Τι είναι λοιπόν η Ποίηση; Ψηλά τα τείχη της κενής δεξαμενής στο μέσον η κατάξερη φωνή στίχοι που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Κατά τον πρωινό νοτιά ο καιρός ξεφλουδισμένο αυγό. Κι από σένα (το πιο κοντινό πουλί μου) στερνό φιλί να μην υπάρχει.
I. How do we go from one season – to another one hour – to the next slow and torturous and continuous hence the rites of passage all the ache mixed with all the fear severing before from after
II. You were crying – the clothes you wore as a child which constrained you and which you’d been forced to part with in order to afterwards in your new body fall in love
*From the book “Cicada”, New Directions, 2022. Translated from Greek by Brian Sneeden.
Κι ενώ έγραφα ή νόμιζα ότι έγραφα ένα ποίημα εισπνέοντας ρύπους αόριστους για να τους διυλίσω σε οριστική ομορφιά ψάχνοντας το αναγκαίο για την περίσταση ρίγος αυτό που διασώζει τα πράγματα πριν συνθλιβούν από άλλα πράγματα Κι ενώ βουτούσα χωρίς εξοπλισμό σε έναν βυθό με λέξεις αδοκίμαστες για να αποκτήσει νόημα η ανάδυση να μη γυρίσω στην στεριά πάλι με χέρια αδειανά έτοιμος πάντα να προστατεύσω το εύλογο απ’ την απλούστευσή του Εκβάλλω άρα υπάρχω, σκεφτόμουν εκείνη την στιγμή πώς να εκβάλω την αγωνία μου στο μεγάλο ποτάμι της αδιαφορίας σας πώς να κατορθώσω μια φιλία που δεν επιζητεί την επιείκεια Κι ενώ ρωτούσα αναπάντητα αφού είμαστε όλοι προδομένοι, ποιος είναι αυτός που μας πρόδωσε; έσκασε σαν κρατήρας η είδηση και μου έκαψε το μυαλό ένα ασημένιο μενταγιόν έτρεχε να σωθεί κι ένας λαιμός με τατουάζ κύλαγε στον γκρεμό όλα τα έλιωνε το τραίνο καθώς έλιωνε Έβγαλε η ποίηση τον σκασμό και πήρε τα βουνά για να μείνει η οργή ακατέργαστη τραχύ τραγούδι άτεχνο ο θυμός
*Artwork: Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας – Σχολή Καλών Τεχνών Φλώρινας.
Και μέχρι σήμερα δεν σταματούν οι θυελλώδεις συζητήσεις Σχετικά με την προέλευση των σπίρτων.
Αν δηλαδή έφτασαν από τον Νέο Κόσμο στον Παλιό μαζί με το καλαμπόκι και τη σύφιλη ακολουθώντας τις μη ευκλείδειες διαδρομές της ιστορίας
Ή αν προέρχονταν απ’ την Ασία όπου για αιώνες χρησιμοποιήθηκαν -όχι σύμφωνα με τον προορισμό τους- στην αναγέννηση των Δράκων ή ακόμη και εντελώς διακοσμητικά εξαιτίας του μαύρου λακαρισμένου τους κουτιού
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι πριν ακόμα από τις άγριες λογομαχίες -εδώ και τώρα- σε σχέση με την ονομασία τους δόθηκαν στα σπίρτα διάφορα ονόματα μεταξύ των οποίων το ρομαντικότερο «φλόγα της παλάμης» και το πιο πρακτικό «φωτιά λιανικής» το τελευταίο έχοντας ως αποτέλεσμα ολόκληρη σειρά εννοιολογικών ταπεινώσεων όπως τον κατακερματισμό της φωτιάς, την αγοραπωλησία της φωτιάς, την ατομική ιδιοκτησία επί της φωτιάς.
Τυχαίνει κάποτε και ένα όνομα προηγείται των γεγονότων ‘Έτσι μόλις αργότερα εμφανίζεται η χειρονομία κατά την οποία κάποιος κλείνει μέσα στις φούχτες του τη φλόγα του σπίρτου και κάποιος άλλος ταυτοχρόνως τις κλείνει μέσα στις δικές του σαν ένα δεύτερο ζευγάρι φτερά εφεδρικά και προνοητικά της πτώσης
Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε ότι και η σημερινή πόλη του Ντίσελντορφ το όνομα της οποίας ακούγεται αξιοσέβαστο αλλά και κάπως ιερεξεταστικό φημίζεται για τις απέραντες εκτάσεις σπιρτοκαλλιέργειας
Η θέα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή από το αεροπλάνο Ο ταξιδιώτης βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα στη γη και το τίποτα περιεργαζόμενος τ’ ατελείωτα χωράφια με το χρώμα της άγουρης φωτιάς (το οποίο θα μπορούσε να ‘ναι κι οποιοδήποτε χρώμα) Έχοντας διαρκώς την αίσθηση μιας τόσο επίμονης όσο και διδακτικής ανησυχίας.
*Από το βιβλίο «Drapetomania, το οποίο κυκλοφόρησε στα βουλγαρικά με τίτλο «Σημειώσεις μιας Γυναίκας- Φάντασμα» και βραβεύτηκε στη Βουλγαρία, χώρα γέννησης της ποιήτριας, με το Εθνικό Βραβείο Ποίησης «Ιβάν Νικόλοφ» (2019).
Έκοβε τα μαλλιά του στους διαδρόμους της πολυκατοικίας. Διερωτόμουν, μαζί του στο ασανσέρ, ενώ ανερχόμουν στον τρίτο με ψαλιδισμένους ώμους
από τον φόβο: Δεν έχει καθρέφτες στο σπίτι; Με κεριά, μου είπαν κατόπιν, πώς τη δόση του φτιάχνει. Με «Δεν φταις, αγόρι μου», τού φέρναν γάλα -και το ‘πινε
όλο- γειτόνισσες συντρέχτρες, «που είναι δύσκολη η ζωή». Τα “Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή” βρήκα μια νύχτα στη θυρίδα.
Ξέσπασε πυρκαγιά· τον βάζαν, είδα, στο κλουβί, καθώς έπαιζε “Kill Bill”, και με ρώτησε αν διάβασα τον Ρίλκε.
*Από τη συλλογή “Θαύματα στου Πολύφημου/ Σβήστε τους φάρους για τον Ιβάν Ισμαήλοβιτς”, Εκδόσεις Κίχλη, 2022.
Ονειρεύτηκε εις μάτην μια VIP θέση σε βαγόνι ασφαλείας την αμαξοστοιχία να σφυρίζει προς τον τελευταίο σταθμό. Ο ασύρματος ξέβρασε παράσιτα εξωγήινων συγχορδιών εκπέμποντας κλήση για θητεία σε άχρωμη ζώνη. Οι άμυνες κατέρρευσαν τσιγάρο σβησμένο πρόχειρα με μια σοβαρή κουβέντα. Το όπλο στα χέρια του βαριά υπόσχεση το κλικ της σκανδάλης σπρωγμένο για μάχη. Τότε οι συνεπιβάτες τον σταμάτησαν. «Είσαι ο εθνικός μας ποιητής» ψιθύρισαν με τα μάτια στυλωμένα στο κενό. Προσφέρθηκε το σκονάκι του θανάτου σε χαρτί από ξυλόλιο αλλά εκείνος με μια ψυχή που έβραζε καζάνι πέταξε στα μούτρα τους: «Ντροπή». Τα χείλη των νεκρών αγιάστηκαν. Η οθόνη ανέβασε τον θίασο της εσχάτης προδοσίας. Το πάνελ υπερψήφισε τη στιγμή. Η τηλεθέαση κάρφωσε το ταβάνι. Μπαμ μπαμ τα χειροκροτήματα. Σφαίρες που γυαλίζουν στον αέρα. Οι βουλευτές σφραγίδες, βλέμματα σβηστά επικύρωσαν το αναπόφευκτο. Κι αυτός μπροστά στην ερημιά της προσοχής κομμάτιασε τα φώτα της ψυχής του σε μια κοιλάδα ψεμάτων μπαζωμένη.
Aπό τη συλλογή ‘’Κουνούπι τίγρης”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.
Σάκος του μποξ -Στον Κλώνο του Μπρονξ-Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώ- πους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Το αδέρφι μου λέει-“Συλλάβαν σπουργίτια-Ζητούσαν ψωμί-Σε μπαλκόνια-Περβάζια-Τα σύραν’ στο Τμήμα-Με βραχιόλια-Πισθάγκωνα”-Στον Κλώνο του Μπρονξ-Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώπους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Το αδέρφι μου λέει-“Συλλάβαν τους ίσκιους-Που ’χουν σπίτια παγκάκια-Τους πήγαν στο Τμήμα-Με βραχιόλια-Πισθάγκωνα”-Στον Κλώνο του Μπρονξ -Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώπους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Το αδέρφι μου λέει-“Συλλάβαν παιδιά-Που πετάνε στους τοίχους-Να τα βλέπουν τουρίστες-Τα κλείσαν’ σε πάρκα”-Στον Κλώνο του Μπρονξ-Βαράμε με αδέρφι-Σάκο του μποξ-Στη Μητρόπολη βρέχει-Συνανθρώπους και φώτα-Τρέχουν σαν δάκρυα-Σε αερολύματα κι άνθρακα-Τα μάτια μας μαύρα-Τ’ αδέρφι σωπαίνει-
*
Ένα ποτήρι γάλα με μια μύγα -Στο Αστυνομικό Τμήμα του Αγίου Τίποτα-Πνιχτές φωνές-Βρισίδια-Και μπουνίδια-“Ε- σύ ’σαι- Ρε τσογλάνι-Που σουφρώνεις στην περιοχή τα δια- μερίσματα-Θα φτύσεις τ’ άντερά σου-Για να μας πεις -Πού τα ’χεις καβατζώσει-Τα κλοπιμαία-Και τα χρήματα”-Αλλά ο διπλανός για το Αυτόφωρο-Τα τακτοποιεί τα φλέγοντα ζητήματα-“Ένα παιδάκι είναι-Σκαρφαλωμένο στο μπαλκόνι της δικιάς του-Πρώτος όροφος-Αφήνει ανθοδέσμη κι ένα ποίημα–Οι μπάτσοι του την πέφτουν-Πως είναι συμμορία-Μπουκάρει στο διαμέρισμα-Ξυπνάει κι η δικιά του-Απ’ τον τρόμο-Και τα βήματα-Κι εκείνος βγαίνει στο διάδρομο-Αρπάζει έναν πυροσβεστήρα-Και λούζει-Όποιον κι αν βρεθεί στου δρόμου του τη μοίρα-Όταν με φέρνουν-Τον βλέπω-Με μια στρατιά από μπάτσους στον αφρό-Κι ενοίκους απ’ την πολυκατοικία-Όλοι τους άσπροι-Ένα ποτήρι γάλα με μια μύγα-Αυτός να αντιστέκεται με πείσμα-Μαζί τους και η δικιά του-Να εξηγεί για ανθοδέσμες και για ποιήματα-Αλλά οι μπάτσοι βρίσκουνε σε αυτόν-Το κελεπούρι-Για να ξεσπάσουν της εξουσίας τα ανομήματα”-Στο Αστυνομικό Τμήμα του Αγίου Τίποτα-Πνιχτές φωνές-Βρισίδια-Και μπουνίδια-“Εσύ ’σαι- Ρε τσογλάνι-Που σουφρώνεις στην περιοχή τα διαμερίσματα-Θα φτύσεις τ’ άντερά σου-Για να μας πεις- Πού τα ’χεις καβατζώσει-Τα κλοπιμαία-Και τα χρήματα”
*
Κανένας -Σε κολαστήριο γηροκομείο-Ιδιοκτήτες και νοσηλευτές χτυπούν τα γερασμένα χρόνια-Νύχτα-μέρα-Τα δένουν στην καρέκλα-Τα έχουν σε ακαθαρσίες και σκουπίδια-Τα ταΐζουν τρόφιμα φρικτά μαγειρεμένα-Χωρίς να σκιάζονται απ’ την ύβρι-Πως βασανίζουν τα γερασμένα χρόνια-Που αν τα καταφέρουν να ξεπεράσουν της ζωής δυστυχήματα και αρρώστιες-Κι αυτοί θα συναντήσουν-Μα ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο-Και το αρμόδιο αργοκίνητο υπουργείο-Θα κλείσει το γηροκομείο-Με εισαγγελέα-Μπάτσους-Κανάλια που μουγκρίζουν-Και στέλνει να τα πάρουν ασθενοφόρα-Για να τα μεταφέρουν σε άλλο θλιβερό γηροκομείο-Με στοιχειώδη τουλάχιστον συμπόνοια-Ύστερα καλεί τους συγγενείς τους-Να παραστούν στη δύσκολη αυτή ώρα-Μα από τους συγγενείς δεν εμφανίζεται κανένας-Θα μεταφερθούν με συνοδούς μονάχα-ΕΚΑΒίτες-Και πλακωμένη την ψυχή τους με μια πέτρα- Αλλά κι αυτή η ώρα θα περάσει-Όπως τα γερασμένα χρόνια το γνωρίζουν-Δεν θα την σταματήσει και η πιο τρομερή ημέρα-
*Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα, 2025.