ένα έτσι, η Ελλάδα

Φωτογραφία: ένα έτσι

η Ελλάδα είναι ένα χαζό αστείο
που γίνεται καθεστώς
και αναιρεί τον εαυτό του σε δάκρυ

μισώ την Ελλάδα
όχι για αυτό που είναι
αλλά για αυτό που φαντάζεται πως είναι
στις πλάτες μας

η Ελλάδα είναι το βασανιστήριο
με το φτερό στην πατούσα
γελάς, κλαις, τρελαίνεσαι

η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει
για αυτό και μόνο
δεν θα ενηλικιωθεί ποτέ της

η Ελλάδα είναι ένα τρομερό
έλλειμμα αυτογνωσίας
με αλλεπάλληλες sold out παραστάσεις

η Ελλάδα έχει σοβαρούς καλλιτέχνες
και γελοίους πολιτικούς

στην Ελλάδα κάθε χριστοπαναγία
είναι ένας ακόμη γρύλος
που παραμένει στα αζήτητα

στην Ελλάδα ο αυνανισμό
είναι τόσο δημοφιλή
που όλοι παντρεύοντα
για σιγουριά

μία είναι η μεγάλη είδηση στην Ελλάδα
η ευημερία της κατσίκας του γείτονα

*Το πήραμε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com

Θεόδωρος Μπασιάκος, Ένας ποιητής

(Με τον τρόπο του Ν. Σφαμένου)

Αυτός ο ποιητής είναι
άγνωστος
ντιπ στους κύκλους του κέντρου
τις εκδόσεις τα περιοδικά τα φιλολογικά καφέ,
τον ξέρουν όμως καλά κάτι ξεχασμένοι καφενέδες
και τα ταβερνάκια όπου τα τσούζει
με παρέες ωραίες
τον ξέρουν καλά επίσης όλες οι γάτες που συναπαντά
στους βραδυνούς περιπάτους του
οι στίχοι του
κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι
σε φωτοτυπίες
φτηνά πλην όμως σπάνια, πολύτιμα αυτοσχέδια φυλλάδια
τραγούδια γι’ αγίους που δεν έχουν
θέση στον κόσμο αυτό των επιτυχημένων κ.ά. τέτοια –
για τον φίλο μου τον Σφαμένο λέω:
πολύ μούτρο ο Σφαμένος! λεβεντιά ο Σφαμένος! δικός μας!
.
Το άσμα είναι βεβαίως παρωδία ενός παλιού κομματιού του Νίκ. Οι Άγιοι, που λέμε, περιλαμβάνονται στο πρόσφατο φυλλάδιό του, το “Αντιηρωϊκό”, Ιανουάριος 2016 – πάντε βρέστε το, αξίζει.

Ελίνα Αφεντάκη, Δύο ποιήματα

ΑΧΝΗ

Η μάνα έλεγε τα ψώνια της επομένης
κι εγώ σημείωνα.
Ήταν φορές που από το σαπούνι στη ζάχαρη
έπεφτε μέσα σε κάτι σιωπές
πυκνές, άβατες.
Μια μέρα
-έξι χρονών θα ήμουν-
όπως συλλάβιζα “και κα-φέ”
μου έπιασε άγρια το χέρι.
Εσύ όχι!
Τι όχι μάνα;
Μη γίνεις η πέτρα της υπομονής, ακούς;
Κρίμα να σκοτωθούν τόσοι περαστικοί

*

ΜΑΝΑ

Βλέπω τα χέρια της να ξεσπορίζουν τις όψιμες ντομάτες.
Δεν είναι καλές αυτή την εποχή, μα κάνουν για σάλτσα,
λέει.
Με το τσιγάρο στο στόμα
σηκώνεται,
πάει
έρχεται
ποτίζει τις γλάστρες
αλλάζει σεντόνια
ερμηνεύει τα όνειρα.
Με το τσιγάρο δρασκελίζει τις εποχές
ψηλότερη κι απ’ τους ίσκιους
Τρυφερή, μα χωρίς ίχνος ταλάντωσης.
Αν ήταν μουσικό όργανο, θα ήταν κανονάκι,
φτιαγμένο από τριανταφυλλιά.

*Από τη συλλογή “από αλάτι”, Εκδόσεις θίνες, 2024.

Λευτέρης Χονδρός, Οι νεκροθάφτες

From Shame by Ingmar Bergman 1968

Σκάβουμε ασταμάτητα από το πρωί·
μα τι θέλουμε να ξεθάψουμε;
Καθένας σκάβει όπως μπορεί,
άλλος με το φτυάρι, άλλος με τα χέρια,
άλλος δεν έχει ούτε χέρια ούτε φτυάρι
και σκάβει με τα δόντια –
μα τι θέλουμε να ξεθάψουμε;

Τριγύρω το χώμα υγρό,
η βροχή σταματά λίγο κι ύστερα
ξαναρχινάει
πιο δυνατή, πιο σφοδρή
και περονιάζει τα κόκαλά μας.

Ωστόσο, καθένας έχει τον λάκκο του.

Δώθε ένας έχει πάρει το χρώμα αυτό
λίγο πριν ξεψυχήσει,
μα δε σταματά να σκάβει
κι όλο επιμένει κι επιβιώνει.

Ο κόσμος έχει για φόντο ένα μαύρο,
κάτι το σκοτεινό, κι εμείς βλέπουμε
μόνο τα χέρια μας μελανιασμένα
κι εκείνους τους λάκκους
που μας κοιτάζουν πάντα πίσω.

Νύχτωσε πια·
η ψυχή μας κουράστηκε,
δεν μπορεί άλλο να περιμένει.
Αδράξαμε όλη τη μέρα μας σκάβοντας·
ο λάκκος που μας κοιτάζει πίσω
είναι δικός μας λάκκος.
Αφήνουμε τα φτυάρια ή τα χέρια ή τα δόντια –
μπαίνουμε μέσα.

Τώρα μπορούμε να σταματήσουμε.

Τζένη Μαστοράκη, Ο ποιητής

Artwork: Franz Kline

Πρέπει να ’ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή
έγραφα μόνο
κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα
για τις άνυδρες συνοικίες,
τα ’κλεινα σε μπουκάλια
και τα πετούσα στους υπονόμους.

Μιχάλης Κατσαρός, Ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου

Στις έξη και τριάντα στη Ρώμη
να μπαίνεις σαν έμπορας ή καμηλιέρης
μεταμορφωμένος σε συνοδό χρυσού
και άσημο επισκέπτη –
κι όμως στον κόρφο σου να φέρνεις μυστικά
γράμματα
του Δεκριανού –
κι αμέσως να διαδίδεται στις αγορές
μέσα στα ανάκτορα
ότι κατέφθασε ένα πρόσωπο
ν’ ανατινάξει την πόλη.
Ύστερα ν’ ανεβαίνεις τα αξιώματα
στους διαδρόμους να σε σταματούν έντρομα
πρόσωπα
ο γραμματέας του αυτοκράτορος έμπιστα να ρωτά
να τερματίζεται η δεξίωσις
η φήμη να μεταφέρει το μπόι σου
να μεταφέρει τ’ άλογό σου –
ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου
έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος
τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία
περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά οπλοστάσια –
συγκάλεσε εκτάκτως Σύνοδο
κλείστε καλά τις εξώπορτες
ν’ ασφαλιστείτε.
Κι εσύ ήσυχα πάνω σε ξύλινα τραπέζια και
καπηλιά
να προετοιμάζεις την ένδοξη παρουσία –
όμως – να εκφυλίζεσαι μετά σε αγοραίο ρήτορα
να κεραυνώνεις τα πλήθη με λόγους
να ξεχνάς τον προορισμό σου
να ξεχνάς τ’ άλογό σου
να προσπαθείς να φτάσεις με υπομνήματα
τον αυτοκράτορα
να ζητάς πίστωση χρόνου
οι γραμματείς να σου απορρίπτουν
την αίτηση –
Πώς γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;
Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
κι εσύ αφομοιώθηκες;

*Από τα «Μείζονα Ποιητικά», εκδόσεις Τόπος

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

Λεωνίδας Καζάσης, Συμφορὰ μεγὰλη 

Μὲσα στο καμὶνι δεν αντὲχεις,
στὲρεψαν οι λὶμνες – τα νερὰ.
Γὺρω σου συντρὶμμια μὸνο βλὲπεις,
αὶματα, μισθωτὴ σκλαβιὰ.

Μὲσα τους τον ὲρωτα σκοτὼσαν, 
μὶσησαν βαθειὰ τη λευτεριὰ,
πὺραυλοι ανὲμους αμαυρὼσαν,  
μα φὲρνουν στην κὸλαση παιδιὰ!

Βὶλχελμ η αλὴθεια σε ζητὰ,
σε βγὰζει απ’ τον τὰφο η λευτεριὰ!
Συγκὶνησης πανοὺκλα εξορμὰ!
Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

Τρὶτο ολοκαὺτωμα ετοιμὰζει
της διαστροφὴς νὲα γενιὰ,
για τις απαξὶες της κομπὰζει,
κὰλπικη, σαθρὴ κληρονομιὰ.

Βὶλχελμ η αλὴθεια σε ζητὰ,
σε βγὰζει απ’ τον τὰφο η λευτεριὰ!
Συγκὶνησης πανοὺκλα εξορμὰ!
Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

Βὶλχελμ η αλὴθεια σε ζητὰ,
σε βγὰζει απ’ τον τὰφο η λευτεριὰ!
Συγκὶνησης πανοὺκλα εξορμὰ!
Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

*Στιχοποίηση του τραγουδιού “Великая Россия”, Вероника Сыромля.

Alejandra Pizarnik, Ζητιάνα φωνή

Ακόμη τολμώ να αγαπώ
τον ήχο του φωτός σε μιαν ώρα νεκρή,
το χρώμα του χρόνου σ’ ένα τείχος εγκαταλειμμένο.
Στο βλέμμα μου όλα έχουν χαθεί.
Είναι τόσο μακρινό το να ζητήσω.
Είναι τόσο κοντινό το να ξέρω πως δεν υπάρχει

*Mετάφραση: Ρήγας Καππάτος

**Το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2025/01/28/zitiana/