Omar Sakr, You think I fear to enter October 7th / Νομίζεις ότι φοβάμαι να μπω στις 7 Οκτωβρίου

You think I fear to enter October 7th
Habibi, I never left. A’m still there

Dying as I do ever day. I admit I can’t se
The murdered you heap murder on.

Which of us disgraces them are, do you think?
Ten thousand children want to know.

You think the world didn’t break that day
For me the world breaks every day.

You Thi k the heart’s task isn’t remaking loss.
You think I won’t write of yours loves,

When the real danger is that I will. Relax,
My hands are cramped around a million epitaphs.

It will take me roughly all all the time in the world
To get there. You think my poetry is a weapon.

And it is. each line is my fist striking your chest,
Each stanza is my ear pressed against it, hoping

To hear a single beat

Νομίζεις ότι φοβάμαι να μπω στις 7 Οκτωβρίου.
Χαμπίμπι, δεν έφυγα ποτέ. Είμαι ακόμα εκεί.

Πεθαίνω όπως κάνω κάθε μέρα. Παραδέχομαι ότι δεν μπορώ να δω
…τους δολοφονημένους που σκοτώνεις.

Ποιος από εμάς τους ντροπιάζει, νομίζεις;
Δέκα χιλιάδες παιδιά θέλουν να μάθουν.

Νομίζεις ότι ο κόσμος δεν έσπασε εκείνη τη μέρα…
Για μένα ο κόσμος σπάει κάθε μέρα.

Εσύ πιστεύεις ότι το καθήκον της καρδιάς δεν είναι να αναπλάθει την απώλεια.
Νομίζεις ότι δεν θα γράψω για τους έρωτές σου,

ενώ ο πραγματικός κίνδυνος είναι ότι θα το κάνω. Χαλάρωσε,
Τα χέρια μου είναι σφιγμένα γύρω από ένα εκατομμύριο επιτάφιους.

Θα μου πάρει περίπου όλο το χρόνο του κόσμου…
για να φτάσω εκεί. Νομίζεις ότι η ποίησή μου είναι όπλο.

Και είναι. Κάθε γραμμή είναι η γροθιά μου που χτυπάει το στήθος σου,
Κάθε στροφή είναι το αυτί μου πιεσμένο πάνω του, ελπίζοντας…

να ακούσω ένα μόνο χτύπημα

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Peter Murphy, Room of empty chairs / Αίθουσα με άδειες καρέκλες

Where he works there’s this room
of broken chairs
cracked basks or arms,
loose screws or adjustments,
missing
casters.

Sometimes they fill the space
and start
to spill out…

or they begin
to disappear

at first in
twos and threes…

till you enter
something like
an empty room

to se a few people precariously
balancing clipboard
on wobbling knees

and looking up

wondering
why

you’re there.

Αίθουσα με άδειες καρέκλες

Εκεί που δουλεύει υπάρχει αυτό το δωμάτιο
με σπασμένες καρέκλες
με ραγισμένες πλάτες ή χέρια,
χαλαρές βίδες ή ρυθμίσεις,
λείπει το
ροδάκια.

Μερικές φορές γεμίζουν το χώρο
και αρχίζουν
να χυθεί έξω…

ή αρχίζουν
να εξαφανίζονται

στην αρχή σε
σε δυάδες και τριάδες…

μέχρι να μπείτε
κάτι σαν
ένα άδειο δωμάτιο

για να δεις μερικούς ανθρώπους επισφαλώς
να ισορροπούν το πρόχειρο
σε τρεμάμενα γόνατα

και κοιτάζοντας ψηλά

αναρωτιούνται
γιατί

γιατί είσαι εκεί.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Χάρης Σακελλαρίου, Η αλήθεια

Θα πρέπει αιώνες να κοιλοπόνεσε η Μέδουσα – με τις αμοιβάδες
Και δε θεραπεύονται ριζικά
Ριζώνουν βαθιά μέσα στο αίμα που στοχάζεται το σφυγμό τους
Ασφυκτικά πολιορκημένο απ’ τους καταπέλτες των ερωτηματικών
Τα ερωτήματα γυρίνοι που σαλεύουν τις ουρές τους
Αυτές που πάντα υποψιάζονται οι μακαρίως κοιμώμενοι
Κι αποκοιμίζοντες με ψυχρά ρεύματα
Με ρευματισμούς κι αρθριτικά ακινητοποιώντας
Τις κινητοποιήσεις στη λάσπη
Που πήζει ολόγυρα στα πόδια τα μάτια τις καρδιές
Η αποκαρδίωση προχωρεί σε βάθος όπως η σκουριά στο σίδερο
Πραγματοποιώντας τον κύκλο της φαυλότητας
Με παλλόμενα περιγράμματα φαγωμένα
Από τα φτιασίδια και τα κάθε είδους παρασκευάσματα των ειδικών
Τα πάντα εντοιχίζονται στις μήτρες των εξειδικεύσεων
Χωρίς πρόσωπο με μια μόνο κίνηση ρυθμισμένη από πολύ μακριά
Έτσι που όλα να παίρνουν ένα ρυθμό προπηλακισμένο
Αγνώριστο μέσα στην πολλαπλότητα των αντιφάσεων θρυμματισμένο
Ένα θρίλερ με όλες τις προεκτάσεις βιασμού
Κι εκείνη ανάσκελα πεσμένη αδρανής
Δεμένη στον τροχό της αδράνειας
Περιστρέφει τους ήλιους της
Γύρω ἀπ’ τον ίδιο πάντοτε άξονα
Αρχέτυπο ξόανο για εκμυστηρεύσεις τζιτζικιών
Όταν η σιωπή πέφτει σα σίδερο στον κάμπο

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα”, εκδόσεις Κέδρος 1978.

Γιάννης Αναστασόπουλος, Τρία ποιήματα

ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΗΝ

Ίσως να μην
τα αδιέξοδα τα νιώθει το φεγγάρι
όταν το κρύβουνε τα σύννεφα
μα όταν
στον ανέφελο ορίζοντα προβάλλει

*

ΣΚΑΜΜΑ

Πυκνογραμμένη παλάμη
το φύλλο φθινοπώριασε
με τις αναβολές θα πέσει
δεν θα πέσει
Σαν το μαζεύω και το πλάθω
κλείνοντας τη χούφτα μου
πολλές μαζί φωνούλες αθωότητας
το εγκαταλείπουν
σαν καφεκίτρινη σκόνη
και μια μακρόσυρτη ακολουθεί
οριζόντια ησυχία
την τελευταία του πνοή

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Οιωνοσκόποι που διαρκούν
χάνονται
και σε λίγο έρχονται πάλι
ιερής απόκρισης στιγμών υπενθύμιση

ω πάρε από τώρα αυτό το πέτρινο κεφάλι
σκαλισμένο από βράχο επάνω

με τις φωνές του

πάρε την έκκληση
και σε διάδοχη των στιγμών χαρά παρούσα
σε διάδοχη εναργή φωτιά

άναψε

*Από τη συλλογή “Ως σχίνον αντιπαλεύον τον στάχυν”, Αθήνα 2005.

Nikola Madzirov, Τρία ποιήματα

Πατρίδα

Ζούσα στις παρυφές της πόλης
σαν φανοστάτης που τη λάμπα του
κανείς δεν αλλάζει.
Ιστοί αράχνης συγκρατούσαν τους τοίχους,
και ο ιδρώτας τα σφιχτοπλεγμένα χέρια μας.
Έκρυβα το αρκουδάκι μου
σε εσοχές χοντροφτιαγμένων πετρότοιχων
κι έτσι το έσωζα από τα όνειρα.

Μέρα νύχτα ζωντάνευα το κατώφλι
επιστρέφοντας σαν μέλισσα που
πάντα επιστρέφει στο προηγούμενο λουλούδι.
Ήταν καιρός ειρήνης όταν έφυγα από την πατρίδα:
το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαυρίσει,
στο γραμματόσημο ένα παλιό ερημωμένο σπίτι.

Από γεννησιμιού μου μεταναστεύω σε γαλήνια μέρη
και τα κενά κολλημένα κάτω απ’ τα πόδια μου
όπως το χιόνι που δεν γνωρίζει αν ανήκει
στη γη ή στον αέρα.

*

Μετά από εμάς

Μια μέρα κάποιος θα διπλώσει τις κουβέρτες μας
και θα τις στείλει στο καθαριστήριο
για να αφαιρεθεί κι ο τελευταίος κόκκος αλατιού από πάνω τους,
θα ανοίξει τα γράμματά μας και θα τα χωρίσει σύμφωνα
με την ημερομηνία
όχι ανάλογα με τη συχνότητα που διαβάστηκαν.

Μια μέρα κάποιος θα αλλάξει τη θέση των επίπλων στο δωμάτιο
όπως τα πιόνια στην αρχή μιας νέας παρτίδας,
θα ανοίξει το παλιό κουτί παπουτσιών
όπου φυλάμε κουμπιά από πυτζάμες,
ξελιγωμένες μπαταρίες και πείνα.

Μια μέρα θα επιστρέψει ο πόνος στην πλάτη μας
από το βάρος των κλειδιών του ξενοδοχείου
και την καχυποψία του ρεσεψιονίστ
όταν παραδίδει το κοντρόλ της τηλεόρασης.

Ο οίκτος των άλλων θα αρχίσει να μας κυνηγά
όπως το φεγγάρι κυνηγά ένα περιπλανώμενο παιδί.

*

Είναι ταχύς ο αιώνας

Είναι ταχύς ο αιώνας. Αν ήμουν άνεμος
θα είχα ξεφλουδίσει τον φλοιό των δέντρων
και τις προσόψεις των κτιρίων στος παρυφές.

Αν ήμουν χρυσός, θα με είχαν κρύψει σε κελάρια,
στο εύθρυπτο χώμα και ανάμεσα σε σπασμένα παιχνίδια,
θα με είχαν ξεχάσει οι πατέρες,
και οι γιοι τους θα με θυμούνταν για πάντα.

Αν ήμουν σκύλος, δεν θα φοβόμουν τους
πρόσφυγες, αν ήμοον φεγγάρι
δεν θα έτρεμα τις εκτελέσεις.
Αν ήμουν ρολόι τοίχου
θα είχα καλύψει τις ρωγμές στον τοίχο.

Είναι ταχύς ο αιώνας. Επιβιώνουμε μετά από ασθενείς σεισμούς
κοιτάζοντας στον ουρανό, όχι στο χώμα.
Ανοίγουμε τα παράθυρα για να μπει ο αέρας
των τόπων που δεν επισκεφθήκαμε ποτέ.
Πόλεμοι δεν υπάρχουν,
αφού κάποιος πληγώνει την καρδιά μας κάθε μέρα.
Είναι ταχύς ο αιώνας.
Ταχύτερος από τον λόγο.
Αν ήμουν νεκρός, θα με πίστευαν όλοι
τότε που σιωπούσα.

*Από τη συλλογή “Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, εκδόσεις Θράκα, 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Είναι απλά το ριζικό μας
φτηνό ξεκούρδιστο ρολόι
κλιματιστικό για επισκευή

Και ο οίστρος της γραφής
επαρχιώτης στην Ομόνοια
έξω από έναν οίκο ανοχής
κομπλαρισμένος κοιτώντας
τους πελάτες να βγαίνουν

Αδιάφορο τελικά αν μπήκε
το μόνο σίγουρο είναι αυτό:
ξέμεινα σήμερα από λέξεις
κι έγραψα ένα κακό ποίημα

*

Ο ΚΑΙΑΔΑΣ

Οι υπόλοιποι στον Καιάδα
συντροφιά με μια αράχνη
δύο ευτραφή ποντικάκια
και το ποινικό μητρώο τους

Και ξέχνα πια τις ισοτιμίες
του δολαρίου με το ευρώ
τα φεστιβάλ της Ποίησης
κι εμένα που κρατώ σφυρί
για να καρφώνω τις λέξεις

Κάτι ήξεραν οι Σπαρτιάτες
από σπηλιές και βάραθρα.

*

ΑΝ ΜΗ ΤΙ ΑΛΛΟ

Εμπειρότερος όλων ο θάνατος

Ωστόσο κάποτε είδα το χρόνο
να στρογγυλοκάθεται πάνω μου
ιχνηλάτης ακάματος της σάρκας

Ποίηση λοιπόν του αεροδρομίου
προσγείωση και απογείωση φονιάς
και τι στίχο να κρεμάσεις στο φως
να τον κοιτά ανάσκελα το σκοτάδι

Υπάρχει άλλη πιο ξεκάθαρη γραφή;

*Από τη συλλογή “Χειρόγραφη φωνή”, εκδ. Σμίλη, 2023.

Βερονίκη Δαλακούρα, Δύο ποιήματα

Άμμος

Μη μ΄ αφήνεις μόνο στην αγαπητή κόλαση.
Τι να πω τώρα βυθισμένος με το όχι να εκσφενδο-
νίζεται από το τρύπιο μου στόμα.
Ήσουν εσύ τη χαραυγή.
Γι΄ αυτό είχα επιμείνει
Γι΄ αυτό έγραφα γράμματα
-θηλυκό γουρούνι-
που άφηνα στις τσέπες
του πεθαμένου.
Ούτε μιια φορά αυτή
Ούτε μια φορά
“τον έχω!”
φωνή

*

Κι όμως

Κι όμως δεν είχα αρνηθεί το φεγγαρόφωτο
Πλάθοντας με την σκιά σχήματα.
Κι όμως το βλέμμα όρισε το μέλλον
να φτερουγίζει πάνω σου μέχρι να φτάσει
έως το χιόνι πλαγιάς.

Οι νυχτερίδες κάτω από τις γέφυρες
Αρχίζουν το κλάμα
φτάνει το δηλητήριο στον φράκτη
και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το στάχυ
και σχοινιά σφικτά δεμένα.

*Από τη συλλογή “Καππαδόκες”, εκδ. Κουκκίδα, 2020.

Αλίκη Καμπέρη, Τρία ποιήματα

ΚΙΝΤΣΟΥΓΚΙ

Μου αρέσει
να βλέπω
τις χρυσές φυλές
των αντικειμένων
ημισέληνος
στον ουρανό

Έτσι ποτέ μου
δεν ξεχνώ
πως στα σκουπίδια
μ’ έχεις πετάξει

*

ΑΣΥΜΦΩΝΟ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Υπογράφηκε
επισήμως
η συνύπαρξη

Δεν μου κρατάς
το χέρι πια

Αυτά ήταν
προ επικύρωσης

*

ΑΤΙΤΛΟ

Ψάχνω
να βρω
τη θάλασσα
στα μάτια σου

Βρίσκω
στη θέση της
το πρωί
μιας Δευτέρας

ή

Θέλω
να ενώσω
τα μάτια σου
με τη θάλασσα

*Από τη συλλογή “Το υλικό δεν ευθύνεται μα της πτώσης το ύψος”, εκδ. Θράκα, 2024.

Ιωάννα Σκλαβενίτη, Τρία ποιήματα

Η Πομπηία κοιμάται,
αλλά η νύφη γεννάει αίμα φλογερό
που περπατάει πάνω στα κόκκαλα σας
και οι πατεράδες σας,
σαν άλλοι Νώε φωνάζουν:
Ας έρθουν.
Στον βράχο, στον γκρεμό,
το ένα καρφί το άλλο σκίζει.

~

Δεν είμαι ο νέος κήπος της Εδέμ.
Τα μάτια μου οργώνουν μάχες,
ανάμεσα στο γέλιο του θανάτου.
Ούτε γυναίκα, ούτε παιδί
είμαι η λεπίδα όλων των τρελών του κόσμου.
Είμαι το αίμα που ξεβράζει η θάλασσα
καθώς αδειάζει από τα βογγητά της.
Είμαι ένας ποιητής,
ένας ζωγράφος που σπάει τα αντρικά σας κόκκαλα.
Είμαι γυμνός σε όλες τις μπόρες.
Μη στέκεστε
τσακίστε, σπάστε
τη βρόμα που ακουμπάει τον ήλιο
τα μουχλιασμένα καμαρίνια
τα χειροκροτήματα
τα δελτία τύπου
τις καλοστημένες έδρες,
που βλαστημούν τις νύχτες μας
και σβήνουν τα αστέρια.
Δεν έχει ορίζοντα
να φεύγεις προτού να γεννηθείς.

~

Συλλαβίζει το χώμα
τρυπάει το κοιμισμένο αυτί της νύχτας
χτυπά τους λεκέδες στα γόνατα
αρπάζει το μαχαίρι.
Ούτε σημάδι.
Θα πέσουν αύριο,
θα σφίξουν τα δόντια
στα στενά και στις πλατείες
το δέρμα του λιονταριού
σαν μαύρο σε άσπρο
θα ζήσει ορφανό
φτωχός πολίτης
δίχως στέμματα Καισαρικά
και χρυσοκέντητα άμφια
σαν μεθυσμένος
μέσα σε βάρβαρες ασωτείες
με πρόσωπο μουσκεμένο από ιδρώτα
σαν άλλος στρατιώτης
που δαγκώνει τις αναπνοές του ήλιου
και ο φόβος λιώνει μέσα στα καταφύγια των φυλακών.
Εδώ είναι βαριά τα σίδερα.
Ακούστε, το άλλο κύμα έρχεται
και οι τρελές μανάδες θα σκίζουν τα λιμάνια,
βλέποντας το νυχτερινό πλοίο να φεύγει σαν θηρίο.

*Από τη συλλογή, “Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας”, εκδ. Κύμα, 2024

Λεωνίδας Καζάσης. Πριν το τέλος αναγνώριση 

Σ’ ανηφοριά καλόβολη, μπρος στην αυγή, στη δύση σιώπησα.
Στη ροή κοντοστάθηκα, ακούγοντας φωνές γητεύτρες,
την βία να αφοπλίζουν, στην ανεμελιά παραδίδοντάς την.
Της γαλήνης την πλήξη επεδίωξα,
των τρυφών τις ράθυμες ιαχές!
Πλήξη δύστυχη εχόρτασα μέσα από δόλιο,
ανηλεή δαρμό που οι άνθρωποι εκθειάζουν, αναζητώντας τον.
Πάντα ο έρωτας απλοϊκός θα μοιάζει
εις την έξιν, της αλγηδόνος έλξεως.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/08/04/πριν-το-τέλος-αναγνώριση-λεωνίδας-καζ/