Ελίνα Αφεντάκη, Δύο ποιήματα

ΑΧΝΗ

Η μάνα έλεγε τα ψώνια της επομένης
κι εγώ σημείωνα.
Ήταν φορές που από το σαπούνι στη ζάχαρη
έπεφτε μέσα σε κάτι σιωπές
πυκνές, άβατες.
Μια μέρα
-έξι χρονών θα ήμουν-
όπως συλλάβιζα “και κα-φέ”
μου έπιασε άγρια το χέρι.
Εσύ όχι!
Τι όχι μάνα;
Μη γίνεις η πέτρα της υπομονής, ακούς;
Κρίμα να σκοτωθούν τόσοι περαστικοί

*

ΜΑΝΑ

Βλέπω τα χέρια της να ξεσπορίζουν τις όψιμες ντομάτες.
Δεν είναι καλές αυτή την εποχή, μα κάνουν για σάλτσα,
λέει.
Με το τσιγάρο στο στόμα
σηκώνεται,
πάει
έρχεται
ποτίζει τις γλάστρες
αλλάζει σεντόνια
ερμηνεύει τα όνειρα.
Με το τσιγάρο δρασκελίζει τις εποχές
ψηλότερη κι απ’ τους ίσκιους
Τρυφερή, μα χωρίς ίχνος ταλάντωσης.
Αν ήταν μουσικό όργανο, θα ήταν κανονάκι,
φτιαγμένο από τριανταφυλλιά.

*Από τη συλλογή “από αλάτι”, Εκδόσεις θίνες, 2024.

Leave a comment