Τζένη Μαστοράκη (21 Φεβρουαρίου 1949 – 30 Ιουλίου 2024), Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΚΜΗ

Η παρακμή
δεν έχει χρονικά περιθώρια.
Έρχεται σαν εξώδικη πρόσκληση
κι έτσι απλά
σου βγάζει τα έπιπλα στο δρόμο.
Γύρω σου τα παιδιά
περιεργάζονται
την πλάτη της καρέκλας σου
εκεί που σε μια παραφορά
της εφηβείας
είχες γράψει:
Ψέματα – Ψέματα – Ψέματα.
Τελικά φορτώνεις
μόνο το κρεβάτι
σε μια περαστική
μοτοσυκλέτα
και μετακομίζεις
σε άγνωστη διεύθυνση.

*Από την ποιητική συλλογή «Διόδια», εκδ. Κέδρος 1972.

Η ΠΟΡΤΑ

Τώρα, επάνω στην πεσμένη πόρτα
περνάνε και κρεμάνε τα τραγούδια τους
δεμένα με χρωματιστές κορδέλες
σαν τάματα σε κάποια
Παναγιά τάδε, τη θαυματουργή.
Ο ποιητής κουβαλάει
την πόρτα στην πλάτη
σωπαίνει.
Θα τον δεις καμιά φορά λοιπόν
να περπατάει σκυφτός
ή να περνάει με το πλάι τα στενά
και κείνο το κάγκελο
στραβωμένο
αφήνει βαθιά χαρακιά
πάνω στην άσφαλτο.

Από την ποιητική συλλογή «Το σόι», εκδ. Κέδρος 1978.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Οι φίλοι μου γράφουν σπάνια.
Συνήθως στροβιλίζουν το κεφάλι τους
Φουρφούρι σε ανεμοστρόβιλο.
Κερνάνε ποτά στις εξόδους κινδύνου
Περνάνε ανάμεσα από τζάμια
και ύστερα απορούν για τις πληγές τους.
Στο τέλος πάντα θυμούνται.
Οι φίλοι μου μιλούν σπάνια
για τον εαυτό τους.
Τον αρπάζουν σφεντόνα
ρίχνουν το αστέρι τους
το θάβουν χωρίς τιμές ή κάποιο κτέρισμα
και μόλις σχολάσουν από την δουλειά,
τότε ίσως στο τέλος της ημέρας
τον θυμηθούν.
Οι φίλοι μου εκφράζουν
τα συναισθήματά τους αλλιώς.
Νιώθουν τον παλμό του σύμπαντος
Κι ας τραγουδάνε φάλτσα.
Εσύ θα πεις ξοδεύονται
εγώ θα πω αφιερώνονται
σε κάτι που και εγώ
Ενώ συμμετέχω, δεν κατανοώ
Μα νιώθω και εκπροσωπώ.

*

Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός
που θα κοιτάξουμε κατάματα τον ήλιο,
να είμαστε σίγουροι για τον κόσμο.
Δεν είναι μακριά αλλά δεν ξέρω
κι αν φτάσουμε ποτέ.
Εύκολα χάνεται κανείς σήμερα
στα αλισβερίσια της ανάγκης.
Προς το παρόν ψάχνω τα μάτια σου
μέσα σε τούνελ τυφλό.
Λέω ένα τραγούδι γήινο
που εσύ δεν το θυμάσαι πια
και όταν δείξω τα αστέρια
Με κυνηγάνε οι φακοί.
Αν ρωτήσουν τι γράφω
ανοησίες θα τους πω.
Αφού τα λόγια
μόνο για θάνατο προφέρονται.

Ardita Jatru, Το φουστάνι

Η μάνα μου είχε μονάχα ένα φουστάνι
Το έπλενε τη νύχτα και το στέγνωνε δίπλα
στην κουζίνα.
Το πρωί μύριζε άρωμα λουλουδιών.
Δεν τη ρώτησα ποτέ γιατί
δεν είχε ένα δεύτερο,
δεν ήθελα να είχε άλλο.
Εγώ έτσι την γνώρισα
με το ροζ φουστάνι μέχρι το γόνατο.

Όταν μια μέρα
αγόρασε ένα κίτρινο μεταξωτό πουκάμισο
πήρα κρυφά το ψαλίδι
το έκοψα σε μικρά κομμάτια
και γέμισα τις τσέπες μου.
Η μάνα σιώπησε δυο μέρες
και εγώ χαιρόμουν μέσα μου
που εκείνη θα φορούσε το ίδιο φουστάνι
και στο μυαλό μου αντηχούσε η σκέψη
πόσο πολύ θέλω να της μοιάζω.

Σήμερα καταλαβαίνω τη μάνα μου
κι οι απορίες μου λύθηκαν,
καταλαβαίνω τη μαχητικότητά της
τη μελαγχολική μελωδία
των αναστεναγμών της τα βράδια
νανούρισμα ελπίδας στα όνειρά μου.
Καταλαβαίνω τα πάντα.

Μα γιατί έπρεπε να είχε
ένα φουστάνι μονάχα;

Ανοίγω τα φύλλα της ψυχής μου
και βλέπω τη σωσία της
όλα τα χρόνια της
να γκριζάρουν μπροστά
σ’ έναν καθρέφτη θύμησες.

*Από τη συλλογή «Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου», Εκδόσις Κοινωνία των (δε)κάτων.

Δημήτρης Γλυφός, Δύο ποιήματα

Μόνο

Μόνο
Η ασφυξία του έρωτα
Έμεινε
Για αντίλαλος
Να χτυπιέται
Από τοίχο σε τοίχο
Να ξοδεύεται
Σε πλαϊνά παράθυρα
Και ημιθανείς φωταγωγούς

*Από τη συλλογή«Απόηχος», Εκδόσεις Σμίλη.

Drama Queen

Σφίγγει στην παλάμη του ένα αστέρι.
Δακρύζει φως.
Τυλίγει τα γράμματα με σταφύλια.
Δακρίζουν είδωλα.
Τι κι αν αυλακώνει με τα νύχια του το ξύλιος
Μυρίζει το σύννεφό του
Ερήμωσε ο ορίζοντας
Ο ποιητής
ημέρεψα.

*Από τη συλλογή «Παρεστιγμένος», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ.

Αντωνία Μποτονάκη, Μυθιστόρημα γ΄ (δικαίωση) 

Σαν έφτασε, έτσι ωχρός κι αδύνατος
σαν καύκαλο χελώνας ο νεκρός

έτσι ξεπαγιασμένος
με κείνα τα γελοία εσώρουχα

κι ως να μην έφταναν αυτά
μπογιαντισμένος -ως είθισται στις μέρες μας-
με παραγεμισμένα μάγουλα και κολλημένα χείλη

έτσι, ελεεινός, στην πόρτα στάθηκε του κάτω κόσμου.

Σαν βγήκε ο άγγελος για την παραλαβή
φοβήθηκε ο νεκρός.

Να κλαίει άρχισε, να οδύρεται. 
Δεν ήμουνα καλός, να λέει
μήτε πατέρας, μήτε σύντροφος, οκνός, δειλός, και γυναικάς και πότης.

Κι άλλα πολλά ετοιμαζότανε να πει
μα ο άγγελος σήκωσε τη ρομφαία
-μακάρι να ‘ταν χέρι- 
και τον σταμάτησε.

Σε είχα δει. Έτσι του είπε. 
Τρυφερά. 
Σε είχα δει πώς μπόλιαζες τα δέντρα, πώς έπλαθες τη λάσπη 
και πώς με τις ασφοδιλιές έφτιαχνες ανεμόμυλους.

Και πέτρα λησμονιάς τού ‘δειξε να καθίσει.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα τ την πελταξαν στη γάτα”, εκδ. Θράκα, 2024.

Κατερίνα Φλωρά, Άδειας σκέψεις

Εύστοργη μελαγχολία
αδράνειας χάρισμα
χαρμονής απειλή
γλυκιά οκνηρή αίσθηση

Με όσους μείναν
κινούμαστε παράλληλα
στο ρευστό ταμπλό
μιας άχαρης χρονικότητας

Που έτυχε να ζούμε
που είναι το μόνο που έχουμε
να διαφυλάξουμε
στη διάφανη σφαίρα της μνήμης
της παροντικής στιγμής

Τόνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Η αδελφή μου ως Σερένα Ουίλιαμς

Να σε κοιτάζω να παίζεις ήταν πάντοτε μια απόλαυση
τόσο επιθετική που ένιωθα τα χέρια σου γύρω από τον λαιμό μου
ενώ αυτά απλώς έσφιγγαν τη λαβή μιας ρακέτας.

Πώς μαθαίνει κάποια να χάνει εγώ εξασκήθηκα μεταξύ πτώσης
να σκόνης σ’ ένα χωράφι που είχαν χαράξει
στη μέση μια γραμμή από ξεραμένη λάσπη.

Να χάνεις από την αδελφή σου –κοίτα, η μπάλα έγινε κομήτης,
η ουρά της μου καίει τις βλεφαρίδες. Έχασα από εσένα
όλους τους τελικούς που μπόρεσα να φτάσω, αλλά έρχομαι σε κάθε σου παιχνίδι
για να δω μυς να τεντώνονται κάτω απ’ τον ήλιο -τι όμορφη που είσαι σήμερα

τόσο όμορφη που σε πέταξαν έξω -έξω φώναξαν και δεν εννοούσαν την μπάλα
σαν εχθρικοί διαιτητές που κάθε αγώνα επιβάλλουν κοντές φούστες

Οργισμένη βροχή είσαι και κεραυνοβολείς
Όποια περάσει τη γραμμή χάνει και τρώει
το χώμα του καλοκαιρινού ελαιώνα

Η μικρή μου αδελφή είσαι που έγδερνες εδώ
το γόνατά σου και τώρα καθρεφτίζεται
στο μέταλλο άχρηστων επάθλων.

Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει γεύση
κι είναι αδύνατο να κοιμηθείς στο εσωτερικό τους.

*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν 31, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2024.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Στο θάνατο να παίξει

Για τον καθηγητή της Ιστορίας-Που παραμίλαγε-Σφαγές-Αυτοκρατορίες-Σύμφωνα-Με μυαλά τιναγμένα στου Δρομοκαΐτη τα κτίρια-Έλεγαν πως έφταιξε η υπερβολική του μόρφωση-Και μια ερευνητική αποτυχία-Αν δεν είχε αρρωστήσει-Θα διέπρεπε στα πανεπιστήμια-Ο καθηγητής βρισκόταν χαριστικώς στο σύστημα-Άθυρμα του καθενός μαθητή και της καθεμιάς μαθήτριας-Αφού λόγω έλλειψης καθηγητών παρέδιδε κανονικά-Βγάζοντάς τα πέρα δύσκολα-Μπέρδευε τάξεις-Βαθμολογίες-Την ύλη που δίδασκε-Μια μέρα όμως-Μας αναγκάζει να κάνουμε ησυχία-Για του Τουταγχαμών τον τάφο μίλησε-Με ευλάβεια κι ηρεμία-Από πολιτισμική ταφική συνήθεια-Με τα αγαπημένα του παιχνίδια-Τον βάλανε στην Πυραμίδα-Σε άριστη κατάσταση βρεθήκανε απ’ την Αρχαιολογία-Μας ανακοίνωσε-Ύστερα μας έδειξε φωτογραφία-Και λες και μας είχανε κάνει μαγικά-Που οι Αιγύπτιοι τον Φαραώ τον έστειλαν στο θάνατο να παίξει-Κουδούνι χτύπησε κι ένα καθίκι δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση-Για τον καθηγητή της Ιστορίας-Που παραμίλαγε-Σφαγές-Αυτοκρατορίες-Σύμφωνα-Με μυαλά τιναγμένα στου Δρομοκαΐτη τα κτίρια-Έλεγαν πως έφταιξε η υπερβολική του μόρφωση-Και μια ερευνητική αποτυχία-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

Κώστας Ταχτσής (1927-1988), Τι είπε κάποια νύχτα με βροχή έναε νεκρός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Φίλε μου
αυτές τις ώρες που η βροχή
ξυπνάει τις ρίζες της γενιάς μας
να ‘ξερες πώς σε νοσταλγώ!
Θυμάμαι πάντα τη φωνή σου που ‘λεγε:
«Κάτω από ποιον αστερισμό να βάλουμε τα όνειρά μας;
Με τι σπαθιά θα λύσουμε τους κόμπους της αγάπης;»
Φίλε μου ξύπνα
η ψυχή μας άρχισε να κάνει φοβερά παράσιτα
ξύπνα καλέ μου, χρειαζόμαστε αντένα
η μουσική ήταν άλλοτε ωραία
τώρα
μονάχα μια γραμμή ενώνει τις παλάμες μας
κ’ ίσως η γνώση του θανάτου
φίλε μου ξύπνα, δε βαρέθηκες το θάνατο;
θυμάσαι τις ωραίες θέσεις μας
για τη μεταθανάτια επιβίωση; τότε
ο εχθρός φορούσε ακόμα προσωπίδα
ήταν αλήθεια μια περίεργη εποχή
γεμάτη καπνούς και χαμόγελα
τα επίχρυσα γράμματα της Ιστορίας είχανε ξεθωριάσει
όμως φαντάζεσαι πότε; σαν ήρθε η ώρα, αντίς ευχή,
μού ‘κλεισε μες στη φούχτα ο πατέρας μου
ένα κουτί μπρουτζόσκονη
έτσι κινήσαμε
οι σάλπιγγες δε σήμαιναν πια ηρωισμούς
και όμως
κοίταξε τώρα εδώ γυμνοί
όλα τα δώσαμε όλα
στον έρανο του θανάτου
εμείς που είχαμε ασκήσει χρόνια το κορμί μας’
για ν’ αντέχει
στο θάνατο και τις επιθυμίες
καλέ μου
με γελάσανε μ’ ένα στεφάνι δάφνης
εμένα που είχα καταθέσει μαθητής ακόμα
ένα στεφάνι όνειρα στον τάφο της καρδιάς μου
αγαπημένε
αυτές τις ώρες που η βροχή
ανοίγει τα κλειστά παράθυρα του τάφου μου
κι’ ορμούν κάποια πουλιά μέσα στα στήθεια μου
αυτές τις ώρες
σε θυμάμαι και σε πεσμένο εκεί στο πλάι μου
κι’ είναι σα να πεθαίνω πάλι.

*Από τη συλλογή «Καφενείο “Το Βυζάντιο” και άλλα ποιήματα», β’ έκδοση, εκδ. Ερμής, 1980.

Μαρία Πανούτσου, Πέντε ποιήματα

Timeless

Ανούσιος ευαγγελιστής
ξαγρύπνια άστολη
κορύφωση υποταγής
υποσχέσεις στον κανένα
τίποτα νέο
ένας βηματισμός προς τα εμπρός
ένας προς τα πίσω

έτσι έβλεπε την φύση των πραγμάτων
και λέξεις από ξένη γλώσσα την συντρόφευαν
μέχρι που έφτασε στην πόρτα του σπιτιού της
και όλα ήταν όπως πριν.

*

Για ένα απόγευμα

Θρυμματίζει ένα μικρό ξερόψωμο
με νευρικότητα και ραθυμία
ονειρεύεται εποχές με άλλη άνοιξη

του έτους με ρυθμό χορευτικό
οι θόρυβοι κρύσταλλοι στα δάκτυλά της
το βλέμμα όλα τα μαζεύει με ζέση

η πλούσια σοδειά από γεγονότα την κούρασαν
όπως τα συναισθήματα που μαγκώθηκαν σε δωμάτιο μικρό
κι όμως ο χρόνος είναι δικό της αρκεί να περπατήσει πάνω του.

*

Το βιβλίο

Εκείνη η πεταλούδα της το είπε
κι ο γκιώνης και η δεκοχτούρα
και το τριζόνι
μα ήταν πιότερο μια μουσική παρά μηνύματα
κι όμως σημάδια κραύγαζαν
και ο μετρονόμος πέρα δώθε πέρα δώθε

μετά από όλα αυτά έκλεισε το βιβλίο
και απομακρύνθηκε από την βιβλιοθήκη.

*

Μια άλλη ματιά

Ήθελα  να γίνω μυρμήγκι  για  ένα βράδυ
Να δω τις αντοχές μου και  την ζωή με άλλα μάτια
Να δω τον κόσμο μια ελάχιστη αναπνοή  πάνω απ’ το χώμα
Να δω τις σταγόνες της βροχής καθώς διαθλώνται γύρω μου
Το χιόνι καθώς το αντικρίζω μέσα από την φωλιά μου
Το πάτημα του ανθρώπινου παπουτσιού να με συνθλίβει

*

Μου έδωσε μια ιδέα…

Συμφωνώ με τις αρκούδες
στο κρεβάτι μου λοιπόν
όταν κάνει κρύο
όταν δεν έχω σοκολάτα
όταν δεν περιμένω το τίποτα
όταν έξω έχει ψιλόβροχο
τον ύπνο του δικαίου

26/7/24