Σαν υφάδια

Στο άναρχο σύμπαν
των γεγονότων
αιωρούμαι
σε μυθικές διηγήσεις
περιπλέκομαι

η παρουσία μου μακρύ χρονικό
αναβαθμισμένης ανθρωπιάς
κι ανατροπής
της ξύλινης γλώσσας
τη ενηλικίωσης
της στιγμιαίας επικοινωνίας

τη στιγμή που τα αέναα σχήματα
είναι χάδια σε συνειδησιακές εκρήξεις
που ξεδιπλώνονται σαν θηλασμοί
από στήθεια ανάγκης
σαν υφάδια πλεγμένα από καιρό
θωπεύοντας ονειροδράματα.

Οιμωγές

Περισφίγγεται το σύμπαν
στη ματιά σου
οι οιμωγές σου ποταμοί
περικυκλώνουν
άνυδρα τοπία

την ώρα που οι ήλιοι
γέρνουν στο δώμα
του προσωρινού θανάτου τους
η ομίχλη στη ματιά σου
διαλύεται

κι ο μεγαλοπρεπής ναός
αρχίζει ν’ αχνοφαίνεται
σαν το πεπρωμένο
το αδυσώπητο
στις χαράδρες της υπομονής

Νεύματα

Της ψυχής σου το νεύμα

κληρονομιάς κατάστιχο

σε στενά περιβόλια

ανυποχώρητα κορμιά

νεκρών αγγέλων

ουρλιαχτά στην καρδιά

προκηρύξεις θαυμάτων

 

με πίσσα και πούπουλα

τα σινιάλα στα στάχια

στους αγρούς της απεραντοσύνης

άναυδα ανήμπορα βήματα

που ο οίστρος τους σβήνει

κι η ρότα τους χάνεται

σε γλέντια με μουγκρητά

 

άνεμοι εισβάλλουν από παντού

φωνές διαφεντευτάδων

πόλεμοι φωνασκούντων

συναγερμοί εγρήγορσης

θυμοί που ξερνούν ανατριχίλα

ρίγη χωρίς σημασία

σε κορμιά αποσβολωμένα.

 

Ενασχολήσεις

Ψηλαφώ τα αισθήματα

για ν’ αποκαλύψω

τη γνησιότητά τους

 

εξασκώ την όραση στην ανακάλυψη

των διαχρονικών της διαστάσεων

 

κυλιέμαι μέσα στο χρόνο

για ν’ αποδείξω

τον κατακερματισμό του.

Πρέπει


Κάτι μας φέρνει αυτή η καπνιά

κάπου μας οδηγεί αυτή η κόλαση

κάπου μας στροβιλίζει η γεύση

της σύγχρονης προϊστορίας

 

η έσχατη γύμνια μας

καταχωρείται σε ημερολόγια

ιστορικά λεξικά μοναξιάς

 

όχι, δεν τρέφουμε άρχοντες

στα σπλάγχνα μας

ούτε απόκοσμοι προφήτες

θέλουμε να καταλήξουμε

 

να εξακοντίσουμε τις κατάρες μας

στους πόνους και το κλάμα θέλουμε

να μη λογαριάσουμε ομίχλες

τυφώνες και σεισμούς

 

να τους τρίξουμε τα δόντια πρέπει

να επιταχύνουμε τη λύτρωση πρέπει

Χαρακώματα

Καθρέφτης που ξεφτίζει

όταν σαν έθιμο από χρέος και οφειλή

θρηνούμε της φιλίας μας το πτώμα

στ’ ανομολόγητου τα μέρη, σιωπηλοί.

 

στον ουρανό των χαρακωμάτων της νύχτας

ξεχειμωνιάζουν γυμνές οι πυγολαμπίδες

 

άρρωστοι σε έρημες ακρογιαλιές

χτίζουν το μύθο της βασίλισσας

των πλαστικών αισθήσεων

 

και μάστορες οικοδομούν

μια τρύπα στο κενό,

διδάσκοντας από ματαιόδοξα κιτάπια

 

τα δέντρα ξεχνούν να πεθάνουν,

τα πουλιά και τα τραγούδια

στο μαύρο φόντο του μέλλοντός τους

βαδίζουν ατάραχα προς το μοιραίο…

Έρμαιο

 

Με μια σακούλα μ’ ελπίδες

πού να ‘βρεις χωράφι

να θάψεις τις αρνήσεις σου

χωρίς να καταγραφούν

οι ήχοι και τα γεγονότα

οι αγάπες και τα μίση

σαν reality show

που ξεχύνονται στα μονοπάτια

της νόησης

έρμαιο στους τόσους ανέμους

μα όχι βατό

από κοινούς θνητούς

και τα θύματά της

κατεβαίνουμε

σε ειρηνικές απεργίες

με λευκά πανώ

που δεν γράφουν τίποτα

ως ένδειξη καλής θέλησης

κι είναι επικοινωνιακό λάθος

να πιστεύουμε

στην τιμιότητα

του ταξικού μας εχθρού

με πεπαλαιωμένα υλικά

και νοσταλγίες

πώς να χτίσεις

έναν καινούργιο κόσμο;

Πορεία…


Δάση στα φεγγάρια

διαβάτης αποσταμένος

το βλέμμα αναπαύεται

μετά απο ταξίδια

αγώνες στοχασμών στο κενό

πόρτες που κλείνουν πίσω τους

ασήμαντοι λεπτοδείκτες

σε θριαμβικές παρελάσεις

σε παράτες σιωπής

ως άλλοι γυάλινοι κρατήρες

καιόμενες βάτοι

ανάσες που τρεκλίζουν

σε αντεστραμμένα πεζοδρόμια

Εμείς

Οι πτυχές της ζήσης μας
είναι διασκορπισμένα τούβλα
πλίνθοι κι ασβέστες
ατάκτως ειρημμένοι

οι θεοί μας είναι γήινοι
κι αλυχτάνε σαν ανεμοδαρμένα σκυλιά
στα ξάγναντα που φλόμωσαν
μ’ αιθαλομίχλη

τα πορτραίτα μας
αναρτώνται ανάποδα
από επιτήδειους αφισοκολλητές
ως ένδειξη διαμαρτυρίας
για τη ματαιοδοξία μας

13/5/2006

Εκρήγνυμαι

Εκρήγνυμαι εσωτερικά
κι ανοίγω κρατήρες
στα φύλλα της καρδιάς
και στη μνήμη θορύβους
εκκωφαντικούς

που διαπερνούν τις πτυχές μου
που τραβάνε στις στράτες,
τα δρομάκια της πόλης
και τα ρουμάνια της υπαίθρου
επιζητώντας το αδύνατο…