Αργύρης Χιόνης, Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν 

Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν
του χεριού μου που τα γράφει
Είναι πιο δυνατά απ’ το χέρι μου που τρέμει
κάθε φορά που εκτελεί τις εντολές τους

Τα ποιήματά μου με ποιούν δεν τα ποιώ
Το πρόσωπό μου αδιάκοπα αλλάζουν
Λες κι είμαι ζύμη και με πλάθουν

Τα μόνα ποιήματα που ποίησα εγώ
τα μόνα που ήταν πιο αδύναμα από μένα
είναι όσα τόλμησα να σκίσω ή να μη γράψω

*Από το στ’ / Δ’ Κοῦφον γὰρ χρῆμα / ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, 1978

Αντώνης Βάθης, Νύχτα στην αποβάθρα 24


Ο Αντώνης Βάθης σε σχέδιο του ζωγράφου Τίμου Μπατινάκη

Νύχτα στην αποβάθρα 24 στην άκρη του μυαλού μου, είναι η αποβάθρα που φεύγουν οι μεγάλες μου ιδέες για τα βάθη του μυαλού μου, η Χιονάτη πηδιόταν σε ένα κοντέινερ με την κακιά μάγισσα Φούρκα, ο εκτελωνισμός της νέας μεγάλης μου ιδέας αργούσε, δεν είχα όλα τα πιστοποιητικά, θα έχανα άλλη μια προθεσμία με τη δόξα και το χρήμα, και ο τελώνης, ίδιος ο Σκαρίμπας, μου ‘λεγε ξανά-ξανά, λάθος γλώσσα στα έγγραφα, λάθος υπογραφή και λάθος σφραγίδα του συμβαλλομένου, υπήρχε περίπτωση να κατασχεθεί η ιδέα μου, αν δεν ήταν συμπληρωμένα σωστά, ευτυχώς στο γραφείο Δ34979, σε κάποιο εγκεφαλικό μου κύτταρο, ένα νυσταγμένο στοιχειό γκόλτζι έδωσε πράσινο φως στο RNA να στείλει μήνυμα στο σωστό νευρώνα και να το συμπληρώσω σωστά, άλλη μια μεγαλοϊδέα θα ξεκινήσει λοιπόν για τα βάθη του μυαλού ενός Βάθη.

*Από τη συλλογή «45 ιστορίες απ’ την άκρη του μυαλού μου» Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβριος 2019, στη Σειρά: ΛΟΞΗ ΓΡΑΦΗ / 20

Γιάννης Κόκκινος, Δύο ποιήματα

ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΒΛΕΜΜΑ

Ρέει το φως
από τα μάτια σου

Άκουσα και κατάλαβα

Ένα τέτοιο βλέμμα
δεν θέλει εξερεύνηση

Ασ’ το στην ομορφιά του
κι αν είναι
θα υπάρξει για σένα

  • ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ

Μετά από δω δεν έχει τίποτα
μόνο αγάπη
αγάπη που περίσσεψε

Και για την ομορφιά
μη νοιάζεσαι έτσι που σκορπίζεται

Τόσα κενά είναι που πρέπει να καλύψει
εκεί που τελειώνουμε εκείνη ξανασμίγει

Υπάρχει ακόμα ολόκληρη
έτσι νιώθω όταν σε βλέπω

Γι’ αυτό μη νοιάζεσαι
μονάχα κράτα με

*Από τη συλλογή “Μαγικό κορίτσι”, εκδόσεις Σμίλη, 2021.

Σπύρος Κατσίμης, Τρία ποιήματα

Η ΑΠΟΛΥΣΗ

Πώς βρέθηκε το κίτρινο χειρόγραφο
ανάμεσα σε καταλόγους, αριθμούς
επωνυμίες, κώδικες, λογαριασμούς
δίπλα στον υπολογιστή σου.
Πώς βρέθηκε το γράμμα του έρωτα
που διάβασες κι έτρεμαν τα χέρια σου
έκανες λάθη
και σε απέλυσαν.

*

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τον έβλεπε να ψευτοζεί στα ορεινά
σκαλίζοντας τη φωτιά
με λίγη μνήμη.

*

ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ

Το χιόνι έλιωσε, μα είχα βολευτεί
στο μικρό ξενοδοχείο του χωριού.
Και όταν οι δρόμοι άνοιξαν, είπα να μείνω
να περπατώ στη χλόη και τα πλακόστρωτα
μέσα στη φύση και τον ήλιο.
Έτσι, μπήκα στο καφενείο της πλατείας
που οι θαμώνες περιέγραφαν
τη σκληρή τους μοίρα.

*Από τη συλλογή “Μεταφορά”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Βασίλης Κουντζάκης, Δύο ποιήματα

ΑΚΤΗ

Νυχτώνει
στα βράχια τούτα εδώ
κύματα σκάβου σιγά σιγά σπηλιές
αντίλαλος τυλίγει
με του σκοταδιού τον ερχομό
τις οιμωγές μιας γέννας

Εδώ βρίσκονται τ΄ απομεινάρια
του πέπλου που ύφαναν
της αράχνης οι ιστοί
γύρω από έναν κόσμο

Οι σωροί από φύκια που σάπισαν
θάβουν αναμνήσεις, κονιορτούς
φωνές κι απόηχους καλοκαιριού

Το τραγούδι μας πια δεν ακούγεται.

*

ΦΥΓΗ

Πτυχή φωτός
μέσα στη νύχτα
άνοιξα την πόρτα
σκυφτός
πλησίασα

Σε είδα να χορεύεις
να κάθεσαι
για μια στιγμή
στο πάτωμα
να σηκώνεσαι
να κάνεις κύκλους
γύρω απ’ το δωμάτιο
κινήσεις ακατάληπτες
στο τέλος
άφησες
κεντημένο
ένα εργόχειρο
ερήμωσης.

*Από τη συλλογή “Το απέναντι κάθισμα”, εκδόσεις Εκάτη, 2020.

Νατάσα Χατζιδάκι, ένα ποίημα

Μετά από μια πράξη συνουσίας χωρίς αγάπη
Μέσα σε λόφους νεαρούς
διάσπαρτα εντελβάις.
Σιωπηλό τον εξακοντίζει το φως
παχύρρευστες τον προσκομίζουν ακτινοβολίες.
Μέσα στα σάβανα των υποκαμίσων του
οι παρειές του τεντωμένες από αφύσικο χάδι.
Ένα πλατάγιασμα οσμών τον περιβάλλει.
Είναι αθέατος και ορατός
ο παντοκράτορας της Άνοιξης.
Συντελεσμένων χρόνων ο Εξάγγελος.

*Από τη συλλογή “Άλλοι”, εκδ. Κέδρος, 1990.

Χρίστος Λάσκαρης, Τρία ποιήματα

ΑΝΙΑ

Με δυσκολία προχωράει η ζωή,
σαν άρρωστο απομεσήμερο,
σαν Κυριακή
όπως σ’ ένα μπαλκόνι το σκυλί
γαυγίζει από ανία.

*
Σ’ ΑΥΤΟΝ ΕΧΟΥΝΕ ΠΡΟΣΒΑΣΗ

Δεν είναι για τον καθένανε ο ουρανός.
Σ’ αυτόν έχουνε πρόσβαση
οι άγγελοι μόνο
και τα παιδιά
και όποιος στη ζωή
έχει πολύ υποφέρει.

*
ΤΙΠΟΤΑ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΔΙΔΕΙ

Αντιμετώπιζε τις Κυριακές με ποιήματα.
Όσο για τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας,
εργάζονταν
όπως και συ.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Λυπιού

Προοίμιο

Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…

Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζούν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.

Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι… όχι… λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».

Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.

Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας.
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας. .
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντας σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.

Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού
βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο
που ’βγαίνε απ’ το θάνατο.
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, η πεταλούδα,
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ’ το μαύρο στο τέλειο.

Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι γω
που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,
σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»

Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.

Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετο της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Υστερόγραφο

Φήμιε, (…)
(…) ετούτο μόνον το τραγούδι μην το συνεχίσεις·
Θλιβερό κι αβάστακτο, σπαράζει την καρδιά μου
Μες στα στήθη, αφότου με κατοίκησε πένθος μεγάλο κι αλησμόνητο.
Τέτοιο το πρόσωπο που εγώ ποθώ, και συνεχώς τη μνήμη μου πληγώνει
Η μορφή του αντρός μου (…)
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Μαμά έφερα τελικά κάποιον σπίτι
πάει, πέρασε τώρα
η αγάπη μας ήταν για σύντομη απόσταση

Μαμά, κάπου στον κόσμο έχω πεθάνει
άλλος μου πήρε το κορμί, το τρώει, το ζεσταίνει, το ικανοποιεί
μα για εμένα είναι παντού
Χριστέ μου, είναι τα έπιπλα όλα του σπιτιού σπασμένα
στην κοιλιά μου
έτσι θα ξεχρονίσω -μη μου φωνάζεις άλλο-
κατοικώντας το γερτό
πληγές και τραύματα που δεν μου αναγνωρίζουν τα ‘χω εδώ,
όταν χτυπώ το πρόσωπό μου
κι όταν κλωτσώ τον άθλιο τοίχο
πληγές και τραύματα
και γύρω γύρω μου το κοτετσόσυρμα
ρέστος χαμόσυρτος κι άλαμπος
φριχτά μες στην οργή μου σπρώχνω
το παρακαλεστικό πιγούνι μου μες στο σκοτάδι
να τον φτάσει
μήπως αν σβήσω φώτα με ακούσει;
«Δεν είμαι κακός, σε παρακαλώ, δεν είμαι κακός»
μήπως ξανάρθει;
Στο νερένιο σκοτάδι που μειώνει την απόσταση
κρέμομαι
άθλια στο κρεβάτι σαν σφαχτό
με χιόνια ξεκλειδώνω κάθε βράδυ
την πόρτα του υπογείου
τα όνειρά μου σιτηρέσια που λαμπάδιασαν
κι άσπρος, μια καρέκλα κήπου στο ερείπιο
που ανεβαίνουν σκόνες και σαλίγκαροι
απλώνομαι κι ακούγω να μου λένε
τι βλασφήμια ωραία να μισώ ό,τι αγάπησα
να αποδεχτώ, να υποχωρήσω
μα το σκάφανδρο αυτό που μου πουλάνε
δεν θα με φτάσει στη σκοτεινή την άμμο
για ν’ ανάψω το υδρόβιο κερί μου
παρακαλώντας προς στιγμήν
να πάρουνε φωτιά τα σκοινιά του στόματός μου.

*

Είμαι αγριεμένος
ξημερώνει κι όλα είναι μια έξοδος
μα αν κόψω ένα φρούτο θα ουρλιάξει πιο καλά
θα εκφραστεί σαν μωρό κι εγώ θα καταπίνω θάλασσα
πάντα θάλασσα ώστε ν με χτυπάνε ολόκληρο
οι άνεμοι των Δυνατών.
Ας έρθει το ζεστό λουλούδι ας πλησιάσει
όπως γύρω απ’ τον λαιμό μου το σεντόνι είναι γείσο
ας με βρει, ας σε φέρει ψάρι μου
Γύρισε πίσω γύρισε πίσω
έχω τον βραστήρα σου
Δεν λέει να ηρεμήσει. Συνεχώς από κάπου αλλού
τον πάνω όροφο χτυπάει μια γριά τις κουτάλες της
είναι ο δικός της
τρόπος
να κλαίει

*

Δεν το βάζω κάτω, Χριστέ μου, γιατί κρατάω ακόμα
αυτό το τίποτα. Χαϊδεύω το φασματικό λαγόνι του
είμαι στο αέρινο υπογάστριο και μυρίζω
κρατάω δεν αφήνω. Όπως πάντα, δεν αφήνω
δέρμα γεμάτο πανάδες και σμίγματα
δεν θα πραΰνω ποτέ ποτέ
Φαίνονται τα μάτια μου άδεια; Πρόκειται για μικρά
μεμψίμοιρα τζαμλίκια; Ανησυχεί ο κόσμος
στη δουλειά: «φίλε, να σε ρωτήσω
σε βλέπω κάθε βράδυ, την παλεύεις;»

*

Κυκλώνω τη λέξη ανεπίστρεπτος
Φάληρο Άνω και Κάτω Τούμπα 40 Εκκλησιές
ανεπίστρεπτος
δεν υπάρχει βοήθεια το σκοτάδι εισχωρεί μονόμπαντα
Βότση Καραμπουρνάκι Αρετσού
ανεπίστρεπτος
το μέλλον μας κάνει άστοργους
Βαρδάρη Αντιγονιδών και Άνω Πόλη Συκιές
ανεπίστρεπτος
σαν να έχει πάρει λάθος τετράγωνο ψάχνοντας γιατρό
κέντρο πιστοποίησης αγγλικών κάποιο φαρμακείο
για δουλειά κάποιο μίνι μάρκετ
με φτηνές λακ μαλλιών από εκείνες που προτιμούν
τα κουήρ αγόρια ανεπίστρεπτος
τεχνικοί COSMOTE διορθώνουν καφάου
στην Καρόλου Ντηλ
ανεπίστρεπτος
αποχωρισμός κι εγκατάλειψη σκίσιμο ξεφλούδισμα
μάδημα μάδημα μάδημα
ανεπίστρεπτος
πια είναι γελοίο ν’ αναφέρω
πως είμαι λίγο κάτω από την άποψη
των κοντινών μου μαρξιστών
σχετικά με τις σύγχρονες σχέσεις
ανεπίστρεπτος
ηλικιωμένοι έξω απ’ τα ΕΛΤΑ Δελφών με ρούχα γήινα
κρεμ παστέλ χωμάτινα – τι χρώματα!
μου θυμίζουν τα χρώματά σου ανεπίστρεπτος
δεν μπορώ να διηγηθώ πια για σένα
χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπινα ελαττώματα
για να γλυκάνεις τον καημό ανεπίστρεπτος
μόνο το σώμα μου επάνω στα γυμνά κορμιά
-τα μονολεκτικά κορμιά-
σαν πέτρα, ζαλισμένο απ’ τις μέρες
ακίνητο -πως τολμά- ασάλευτο
απ’ οποιαδήποτε συγκίνηση
ανεπίστρεπτος
τρυπά τους έλατους και πέφτει στα εκρού γυαλιά μου
ο ψιλόβροχος όπως ανοίγεις αναψυκτικό
κι εσύ από κάτω μου ξαπλωμένος την άνοιξη
στο Σέιχ Σου
να πασπατεύεσαι να συσσωρεύεσαι να εκρήγνυσαι
το πατιρντί αυτό που αγάπησα
τώρα στην κατεδάφιση
με κεραυνώνει πρωί μεσημέρι βράδυ
ανεπίστρεπτος
μαμά ανεπίστρεπτος
αμυδρός και ισχνός μια τελεία πια χαμένος
χαμένος
χαμένος
Έφερα τελικά κάποιον σπίτι μαμά
μαμά
απόκτησα πλέον σπίτι
και πάλι
φεύγω

*Από τη συλλογή “Ίσως φύγεις στο εξωτερικό”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Γωγώ Πονηράκου, Τρία ποιήματα

ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ

Πόσες ψυχούλες βάλατε
στο πιεστήριο;
Τι μεθόδους χρησιμοποιήσατε
και πόση πίεση ασκήθηκε;
Θέλω να πω, σαφώς, η δυσκολία
στην εκάστοτε ψυχή έγκειται·
από πόσες τρίχες
την τραβήξατε για να ‘ρθει;
Τι πόνος μεσολάβησε
σαν άλλος αγγελιαφόρος
για να τεθούν κάτω
από τέτοιες δυνάμεις
τα μύχια;
Αν δεν έχετε απαντήσεις
δεν έχω καμία δουλειά εδώ.
Οι κάλπες στήνονται για
ευνόητους λόγους·
όπως και τα εκτελεστικά αποσπάσματα.
Η τρομοκρατική δημοκρατία σας
ξεχύνεται σαν βόθρος στην άσφαλτο
Πνίγομαι στο λίκνο που την ανατρέφει
Κι ο Παρθενώνας σαν να μου κλείνει
με χρησμό, το μάτι:
“Καιρός για επανάσταση”
ούριος δεν θα φυσήξει ποτέ,
οι καναπέδες πρέπει να σαπίσουν,
το βάρος μας να στηριχτεί καλά
στα γόνατα.
Τόσες τα κατάφεραν πριν
από εμάς.

*

ΦΥΓΗ

Φορές ελπίζεις
να βγει από την κοιλιά
ένα χέρι, να στηριχτεί
στις κλειδες σου
-να σε γυρίσει
μέσα έξω

Μα όταν
αφουγκράζεσαι το
μέσα, δεν αντέχεις
άλλο
αυτή
τη μουσική
το αυθεντικά γλοιώδες πλάσμα
που είσαι,
ο φόβος σου
πως θα φθαρείς,
σου ροκανίζει το μυαλό
επάνω στην ηλεκτρική καρέκλα

Μην πλανάσαι
-οι ιδέες σου είναι-
το αχνό περίγραμμά σου δεν κοιτάζουν
στον καθρέφτη.

*

ΕΞΖΙΤ

Κρύφτηκε
σ’ ένα βοκσβάγκεν λευκό
με δίχως ουρανό
Είπε πως
τα ‘ζησε όλα μέσα στο λίγο
και πως η υπομονή είναι
το πιο λαίμαργο ζώο του βασιλείου:
Είχε τόσο κουραστεί να την ταΐζει
και ν’ αδειάζει· μέχρι
στιγμή που

Κανείς δεν θυμάται τ‘ όνομά του
μόνο πως ήταν ένας δειλός σοφός
με πόδια σαν ρίζες
μα θα ‘θελα να μου ‘χε εξηγήσει γιατί.
Ίσως οι πράξες δεν εξηγούνται,
οι άνθρωποι δεν μας μοιάζουν,
έτσι όπως επιθυμούμε.

*Από τη συλλογή “Έξζιτ”, εκδόσεις Θράκα, 2024.