Βασίλης Νικολόπουλος, Τζάνκι

[στη Μάργια, τη Βάσω, τον Γκίνσμπεργκ]

Τζάνκι, ο συμμαθητής μου απ’ το γυμνάσιο
Τζάνκι, το λίγο που στάζει απ’ την υδρορροή
Τζάνκι, ο ήλιος του πρωινού, τα τιτιβίσματα στο κέντρο της άδειας πόλης
Τζάνκι, ο γάτος της μάνας μου
Τζάνκι, το ποίημα που δεν θα γράψεις ποτέ,
Τζάνκι, η ακόρεστη δίψα, ο παλιός μου φίλος και ο νέος
Τζάνκι, οι λογαριασμοί κάτω απ’ την πόρτα, τα ξέφρενα απογεύματα
Τζάνκι, τα μπλουζ της Τζάνις, οι μετεωρίτες
Τζάνκι, όταν μου ζητάς τα ποσοστά σου, το χλωμό σου πρόσωπο
Τζάνκι, οι άπιαστες μελωδίες στην άκρη της νεκρής πόλης
Τζάνκι, η άσπιλη ομορφιά των λουλουδιών, τα ψάρια στον πίνακα, που είναι τα μάτια σου
Τζάνκι, οι υπόγειες στοές
Τζάνκι, το απεριτίφ στις μία το μεσημέρι
Τζάνκι, ξεχνάω τ’ όνομά σου
Τζάνκι, δεν έχω λόγια για να υποφέρω, είμαι μια μπάλα που την κλωθογυρίζει ο άνεμος
Τζάνκι, διασταύρωση παθών και φαντασίας
Τζάνκι, κουνάω τα χέρια μου στο ρυθμό, γυμνάζω το πνεύμα μου με φαινομενικά άχρηστες σκέψεις
Τζάνκι, δολοφονούν γυναίκες απ’ άκρη σ’ άκρη τη γης και ατάιστα μωρά
Τζάνκι, δεν ξέρω αν σου μιλώ ή αν σου δίνω υπόσταση ορίζοντάς σε
Τζάνκι, ο τριμμένος καναπές και τα συρματοπλέγματα
Τζάνκι, οι χιονίστρες και η ψυχική διαταραχή
Τζάνκι, τα φώτα της ντίσκο και τα σκοτάδια στην Ασωμάτων
Τζάνκι, η φλέβα μου πάλλεται καθώς αυτή η λέξη δεν χορταίνει θάνατο και φως
Τζάνκι, αυτό το λούκι θα τραβήξει πολύ
Τζάνκι, αν ακούς χτύπα με τις ανοιχτές σου παλάμες το σώμα σου, αυτά τα κουπιά θα πρέπει κάποτε να δουλέψουν
Τζάνκι, το σταυροκόπημα καθώς σωριάζεσαι ξανά στο χώμα, το σφυροκόπημα, το φτερούγισμα των αγγέλων στο σούρουπο
Τζάνκι, η λάμπα τρεμοπαίζει
Τζάνκι, η άνυδρη, ξεθωριασμένη επαρχία, η βωμολόχα μητρόπολη, τα καρτέλ των βιομηχάνων εφοπλιστών, το άγνωστο, οι υπερωρίες
Τζάνκι, καθώς ξυπνάς χαράματα και τρίβεις τα πόδια σου στα πόδια μου
Τζάνκι, όλοι οι διάβολοι, τα σούπερ μάρκετ, οι ουρές, τα συσσίτια
Τζάνκι, οι γειτονιές και οι εμφύλιοι σπαραγμοί
Τζάνκι, τα κόκκινα φανάρια των οδών και των μπουρδέλων
Τζάνκι, όταν μιλάς για ηδονή, όταν στην εμμονή αφήνεσαι
Τζάνκι, οι σειρήνες των οχημάτων
Τζάνκι, η περιστροφή σου καθώς αγόρευες άγρια, μόνος, εκείνο το βράδυ
Τζάνκι, το φως διεισδύει σαν σε γιορτή νεκρού
Τζάνκι, τράβηξε τις κουρτίνες και πες μου τι βλέπεις

Γιώργος Κοζίας, Ρωμαϊκή Αγορά 

—Τρία κομμάτια σαπούνι ἀρωματικό, μία βέρα,
ἕνα σφράγισμα χρυσό, πόσο ἔμπορα ζητᾶς;
—Δὲν πουλάω, δὲν χαρίζω μὲ λεφτά!

Τί κοστίζουν οἱ τρυφερὲς ψυχὲς στὸν πάγκο;
Πόσο πιστώνετε τὶς μαργαρίτες στὴν ἀγορά;
Μία λίβρα κρέας, δύο οὐγγιὲς χρυσάφι;

—Ἀργυραμοιβοί, τί δίνετε;
—Κοράλλια μὲ ἀσημένιες ραφές, τὸ γαλάζιο φιλί,
πέρλα λευκή, τὴν οὐλή!

Σάϋλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητὴ
δικό σου τὸ ἐμπόρευμα — δική μας ἡ τιμή:
μαχαίρια Ἀλεξανδρινὰ κι ἅγια Κωνσταντινάτα!

*Από τη συλλογή “41ος Παράλληλος”, εκδ. “στιγμή”, 2012.

Στέλλα Δούμου, Ανιχνεύτηκαν ρυτιδώσεις χωροχρόνου

Μπορώ κι εγώ να σου πω ότι
Μακρυά από το σάλιο τ’ ουρανού
Αιώνες μαθουσαλίζουν τα βουνά
Μ’ αχαρακτήριστη αντοχή.
Λεμόνια πηδούν στην ακύμαντη θάλασσα
Την ανάσα κρατώντας
—κρυφάκουσαν μάγια, γι’ αυτό παραφέρονται.
Οι μέδουσες σε κίτρινα, λοιπόν, ψηφιδωτά
Σπασμούς σιωπής διδάσκουν τα μωρά τους.
Είδες πώς όλα συνδέονται
Αν στρίψεις λιγάκι την άκρη τους;
Μπορώ ακόμη να πω πως
Η υδρορροή με φωνή μπαλαλάικας
Κατέβαζει γενειάδες νερού
Και γεννούν νύχτες πόσιμες τα βλέφαρα των εραστών
Κλειδώνοντας όλη την ίαση σ’ ένα σεντούκι βλέμμα.
Σε στοές εξισώσεων, έμβρυα τέλειων αριθμών
Ρίζες θηλάζουν και κυβισμούς, να μεγαλώσουν
Ξέρεις εσύ, να γίνουν κοτζάμ σχετικότητες.
Εν τω μεταξύ, κουκιά ποιήματος
Ρυτιδώνουν ξανά και ξανά τον χωροχρόνο
Κι ώσπου η ύλη να θρηνήσει το αντί της
─που θέρισε ολόκληρα κοπάδια από άστρα—
Φορά ο θάνατος ποδιά νηπιαγωγείου
Γίνονται όλα γης μαδιάμ και ο Θεός τραβάει τα μαλλιά του.

Θες τσίχλα, Άλμπερτ, γλυκέ μου;

Gorge Bataille (aka Elodie Petit), Μανιφέστο της μπάσταρδης γλώσσας 

Η μπάσταρδη γλώσσα είναι ο νευρωτικός καρπός
του σμιξίματος μιας ασθενικής λογοτεχνικής γλώσσας
με τη γλώσσα του δρόμου, την επαρχιώτικη αργκό, τη γλώσσα
του πεζοδρομίου, τον κενό διάλογο ενός οικογενειακού γεύματος.

Είναι χυδαία με την έννοια ότι δεν την νοιάζει
πώς την προσλαμβάνουν, απλώς είναι.

Μιλά υπερβολικά δυνατά, δεν αράζει
εκεί που περιμένεις, δεν δίνει δεκάρα για τους κανόνες.
Επινοείται καθώς αφηγείται.

Γδέρνει.
Γρατζουνά.
Η ποίησή της γεννιέται από σύγχυση, πρόσμειξη,
σύγκρουση.

Εκθέτει τις δυσλειτουργίες
μιας κοινωνίας με γλώσσα κανονικοποιημένη, αυταρχική,
θεσμική.
Είναι διαβολική.
Είναι εσφαλμένη.

Δεν τη νοιάζει αν αρέσει στους άντρες,
στην καλή κοινωνία, στους σπουδαγμένους, στα γαλλικά
γράμματα, στη νέα λογοτεχνική σεζόν.

Είναι απαλλαγμένη απ’ οτιδήποτε δεν της ταιριάζει.
Έχει ξεφύγει από τον παλιό κόσμο.
Κατοικεί στα ερείπιά σας.
Είναι εύθραυστη, ασυνεχής.
Μένει σε διαμερίσματα με κακή θέρμανση.

Δεν φοβάται να γίνει δραματική, ντραμακουίν,
λυρική όταν δακρύζει, ελεγειακή όταν ερωτεύεται,
σαπφική, μελιστάλαχτη, ανοιχτά ερωτική,
πορνογραφική και δυσάρεστη.

Δεν έχει ευθύγραμμο -προφανή- αφηγηματικό ειρμό,
λέει ωμά αυτό που της συμβαίνει.
Εμμένει σε ό,τι είναι αληθινό, έχει ιδρωμένα χέρια.
Προκαλεί με την ειλικρίνεια και την αγένειά της.
Δεν έχει την πρόθεση να είναι καλή.

Δεν είναι διαλλακτική.
Είναι τρανσομολεσβιακή.
Είναι φωνή μειονοτική.
Είναι μεγαλόστομη.

Απ’ όπου κι αν προέρχεται, ανοίγει το στόμα της.
Έχει επίγνωση των διαφορετικών διαδρομών.
Ξέρει πάντα από ποια θέση μιλάει.
Καταγγέλλει το αφεντικό της, είναι κατά της μισθωτής εργασίας,
Είναι αντικαπιταλιστική.

Πίνει πολύ -εκθηλύνει τα πάντα.
Της αρέσει να περιβάλλεται από άλλες μπάσταρδες.
Μουσκεύει το βρακάκι της, υγραίνει το δικό σου.
Καταβροχθίζει τα πάντα.

Είναι φεμινίστρια και τσαμπουκαλεύεται
κάθε φορά που γίνεται μαλακία.
Είναι ζόρικη και φασαριόζα.
Σπάει νεύρα.
Δεν τρώει κρέας.
Μπλοκάρει την καλολαδωμένη μηχανή
της ετεροπατριαρχίας, κατουράει τα παπούτσια σας,
σας τα ζαλίζει.
Γουστάρει το σεξ βρόμικο και χωρίς αναστολές.

Δεν κάνει παραχωρήσεις.

Πειραματίζεται.
Φτιάχνει φανζίν.
Αποκρίνεται στην επείγουσα συνθήκη της.
Δεν ζητάει άδεια.
Ζει χωρίς προφυλάξεις, χωρίς δίχτυ ασφαλείας,
χωρίς μαμά και μπαμπά πίσω της.
Έχει περίσσεια ταξική συνείδηση.
Είναι πνευματώδης, επισφαλής, ασταθής,
συναισθηματικοεξαρτημένη.

Είναι απαιτητική, έντονη, επαναλαμβανόμενη αγχώδης.

Είναι όμορφη γιατί είναι αληθινή, απλή,
άμεση, συγκινητική, αποσχημάτιστη.
Κλαίει εύκολα, γελάει μέχρι δακρύων,
Είναι παράφορη.

Λογοκλέβει.
Τζουρνεύει.
Υφαρπάζει.
Λεηλατεί.
Απομυζά.

Έχει θέμα με τα ναρκωτικά.
Δεν τα χορταίνει με τίποτα.
Θέλει πάντα περισσότερα.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 30, Χειμώνας-Άνοιξη 2024 (σελ. 76-77). Μετάφραση: Γιάννης Χονδρός.

Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Ιεριχούς Τείχη


Σχέδιο: Μπερνάρ Μπυφέ

Σε γραμμωτό ορίζοντα απλωμένος
πολύχορδος αχός πολύφωνος
στροβίλιζε και σάρωνε
τα νέφαλα
και με συρτές τραβούσε, όμοιος
ρόδινος ερωδιός.
Εκλάγκαζε φωνές ποιητικές,
παλιές και ξεχασμένες ώρες
των σαλών και των αγίων
με τα χαραγμένα μάτια
–ένα φρέσκο αγωνίας-
με ξυραφάκια από κείνα τα φτηνά.
Μόνο στα κάγκελα πια ζει
το υπόλοιπο του κόσμου
ή σε αντίσκηνα σαβάνας άνυδρης;
Ύστερα που μας τελείωσαν
οι θρίαμβοι των στεφάνων,
κουδούνισαν τα τελευταία ηχηρά
τα τρίηχα.
Ψίθυρος του γερο-Καβάφη
τα γυαλιά
καθρεφτισμένα
στο γυαλί
της περιεκτικής του ερημίας.
Εκεί που διυλίστηκε η χαρά σαν το πετρέλαιο
μιας εταιρείας
-ιδιωτικής ή δημοσίας-
τι μ’ αυτό,
μιας εταιρείας.
Εκραύγαζε σιωπές η ανταύγεια
της βροχής στα φύλλα,
κροτούσανε γυμνά κλαριά
τα δάχτυλα στο τζάμι.
Σε ποιόν χρωστούσαμε εμείς τέτοια αδικία;
Ποιόν πότε εμείς εβάλαμε ποτέ
σε πειρασμό;

*Από τη συλλογή «Διάδρομος», εκδ. Γαβριηλίδης, 2008. Εμείς το πήραμε από τη σελίδα της ποιήτριας στο Facebook.

Αργύρης Δούρβας, Τρία ποιήματα

Γάτα

Κρύβεται
ξέρει ότι ξέρουμε και
θα μείνει εκεί
μέχρι να ξεχάσουμε
Σε κάθε περίπτωση
αυτό μπορεί να πάρει
πολύ καιρό και ίσως εξηγεί
ότι σταμάτησα να
έχω γρατσουνιές
που δεν θυμάμαι καν
πώς τις απέκτησα

*

Ερωτευμένος κυνηγός

Τα ποιήματά μου σκηνοθετημένοι θάνατοι από ζώα που αγαπώ. Σκότωσα τον σκύλο μου, μια πασχαλίτσα, φυσικά τον φλύαρο εαυτό μου. Κι άφησα εσένα, γλυκιά μου, ολοζώντανη να με διαβάζεις καθώς διασχίζεις τη λεωφόρο αφηρημένη.

*

Είμαι

εγώ μόνο είμαι εγώ μόνος είμαι εγώ δεν είμαι μόνος μόνο είμαι εγώ είμαι για σένα μόνο όσα θέλεις να είμαι με μόνο εσένα δεν είναι μόνος μόνο είμαι περισσότερος από μένα με σένα εγώ είμαι για σένα όσα δεν είμαι μόνος μόνο για σένα είμαι

*Από τη συλλογή “νεκροταφείο ζώων άλλα ερωτικά”, εκδόσεις Νεφέλη, Οκτώβριος 2022.

Πασχάλης Κατσίκας, Νήσος Κίρκη

Ανοίγω το τρανζίστορ Grundig
που επέστρεψε μαζί σου
από τη Γερμανία ως μετανάστης
Στο γρέζι της φωνής του Καζαντζίδη
χορεύεις ζεϊμπέκικο αγέρωχο στου Κάλτσου
Σε στολίζουν φώτα από το ηλεκτρόφωνο
κι ένα αστέρι σκαρφαλώνει
απ’ το μωσαϊκό στους ώμους
Διακοπή για Έκτακτο Δελτίο
Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού:
Αλεξανδρούπολη: 8935
Κομοτηνή: 8615
Κίρκη Έβρου: ακατοίκητο

Στο εξώφυλλο: Σχέδιο με στυλό του Γιάννη Τσατσάγια.
Υποσημείωση του ζωγράφου: Με αφορμή το όνομα ΚΙΡΚΗ στο κτίριο του Σιδ. Σταθμού. Η Κίρκη μεταμορφωμένη σε δεντροκόριτσο για να προκαλέσει την συμπάθεια των ταξιδιωτών*, (αφού προηγουμένως αλλοίωσε τις διαστάσεις του χωροχρόνου και των αντικειμένων), αφήνει να φανεί (αριστερά) μέρος του αινιγματικού της προφίλ, για να την ανα-γνωρίσουν οι πιο οξυδερκείς ανα-γνώστες∙ αυτοί, στη συνέχεια, καλούνται ν’ αποδείξουν την αξιοσύνη τους, αφού υποβληθούν σε επώδυνες δοκιμασίες από την Κίρκη (Ποίηση), προκειμένου να ταξιδέψουν προς την πολυπόθητη Ιθάκη.

*Ταξιδεύω: τα άξια οδεύω (Λογοδυναμική)

Ardita Jatru, υποχρεωτική αυτο-παρουσίαση

Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων.
Είμαι ευτυχισμένη, αφού έχω οικογένεια.
Σύναψα συμφωνία με το υποσυνείδητο.
Γράφω αυθόρμητα ποιήματα.
Τώρα ξέρω, στα νιάτα μου υπήρξα όμορφη
αλλά με μειωμένη αυτοπεποίθηση.
Ας μου το έλεγε τουλάχιστον η μάνα.
Είμαι πολύ ευαίσθητη
κι ο αυθορμητισμός μου συχνά παρεξηγείται.
Μικρή είχα ένα όνειρο
τώρα δεν το θυμάμαι πια.
Ζω τριάντα χρόνια στην Ελλάδα.
Δεν ψήφισα ποτέ.
Ανανεώνω την άδεια παραμονής μου
ανά πενταετία.
Η καλύτερη φίλη μου είναι η Ελπίδα.
Φροντίζω τις αδέσποτες γάτες.
Μοιράζομαι τα δρομάκια με την κυρά-Βιολέτα.
Κάποιος πρέπει να το κάνει.
Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων.
Δεν έχω ακαδημαϊκή μόρφωση.
Πάσχω από κοινωνική φοβία.
Αναλαμβάνω τις ευθύνες άλλων.
Το βράδυ στο κρεβάτι πέφτω ξερή.
Είμαι τυχερή
που έχω έναν σύζυγο
ο οποίος δεν αποπειράθηκε ποτέ
να με δολοφονήσει.

Νίκος Σφαμένος, φυσικά

ρε σεις
όλοι εσείς οι αμέριμνοι
πείτε μου
τόσα πολύχρωμα
όνειρα και εκείνα τα
θλιμμένα ποιήματα
που περίμεναν ακίνητα
χρόνια τώρα να
ταξιδέψουν
τι απέγιναν;

και οι μέρες μας
γιατί γίνονται
όλο και πιο
παγωμένες;

τα πρόσωπά τους
γιατί είναι σκυθρωπά
εχθρικά ή
ανέκφραστα;

θα αντικρύσουμε ποτέ
τη γαληνεμένη θάλασσα
με τα φωτεινά μάτια
ενός παιδιού;

και γιατί
άλλο ένα ποίημα να
τελειώνει όπως
όλα τα προηγούμενα
-μ’ ένα δάκρυ
ε;

Lisa Suhair Majaj, Τι είπε εκείνη

Είπε εκείνη, πήγαινε παίξε έξω,
αλλά μην παίζεις μπάλα κοντά στους στρατιώτες.
Όταν περνάνε τζιπ,
να κατεβάζεις το βλέμμα.
Και μη μαζεύεις πέτρες,
ούτε καν για το κουτσό.
Είπε εκείνη, μην ενοχλείς τους γείτονες,
χτες βράδυ συνέλαβαν τον γιο τους.
Άπλωσε την μπουγάδα, στρώσε τα κρεβάτια,
σβήσε το γκραφίτι απ’ τον τοίχο
πριν το δουν οι στρατιώτες. Είπε εκείνη,
δεν υπάρχουν λεφτά˙ αν σε σφίγγουν
τα παπούτσια, κόψε τις μύτες.
Αυτά έχουμε να φάμε,
και δεν θα φάμε ξανά μέχρι αύριο.
Όχι, δεν έχουμε πορτοκάλια,
τις έκοψαν τις πορτοκαλιές.
Δεν ξέρω γιατί. Μπορεί τα δέντρα
να ’ταν απειλή για τα τανκς. Είπε εκείνη,
δεν έχουμε νερό, θα κάνουμε μπάνιο την επόμενη βδομάδα,
ινσαλλάχ. Στο μεταξύ, μην πατάς το καζανάκι.
Και μην πλησιάζεις τον ελαιώνα,
υπάρχουν άποικοι με όπλα εκεί.
Όχι, δεν ξέρω πώς θα μαζέψουμε
τις ελιές, και δεν ξέρω τι θα κάνουμε
αν ισοπεδώσουν τα δέντρα. Έχει ο Θεός
αν είναι θέλημά Του, ή η UNRWA, όμως σίγουρα όχι
οι Αμερικάνοι. Είπε εκείνη, δεν μπορείς να
βγεις έξω σήμερα, έχει απαγόρευση κυκλοφορίας.
Μείνε μακριά απ’ τα παράθυρα,
δεν ακούς τους πυροβολισμούς;
όχι, δεν ξέρω γιατί κατεδάφισαν
το σπίτι του γείτονα. Κι αν ξέρει ο Θεός,
δεν το λέει. Είπε εκείνη,
δεν έχει σχολείο σήμερα,
έχει στρατιωτική εισβολή.
Όχι, δεν ξέρω πότε θα τελειώσει,
ούτε αν θα τελειώσει. Είπε εκείνη,
μη σκέφτεσαι τα τανκς
ή τ’ αεροπλάνα ή τα όπλα
ή τι έπαθαν οι γείτονες.
Έλα στον διάδρομο,
κινδυνεύουμε λιγότερο εδώ. Και κλείσε τις ειδήσεις,
είσαι πολύ μικρή γι’ αυτές. Άκου,
θα σου πω μια ιστορία για να μη φοβάσαι.
καν για μα καν – υπήρχε και δεν υπήρχε-
μια χώρα που λεγόταν Φαλαστίν,
τα παιδιά παίζαν στους δρόμους
και στα χωράφια και στους μπαξέδες
και μάζευαν βερύκοκα και αμύγδαλα
κι έπλεκαν γιρλάντες από γιασεμί για τις μανάδες τους.
Κι όταν πετούσαν από πάνω τους αεροπλάνα
Φώναζαν χαρούμενα και χαιρετούσαν.
Καν για μα καν. Κράτα το κεφάλι σκυφτό.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην έκδοση «Αραβίδες ντίβες: Ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης», έκδοση Τεφλόν και Αρχείο 71, Αθήνα 2021.

**Η Lisa Suhair Majaj γεννήθηκε το 1960 στην Αϊόβα των ΗΠΑ από Παλαιστίνιο πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα. Μεγάλωσε στο Αμμάν, σπούδασε στη Βηρυτό και στο Μίτσιγκαν. Από το 2001 κατοικεί στη Λευκωσία.

***Μετάφραση: Πίτερ, Ράνια, Ελένη.