλου κόσμου
στο φαντασιακό μας σύμπαν
όψιμη αθωότητα

Λίγο ποιητές
όταν ξεκλέβουμε από την κάθε μέρα
λίγες σχισμές μαγικής σκόνης
στο όριο του πραγματικού

*

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΙΟΥΝΗ

Το υπόκωφο πέπλο σκεπάζει τη λάμψη
με αραχνοΰφαντη στρώση
πριν παραδοθεί στο απόλυτο σκοτάδι
Πίσω από τη φυλλωσιά ξεπροβάλλει δειλά
στη σύλληψή του τα μάτια ανοιγοκλείνουν
το δάκρυ τρεμοπαίζει στο πλάι της κουίντας

Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου, Ποιήματα

Η ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ

του Έκτορα Κακναβάτου

Mα περικάρδιος ο άνεμος του ποιητή
βάζει το αλεξίσφαιρο σκουφάκι του
καμώνεται και φεύγει
οι επιθυμίες του σε συνεχή υποτροπή ‒κλείνουν
και λέγονται στη Μακρυνίτσα
αλλά αυτός εκεί‒
βάζει το αλεξίσφαιρο σκουφάκι του
φιλά τον θάνατο στο μέτωπο
Γρύπας ορθός και Σαμαρείτης

*

ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΚΡΕΒΑΤΟΚΑΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ

«Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία
ζωή των ανθρώπων να τους σκεπάσει μια εικόνα.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τί έμεινε λοιπόν από την εκδρομή;
Η έκπληξη από το ξύλινο παράθυρο των αισθημάτων
Ο γέλωτας επάνω στη δικέφαλη στοργή
στα σπλάγχνα η ποίηση πλεούμενο Αργώ
και στο καντήλι της ψυχής αντί για λάδι αίμα

*

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑΓΜΟΔΟΧΗΣ

Εσύ ησύχασε μητέρα, μας παίζουνε σβηστούς.
Όταν ανάβουμε, τα μάτια θέλουμε της Έπαρσης
ξεφωνητά στην ξιφολόγχη
η αλήθεια μας σερβίρει το νεκρόδειπνο
στην ματαιολογία
από την κρύπτη ξεπηδούν οι διασκεδαστές
κι οι σκιαγράφοι
λέμε στη Μοίρα μην κοιτάς ‒αλλάζουμε
φοράμε τον χιτώνα των χαμών και των συναισθημάτων
πέρα στ’ αόρατο νησί μάς ξενυχτά το όνειρο μονάχο
με τ’ οστεοφυλάκιο επάνω στα νερά και πάμε

*

ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Λογοτεχνία είναι το αναχαιτιστικό που απογειώνεται.
Καθώς ελέγχουμε την ψίχα του με το φωτόμετρο
του γράφειν
να και οι επιβάτες υμνητές, έλλειμμα από καλντέρα
καθώς δεν θέλουν άρχοντες να τους παραβιάζουνε τον
ουρανό
γύρω στις δεκατρείς χιλιάδες πόδια –τί δροσιά
δίχως αεροσυνοδούς και πύργους που ελέγχουν
μα κάποιο ρίγος που το είπαν χρονοπειρατεία,
ώστε λογοτεχνία είναι το αναχαιτιστικό
εκείνο που δεν προσγειώνεται

*Από τη συλλογή “Mα περικάρδιος ο άνεμος του ποιητή”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2005.

Jim Morrison, από τα “Νέα Πλάσματα”

I

Snakeskin jacket
Indian eyes
Brilliant hair

He moves in disturbed
Nile Insect
Air

Τζάκετ από δέρμα φιδιού
Ινδιάνικα μάτια
Αστραφτερά μαλλιά

Κινείται μέσα σε διαταραγμένο αέρα
σαν έντομο του Νείλου

II

You parade thru the soft summer
We watch your eager rifle decay
Your wilderness
Your teeming emptiness
Pare forests on verge of light
decline.

More of yr miracles
More of your magic arms

Παρελαύνεις μέσα στο απαλό καλοκαίρι
Παρατηρούμε το παθιασμένο τουφέκι σου
να σαπίζει
Την έρημό σου
Την πλήρη κενότητά σου
Χλωμά δάση κλίνουν στο χείλος του φωτός

Περισσότερα από τα θαύματά σου
Περισσότερα από τα μαγικά σου όπλα

III

Bitter grazing in sick pastures
Animal sadness & the daybed
Whipping.
Iron curtains pried open.
The elaborate sun implies
dust, knives, voices.

Call out of the Wilderness
Call out of fever, receiving
the we dreams of an Aztec King.

Πικρή βροχή σε άρρωστους βοσκότοπους
Ζωώδης θλίψη και μαστίγωμα τυ κρεβατιου
Σιδερένιες κουτρίνες ορθάνοιχτες
Ο κατεργασμένος ήλιος υπαινίσσεται
σκόνη, μαχαίρια, φωνές.

Φώναξε μέσα απ’ την έρημο
Φώναξε μέσα από πυρετό, καθώς δέχεσαι
τα υγρά όνειρα ενός Αζτέκου Βασιλιά.

*”Νέα πλάσματα”, εκδόσεις Άρκτος, Αθήνα 1992. Μετάφραση: Γιώργος Βολουδάκης.

Exif_JPEG_420