Νίκος Σφαμένος, Δεν θα συμβεί τίποτα

Φωτογραφία: Ilhan Maraşlı

«Δεν θα συμβεί τίποτα», σκέφτηκε εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα όταν βγήκε απ’ την κάμαρα του. Περπάτησε όπως πάντα αρκετά, χαιρέτησε κάνα δυο γνωστούς και σταμάτησε για κάμποση ώρα στο γνώριμο σημείο κοιτάζοντας τη θάλασσα.
 Οι γάτες ήρθαν και τριβόταν στα πόδια του, άρχισε να τις μιλάει-λες και ήξεραν τα μυστικά όλου του κόσμου. «Εμείς κάποια στιγμή φεύγουμε χωρίς να έχουμε μάθει σχεδόν τίποτα», σκέφτηκε.
Έπειτα από λίγο βρήκε μια καφετέρια, ήταν η μέρα που οι παρέες συγκεντρωνόταν και έβλεπαν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Φωνές, καβγάδες και βλέμματα καρφωμένα στην οθόνη. Του άρεσε να τους παρατηρεί. Χτύπησε το τηλέφωνο του.
 «Αγαπητέ και αυτό το καρναβάλι είναι υπέροχο! Σε δύο μέρες επιστρέφουμε και ανυπομονούμε να σε ξαναδούμε. Να γράφεις ε; Μη σταματήσεις ποτέ.»
«Κι εγώ ανυπομονώ.»
Υπήρχε γύρω μια γλυκιά θλίψη, ίσως πράγματι να ζούσε σ’ ένα όνειρο. Πόσοι και πόσοι είχαν γράψει γι’ αυτό. Γλυκιά θλίψη. Ναι.
Επέστρεψε αργά τη νύχτα. Άνοιξε το παράθυρο και λίγο πριν κοιμηθεί έγραψε αυτές τις γραμμές. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Περίπου.

Ένα ξεχασμένο ραδιόφωνο
σ’ αυτήν εδώ την πόλη
περπατώ με τις ώρες
μιλάω στις γάτες
και χαϊδεύω τα κύματα
λίγο πριν επιστρέψω σπίτι
με περιμένει το γνώριμο τραπέζι
ο Γιώργος θα φέρει τον καφέ
«έγραψες τίποτα όσο καιρό είσαι εδώ;»
«όχι, Γιώργο»
«ο κόσμος πάει κατά διαόλου ε;»
«πάντα πήγαινε»
ανοίγω την εφημερίδα
«το πανέμορφο μοντέλο Λέβι Ντίλαν
είναι εγγονός του Μπομπ»
χα!
αργότερα
ξεκινώ για το δωμάτιό μου
κάποτε σ’ αυτό έμενε
ένας Φινλανδός μπεκρής
όταν έφυγε άφησε
το ραδιόφωνό του
τ’ ανοίγω και ακούω για τις
διαδηλώσεις
εναντίον του νέου πλανητάρχη
κλείνω το παράθυρο και λίγο πριν
έρθει ο ύπνος
κοιτάζω το χαρτί μου
Γιώργο
κάτι έκανα

Βαθύ 22-1-2017

Richard M. Berlin, Τα κεντρικά σαλόνια της λύπης (1)

Ο πρώτος μου έρωτας πόζαρε
στο κεντρικό σαλόνι του Seventeen2,
τα ιριδίζοντα γαλάζια σαν το οπάλιο3
μάτια της εξαϋλώνονταν
μες στην άφατη ομορφιά των δακρύων της,
που θα μπορούσα να τα γλύψω,
όταν κυλούσαν μαύρα στα μάγουλά της
χρωματισμένα απ’ το χρώμα της μάσκαρας4,
σαν το πρώτο στάδιο άσκησης
ενός γιατρού που εκπαιδεύεται
στο να παρηγορεί τις γυναίκες,
στο γραφείο σκορπισμένα τα περιοδικά
που ξεχειλίζουν από τις διαφημίσεις
για τα καινούργια αντικαταθλιπτικά,
τα μοντέλα τους όμορφα σαν τα κορίτσια
της διπλανής πορτας5,
που ποζάρουν στα κεντρικά σαλόνια της λύπης,
αποπλανώντας με
για να συνταγογραφήσω
τα πατενταρισμένα χάπια
που σχεδιάστηκαν για να φωτίσουν
τα χαμόγελα στις φωτογραφίες των κοριτσιών,
αλλά το μόνο που κατορθώνουν είναι να γίνονται
τα ‘‘μετά’’ πιο λυπημένα από τα ‘’πριν’’6,
η ευτυχία τους σκηνοθετήθηκε
στον απόηχο των πορνό και σχεδιάστηκε
έτσι ώστε να με κάνει να νοιώθω
τη δύναμη ενός ήρωα
με τα διπλώματά μου κρεμασμένα στον τοίχο
να φουσκώνουν τη φαντασία μου
σαν να ’ναι δόσεις από τις φωτογραφίες των όμορφων
κοριτσιών στα περιοδικά
που έκρυψα σε κουτιά πριν από πολλά χρόνια,
τώρα πια όταν τα αθώα μάτια τους
διασταυρώνονται με τα δικά μου
καθώς σηκώνω το σκονισμένο καπάκι των κουτιών,
και φέρνω πίσω στη μνήμη μου κάθε μάθημα που έμαθα,
αναλογίζομαι αν έμαθα και ποτέ τίποτα.

Σημειώσεις:

  1. ”Centerfolds of Sadness”. ”Centerfolds”, είναι οι δίφυλλες κεντρικές σελίδες των ‘‘σαλονιών’’ των περιοδικών. Ο τίτλος του ποιήματος αποδίδει την απατηλή εικόνα των χαμογελαστών όμορφων κοριτσιών στις φωτογραφίες τους στα περιοδικά με κοινό τις Αμερικάνες έφηβες όπως το ”Seventeen”, και για το λόγο αυτό προσθέτει τον επιρρηματικό προσδιορισμό sadness αλλά κυρίως εστιάζει λόγω της ιδιότητας τού ψυχιάτρου–ποιητή, με την ευκαιρία της εφηβικής του ανάμνησης, στις διαφημίσεις των αντικαταθλιπτικών στα επιστημονικά περιοδικά που είναι ένα από τα όπλα των παγκοσμιοποιημένων εταιρειών της παράγωγης και διαφήμισης των αντικαταθλιπτικών με σκοπό την παραπλάνηση των ψυχιάτρων για να συνυπογραφούν υπέρμετρα και αδικαιολόγητα.
  2. Seventeen, (Δεκαεφτά). Είναι ο τίτλος ενός αμερικανικού περιοδικού. Ο στόχος του υπήρξε το αναγνωστικό κοινό των Αμερικανίδων εφήβων 13–19 ετών. Ο σκοπός της έκδοσης ήταν να εμπνεύσει τις έφηβες να στραφούν στο χώρο του μόντελινγκ. Αργότερα άλλαξε το στόχο του σε στυλ μόδας και ρομαντισμού ώστε να προωθήσει την αυτοπεποίθηση στις έφηβες.
    Η διάσημη μετέπειτα ποιήτρια Sylvia Plath στην εφηβεία της υπέβαλε σχεδόν πενήντα κομμάτια στο Seventeen πριν γίνει αποδεκτό και δημοσιευτεί το πρώτο της μικρό διήγημα τον Αύγουστο του 1950 με τον τίτλο ”And Summer Will Not Come Again”.
  3. Γνωστός πολύτιμος λίθος από την αρχαιότητα. Το ευγενής οπάλιο εμφανίζει παιχνίδισμα χρωμάτων (ιριδισμό) που προκαλούνται από τις λάμψεις χρωμάτων ποικιλίας κόκκινου, πορτοκαλί, πράσινου και κυανού.

  4. Η μάσκαρα είναι καλλυντική ουσία για να σκουρύνει, να επιμηκύνει, να κυρτώσει, να χρωματίσει και να πυκνώσει τις βλεφαρίδες. Χρησιμοποιείται με βούρτσα που έχει τη βάση της σε ράβδο. Η πιο κοινή της μορφή είναι υγρό σε ένα σωληνάριο. Η μάσκαρα χρησιμοποιείται από τις γυναίκες σε καθημερινή βάση σε όλο τον κόσμο.
  5. Girl next door… (το κορίτσι της διπλανής πόρτας), είναι όρος που χρησιμοποιείται για το θηλυκό αρχέτυπο στην αισθητική της μόδας το οποίο δηλώνει ένα κορίτσι ή μια γυναίκα που εμφανίζει όλα τα παραδοσιακά αμερικανικά χαρακτηριστικά που εμπεριέχουν τη φυσικότητα, την αγνότητα, την απλότητα και τη χάρη.
  6. […] τα ”μετά” πιο λυπημένα από τα ‘’πριν”… Ο ποιητής με αυτόν τον στίχο του θα μπορούσε να αναφέρεται στις αποτυχίες της καριέρας των φιλόδοξων εφήβων όμορφων κοριτσιών να εισέλθουν επιτυχώς στον γυαλιστερό κόσμο του μόντελινγκ και να καταλήγουν στα αζήτητα ή σε άλλους δρόμους της βιομηχανίας του πορνό, αλλά κατά τη γνώμη μου, μια και προσθέτει τα εισαγωγικά στο ‘‘μετά’’ και στο ‘’πριν’’, είναι δυνατό να αναφέρεται και γενικά στη σεξουαλική πράξη ακολουθώντας τη ρήση: ”Όλα τα ζώα είναι λυπημένα μετά την ερωτική πράξη εκτός από τη γυναίκα και τον κόκορα”, του Έλληνα γιατρού Κλαύδιου Γαληνού, 131-201 μ. χ. και το απόφθεγμα του φιλοσόφου Μπαρούχ Σπινόζα στο σύγγραμμά του ”Tractatus de Intellectus Emendatione” (Πραγματεία για τη διόρθωση του νου), ο οποίος έγραψε: “Όσο για την αισθησιακή απόλαυση, το μυαλό είναι τόσο κολλημένο σε αυτή, σαν να είναι κάτι καλό και πρόκειται να το ειρηνεύσει, γι’ αυτό και εμποδίζεται στο να σκέφτεται οτιδήποτε άλλο.
    Αλλά μετά αφού περάσει η αισθησιακή απόλαυση, ακολουθεί η μέγιστη λύπη…”.
    *Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Γιώργος Αναγνώστου, Όνειρο Περί Διασποράς Και Όχι

Φωτογραφία: Dimitri Troaditis

Το είδα όνειρο παιδιά
Όρκο παίρνω ταινία διασποράς ονειρική
Φανταχτερή πλοκή φανταστική
πλούσια παρέλαση πολυφωνίας

Όλων σχεδόν των ειδών θεατές
να ευχαριστήσει
Απλόχερη γοητεία!

Στην κυβέρνηση εκεί, που παρακολουθεί
Και στην κυβέρνηση εδώ
διπλωματικό συνοικέσιο προξενείων

Στους επιτυχημένους (VIP) στην πορεία τιμές
άσπρες κόκκινες κίτρινες μπλε
νέον επιγραφές τους τίτλους τους φωτίζουν

Στους δε διεθνικούς επιχειρηματίες €$ €$ €$
φιέστα πυροτεχνημάτων όπως αρμόζει

Αλλά και αυτούς με μεροκάματο προβάλλει
η χουβαρντού, μια χούφτα μεν μα επιτέλους
εκ τω έσω της εξουσίας εαυτούς αφηγούνται
ταλαιπωρίες γκρι κομπάρσοι έστω (ΕΡΓΑ)

Εκκλησιαστικοί θεσμοί χρυσοί (ΕΘ)
αιθέρια άμφια σε πομπή απαραίτητα

Και gay εύποροι κοσμοπολίτες (GRG) ποζάρουν σε ταράτσες μούρλια
άπληστη πολυχρωμία στη θέα παγκόσμιας πόλης

 [«μα πουθενά οι φτωχοί της επαρχίας gay (RPG)»
 οι intersectional θεωρητικοί τονίζουν in dismay]

Ελληνορθόδοξοι, δακτυλικά αποτυπώματα ταυτότητας (EOΤ)
σε πανό ξεδιπλώνουν

Και κοσμικοί (COZ) εν χορώ ετερογένεια ποιούν
apart, part, art at διαφορά@color.com

Δεν λείπουν από την πιάτσα δεξιοί δημοκρατικοί (ΔΔ)
μεγαλειώδεις ντουντούκες μπλε ανακοινώνουν

Καμπουριασμένοι φιλελεύθεροι με σπονδυλικής στήλης
ασπρόμαυρα στηρίγματα (LIB)

Ανασυρμένοι από ιστορικά πλάνα και μόνο οι συμμετέχοντες αριστεροί (Α)
πλακάτ βουτηγμένα στο αίμα της εργατιάς αναδύουν

Και ναι, τραμπ-ούκοι (ΤΡΑM), διαβάζετε σωστά
χλιμιντρίζουν λιγοστοί στο μαύρο της μοτοσυκλέτας

Τώρα, προς την δεξιά μεριά, ίσως κέντρο
με φόντο την Πέμπτη Λεωφόρο τεράστιο χέρι φανταστείτε
παρελαύνοντες πανεπιστημιακούς (ΠΠ) διαλέγει
hand-picked να επιβάλλουν τάξη

Απλόχερα ταρακουνώντας λαϊκούς (ΛΑ) με πειστικές χειραψίες
στύβοντας καρπούς

Στην εξέδρα δε των επισήμων
πρώτης σειράς διανοούμενοι επικροτούν
(CLAP ΚΛΑΠ) με συνοδεία οργάνων-νίκης

 [μα άλλοι, ας σημειωθεί, σκιές σε αίθουσες ταινιών Β (μπι) 
 προς το παρόν απέχουν (ΝΟCLUB)]

Τα social (ΛΑΪΚ) μαζικά πληκτρολογούν πανό, «that’s it»
ψηφίστε στολή ελίτ! (ΣΕ)

Όλους να τους απορροφούν πανταχού παρούσες κάμερες
Περιφερόμενα ηχεία ΗΗΦΦ όλων η φωνή να ακουστεί
(άλλων λίγο, άλλων πολύ)

Μα το ζουμ, το ζωντανό το ζουμ, ζουμ εδώ, ζουμ εκεί
σε όλους, όλους περίπου όσους δημόσια (ΟΠΑ)
πλέκουν εγκώμιο πλοκής

 «oh ζήτω η συμπεριληπτική δημοκρατία»!

Επαίνους σιντριβάνια άνθρωποι των γραμμάτων (å©)
αναβλύζουν ωδή ταινίας
zoom zoom zoom zoom zoom

 «σημαία πολυφωνίας»!

Και επιφανώς παρούσα βέβαια η
πολιτιστική βιομηχανία Ελίτ (ΚΛΙΣΕ)
τελετάρχης, ταχυδακτυλουργός της μπαγκέτας
πλάθει όνειρα –στο όνειρο– O/SCAR!

ΘριαμββββββΚΚΚΚΖΖΤΤ

 τσιρίζει το στραπατσαρισμένο τριανταπεντάρι

βοή βομβαρδισμένης μπομπίνας
ταρακουνά μακάριο πολυφωνικό ύπνο
με στριφογυρίζει, με εμπλέκει σε ονειρικά σεντόνια
μηχανάκι διανομής μαρσάρει σε άλλη αίθουσα
μεταφέρει το σώμα ως μούμια να ΜΠει

Μόνο κάνα δύο, τρεις εκεί στο μισοσκόταδο
διακρίνει κανείς στην παράμερη σκηνή
Μοναχικούς θα τους έλεγες
σίγουρα όμως όχι μόνους (3ΜΜΜ…)

Υπερφορτωμένοι
Πλαcút παλιάς κοπής στην πλάτη
τύμπανα παρδαλά
κορδέλες τρελές, τιράντες ανεμίζουν
σε ψάθινες καρέκλες ιπτάμενες στιχουργούν

Μεγάφωνα μεγατόνων οι στροφές
σε τεντωμένο αέρα ακροβατούν
τα κομφετί τρομοκρατούν

Στο καφενείο «διασπορά»
μέρα μεσημέρι παστουρμά
καίει η αλήθεια μεζεδάκι με οκά

Περάστε κόσμε, περάστε κόσμε!

Κόσμιοι και μεσαίοι
ακόμη και του CLAP

Περάστε και ‘σείς ΣΕ, ορίστε ΚΛΙΣΕ!

Αυτό το αθέατο ποτό
κρυφτό σκληρό κυνηγητό

Σας δείχνουμε να πείτε τις
αλήθειες του να πιείτε

Και εσείς NOCLUB μη παρακαλώ σας
μη σιωπάτε, βγάλτε γλώσσα
στους CLAP ΚΛΑΠ

Κόσμε δέστε, αυτό που γνωρίζουν
όλοι όσοι όχι τόσο ΟΠΑ:

Ο ΕΘ και κάποιοι ΕΟΤ αποκλείουν τους GRG
(αλλά και τους RPG, άφαντοι από το ονειρικό όνειρο αυτοί
τόσο διαφορετικοί από τους GRG)

Οι €$ €$ και οι VIP κακοπληρώνουν τους ΕΡΓΑ στο μαγαζί
αλλά και τους ΦΤ+ΛΑ+A φτύνουν όλους μαζί
τα μάτια κλείνουν κάποιοι στον καναπέ CΟΖy

Οι άλλοι, οι εναλλακτικοί Π από το συνάφι ΠΠ
συγκρούονται με τους ΣΕ και τους ΚΛΙΣΕ

Οι NOCLUB επίθεση στους ψευτό-LIB αποδομητική
που οι ΛΙB, LIVID από τώρα και στο εξής
ως κάτι αποδημητικό κατανοούν με τις
σφεντόνες τους καραδοκούν

Οι δε ΔΔ πολιορκημένοι εξίσου
από τα κάστρα τους αντεπίθεση
μέθοδος «υπόγεια πυρά»

Όσο για τους ΤRAM cameo appearance αμείλικτοι μαρσάρουν
εχθρούς να λιώσουν δεξιά και αριστερά

Κάποιοι από τους διαιρεμένους å©
με καυτό λάδι περιχύνουν τους ΚΛΙΣΕ

Οι NOCLUB, πάλι, σε μουντ «πάλης» τώρα, σαρκάζουν τους CLAP
ακούμε ιδιωτικά

Ενώ εν τω μεταξύ, οι ΣΕ και οι ΚΛΙΣΕ τρύπες στοχεύουν σε γήπεδα
γκολφ(ω) (άβατα στους Α και NOCLUB)

~~~ διαγράφοντας καμπύλες η πολιτιστική τους πολιτική 
με sponsors ΝΥCEOXΧL ~~~ 
€$ €$ προς ~~~ ιννοβέισιον-
preΣΕrvation/πάλι/παλιό 
(Ι-PΠΠ / I-pi-pi-pi) –μπλουμ– τρύπα στην λίμνη

ΚΤΛΠ
ΚΤΛΠ
ΚΤΛΠ

Πλέγματα εξουσίας ρε παιδιά

ΚΛΙΣΕ σε θέρετρα χρηματοδοτούμενα από HSAH+ΠΣΣΣΣΤ
με κρυφό χαρτί ΝΥCEOXΧL

 [αποφυγή ονομασίας, ελευθερία με όρια –ακόμη και σε
 όνειρα– μη και μήνυση στις απορίες επιφέρει απορία]

Περάστε κόσμε, περάστε κόσμε

ΣινεΜαΣκόπ (ΣΜΣ) ελεύθερα!

Το βλέμμα 3ΜΜΜ… δακτυλογραφούμε
Λέξεις δικές μας δωρεάν
κοινοποιούμε

Περάστε κόσμε!

Μανταρίνια αλήθειες με κιλό
Λεξικό, κοινό καλό
«τρελοί χωριού»
σας προσκαλούν
σε κακοήθειες απαντούν

Ελάτε κόσμε, ελάτε κόσμε!
Τηλεβόας διαλαλεί

Αν
η πολυφωνία

 συγκρούσεις κρύβει
 πλέγματα εξουσίας
 αποσιωπά 
 και αποκλεισμούς

                Δονήθηκε το νέο μου όνειρο ξημερώματα  

Αν όλους μα περίπου όλους
στόχος είναι να ευχαριστήσει

Τότε lα λα λα κοινωνιολογίας
Η πολυφωνία
αφέλεια καταντά!

          Ο ύπνος μου σπαράζει 

Τύμπανα παρδαλά

             Μεταφέρουν τον ποιητή

                              Στην μικρούλα την ορχήστρα 

                                      «Άλα φέρε μας κι άλλη τιράντα, βίβα»! 

                                                     Οι καρέκλες απαιτούν 

Σε βιβλικές αναλογίες 4ΜΜΜ….
τις φωνές τους συγχρονίζουν

«Κύμβαλον αλαλάζον»

Πολυφωνία τέτοιας κοπής
ομόφωνα καταλογίζουν

Ιανουάριος 2024

Hilde Domin, Πέντε τραγούδια αποδημίας [“Funf Ausreiselieder”]

1

ΕΔΩ

Ανεπιθύμητα παιδιά
οι λέξεις μου
παγώνουν.
Ελάτε
θα ’θελα να σας
απιθώσω
στα ζεστά μου
ακροδάχτυλα
πεταλούδες μες στο χειμώνα.
Ο ήλιος
χλωμός σα φεγγάρι
λάμπει κι εδώ
σε τούτη τη χώρα
όπου την αίσθηση του ξένου
γευόμαστε ως το τέλος.

2

ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ

Τ’ αντικείμενα με βλέπουνε να ’ρχομαι
ξυπόλυτη
τους ξαναδίνω την ελευθερία τους:
στο κρεβάτι μου που ήθελε να ’ναι το κρεβάτι μου
στο τραπέζι μου
στους τοίχους που υπόσχονταν να με περιμένουν
σαν τους τοίχους των χρόνων των παιδικών.
Τρυφερά μου πράγματα
θέλατε να με κρατήσετε
Πράγματά μου
με βλέπετε να φεύγω.

3

ΔΡΑΠΕΤΕΥΩ ΣΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Δραπετεύω στο ελάχιστο
της αιωνιότητας ενός βρύου
υγρού
τοσοδά μικρού
απ’ τα μικράτα
μέχρι σήμερα.
Εγώ ο Γκάλιβερ
ακουμπάω το πρόσωπο σ’ αυτό το μούσκλο
ο Γκάλιβερ
που το βήμα του
ορθώνω
και περνά το σύνορο της χώρας.

4

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Όταν είναι τα προάστια για σένα τα όρια του κόσμου
γνωρίζεις τη μυρωδιά
βάζεις τα γράμματα του αλφαβήτου το ’να πλάι στ’ άλλο
κι αυτά ανοίγουνε
κει μέσα μπαίνεις
όχι
σ’ άνοιγμα
σ’ άλλο κλείσιμο.
Έξω απ’ την πόρτα σου
για πού τάχα;
Δε μένεις εσύ σε σπιτικό
σαν τον καθένα
μοναχική
σαν τον καθένα
στης τίγρης σου τα σαγόνια;
Όχι, δεν υπάρχει χρόνος
για περιπέτεια.

5

“SILENCE AND EXILE”

Δεν τη χάνεις ποτέ την εξορία
τη μεταφέρεις μαζί σου
κει μέσα χώνεσαι
λαβύρινθος διπλωμένος
έρημος
τσέπης.

*Η Hilde Domin (1909-2006, πραγματικό όνομα Hilde Lowenstein) ήταν μια σπουδαία Γερμανίδα ποιήτρια της μεταπολεμικής εποχής. Σπούδασε σε διάφορα γερμανικά πανεπιστήμια το διάστημα 1929-1932. Το 1932, όμως, λόγω της εβραϊκής της καταγωγής αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Ιταλία, ενώ το 1939, λόγω των πιέσεων από το τότε φασιστικό καθεστώς, έφυγε με τον σύζυγό της για τη Μ. Βρετανία. Φοβούμενη την εξάπλωση του ναζισμού και του αντισημιτισμού, προσπάθησε να διαφύγει για την αμερικανική ήπειρο. Μετά από συνεχείς περιπέτειες και απογοητεύσεις, το ζευγάρι κατέλυσε στον Άγιο Δομήνικο το 1940 (το ψευδώνυμο «Ντόμιν» είναι μια έκφραση ευγνωμοσύνης προς τη χώρα αυτήν). Η ποιήτρια έμεινε εκεί έως το 1954, προσφέροντας ποικίλο πνευματικό και καλλιτεχνικό έργο. Έπειτα από περισσότερα από είκοσι χρόνια εξορίας, επέστρεψε στη Γερμανία, όπου έζησε ως συγγραφέας μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Μαζί με τη Νέλλυ Ζακς (Nelly Sachs), με την οποία συνδέθηκε με βαθιά φιλία, και τη Ρόζε Άουσλέντερ (Rose Auslander), η Ντόμιν θεωρείται ίσως η σημαντικότερη εβραϊκής καταγωγής γερμανόφωνη «ποιήτρια της εξορίας». Πράγματι, το βίωμα της αναγκαστικής αποδημίας από την πατρίδα σημαδεύει το έργο της. Ξεκίνησε να δημοσιεύει σε ξεχωριστούς τόμους τα ποιήματά της σε ώριμη ηλικία, μετά την επιστροφή της στη Γερμανία. Στο έργο της, η ποιητική έκφραση είναι σκόπιμα απλή και βατή. Η γοητεία της ποίησής της πηγάζει ακριβώς μέσα από την απλότητα. Όπως τόνιζε η ίδια, οι ποιητές πρέπει να έχουν το θάρρος να «λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους».

**Τα Ποιητικά, τχ. 31, Οκτώβριος 2018, σελ. 12) – Μετάφραση από τα Γερμανικά: Θεοδόσης Κοντάκης.

Αλέξης Τραϊανός, Romanland

Δεν έχω ήλιο να σε κρατήσω
Φόρεμα να σε ντύσω

Μένει μόνο ο ύπνος μου να σε δέχεται
Στις μυστικές του κρύπτες
Στις ανεκπλήρωτες διαθέσεις του
Να σε μαζεύει λίγο λίγο
Σταγόνα σταγόνα μέσα στις φούχτες μου
Τόσο θρυμματισμένα τόσο επώδυνα
Σαν ένα καθρέφτη ραγίζοντας στο πρόσωπό μου

Έτσι ράγισες έτσι νυχτώνεις
Σβήνοντας ένα ένα όλα τα φώτα
Να γίνει η μεγάλη σιωπή
Να γίνει η μεγάλη στέρηση
Τίμημα της πολλής αγάπης
Τίμημα της πολλής στοργής.

*Από τη συλλογή “Φύλακας Ερειπίων”.

Μαρία Λαϊνά, Πέντε ποιήματα

[Η φύση του πράγματος]

Πολύ πιο όμορφο απ’ το κανονικό
χωρίς ν’ αφήσει ίχνος πίσω του
ούτε στα χόρτα ούτε στο καμένο χιόνι

έπεφτε απ’ την καμινάδα κι απλωνόταν
τραυλίζοντας ένα μισολιωμένο φως
ακατανόητο και παγωμένο

τίποτα πια δεν έμενε ακίνητο τη νύχτα
και τίποτα πάνω στη γη δεν έμοιαζε με τίποτα
όλοι έχουν προχωρήσει ώρες.

Υπήρχε κι ένας άλλος ήχος
που αντιστάθηκα στον πειρασμό να τον ακούσω·
αρκεί η θέα για τη νοσηρή μου φαντασία
κι ό,τι αχνίζει ως τον βάλτο

να ρίξω ένα ρούχο πάνω σ’ ό,τι έμεινε
μπόρεσα τελικά να μείνω.

*Ρόδινος φόβος”, εκδόσεις Στιγμή, 1992

*

[Ο χειμώνας…]

Ο χειμώνας είναι δροσερός
τα φαράγγια κατεβαίνουν από ψηλά
έως τον νότο και τη δύση.
Οι θίνες αλλάζουν
παρασύρονται
Δύο φορές τον χρόνο τις παίρνει ο άνεμος
τις πάει

κιόλας μακριά

γιατί περνάνε τα σύννεφα και ξέρεις
πηγαίνουν αλλού
δεν θα μείνουν εδώ

σαν κάποιος να κατοικεί αυτή την απέραντη χώρα
και να είναι τα πράγματα λίγα
ολοένα λιγότερα

*

Οι νομάδες γυρίζουν όταν πέφτει βροχή
τον χειμώνα·
τρώνε χουρμάδες
τα ζωντανά τους τρώνε κι αυτά·
με το ξύλο από τις φοινικιές φτιάχνουν κάτι
όχι πολύ
Σιγά σιγά το κλίμα απλώνεται

αφήνει τον ουρανό ελεύθερο

“Εδώ”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2003

*

Κρύο φως της αυγής
βλέπω
μαλλιά να γίνονται φύκια

Δύσκολα θυμάσαι
ότι το τώρα
δεν θα ξανάρθει
όλο τον καιρό
και τον επόμενο
σαν πέτρα
σαν χιόνι σαν ήλιος στην πέτρα

Τι έχω έρθει να κάνω λοιπόν;
τι στο καλό ήρθα να κάνω;

“Ο κήπος. Όχι εγώ”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2005

*

[χωρίς κανέναν κόπο…]

χωρίς κανέναν κόπο
ανθίζουνε τα μύγδαλα

να το φυλάξεις το παιδί
αλλιώς, θα ζήσει

“Μικτή τεχνική”, εκδόσεις Πατάκη, 2012

Κορνηλία Καδόγλου, Δύο ποιήματα

ΟΥΡΑΝΙΑ ΕΞΟΡΙΑ

Καταδικασμένοι να ζουν στην κόλαση
της ευφορίας και της απάτης
βυθίζονται όλο και περισσότερο
σε ένα αιώνιο σκότος

Έρεβος των αισθήσεων και των πολιτισμών
χωρίς όρια εκτροχιασμένοι
από την αρχέγονη φύση τους
και περιπλανημένοι εκπορνεύουν
την ευτυχία τους σε δεκάδες δαιμόνια,
αγγελικά πλασμένα δημιουργήματα
απάτης και κενότητας φθαρμένα από τον χρόνο.

Ψυχές περιπλανώμενες στο τίποτα
δέσμιες του φωτός,
διασπώνται σε πύρινες φλόγες
στην αναζήτηση του αδιαίρετου Έρωτα.

*


ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Κι έτσι γύρισα το χρόνο πίσω
για να πάρω τον Έρωτα που μου χρωστάς
τα φιλιά, τα χάδια, τις αγκαλιές
που μοιράστηκαν άδικα σε ξένα χέρια

Γύρισα με τη δίψα στα χείλη
την παρόρμηση των κολασμένων
που τραγουδούν ακόμη
τον Έρωτα που ξοδεύτηκε σε ξένα κορμιά

Γύρισα όπως στο είχα υποσχεθεί
και ας πέρασαν χιλιάδες καλοκαίρια
σαν μπόρες μέσα απ’ τα μάτια σου,
χλωμά φθινόπωρα και μεθυσμένες γιορτές

Γύρισα και μαζί με μένα
γύρισε κι ο Έρωτας
με αγκάθινο στεφάνι.


*Από τη συλλογή, «Μόριμος, ο πένθιμος επισκέπτης του θέρους», εκδόσεις Φ. Χατζηπάντου.

Νίκος Καρούζος, Διάλογος Πρώτος

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ κι όμως πονέσαμε απ᾿ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό
η αγάπη να φανερωθεί ολόκληρη.
Μία μουσική
άξια των συγκινήσεών μας δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μία μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.

*Από τη συλλογή “Διάλογοι”, 1956.

**Πηγή: https://www.apotipomata.com/

Έλενα Τουμαζή (Ρεμπελίνα), Δύο ποιήματα

ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΘΕΜΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ (1977)

Το σώμα μας ένα θέατρο μαυσωλείο σημάτων
Χρυσόθεμη
από δω και πέρα χωρίς μάνα
μικρό κορίτσι κουλό απ’ το δεξί
μπορούσα χωρίς
υπήρχε βέβαια η γιαγιά κι’ ο τροβαδούρος
φτάνουν ;
η επέμβαση
έγινε τα πράγματα
σκόρπισαν στο σταυροδρόμι το πλοίο
μπήκε ονειρευόμουνα
… για πάντα στο σκοινί του ακροβάτη
ενώ τα τραίνα πάνε
άσπρα και τρυφερά
στον πρώτο ήχο της αυγής έτοιμα
το κορμό μου
τι κρίμα να ξυπνάμε ένα πρωί
με μια εικόνα σφαγής μέσα στο κεφάλι!
… Τι να πρωτοθυμηθείς Χρυσόθεμη
την παράσταση επί του φέρετρου
τον πόλεμο
την προσφυγιά
Α όχι όχι
Η Quelle Bellina έρκεται,
… ήρθεν το τέλος εκείνου του μύθου που σας έλεγα
βομβάρδισαν τις πολυκατοικίες
εισήλθε ένα στοιχείο κόκκινο και άμορφο στο χώρο των γκρίζων κουτιών
η Αννόχωστος δεν είναι πια η ίδια
Να τους οι εξουδετερωμένοι
παρέα με τους μεγάλους μοναχικούς ποιητές
πορεύονται
έξω από τα τείχη και της δικής μας πόλης
ο Αττίλας ήρθε να «αποκαταστήσει την ανατραπείσα τάξη»
μονολογώντας ο γελωτοποιός
ο Τάκης ο Τρελλός
στην ταράτσα μιας κενής πολυκατοικίας
«Δεν με φτάνουν τ’ αλαφροπέτρινα φεγγάρια
η σκόνη τους γι’ αυτοκτονία
Ας τους να φύγουν
Καλύτερα ή πόλη έτσι άδεια
νεκρή
τα σπίτια μόνα ολομόναχα
σε ανύποπτο χρόνο του καρκινώματος

*

ΩΔΗ ΣΤΙΣ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΕΣ

Σκυφτή γυναίκα καθαρίστρια των καφενείων
μέσα σ αναποδογυρισμένα τραπέζια
και σε σκόνες
Μόνη σου συντροφιά η τελευταία λάμπα
της περασμένης νύχτας
το τελευταίο αστέρι της αυγής
η ψυχή σου,
που τρεμοσβήνει
ετοιμάζοντας τις «καθαρές» ζωές
αυτών που έρχονται τη μέρα
η γρηά ρακοσυλλέκτις ένα τσουβάλι παραμορφωμένα κόκκαλα • οστεοπόρωσης
η νέα μόνη της μ ένα βυζί (το άλλο της το κόψανε)

*Από τη συλλογή “Λειτουργία του νεκρού παρόντος, Σχέδια και ποιήματα” 1974.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Μοναξιά 

Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
το γέλιο σου με τον ήλιο
το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.

Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά
θα βρεις τη μοναξιά σου.

Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ‘ναι γραμμένη
απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.

Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης
και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους
θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω
γιατί δε θα το μπορούν, θα ‘ναι βαρύ γι’ αυτούς
και θα ‘ναι πάλι η μοναξιά σου.

Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα ‘ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
όλους τους λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
τα λόγια της μοναξιάς σου.

Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;

Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
Μια θα ‘ναι η Νίκη:
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.
Μόνοι μας.