Τάσος Κόρφης, Των μοναχικών ποιητών

Κοσμική δεξίωση ποιητών

Και, βέβαια, η ποίηση δεν υπάρχει εδώ
Στα πολυτελή σαλόνια με την λαϊκότροπη μουσική,
Στους επώνυμους, φουσκωμένους διάνους,
Στην κοσμική ηθοποιό,
Που με συγκινημένη, τάχα, φωνή απαγγέλλει
Τα ονόματα των διάσημων ξένων ποιητών: Ενός φίλου
Του Πωλ Ελυάρ, ενός μεταφραστή της Βίβλου
Κι εκείνου του παμπόνειρου Ναπολιτάνο
Με το ψαλιδισμένο μουστακάκι και τα πανούργα μάτια.

Καημένε Κέρουακ, εσύ που ξέρεις πόσο μεγάλοι
Είναι οι δρόμοι, που δεν οδηγούν πουθενά,
Κι ακροβατείς σε μια τροχισμένη λεπίδα
Μαχαιριού, περιφρονώντας κάθε εξουσία
Για τη νύχτα, εσύ ερωμένε κι εραστή,
Κρίνο της θάλασσας, που ανοίγεις και πεθαίνεις
Την ίδια στιγμή, εφήμερο έντομο,
Οδήγησέ μας από τα μονοπάτια του θανάτου
Στην πραγματική ζωή.

*Από το βιβλίο “Εγκώμια”, Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα, 1993.

Χρηστίνα Καλλιρόη Γαρμπή, από τις “Μαζιμόνες”

(από κάπου θα αρχίζω και κάπου θα τελειώνω)
κοιτάζω τις δύο μικρές δισκιέρες να περιστρέφονται την ώρα
που
παίζω μουσική στα μαγαζιά /
όπως κοιτάζω τα πουλιά να πετάνε πάνω από την
πόλη /
με θαυμασμό /
με αοριστία /
η ώρα είναι δέκα,
έντεκα, μία, τρεις /
έπειτα
παίρνω κάποια ευρώ και φεύγω /
πηγαίνω σπίτι και τα μετράω /
όπως μετράω τους μήνες που περιμένω και
περιμένω και περιμένω να μου δώσουν άδεια για να
κάνω μια ταινία /
μετράω και ησυχάζω /
πιπιλάω τους αριθμούς /
δεν εκτοξεύομαι στο διάστημα /
τουλάχιστον όχι σήμερα /
όχι ακόμα /
μετράω για να μη μου στρίψει /
και βγω χωρίς βρακί στον δρόμο /
κι αρχίζω να ψέλνω
και να βρίζω / να ρίχνω μπουνιές
στους κάδους
και στους άντρες /
μετράω κάτι που ξέχασα
αλλά είναι εδώ / λεκές στον τοίχο /
μετράω γιατί όταν μετράς
υπάρχουν κάποια όρια,
ας πούμε ανάμεσα στο 2 και στο 3, το ένα όριο είναι
το 2 το άλλο το 3 /
έτσι μπορώ ανάμεσά τους να κουλουριαστώ σαν γάτα και /
να υπάρχω /
να υπάρχω /
γιατί από κάπου θα αρχίζω και κάπου θα τελειώνω /
μετράω για να μην ακούω
τα θλιμμένα τραγούδια
και τον παππού σου
που πριν πεθάνει
ζητούσε τη μαμά του / μετράω
για να μαζέψω πια κάτι
για να μην είμαι άλλο
ένα
άθροισμα
από
τρύπες

*“Μαζιμόνες”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Βίκυ Κατσαρού, Παπούσα

Αποφάσισα να γεννηθώ στον κόσμο απ’ την αρχή ξανά,
πόδια ξυπόλυτα ένιωσα στέρεα να πατάνε,
δυο χέρια να βυθίζονται στη γη
κι απ’ τις φτέρνες μου να με τραβούν,
στο στήθος μου άρχισε να χτυπά
χωρίς ντροπή η καρδιά μου,
ανάσα των θνητών τραβήξαν τα πνευμόνια μου,
τη μάνα μου έβλεπα μπροστά μου,
κι ευθύς έκλεισα τα χείλη μου αχόρταγα
στις ρώγες που γάλα ξεχείλιζαν,
μητέρα πεινασμένη, μητέρα να χορτάσω,
«μάνα» χωρίς ντροπή χάρασσαν τα ούλα μου
στο σεπτό της δέρμα.
«Παπούσα σε λένε από δω και πέρα»,
είπε και με φίλησε στο μέτωπο,
«στείρα για χρόνια ήμουν, κι άτυχη, μα εδέησε ο Θεός μας
κι άνθισε η μήτρα μου εσένα, κοριτσάκι». Παπούσα.
Κούκλα στη γλώσσα των τσιγγάνων, της φυλής μας.
Δεν φάγαμε αντίδωρο εκείνη τη χρονιά.
Καταραμένη νόμιζαν πως είμαι,
γεννημένη από ανύπαντρη γυναίκα.
Με την αγάπη της μεγάλωνα, μες στη φτώχεια μας
ψωμί και γάλα η μάνα μου με χόρταινε,
καρπούς που μάζευε απ’ τα δέντρα,
γλυκό νερό απ’ το ποτάμι,
και μόνο ένα κρανίο είχα για παιχνίδι,
της Πεντάμορφης Γοργώς:
τον θάνατο κοιτά στα μάτια,
σε πέτρα του παγώνει.
Γύρω μας περιφέρονταν ακούραστα τσιγγάνοι,
πεζοί αλλά και πάνω στ’ άλογά τους,
δισάκια στους ώμους φορτωμένοι
μα και τσουβάλια ολόκληρα,
πηγαινοέρχονταν
στον λάκκο των οστών,
δενδρολίβανο, λεβάντα, θυμάρι και φασκόμηλο
μαζεύαν για να στολίζουν κόκαλα όταν το μέλλον
πάνω από σφαίρες γυάλινες θα προφητεύαν.
Να ‘τοι μπροστά μου,
ευθυτενείς,
σαν καλαμιές ψιλόλιγνοι,
στάρι μοσχοβολά το δέρμα τους, σαπούνι,
άσπρα τα δόντια τους γυαλίζουν
μέσ’ απ’ τα σκασμένα χείλη τους,
στη θάλασσα βουτούν την παγωμένη
να αφουγκραστούν της γης το ράγισμα,
στων δέντρων τα κλαδιά πηγαινοέρχονται,
φτερωτές ψυχές,
μεταφέρουν των νεκρών μας τα μηνύματα,
πουλιά οι άνθρωποι με τα φτερά σπασμένα,
πετούν με τον παλμό κείνης της φλέβας
που στον λαιμό τους ακούν να τραγουδά
μες στης σιγαλιάς τη νύχτα.
Να τοι μπροστά μου,
παιδί εγώ, ν’ αναζητώ
της μάνας μου το χέρι στο δικό μου
για λίγο να ξεχνώ ότι πέρασε
της μήτρας της η θέρμη,
κι ο αφανισμός μας απειλεί.
Να τοι μπροστά μου, παιδί εγώ, με τη σκιά
του πίσω μου βαδίζω,
κάποια μέρα στον ώμο μου θα με δαγκώσει,
μαζί του θα με πάρει.
Προσώρας στα όνειρά μου μόνο έρχεται,
μα γλιστρώ από τα δάχτυλά του.
Προχθές με δάγκωσε στο πόδι,
κι η γιαγιά Ρόλντα πέρασε στην αντιπέρα όχθη,
το σώμα της στον άλλον κόσμο είδα
με τα σημάδια του χρόνου πάνω του αμείλικτα,
φλέβες ανοιγμένες ξέχειλες ζωής.
Νεκρή τη φίλησα προτού την καταπιεί το χώμα.
Χαβ, πιάβ, τζιβάβ, μεράβ — σόσκετεχουλαϊνάβ ;
Το παιδί μέσα της προσκυνώ
και στων χωμάτων τα σπλάχνα παραχωρώ,
την ανάστασή της προσδοκώ,
παιδιά όλοι είμαστε με τα κορμιά μας πονεμένα.
…/…
Και τούτη η παραμυθία μου ήταν:
Εάν οι άνθρωποι πεθαίνουν, πεθαίνει κι η ψυχή μου.
Στις 30 του Δεκέμβρη του 1814,
ξυπνήσαμε από έναν ολόλαμπρο ήλιο
και τη φύση ανθισμένη.
Όλοι τις πόρτες μας δειλά ανοίξαμε,
πασχαλιά ευωδίαζε ο αέρας,
δεν έβηχε κανείς.
Στις 30 του Δεκέμβρη του 1814 η κατάρα λύθηκε
και ήρθε ξανά η ζωή.
Μετρήσαμε δεκάδες που είχανε φύγει.
Κι εγώ γεννήθηκα ξανά,
ήθελα να βοηθάω κι άλλο τους ανθρώπους.
Και να με, ολόκληρη γυναίκα,
φόρεμα από δαντέλα κόκκινη στο εξής φοράω,
το στήθος μου γυμνό φωτίζει,
ολοστρόγγυλος ο ποδόγυρος του,
ψυχή να ξέρουν πως κι εγώ κατέχω,
κάτω απ’ τους μαύρους τους βοστρύχους.
Κι όλο το χωριό μαζέψαμε τα πράγματά μας,
διαλύσαμε και φορτωθήκαμε τα σπίτια μας
απάνω σε γαϊδούρια
και κινήσαμε να κεντήσουμε
σ’ άλλο της γης σημείο μια νέα αρχή.
Προχωρήσαμε μήνες τρεις και μέρες δέκα,
με τον χειμώνα να μας γδέρνει,
να μας γυμνώνει από το δέρμα μας,
ματωμένες πατημασιές αφήναμε στο χιόνι,
κάποιοι όρθιοι πέθαναν, πάγωσαν στον ύπνο τους,
και το μέρος στοίχειωσαν
γιατί ακόμα νομίζουν ζωντανοί πως είναι.
Οι υπόλοιποι φτάσαμε στη νέα μας πατρίδα,
σ’ έναν παραθαλάσσιο κολπίσκο.
Εμείς, της γης οι Ανέγγιχτοι,
του Θεού το καραβάνι,
απαγορευόταν στις πόλεις ολωνών να μπούμε.
Μοναχά η Φύση μάς δεχόταν.
Ήδη από πού ήρθαμε είχαμε ξεχάσει,
η λησμονιά κι αυτή είναι βότσαλο της μνήμης,
με το παρελθόν μας συζητάμε.
Ποια κληρονομιά ν’ αφήσουμε,
αν στο πετσί μας ζήσαμε πίκρες, μαστίγια
και αρρώστιες;
Ποια κληρονομιά στους επιγόνους μας
αν το μόνο που ζήσαμε ήταν πόνος;
Η λησμονιά είναι κι αυτή βότσαλο της μνήμης,
να κυλάει στις κοίτες του παρόντος η ζωή.
Μόνο έτσι μπορώ να ξεχνώ τον εξουσιαστή μου,
τον βασανιστή μου, μόνο έτσι μπορώ να προχωρώ,
την ελευθερία μονάχα όταν θυμάμαι.
Ζυγό οι Ανέγγιχτοι κανέναν δεν γνωρίσαμε,
ούτε όταν ο Βλαντ με τη βία πίσω μάς γύρισε
να διασκεδάσει επιθυμώντας,
ο σπόρος μας εύφορη γη βρήκε να φυτρώσει.
Την προστασία της Εκκλησίας
οι προπάτορές μου ζήτησαν,
στα μούτρα τους τους έφτυσαν και τους αφόρισαν,
λέγανε πως είμαστε φύτρα του διαβόλου.
Καμία ηθική δεν έχουμε,
η δουλικότητα δεν ξέρουμε τι είναι,
ό,τι κατάφωρα δεσμά περνά στην ύπαρξή μας.
Τρεις μήνες μετά και μέρες δέκα,
ήρθαμε εδώ και το νερό ήτανε πικρό
κι ο τόπος τούτος ονομάστηκε Πικρία.
Και την επόμενη μέρα από τη νέα μας αρχή,
απ’ τα πόδια έξω με σύρανε απ’ το σπίτι,
να με διώξουν θέλανε γιατί έγραφα ποιήματα,
γιατί κόκκινο ήταν το φουστάνι μου
και θα ‘φερνα φωτιά στο ριζικό τους.
Κι ο Ιβάν, του χωριού ο νεαρός μας βιολιστής,
με το δοξάρι του χάραξε τα χέρια τους
κι είπε γυναίκα δική του ότι είμαι.
Μόνοι μας σαν μείναμε,
μακριά απ’ των αρπακτικών τα μάτια,
του φίλησα τα χέρια
και του ορκίστηκα ευγνωμοσύνη αιώνια.
…/…
Στα χέρια των Τσιγγάνων έμεινα λιπόθυμη,
έρμαιο του δίκιου τους.
Στο σπίτι μου κλεισμένη τρεις μήνες και μέρες δέκα,
γιατί το φουστάνι μου φοβόνταν
απ’ το φαΐ τους μην περάσει,
τότε το φαγητό να φαγωθεί δεν έπρεπε, ήταν μολυσμένο.
Και της φυλής οι γέροντες ζυγίζανε τα λόγια μου
που τους απηύθυνα απ’ τον βράχο.
Μα κανείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει τι σημαίνουν,
έτσι μου απαγόρεψαν να γράφω.
Τα βράδια γύρω απ’ τη φωτιά μαζεύονταν
και τον Άμπαμπα καλούσαν να τους χαρίσει φώτιση
και άφεση των αμαρτιών τους,
αμαρτίες που ξύπνησα εγώ,
έλεγαν πως είμαι η απόγονος του Κάιν.
Πως η μάνα μου δεν πήγε μ’ άντρα, ούτε η γιαγιά μου,
ούτε καμία γυναίκα της γενιάς μου,
κι όλες στον κόσμο έφερναν κορίτσια.
Σε μήνες τρεις και μέρες δέκα, να με γυναίκα ώριμη εγώ,
φόρεμα από χιόνι αψεγάδιαστο φοράω,
το στήθος και τον λαιμό μου με τη λευκότητά του κρύβει,
κανείς μη βλέπει τα ποιήματά μου,
κάτω απ’ τους λευκούς βοστρύχους μου.
Για χρόνια δέκα, μήνες τρεις και μέρες δέκα,
το φέρσιμο είχα των δασών, της Θάλασσας,
του ήλιου, της σελήνης,
ποτάμι που κυλούσα αθόρυβα στην κοίτη των ανέμων.
Ράβδο κρατούσα και νερά αγίαζα
να ραντίσω τους αρρώστους,
Αμπαμπίνα ψέλλιζαν τα στόματά τους
καθώς ύψωναν τα χέρια, κι εγώ στα γόνατα χόρευα,
με συνοδεύανε νταούλια.
Γιεκ ντρομ, σινέ τα να σινέ.
Και βεβαιωθήκανε τα λόγια που είπα κάποτε,
πληθύνανε οι άρρωστοι, ο πόλεμος μας κύκλωσε.
Μεγάλη η πείνα. Ούτε νερό, ούτε φωτιά, ούτε σκηνή,
ο καπνός τους γκατζός τραβούσε,
στο κρύο να ζήσουμε αδύνατο ήταν.
Ξυπόλυτοι τρέχαμε στο χιόνι,
να μας σκοτώσουν θέλανε απόψε κιόλας.
Μαύρο το δάσος, του σπιτιού μου κάποτε θεμέλιο.
Ο Θεός μαζί μας.
Ο Σάσα με κουρέλια έσφιγγε τα κόκαλά του,
οι μάνες δεν είχαν να ντύσουν τα παιδιά τους.
Κι οι γέροντες, μ’ επίγνωση
ότι το τέλος μας είχα προφητέψει,
γύρω μου μαζεύονταν τα βράδια
και στα πουλιά προσευχόμασταν
τουλάχιστον ο Θεός να σώσει τα παιδιά μας.
Τους γκατζός μπερδέψτε, τυφλώστε τους,
σαν τις οχιές να τους πατήσετε.
Θεέ μου, πόσο όμορφο να ζεις!
Οι Άσπιλοι δεν θα μας αφήσουν…
Κι ένα βράδυ που το φεγγάρι είχε σταθεί
έξω απ’ το παράθυρό μου,
δυο μάτια μέσα μου κοιτούσαν,
σηκώθηκα την πόρτα να ανοίξω.
Ένα όμορφο κορίτσι ήταν των Εβραίων,
απ’ το κρύο έτρεμε, νερό και φαγητό ζητούσε.
Της έδωσα ό,τι είχα.
Πόσες δυστυχίες και πεινασμένοι,
πόσες θλίψεις και δρόμοι,
πόσες αιχμηρές πέτρες διαπέρασαν τα πόδια μας,
πόσα πειράματα λόγχισαν τα σπλάχνα μας,
πόσες σφαίρες πέταξαν από τα αυτιά μας!
Με βάρκες στη Θάλασσα ορμούσαν να προλάβουν
πριν ο εχθρός μάς φτάσει,
και άλλοι ξεβράζονταν νεκροί
άλλους τους ανασέρναμε με πνευμονία,
αχ, Θεέ μου, πόσο ωραία η ζωή
κι εμάς δεν μας την επιτρέπουν.
Κι η προφητεία μου πληρώθηκε κι ήρθε ο αφανισμός μας.
…/…
Μεγάλωσα στο δάσος,
ηλίανθος που κέντησαν φεγγαραχτίδες και διαμάντια.
Αγαπάω τη φωτιά με την καρδιά μου όλη.
Οι άνεμοι με βύζαξαν και με κοιμίζανε στην αγκαλιά τους,
το χώμα μού ανακούφιζε την πείνα,
με ξεδιψούσε η θάλασσα,
οι βροχές ξεπλένανε τα δάχτυλά μου,
ο ήλιος ήταν ο πατέρας μου
κι η μάνα μου μικρή τσιγγάνα
που χρώματα όμορφα έδωσε στο δέρμα,
στην καρδιά μου.
Με θρέψανε λουλούδια και άγουροι καρποί,
η νύχτα τα μαλλιά μου φίλησε,
προτού το χιόνι τα χαϊδέψει,
η νύχτα φίλησε τα μάτια μου
προτού απ’ τα ρυάκια κλέψουνε τη δύναμή τους.
Στο δάσος τη ζωή μου έζησα, της φύσης ερωμένη,
λουλούδι ψήλωσα με πέταλα χρυσά,
τη φωτιά αγαπάω με όλη την καρδιά μου.
Καταρράκτες τα μαλλιά μου κατέληγαν εκεί
που τα ποτάμια έσμιγαν και λουζόταν το Φεγγάρι,
άνεμοι κι αέρηδες με πήραν
και με σκόρπισαν μακριά στον κόσμο,
οι βροχές τα δάκρυά μου ξέπλεναν,
το δέρμα μου στέγνωνε ο ήλιος ο χρυσός μου.
Πόσο όμορφα μες στη σκηνή μου ήταν,
πόσο όμορφα να τραγουδούν οι άντρες
και η φωτιά να καίει,
να κλαψουρίζουν τα παιδιά
και με τις φτέρνες μας στις φλόγες
να κεντάμε παραμύθια.
Περάσανε πια τα νεανικά μου χρόνια,
και της ωριμότητας επίσης,
και να με καταλάβει δεν μπορεί κανείς
παρά μονάχα τα δάση και οι λίμνες.
Το νερό πίσω δεν κοιτά,
ρέει κλωστή ασημένια, στις φλέβες μου,
στον ήχο των ματιών μου, στις τρίχες των μαλλιών,
πάντοτε δραπέτης, περιπλανιέται αιώνια,
το νερό πίσω δεν κοιτά,
βράχος κανείς δεν γίνεται πατρίδα του, κελί του.
Στο βαθύ νερό ανήκω.
Να σβήσει επιτέλους η φωτιά μου.
Στην κοιλάδα της Σκιάς Του περπατώ,
ανάμεσα σε θάλασσες δικαιοσύνης και δάση χλοερά,
το άφθαρτο φως με οδηγεί και τα δεινά μου πάψαν όλα,
κρασί ξεχειλίζει το ποτήρι μου, λάδι το μέτωπό μου.
Ανάμεσα σε δέντρα άφθαρτα και λουλούδια από ζαφείρια,
βλέπω όλη τη φυλή μου,
λευκά ανεμίζουν τα μαλλιά τους, η γιαγιά Ρόλντα
και πίσω της όλες οι γυναίκες της γενιάς μου,
όλες οι γυναίκες που κάποτε υπήρξα.
Κι η μάνα μου ακριβώς μπροστά τους.

*”Παπούσα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021.

Βικτώρια Κουκουμά, Επίλογος και άλλα ποιήματα

Όταν το ευθύβολο βλέμμα κουραστεί
τότε
η ώρα αυτή πουν ξεχασμένη ακόμα στη νύχτα της αρχής
-κάπως έτσι αποφασίστηκε-
ακριβό παιδί του παραμυθιού
Βαρύ στα μάτια της έλλειψης που γίνεται αλήθεια
θα επιστρέψει σα σιωπή
που γνωρίζει
το στέρξιμο της Περσεφόνης.

*

Δεν ξεδιψάει με νερό
από εξασκημένο χέρια
κι ούτε όποιος τον έθρεψε
μα που τον έζησε
το θάνατο
θα τον κερδίσει
μ’ ένα βραβείο ανεπίδοτο
κι ό,τι δεν ήτανε
να συγχωρήσει.

*

Ο άγγελος δεκατεσσάρων ή κάτι τέτοιο,
στον ύπνο έστεκε να κοιτάζει τη σιωπή μου – είπε

Του μίλησα όταν ξύπνησα
χρόνια μετά
στη μέση ενός χειμώνα
που δεν καταλάβαινε από σκεπάσματα.

*

Ακολουθώντας την Κλαρίσσα και τις άλλες,
βαδίζω για να δω “το πράγμα”
γυμνό από παλιές λέξεις.

*

Οι γυναίκες ταξιδεύουν εύκολα στην ξένη χώρα·
έτσι περνάνε τη ζωή τους
φροντίζοντας αποσκευές
και κάποτε θυμούνται εκείνα τα σκαλιά της βεράντας
σκεπασμένα από το φως των χιλιομέτρων.

*Από τη συλλογή “Περασμένη χώρα”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017.

Ρω Νικολάου, Φαντασμαγορία

Αυτός που φτιάχνει το σκοινί κι αυτός που το ρίχνει κι αυτός που
το γραπώνει
για να βγει έξω κι αυτός που τον σπρώχνει για να πέσει κι αυτός
που πέφτει
κι αυτός που σκάβει στα τοιχώματα γυρεύοντας τ’ όνομά του κι
αυτός που το θάβει
κι αυτός που ο ρόγχος του καθώς σβήνει αντιφεγγίζει στο σώμα του
διπλανού
κι αυτός που ονειρεύεται ότι μακριά, πέρα από το λάκκο,
υπάρχει η φαντασμαγορία της μέρας και της νύχτας.

*Από τη συλλογή “Σαλός μαγνήτης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2022.

Jacques Brel, I wish you… / Σας εύχομαι…

I wish you endless dreams and the furious desire to realize some of them. I wish you to love what must be loved, and to forget what must be forgotten. I wish you passions. I wish you silences. I wish you birdsongs as you wake up and children’s laughter. I wish you to respect the differences of others, because the worth and virtues of each person often remain to be discovered. I wish you to resist the stagnation, the indifference, and the negative values of our time. I wish you at last to never to give up the search, for adventure, life, love. For life is a wonderful adventure and no reasonable person should give it up without a tough fight. I wish you above all to be yourself, proud of being and happy, for happiness is our true destiny.

Σου εύχομαι ατελείωτα όνειρα και τη μανιώδη επιθυμία να πραγματοποιήσετε κάποια από αυτά. Σας εύχομαι να αγαπάτε ό,τι πρέπει να αγαπηθεί και να ξεχνάτε ό,τι πρέπει να ξεχαστεί. Σας εύχομαι πάθη. Σας εύχομαι σιωπές. Σας εύχομαι τα κελαηδίσματα των πουλιών καθώς ξυπνάτε και το γέλιο των παιδιών. Σας εύχομαι να σέβεστε τις διαφορές των άλλων, γιατί η αξία και οι αρετές του κάθε ανθρώπου συχνά μένει να ανακαλυφθούν. Σας εύχομαι να αντισταθείτε στη στασιμότητα, την αδιαφορία και τις αρνητικές αξίες της εποχής μας. Σας εύχομαι επιτέλους να μην εγκαταλείψετε ποτέ την αναζήτηση, για την περιπέτεια, τη ζωή, την αγάπη. Γιατί η ζωή είναι μια υπέροχη περιπέτεια και κανένας λογικός άνθρωπος δεν πρέπει να την εγκαταλείψει χωρίς σκληρή μάχη. Σου εύχομαι πάνω απ’ όλα να είσαι ο εαυτός σου, περήφανος που είσαι και ευτυχισμένος, γιατί η ευτυχία είναι το αληθινό μας πεπρωμένο.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Νίκος Μιτζάλης, Ονειρικές πόλεις

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

Όλες οι ονειρικές πόλεις
Είναι σαν τις γυναίκες που ποθήσαμε                              
Απρόβλεπτες
Άγριες
Άφταστες                                                                                                 
Με σπασμένο βλέμμα
Με τρεμάμενα χείλια                        
Με έρημους δρόμους
που γυρίζουν στον εαυτό τους σαν ένα πλεγμένο κουβάρι
σαν την Zobeide
ξεχασμένες
ετοιμόρροπες                                     
μαγικές
να τραγουδούν στριφογυρίζοντας με μάτια κλειστά
Λουσμένες τη νύχτα

Φιλαρέτη Βυζαντίου, Δηλώνω ένοχη

Χαρακτικό: Βάσω Κατράκη

Ο Φλεβάρης ετούτος
δεν είναι σαν τους άλλους
Απολεπίζεται
αποστειρώνεται μετά
δείχνει τα δόντια του στιλπνά και πεντακάθαρα
βγάζει τα ρούχα του όλα
τα κρεμάει στο σύρμα της αλήθειας
και αναλύει κάθε απόγευμα το DNA της θολής του ύπαρξης
Απογοήτευση!
Ετούτος ο Φλεβάρης
δεν είναι σαν τους άλλους

Γιατί ασχολούμαι όμως μαζί του;
Γιατί του γράφω στίχους;
Γιατί τον αγγίζω
με γάντια τραχιά
Γιατί σαν τον κοιτάζω κατάματα
ο οισοφάγος μου συσπάται από έναν απροσδιόριστο πανικό;
Αναρωτιέμαι
Τόσα σπασμένα ποιήματα
τόσοι σπασμένοι άνθρωποι
τόσες σπασμένες ψυχές
Γιατί;

Παρόλα αυτά η ζωή συνεχίζει να ανασαίνει
συνεχίζει να βαδίζει
με ατσάλινα υποδήματα
ανθεκτικά
άφθορα
απρόσβλητα -θαρρείς-
από το οξύ του θανάτου

Κι εμείς;
Όλοι εμείς που αμφισβητούμε κάθε στιγμή
την παντοδυναμία της
πώς αντέχουμε να γράφουμε στίχους φθαρτούς
και να βαφτίζουμε τις κραυγές μας ποίηση;
Πώς;

Ο Φλεβάρης ετούτος
δεν μοιάζει με κανέναν άλλον
Ρίχνει σκοινί στον πάτο του Άδη
και ατάραχος
αλιεύει κάθε φωτεινό σκοτάδι που τσιμπάει το φτηνό του δόλωμα
Κι εγώ απολύτως ενσυνείδητα
σκοτώνω με κάθε μου στίχο
την αλλόκοτη ψαριά του
και δεν ντρέπομαι να δηλώνω ένοχη
για τον φόνο αυτό…

*Από τη συλλογή “Αξόδευτο φως” 2019-2020.

Έφη Καλογεροπούλου, από “Στο Μονοπάτι των Σκύλων”

ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Δὲν ἦταν δύσκολο νὰ γίνει λέξεις
ἂς ποῦμε θνητότητα ἢ τρυφερότητα
εἶναι κι οἱ δυὸ μιὰ ἀλληγορία
τῆς σιωπῆς
ἕνα κρυπτογράφημα

Ἂν ὑποταχθεῖς στὴ φύση
αὐτὴ θὰ σοῦ μιλήσει, ἔλεγε
κι οἱ λέξεις της ἔκαναν
νὰ διαρκοῦν οἱ ἀστραπές

Μεταμόρφωνε ἕνα βράχο ἐδῶ
μιὰ συστάδα δέντρων ἐκεῖ
ἄλλωστε
μεταμφιεσμένη ἔρχεται
ἡ δοκιμασία καὶ μᾶς βρίσκει

Μέχρι ποὺ φόρεσε
ἕνα ἀνοιχτὸ παράθυρο
καὶ χάθηκε στὸ δάσος

*

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ

Ὑπάρχουν ἱστορίες ὁλόκληρες
ποὺ μοιάζουν μὲ ἀμμόλοφους
πατᾶς πάνω τους καὶ βουλιάζεις
σὲ ἀμίλητο παράπονο
Ἄλλες χάσκουν ἀνοιχτές, ἐρείπια
ποὺ τὰ ρήμαξε ὁ χρόνος
Κι ἄλλες κρεμασμένες στὴ ράχη
μιᾶς λέξης μένουν ἐκεῖ μετέωρες
γιὰ πάντα

Νὰ ζεῖς γενναῖα τὴ φθορὰ σημαίνει
νὰ διασώζεις τὸ ἄφθαρτο
μὲς στὴν ἀγάπη

*

ΣΤΗΝ ΚΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Παίζοντας ζάρια ὁ χρόνος
μᾶς ἔσπρωξε στοὺς κήπους του
γιὰ πάντα
στὴν πηχτὴ ζέστη τοῦ ἀπογεύματος
ἀπομεινάρια
Ποιός ξέρει ἂν θὰ σὲ συναντήσω
κάποτε
τόσο βαθὺ νερὸ ἀνάμεσα
ποὺ χάθηκε ὁ δρόμος
προσπαθεῖς νὰ θυμηθεῖς
μὰ δὲν μπορεῖς

Μιὰ ἔκρηξη θὰ μὲ σώζει πάντα
ἀστραπὴ ποὺ διασχίζει ἀκαριαῖα
σὰν φλέβα
τὸ φαράγγι τῆς στοργῆς

Χωρὶς σῶμα ἔρχεσαι
λέξη ἀπὸ πόρτα ἀνοιχτὴ
θυμίζεις μόλις ἀπουσία
Σ᾿ τὸ εἶπα φεύγοντας
ἀρκεῖ νὰ διασχίσεις τὴ σιωπὴ
καὶ τὸ ἄγριο ρόδο της πληγὴ
θὰ ἀφήσει στὴ σάρκα σου
τ᾿ ἀγκάθι της

*

ΙΣΩΣ Η ΣΙΩΠΗ

Ἀπόψε
Καθὼς βαδίζει δίπλα στὸ ποτάμι
ρίχνει τὰ φύλλα της σὰ δέντρο

Ἡ σιωπή της γλιστρᾶ σὰν λάμψη
πάνω στὸ νερό

Νιώθει εὐτυχισμένη ἀπὸ τύχη
Χρήσιμη ἴσως ὅσο μιὰ καρδιά
ἢ ὅσο ἕνας μικρὸς
κόκκος σκόνης

*”Στο Μονοπάτι των Σκύλων”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2024.

«Ήμουν-είμαι-θα είμαι αυτός που ονειρεύεται»: Σκέψεις για την ποιητική του Γιώργου Μπλάνα

Τιτίκα Δημητρούλια*
Διαβάζω (ξανά) τα ποιήματα του Γιώργου Μπλάνα κι αναζητώ το ήθος και το ύφος της ποίησής του, το τι και το πώς της εγκόσμιας, παράφορης, στασιωτικής, ποιητικής του, το σχέδιο που συνέχει τον ποιητικό κόσμο του. Διαλέγω την επαγωγή. Παίρνω δυο ποιήματα, δυο «Στασιωτικά» στη σειρά, το 116 και το 117, και τα ορίζω ως (καίριο) εστιακό σημείο εκκίνησης.


Στασιωτικό εκατοστό δέκατο έκτο

Αν αντικρύσω άλλη φορά
εικόνα να κομπάζει πως δεν είναι
εικόνα, αλλά εικόνα· αν ξανακούσω
λόγια να επαίρονται πως είναι
σιωπή καταλογάδην, θα πάψω να πνέω.
θα μαζευτώ σε μια σπηλιά
και δεν θα βρίσκετε να θάψετε –έστω–
Ψυχή, Θεό είτε Λόγο.
Έτσι ανώνυμοι –σχεδόν ανύπαρκτοι– θα σέρνετε
το αναλφάβητο παρόν σας
άκρη-άκρη στον γκρεμό του μέλλοντός σας,
σαν τρομαγμένη απάντηση
στο άδειο σακούλι της απορίας: Γιατί
εδώ κι εμείς; Προς τι; Και το σακούλι ασκός
κανίβαλος: σάρκα νεκρή – ούτε φωνές, ούτε σκιές
να ψιθυρίζουν έναστρους τρόμους στη στέγη, ούτε
στρατιές προγόνων να χτυπούν τις πόρτες των ονείρων.
Έτσι! Θα μαζευτώ σε μια σπηλιά
και θα βγαίνω τ’ απογεύματα,
δυο ανάσες δρόμο μέχρι τα έσχατα έλατα
και θα καπνίζω την έσχατη ομίχλη
αργά ηδονικά και θα ’ναι
μια πίπα η πίπα μου – όχι μια εικόνα
που κομπάζει πως δεν είναι
εικόνα, αλλά εικόνα!
Έτσι! Ακούστε με αν μπορείτε ακόμα: μέχρι τώρα
πότε ερμηνεύατε, πότε θέλατε ν’ αλλάξετε τον κόσμο.
Τον ζήτημα είναι να τον ζήσετε. Έτσι· έτσι,
ασύστατοι· έτσι – όχι αλλιώς· αλλιώς,
σας λέω δροσερά και με πανσέληνο: εδώ
που φτάσατε ή απ’ την αρχή θα πάτε όλοι
κατά διαβόλου − και ο διάβολος θα λείπει
για δουλειές τους τελευταίους τρεις
τουλάχιστον αιώνες (μαζί του, ασφαλώς, το σκυλολόι
της κόλασης κι η κόλαση: μια ερημιά· εξόν ο Δάντης
να προσπαθεί να επιβιώσει, πουλώντας αναμνηστικά
σε αμνήμονες τουρίστες) ή …] είπε ο άνεμος.

Στασιωτικό εκατοστό δέκατο έβδομο

Γι’ αυτόν που αποφάσισε να πάει
σε τόπο μακρινό: «Να έχεις αίμα
δύο πληγών –έρωτας, θάνατος–
και να το κάνεις μελάνι με ρετσίνι
αμυγδαλιάς· να πας σε τόπο
ερημικό κι εκεί να γράψεις
σε δέντρο ή πέτρα – όμως γυμνός
όπως το δέντρο και η πέτρα:
ΗΜΟΥΝ – ΕΙΜΑΙ – ΘΑ ΕΙΜΑΙ – ΑΥΤΟΣ
ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ. Ύστερα κάνε πίσω
βήματα όσα τα χρόνια σου αιώνες
και γύρισε πάλι και τότε θα βρεις
ένα άλογο μαύρο. Ανέβα και πες:
Θέλω να πάω, ψυχή, εκεί
όπου ήμουν, είμαι και θα είμαι
αυτός που ονειρεύεται. Κι ευθύς
το άλογο θα σηκωθεί στον αέρα
και πρόσεξε μην φοβηθείς· βάστα καλά
και θα σε πάει στον τόπο
όπου ήσουν, είσαι και θα είσαι
αυτός που ονειρεύεται. Μόνο
μην ονομάσεις τόπο
και χρόνο, γιατί θα σε αφήσει
πάλι όπου βρίσκεσαι – ούτε δέντρο
ούτε πέτρα. Αυτή είναι η τέχνη
που κάνει άνθρωπο τον άνθρωπο,
δέντρο το δέντρο, πέτρα την πέτρα, σώμα
το σώμα, ψυχή την ψυχή,
κόσμο το σύμπαν και θεό
το παιδί στην αγκαλιά σου».

Από τα ποιήματα αυτά κρατώ τη σχέση του κόσμου με την εικόνα του στον λόγο, έναν λόγο που δεν ονομάζει «τόπο και χρόνο» αλλιώς δεν είναι· την ερμηνεία και την αλλαγή του κόσμου ως οντολογικά-πολιτικά προτάγματα που χάνουν το νόημά τους έξω από το εδωνά είναι της θνητότητας και του καθ’ ημέραν βίου· την επιλογή του φτερωτού, ελεύθερου ανέμου ως ενός από τα πολλά προσωπεία του ποιητή· τις δυο πληγές που ορίζουν το αίμα του, τον έρωτα και τον θάνατο – και θυμάμαι ένα άλλο Αίμα του ποιητή, του Jean Cocteau, ο οποίος όριζε όλες τις εκφάνσεις του έργου του ως τροπικότητες της ποίησης, «μυθιστορηματική ποίηση», «εικαστική ποίηση», «κινηματογραφική ποίηση», όπως αλλού κι αλλιώς κι ο Μπλάνας…

Κρατώ το όνειρο, το οδηγημένο από το μαύρο άτι της ψυχής πέρα μακριά σε μια τέχνη-τόπο του ονείρου ως μόνης αλήθειας του ποιητή, στην οποία διαρκώς επανέρχεται («Η αλήθεια μου», Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά):

…Έτσι τρέφεται,
με όνειρα, η αλήθεια μου, γιατί
είναι κάτι παράδοξο. Κι αν όχι,
έτσι τη θέλω εγώ. Δικό μου
είναι το όνειρο, δικό μου και το ψέμα.

Μια τέχνη που δημιουργεί τα φυσικά και τα μετά τα φυσικά, τα έμψυχα και τα άψυχα, την φύση και το σύμπαν, τον άνθρωπο και τον θεό του στο μέτρο της δικής τους αλήθειας.
Κρατώ τη συναίρεση της ποίησης με την, ή έστω μια, οντολογία με τον τρόπο της παραλογής, της ριζωμένης στο λαϊκό ασυνείδητο γιατί γέννημά του· τον αναποδογυρισμένο Magritte και τον εξόριστο εις τους αιώνες Δάντη.
Κρατώ τη σκέψη που πυρπολείται από την εικόνα και γίνεται τραγούδι και ψαλμός και ο ψαλμός γίνεται οντολογική διερώτηση κι απάντηση σε όσα απάντηση δεν χωρά.

Κι από το μερικό στο γενικό, διαβάζω μια ποίηση ουσιωδώς αλλά και μαζί ακούσια φιλοσοφική επειδή πάνω από όλα μοιραία, όπως ζητούσε ο Baudelaire – με τη διαφορά ότι ο Μπλάνας καταφάσκει εξίσου στη σκέψη και στη φαντασία, που «αντιλαμβάνεται, πέρα από φιλοσοφικές μεθόδους, τις μύχιες και μυστικές σχέσεις των πραγμάτων, τις αλληλουχίες και τις αναλογίες». Πέρα από κάθε διδαχή και από την υποψία της ακόμη, η φιλοσοφία, που αναδύεται εξαρχής ως απορία στην ποίησή του και ως συνομιλία λίγο αργότερα, κεντιέται στο τραγούδι, λυρικό και επικό, επιστρέφοντας στην καταγωγική της συνύφανση με την εικόνα και τη μουσική· στον μονόλογο-διάλογο προς εαυτόν και προς τον άλλον, υποστηρίζοντας την αποστασιοποίηση μέσα στην παραφορά. Κι αμφισβητεί κι αυτή τον εαυτό της.

Μια ποίηση της φύσης κατά τους προσωκρατικούς, αλλά και κατά Marx και Hölderlin και κατά Σολωμό, ως ενός όλου που ενοποιείται εν διαφορά και ως δρώσας δύναμης συνάμα.
Μια ποίηση του ερριμμένου στον κόσμο υποκειμένου, σε διαρκή, τραγική, εκκρεμότητα («Στασιωτικό 86»):

Αδάμ ή Προμηθέας, Ιώβ, Οιδίπους ή απλά
άνθρωπος αρπαγμένος απ’ τα κλαδιά του: δέντρο
και άκρη ακρότατη γκρεμού – και πέφτει
μες στον γκρεμό του ο γκρεμός
κι ο γκρεμισμένος μέσα στην εποχή του· η εποχή
μες στ’ όνομά της… Συμπαιγνία: μπρος γκρεμός
και πίσω θάνατος ! Τι θράσος·
να λες: «το Ον», αυτά τα δυο
ισόβια βήματα προς τον αφανισμό.

Ενός υποκειμένου που παραμένει εντούτοις αδιαπραγμάτευτα κι αυτό μια κραταιά δρώσα δύναμη, ποιητική με τη διπλή σημασία του όρου, εντός και πέραν της θνητότητας και σε αναγκαία σχέση με τον άλλον.

Μια ποίηση του όντος (και) ως πληγής που «τρέχει ανθρώπινη ιστορία» («Στασιωτικό 6»), η οποία συλλαμβάνει, κατά Benjamin, την (πολύτιμη για το μέλλον) εικόνα του παρελθόντος καθώς αναγνωρίζεται κι αστράφτει πριν χαθεί για πάντα και τη μνήμη σε μια στιγμή κινδύνου.

Ο Μπλάνας δουλεύει τον λόγο από την καλή κι από την ανάποδη, ως έκφραση του υποκειμένου και όρο ανάδυσης μιας αναστοχαστικής υποκειμενικότητας, θεμελιωμένης (και) έξω από τον εαυτό της. Ο λόγος του είναι πολιτικός και θεολογικός, πολυφωνικός και διαλογικός, οικουμενικός (και) γιατί ελληνικός, με το έθνος να ορίζεται όμως κι αυτό κι από την καλή κι από την ανάποδη: χάρτινο, γυάλινο, τρώγλη, η τρέλα που κρατάει τους Έλληνες «στα καπούλια μιας κουτσής, ψωριάρας Ιστορίας» («Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Δραγάτσης στον Giovanni Jiustiniani – 27 Μαΐου 1453», Τερατούργημα) – όπως και ο λαός εξάλλου. Είναι ο βαθιά τραγικός λόγος της αβύσσου που ανοίγεται στην επαφή του ανθρώπου με τον κόσμο και κάποτε γεμίζει άνθη αλλά ποτέ δεν κλείνει· της παραδοχής της απουσίας του θεού· της οντολογικής αντινομίας και του ιλίγγου της· της επίγνωσης της έσχατης απειλής και της έξαψης που γενναία την αψηφά, αποδεχόμενη την πληγή και το αίμα.

Και διαρκώς επανεπινοείται, συναιρώντας τα είδη, τις μορφές, τις τονικότητες και τους ρυθμούς, ριζωμένος στο παρελθόν και το παρόν και με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον του κόσμου και του λόγου – ένα μέλλον από το οποίο ο ίδιος ο ποιητής ποτέ δεν θα λείπει: «“Αν κάποτε φύγω”, τους έλεγα, “θα ’ναι μέσα στης νύχτας την αδιάβατη ερημιά για να σας βρω”» (Νύχτα, 10). Τον ξαναφτιάχνει συνέχεια από την αρχή ο ποιητής, αυτός που πάντα ονειρεύεται, εντός της κοινωνίας και εκτός των μέτρων της, τέρας και μετανάστης του Λόγου, ένας από τους λίγους που «που παν κοντά στη στοιχειωμένη τη ζωή» (Ωδή στον Καραϊσκάκη). Όσο κι αν οι λέξεις του παραδέχονται «[…]τη μόλυνσή τους: / μια τυφλή πληγή που μας χαρίζει / το τραγικό σαν αναγκαία επιπλοκή της αθωότητας» (ό.π.), σώζεται από η γλώσσα του, «τρέλα καλά γαλβανισμένη» (Ωδή στον Καραϊσκάκη), από τη φωνή του, «στολισμένη τη σιωπή και τη φωνή της» («Στασιωτικό 40»), «λόγο(ς) σκιερό(ς)», «πηγή λαλίστατη», με και με δίχως «τα αίματα βαθιά και σκοτεινά της» (Ωδή στον Καραϊσκάκη).

Αυτά για το ήθος και το ύφος της ποίησης του Μπλάνα, όσο μπορεί κανείς να τα παραστήσει έναν κόσμο αναπαράγοντας, εξ ορισμού ατελέσφορα, το σχέδιό του: «Ο κόσμος μένει άφαντος κι αν ξέρεις / το σχέδιο που μπόρεσε τη συνοχή του» (Νύχτα, 2).
Όσο για το ύψος, ως την «ηχώ μιας μεγάλης ψυχής», ας το μετρήσουμε αλλιώς: «…κατέφυγε(ς) στον θάνατο κι απάντησε(ς) καθέτως τον ήλιο τροπαιοφόρο στην κεφαλή του Λόγου» (Ωδή στον Καραϊσκάκη).

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2025/02/18/ήμουν-είμαι-θα-είμαι-αυτός-που-ονειρε/