Diane Di Prima, Δύο ποιήματα

Buddhist New Year Song / Βουδιστικό Τραγούδι Πρωτοχρονιάς

I saw you in green velvet, wide full sleeves
seated in front of a fireplace, our house
made somehow more gracious, and you said
“There are stars in your hair”— it was truth I
brought down with me
to this sullen and dingy place that we must make golden
make precious and mythical somehow, it is our nature,
and it is truth, that we came here, I told you,
from other planets
where we were lords, we were sent here,
for some purpose
the golden mask I had seen before, that fitted
so beautifully over your face, did not return
nor did that face of a bull you had acquired
amid northern peoples, nomads, the Gobi desert
I did not see those tents again, nor the wagons
infinitely slow on the infinitely windy plains,
so cold, every star in the sky was a different color
the sky itself a tangled tapestry, glowing
but almost, I could see the planet from which we had come
I could not remember (then) what our purpose was
but remembered the name Mahakala, in the dawn
in the dawn confronted Shiva, the cold light
revealed the “mindborn” worlds, as simply that,
I watched them propagated, flowing out,
or, more simply, one mirror reflecting another.
then broke the mirrors, you were no longer in sight
nor any purpose, stared at this new blackness
the mindborn worlds fled, and the mind turned off:
a madness, or a beginning?

Σε είδα με πράσινο βελούδο, με φαρδιά, μακριά μανίκια
καθισμένο μπροστά σε ένα τζάκι, το σπίτι μας
έγινε κάπως πιο ευγενικό, και είπες
«Υπάρχουν αστέρια στα μαλλιά σου»— ήταν αλήθεια εγώ
κατέβηκε μαζί μου
σε αυτό το σκοτεινό και βρώμικο μέρος που πρέπει να το κάνουμε χρυσό
να το κάνουμε πολύτιμο και μυθικό με κάποιο τρόπο, είναι η φύση μας,
και είναι αλήθεια ότι ήρθαμε εδώ, σου είπα,
από άλλους πλανήτες
όπου ήμασταν άρχοντες, μας έστειλαν εδώ,
για κάποιο σκοπό
η χρυσή μάσκα που είχα ξαναδεί, που ταίριαζε
τόσο όμορφα πάνω στο πρόσωπό σου, δεν επέστρεψε
ούτε εκείνο το πρόσωπο ταύρου που είχες αποκτήσει
ανάμεσα σε βόρειους λαούς, νομάδες, την έρημο Γκόμπι
Δεν ξαναείδα αυτές τις σκηνές, ούτε τα κάρα τα
απείρως αργά στις απείρως θυελλώδεις πεδιάδες,
τόσο κρύο, κάθε αστέρι στον ουρανό είχε διαφορετικό χρώμα
ο ίδιος ο ουρανός ένα μπερδεμένο ταπισερί είναι, που λάμπει
αλλά σχεδόν, μπορούσα να δω τον πλανήτη από τον οποίο είχαμε έρθει
Δεν μπορούσα να θυμηθώ (τότε) ποιος ήταν ο σκοπός μας
αλλά θυμήθηκε το όνομα Μαχακάλα, την αυγή
την αυγή αντιμετώπισε τον Σίβα, το κρύο φως
αποκάλυψε τους «νοογενείς» κόσμους, απλώς ότι,
τα παρακολούθησα να πολλαπλασιάζονται, να ξεχύνονται,
ή, πιο απλά, ένας καθρέφτης που αντανακλά έναν άλλο.
μετά έσπασαν τους καθρέφτες, δεν ήσουν πια ορατός
ούτε με κάποιο σκοπό, κοίταξε αυτή τη νέα μαυρίλα
οι νοητικοί κόσμοι έφυγαν και το μυαλό έσβησε:
μια τρέλα ή μια αρχή;

*

An Exercise in Love / Μια Άσκηση στην Αγάπη

for Jackson Allen

My friend wears my scarf at his waist
I give him moonstones
He gives me shell & seaweeds
He comes from a distant city & I meet him
We will plant eggplants & celery together
He weaves me cloth
Many have brought the gifts
I use for his pleasure
silk, & green hills
& heron the color of dawn
My friend walks soft as a weaving on the wind
He backlights my dreams
He has built altars beside my bed
I awake in the smell of his hair & cannot remember
his name, or my own.


για τον Τζάκσον Άλεν


Ο φίλος μου φοράει το μαντήλι μου στη μέση του
Του δίνω σεληνόλιθους
Μου δίνει κοχύλια και φύκια
Έρχεται από μια μακρινή πόλη και τον συναντώ
Θα φυτέψουμε μαζί μελιτζάνες και σέλινο
Μου πλέκει ύφασμα
Πολλοί έφεραν δώρα
Το χρησιμοποιώ για την ευχαρίστησή του
μετάξι και πράσινοι λόφοι
& ερωδιός στο χρώμα της αυγής
Ο φίλος μου περπατάει απαλά σαν ύφανση στον άνεμο
Φωτίζει τα όνειρά μου από πίσω
Έχει χτίσει βωμούς δίπλα στο κρεβάτι μου
Ξυπνάω με τη μυρωδιά των μαλλιών του και δεν μπορώ να θυμηθώ
το όνομά του, ή το δικό μου.


*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

Μιχάλης Γραμματάς, Εγκατάλειψη

Εγκαταλελειμμένος δεν είναι τόσο
ότι εγκαταλείφθηκα
όσο ότι εγκατέλειψα
Όχι τόσο εγκαταλείπομαι
όσο εγκαταλείπω

Εγκαταλείπω  τούς άλλους
Με εγκαταλείπουν
Εγκαταλείπω τον έρωτα
Με εγκαταλείπει
Εγκαταλείπω τη χαρά
Με εγκαταλείπει
Εγκαταλείπω το γράψιμο
Με εγκαταλείπει
Εγκαταλείπω τη γνώση
Με εγκαταλείπει
Εγκαταλείπω τη ζωή 
Με εγκαταλείπει

Εγκαταλείπομαι

Αντώνης Τσόκος, Εγκατάλειψη κινδύνου

Να πλυθούμε
να βγάλουμε το χθες από πάνω μας.
Το παρελθόν εμποδίζει τη βλάστηση
το μέλλον είναι η παιδική μας ηλικία
ότι δεν γίναμε μικροί θα γίνουμε μεγάλοι.

Να είσαι άνθρωπος
και να ερωτεύεσαι
να είσαι σκύλος
και ν’ αλυχτάς στο τρεις το ξημέρωμα.

Το μεγαλύτερο μέρος του σώματός μου
αγνοεί την ύπαρξή σου.
Ό,τι του έχουν πει τα μάτια ξέρει για σένα.
Σε ποθώ όπως ποθούν τον Φιοντόρ οι λέξεις
-είμαι ο θυρωρός της ύπαρξής σου.


*Από τη συλλογή «Συνεταιρισμός Θυρωρών» | Εκδόσεις Κίχλη

Jacques Prever, Ο ανθρώπινος μόχθος   

Ο ανθρώπινος μόχθος
δεν είναι αυτός ο ωραίος νέος άνδρας ο χαμογελαστός
όρθιος πάνω στο πόδι του από γύψο
ή από πέτρα
που δίνει χάρη στα παιδαριώδη τεχνάσματα της γλυπτικής
στην ανόητη ψευδαίσθηση
της χαράς του χορού και της αγαλλίασης
υπενθυμίζοντας με το άλλο πόδι στον αέρα
τη γλυκύτητα του γυρισμού στο σπίτι.
Όχι
ο ανθρώπινος μόχθος δεν φέρει ένα μικρό παιδί στον δεξή ώμο
άλλο ένα στο κεφάλι
κι ένα τρίτο στον ώμο τον αριστερό
με τα εργαλεία στον αορτήρα
και τη νεαρή γυναίκα ευτυχισμένη να κρέμεται απ’ το μπράτσο του.
Ο ανθρώπινος μόχθος φέρει έναν επίδεσμο στην κήλη
και τις ουλές από τις μάχες
που ‘χουν παραδοθεί απ’ την εργατική τάξη
ενάντια σ’ έναν κόσμο παράλογο και δίχως νόμους
Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει σπίτι αληθινό
οσφραίνεται τη μυρωδιά της εργασίας του
και τον χτυπάει στα πνευμόνια
ο μισθός του κοκαλιάρης
τα παιδιά του επίσης,
δουλεύει σαν τον νέγρο,
κι ο νέγρος σαν αυτόν.
Ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει τρόπους
ο ανθρώπινος μόχθος δεν έχει την ηλικία της λογικής
ο ανθρώπινος μόχθος έχει την ηλικία των στρατώνων
την ηλικία των φυλακών και των κατέργων
την ηλικία των εκκλησιών και των εργοστασίων
την ηλικία των κανονιών
κι αυτός που έχει φυτέψει παντού όλους τους αμπελώνες
κι έχει κουρδίσει όλα τα βιολιά
τρέφεται από όνειρα άσχημα
και μεθάει με το άσχημο κρασί της παραίτησης
και σαν ένας μεγάλος σκίουρος μεθυσμένος
χωρίς σταματημό γυρνάει σε κύκλους
μες σ’ ένα σύμπαν εχθρικό
σκονισμένο και με ταβάνι χαμηλό
και ολοένα σφυρηλατεί την αλυσίδα
την αλυσίδα τη φρικτή όπου όλα είναι αλυσοδεμένα
η μιζέρια η πρόσοδος η δουλειά η θανάτωση
η θλίψη η δυστυχία η αϋπνία και η ανία
η τρομακτική αλυσίδα του χρυσού
του άνθρακα του σιδήρου και του χάλυβα
του κλίνκερ και της σκόνης
η περασμένη γύρω από τον λαιμό
ενός κόσμου σακατεμένου
η άθλια αλυσίδα
όπου έρχονται να γαντζωθούν
τα θεία γούρια
τα ιερά κειμήλια
οι σταυροί της τιμής οι σταυροί οι αγκυλωτοί
τα φυλαχτά-σκιουροπίθηκοι
τα μετάλλια των παλιών υπηρετών
τα μπιχλιμπίδια της κακοτυχίας
η μεγαλοπρεπής αίθουσα του μουσείου
το μέγα πορτρέτο του έφιππου
το μέγα πορτρέτο του βαδίζοντος
το μέγα πορτρέτο προσώπου προφίλ στο ένα πόδι
το μέγα πορτρέτο επιχρυσωμένο
το μέγα πορτρέτο του μεγάλου μάντη
το μέγα πορτρέτο του μεγάλου αυτοκράτορα
το μέγα πορτρέτο του μεγάλου στοχαστή
του μεγάλου άλτη
του μεγάλου ηθικολόγου
του αξιοπρεπούς και θλιβερού φαρσέρ
το κεφάλι του μεγάλου ταραξία
το κεφάλι του επιθετικού ειρηνοποιού
το αστυνομικό κεφάλι του μεγάλου απελευθερωτή
το κεφάλι του Αδόλφου Χίτλερ
το κεφάλι του κυρίου Θιέρσου
το κεφάλι του δικτάτορα
το κεφάλι του δημίου
όποιας και να ‘ναι χώρας
όποιου και να ‘ναι χρώματος
το απεχθές κεφάλι
το δυστυχές κεφάλι
το κεφάλι για χαστούκια
το κεφάλι για σφαγή
το επικεφαλής του φόβου.

*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://www.vakxikon.gr/ζακ-πρεβέρ-επτά-ποιήματα/

Λεωνίδας Καζάσης, Κασσιανή, νεροσυρμή που δεν σιγάς ποτέ

Τα μάτια σου φωτίζοντας ανηλεώς,
βυθομετρούν την άνοιξη που τους προσφέρεται.
Ο χρόνος στην ευκαμψία σου την λαγνεία του εξαντλεί
σμιλεύοντας! Αιχμές υπερθεματίζουν την παρουσία σου,
η καρδιά σου ξιφουλκεί!
Νηνεμία που την αντάρα ακολουθεί!
Η ευλυγισία σου σκιρτά,
όταν τους κλυδωνισμούς δεν μάχεται;

Μάρκος Μέσκος, Από τη συλλογή “Στον ίσκιο της γης”

ΧΙΙ

Φίδι σαΐτα τρέχει το νερό κι όπου λιμνάζει
κόρη ξανθή με τη σελήνη λούζει τα μαλλιά της
σάλεμα στη χλόη κι άνεμος με το σπιρούνι
στη μια πλευρά του αλόγου χτυπώντας.
Και το σύννεφο τρέχει στον ουρανό μα δεν προλαβαίνει
τον ήλιο που πήγε στη μάνα του να κοιμηθεί
ασβέστης κι άσπρο σεντόνι στο λάκκο μια νύχτα
πριν απ’ το αηδόνι και μετά-
μέρα που δεν ήθελε να ξημερώσει.

*“Στον ίσκιο της γης”, 1986.

Μαρία Πανούτσου, Η περίπτωση

Πόσο οι λέξεις έχασαν το σφρίγος τους
και, μαδημένες, αποχωρούν,
αφήνοντας τη θέση τους
σε μια τέλεια απορία·
σαν μαργαρίτες από καιρό
σε ένα βάζο.

Δεν είναι ηδονή αυτό·
πόσο λίγο της μοιάζει.
Άγνωστη μου γίνεται αυτή η λέξη,
γεμάτη από νεκρά λουλούδια
και ρούχα φορεμένα.
Η δική μου περίπτωση είναι ένα θέμα,
ένα θέμα άγνωστο και νέο, ένα νέο πρόσωπο·
μια απέραντη ανάσα, ένας άλλος άνθρωπος
που ποτέ δεν σκέφτηκα, που ποτέ δεν θέλησα.
Όλα αλλάζουν στο πρόσωπό του
και η μαγεία εγκαθίσταται.
Αλχημεία δεν πίστευα πως θα εύρισκα
σε μια συνάντηση·
ότι ο κόσμος, με τις αρχές του,
θα φανερωνόταν
μέσα σ’ αυτήν την περίπτωση.
Πώς φτάσαμε
ο ένας να γίνεται δύο;

*Από τη συλλογή “Έρημη πόλη”.

Conrad Kent Rivers, The still voice of Harlem / Η ήρεμη φωνή του Χάρλεμ

Come to me broken dreams and all
bring me the glory of fruitless souls,
I shall find a place for them in my gardens.

Weep not for he golden sun of California
think not of the fertile soil of Alabama…
nor your father’s eyes, your mother’s body twisted
by the washing board.

I am the hope of your unborn,
truly, the there is no more of me…
there shall be no more of you…

Ελάτε σε μένα, σπασμένα όνειρα και όλα τα άλλα,
Φέρτε μου τη δόξα των άκαρπων ψυχών,
θα βρω μια θέση γι’ αυτές στους κήπους μου.

Μην κλαίτε για τον χρυσό ήλιο της Καλιφόρνιας,
μην σκέφτεστε το εύφορο έδαφος της Αλαμπάμα…
ούτε τα μάτια του πατέρα σας,
το σώμα της μητέρας σου λυγισμένο
πάνω στην τάβλα του πλυσίματος.

Είμαι η ελπίδα των αγέννητων παιδιών σου,
αλήθεια, δεν υπάρχει πια τίποτα από μένα…
δεν θα υπάρχει πια τίποτα από εσένα…

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, θέση

Εδώ στέκομαι
σ’ αυτή την ερημιά που κάποτε ήταν λεωφόρος
κατακτημένη από ζωντανές σημαίες και τραγούδια
-τώρα περνάνε μόνο μεσ’ από το αίμα μου
κάθε φορά που ξύνω τους τοίχους να ξεθάψω το σύνθημα
την προδομένη εκείνη λέξη βουτηγμένη στα δάκρυα
τη λέξη που ξεκίνησε μα δεν έφτασε ώς εμάς.

Εδώ στέκομαι
και μάχομαι την πέρα και τη γαλήνη σας
και σπάω πάνω της τα δάχτυλά μου και τα χρόνια μου
εδώ στέκομαι κι απόψε
ανεμίζοντας τα κουρέλια τούτα της φωνής μου
κι ακούω την έρημη καρδιά μου να βροντάει
και να τελειώνει σβήνοντας από στίχο σε στίχο.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ποιήματα (1962-2018), Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2020.

Λίνα Φούντογλου, Δύο ποιήματα

1
Παλάμες πιο κρύες απ’ τον ωκεανό
μάτια ασάλευτα σαν ναυτικού
ατμόσφαιρα διάτρητη από χιλιάδες πεσόντες
αστέρες
όνειρα
πειρατές
όλα πολύ βαριά για το μικρό μου καράβι

είδα στον ύπνο μου την αδερφή σου
τη ρώτησα για σένα
έκανε πως δεν άκουσε
ήταν πολύ όμορφη
στα μάτια, στη μύτη, στο δέσιμο του προσώπου
ήθελα να τη φιλήσω
σου έμοιαζε τόσο πολύ

η ταραχή ξερνάει μνήμες
ένα γλαρόπουλο κολύμπησε ώσπου πνίγηκε
«αν ήμουν έντομο
θα είχα στο μυαλό μόνο το χώμα»

τα κύματα καβάλησαν την πλώρη μου
γελάω
η στεριά κοντά
μα λίγο πριν πεθάνω

2
Βλέπω στα μάτια σου
το υπολειπόμενο γονίδιο
-δωρεά της μητέρας σου-
μέσα του όλοι οι προπάτορές σου

η συγκέντρωση μελανίνης
στο επιθήλιο της ίριδας
σε συνδυασμό με τη σκέδαση του φωτός
από το θολό μέσο
δίνουν σ’ εμένα το αποτέλεσμα
ενός ψέματος
που με κρατάει
σε εγρήγορση

τα μάτια σου, ο ουρανός
ψεύδονται κατ’ εξακολούθηση
προκαλώντας ύγρανση
των εύπιστων βλεννογόνων μου

αναρωτιέμαι
αν είναι εξίσου ψέμα το άγγιγμα των χεριών σου
αν ό,τι νιώθω είναι μετάφραση προγράμματος
περασμένου στο κρανίο μου
ή αλήθεια αληθινή
σε όποια χωροχρόνο

αναρωτιέμαι
αν καταφέρω να εκτοξευτώ σε κάποιο αστέρι
εκεί που αργεί η εικόνα μας να φτάσει

θα ξαναζήσω τη στιγμή της ένωσής μας;

σε ποιο αστέρι να πηδήξω
σε άλλο ποιο θα παίρνει επανάληψη

για να έχω μια ζωή στο πλάι σου

*Από τη συλλογή “Αυτοχειρία σε χρόνο εξακολουθητικό”, Εκδόσεις Σμίλη, 2024.