Ι
Οι δρόμοι στο Ντακάρ
γεμάτοι
νερό
κι οι κάτοικοι
Απ΄τα μπαλκόνια
επευφημούσαν
το
αγόρι
το κορίτσι
με την ατμομηχανή
με τα μάτια τους γεμάτα
νερό
προέλαυναν
δεμένοι
ξένοι
στην πόλη
ξένοι
στα
σώματά τους
ΙΙ
Στις γιορτές
Ο πόλεμος
Σταματούσε.
Οι μέρες ανακωχής
Ήταν μέρες
Αφθονίας
Ανοίγαμε
τότε
Οι
ξένοι
λυρικά
τις ομπρέλες
μας
και τα δόντια
έλαμπαν
και το δέρμα
που κατοικούσαμε
λογαριαζόταν εκεί
όπου τα στάχια ψηλότερα των ώμων
όπου η θάλασσα
ευλαβικά
γδύνεται
ένα με τη
γη
η σκέψη το σώμα ο λόγος
στο τέλος
ένα
κι
ένα
σαν
εκκλησιές
έπεφταν
χωριστά
ανάλογα
με τη φήμη
τους
ΙΙΙ
Θυμάμαι
Σαν
Κίνηση
Μέσα στο
Σχήμα
Χτυπούσα με το σφυρί
το
καλοκαίρι
στις πέτρες
Τοποθετούσα με τη
σειρά
τους
τς πέτρες
στα
Μάτια
Θυμάμαι
από το πολύ βραχύ
της μνήμης
Αυτό ακριβώς με
Οδηγούσε
Πάντα
Μέσα
Στη θάλασσα
Στο Λιμάνι του Ντακάρ
Η θάλασσα
Έφτανε
Μέχρι
Εκεί
Που
Δεν μπορούσαμε να πάμε
