Κατερίνα Κολιοπούλου, Τρία ποιήματα

Αλυσίδα

Κι ύστερα ήρθαν όλα όπως δεν τα περίμενες
Ένα χάδι, ένα φροντισμένο πρωινό,
ένα τσιγάρο με μίξη σάλιων
πολλές ερωτήσεις, άπλυτα
μπλεγμένα, λερωμένα σεντόνια
Μια αφορμή ασήμαντη, κάτι που δεν κόλλησε
το ποτήρι έσπασε, το ρολόι
μια στιγμή στο καντράν καρφώνει:
οι πνιγμένοι επιστρέφουν πάντοτε στην όχθη
απ΄ όπου ξεκίνησαν
και βυθίζονται

*

αναστροφές

Ανάποδα,
σας παρακαλώ
διαβάστε με
ανάποδα
τόσες φορές
-το είπαμε-
το ποίημα
γράφεται
από κάτω,
από πάνω
διαιωνίζεται
μόνο,
κεφάλια
πολλά
έχει

  • Κύκλοι

Έβαλα το αυτί μου στο στήθος σου
Έβαλα τον στίχο μου στο αυτί σου
Έβαλα το στήθος σου στον στίχο μου
Δύο στήθη όλη η ιστορία, τελικά

*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, εκδόσεις Ενύπνιο, 2022.

Αργυρώ Αξιώτη, Δύο ποιήματα

Κύτταρο

Το ξύπνημα της Άνοιξης*
με όση ομορφιά και αν το ντύσεις
θα είναι βίαιο.

Το σώμα ξέρει.

Στο πέρα των περιγραφών
διαφεύγοντας της συρρίκνωσης
που προσπαθούν τα λόγια
σημαίνοντας τον χρόνο σταθερά
ανθίσταται στην ταξινόμηση
ορίζει την τάση
δείχνει την κατεύθυνση.

Εξεγείρεται.

*Frühlings Erwachen – Eine Kindertragodie
θεατρικό έργο του Frank Wedekind

*

Πράξεις

Στον Β.

Μιλάς και λιώνουνε τα χιόνια.
Εμένα η άνοιξη μου έρχεται φθινόπωρο.
Στο σύστημα των συντεταγμένων
ανάμεσα μηδέν και άπειρο
ανάμεσα συν και πλην
είμαι εξίσωση και με λύνεις
άγνωστος σαν x.

Πες μου
πες μου πώς από υπερβολή έγινα έλλειψη.

*Από τη συλλογή “τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις_των_άλλων, 2021.

Κώστας Ρεούσης, Ανακομιδή οστών


Artwork: © Paul Gustave Doré (1832-1883) | The Enigma (1871) 

μνήμη κυρίας Ρένας [1937-2021]

Το κρανίο της γερακίνας
Μάνας μου αντάρτισσας
Με τη σάρκα ζαρωμένη
Στο μέτωπο αόρατα
Να συγκρατεί με τιάρα
Τα λιγοστά επαναστατημένα
Μαλλιά της.

—Μάστορα, ξέχασες το κόκαλο μιας ελληνίδας άνασσας να ρίξεις στ’ άσπρο σεντόνι της βραχυπρόθεσμης περιμετρικά του νεκρότοπου καινής ταφής.

Θώρακας αρχιλοχικός και
Μάχιμος τριών πολέμων
Γάλα ν’ αρνιέται και
Πυρομαχικά την παράδοση
Στο χώμα με το σκουλήκι
Βαθμοφόρος βασιλικά κι
Άναρχα αδιάλυτος.

—Αθήνα-Λευκωσία, Απρίλιος 2024

*Από το https://exitirion.wordpress.com

Γιώτα Αργυροπούλου (1960-2019), Τoυ νεκρού ποιητή

Σε δρόμους
προκυμαίες
σε σελίδες έζησε
κρυφά

και τώρα ξαφνικά
νεκρός
και παρηγορημένος.

Άλλοι μιμούνται τα πουλιά.
Μετακομίζουν από δώμα σε δώμα.
Καμμιά φορά ζαλίζονται
και πέφτουν.
Η καρδιά τους γίνεται κομμάτια

μόνοι στον κόσμο οι ποιητές
τόσες καρδιές
κομμάτια.

*Από το βιβλίο “Ποιητών και Αγίων Πάντων”, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013 και η συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα και Πεζά (1998-2018)”, εκδοσεις Μελάνι 2023.

Φώτης Αγγουλές, Όχι εδώ

Να μην είναι εδώ το τέρμα τάφε, να μη
σβή ο σκοπός της ζωής εδώ, να πώς:
Κάποια χέρια μας ικέτεψαν, μας ελέησαν,
μας ζητιάνεψαν, μας αγκάλιασαν, μας
δώσανε μια χαρά, ή μας κλέψαν.
Κάποια μάτια μας καρφώσανε,
μας γητέψανε, μας λίγωσαν,

ή μας πλήγωσαν.
Κάποια χείλη μας ευχήθηκαν,
ή μας δώσαν μια κατάρα,
μας χαμογελάσαν, μας σαρκάσανε,
ή στης προσμονής μας τη λαχτάρα

τρομαγμένα αργοκινήθηκαν,
λόγια ερωτικά μας ψιθυρίσανε κι όρκους και φιλιά
μας δώσαν, μας παρηγόρησαν, μάς επίκραναν,
ή μια μέρα μας προδώσαν.

*Από το βιβλίο “Φώτης Αγγουλές, Ποιήματα”, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2011.

**Φώτης Αγγουλές (φιλολογικό ψευδώνυμο του Φώτη Χονδρουλάκη) Τσεσμές Μικράς Ασίας, 1911 – Αιγαίο Πέλαγος, 27 Μαρτίου 1964.

Δημήτρης Βέσκος, [BESKOS]

Εγώ είμαι μεγάλος.
Εγώ είμαι ποιητής.
Εγώ είμαι μεγάλος ποιητής.
Εγώ είμαι μεγάλος.
Εγώ είμαι πολύ μεγάλος.
Πάρα πολύ μεγάλος.
Ναι ποιητής.
Εγώ είμαι καλός.
Πολύ καλός.
Πάρα πολύ καλός.
Σε όλα καλός.
Ναι καλός.
Εγώ είμαι ποιητής.
Εγώ γράφω ποιήματα.
Ναι ποιήματα.
Ναι γράφω ποιήματα.
Εγώ γράφω καλά ποιήματα.
Πολύ καλά ποιήματα.
Πάρα πολύ καλά ποιήματα.
Εγώ γράφω ποιήματα.
Εγώ είμαι ο ποιητής.
Εγώ είμαι Beskos.
Ναι Beskos.
Beskos είναι ποιητής.
Ο Beskos είναι ποιητής.
Beskos ποιητής.
Ποιητής Beskos. O Beskos. O Beskos είναι ποιητής.
O Beskos είναι καλός ποιητής. Ο Beskos είναι καλός.
Εγώ είμαι καλός. Εγώ είμαι Beskos.
Εγώ είμαι καλός Beskos. Πολύ καλός Beskos.
Ναι Beskos. Εγώ είμαι Beskos.
Εγώ είμαι ποιητής _

Elaine Equi, Τρία ποιήματα

Επίκληση

Έλα, Έμπνευση,
γλυκιά σαν δυο όμορφες πόρνες
σ’ ένα όνειρο.

Μη φεύγετε, κορίτσια –
ακόμη κι αν δεν έχετε ιδέα
από ποίηση,

βοηθήστε με τουλάχιστον ν’ αποφασίσω
τι να φορέσω σήμερα.

*

Δουλειές

Ποτέ μην τελειώνεις όλες τις δουλειές
που έχεις σημειώσει να κάνεις.

Θα φαίνεται λες και δεν είχες τίποτα
καλύτερο να κάνεις.

*

Να διαβάζεις γυμνός ή Να διαβάζεις ξυπόλητος

Αν δεν αισθάνεσαι απολύτως άνετα με το σώμα σου,
το να διαβάζεις γυμνός πιο πιθανό είναι να σου αποσπάει
την προσοχή παρά να αυξήσει την απόλαυση.

Μια καλή συμβιβαστική λύση που προσδίδει ωστόσο μιαν αίσθηση
άνεσης και οικειότητας είναι το να διαβάζεις ξυπόλητος. Φαντάσου
να βαδίζεις με γυμνά πόδια πάνω στις λέξεις που διαβάζεις.

Σημείωση: ιδιαίτερα απολαυστικό είναι αν το κάνεις αυτό σε δημόσιο χώρο.

*Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
*Από εδώ: https://bookstandfiles.wordpress.com/2012/11/27/elaine-equi-%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b2%ce%b1%ce%b6%ce%b5%ce%b9%cf%83-%ce%b3%cf%85%ce%bc%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%ae-%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b2%ce%b1%ce%b6%ce%b5%ce%b9%cf%83-%ce%be/

Γρηγόρης Σακαλής, Πραγματικότητα

Χαρούμενα πρόσωπα
ευτυχισμένοι άνθρωποι
μέσα στην πολιτεία
δίκαια μοιράζονται τ΄αγαθά
και τα άτομα διακρίνονται
μέσα στο σύνολο
τι κρίμα που είναι
απλά ένα όνειρο
και η ζωή
στην ανθρώπινη ζούγκλα
είναι ένα βάσανο καθημερινό
αγώνας με νύχια
και με δόντια
ο ένας κοιτάζει
να ρίξει τον άλλο
οι λίγοι κυβερνούν
κρατάνε για τον εαυτό τους
τη μερίδα του λέοντος
απ΄τα προϊόντα
ζουν ζωή χαρισάμενη
ενώ η μάζα
ζει την κόλαση
επί της γης.

Sylvia Plath, Daddy

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια
Παλιό παπούτσι
Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει
Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό,
Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.

Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά
Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει–
Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό,
Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο
Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό
Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό
Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ.
Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος

Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μία ή δυο.
Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω
Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν
Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω.
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.

Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα.
Ιch, ich, ich, ich,
Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή.
Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα είναι αισχρή

Μια μηχανή, μια μηχανή
Που με μασούσε σαν Εβραίο.
Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ.
Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιένης η διάφανη μπίρα
Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά.
Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό
Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό
Ίσως και να ‘μαι λιγάκι Εβραία.

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν
Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημα σου.
Το τακτικό μουστάκι σου
Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά.
Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ —

Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα
Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα,
Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά
Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα.

Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που κρατώ,
Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι,
Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι’ αυτό,
Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα

Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο.
Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο.
Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ.
Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλα σου να αρκεστώ.

Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο
Και με κόλλα με ένωσαν ξανά.
Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια.
Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα,
Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf

Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων.
Και είπα δέχομαι, δέχομαι.
Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο,
Και οι φωνές δε φτάνουν μέχρι εδώ.

Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο–
Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα
Και μου ‘πινε ολοχρονίς το αίμα,
Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις.
Ησύχασε τώρα, μπαμπά.

Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά,
Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ.
Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν.
Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ.
Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.

Πρόκνη, στο ράφι

ως γνωστόν
κράτησε χρόνια αυτή η κολόνια
είχα σκεφτεί και κάτι ακόμα
όχι για το οριστικό τέλος
γιατί αυτό -στην περίπτωσή μας-
δεν υπάρχει

η κολόνια ξέρεις
κρατάει για πάντα
το υγρό τελειώνει ναι
αλλά
αν κρατήσεις το άδειο μπουκάλι
με κλειστό καπάκι
και το ανοίξεις θα μυρίζει
αυτό δεν τελειώνει ποτέ

σε ένα πείραμα που έχω κάνει
μετράμε 30 και πλέον χρόνια
και ακόμα η μυρωδιά
είναι εδώ στο ράφι

αυτό που κρατάει χρόνια επίσης
είναι οι λέξεις
που επιτρέπουν να φτιαχτεί
ένα νόημα
μια συνοχή
μια λύση

τώρα
τα πράγματα μπορούν επιτέλους
να αποκτήσουν μια θέση
αμετακίνητη, οριστική
αυτό δεν είναι ελπίδα
ούτε ματαίωση
είναι μια ανακούφιση

δεν είμαι υποχρεωμένη πια
να κουβαλάω υποσχέσεις
οι ήττες και οι ανηθικότητες
κουβαλιούνται ευκολότερα
και στο ράφι πάνω
έχουν διαρκώς την ίδια γεύση

*Από τη συλλογή “Επισκευές πλοίων”.