Οι μάντεις

Οργίλες διαστάσεις χρησμών

δεν ορίζονται απο κανέναν ουρανό

γιατί οι σύγχρονοι μάντεις

δεν έχουν να δώσουν τίποτε

κατοικούν στον πυθμένα του κενού

ευνοούν τους ιερούς

βωμούς του εμπορίου

χτυπούν αμέριμνους και πισώπλατα

ίδιοι με μορφές

που σέρνουν στο διάβα τους

προσταγές θανάτου

 

κι εμείς λοξοδρομούμε

βουλιάζοντας

στην κινούμενη άμμο

του τέλους της λογικής…

Γεωγραφίες

Πόλεις με ζωή και θάνατο

πληρούν το χρόνο

εντυπωμένο σε χώρους

με απομιμήσεις ιδανικών

 

υποσχέσεις για άλλες υπάρξεις

που θα στροβιλίζουν

σε σύννεφα αιθαλομίχλης

για να διασώσουν

την όποια ιστορία τους

 

σε χαλασμένα ραδιόφωνα

δυσάρεστες αρένες

άνισων μαχών

 

μπροστά, πίσω

και ξανά από την αρχή

οι ερωτιάρες θύμησες

με τις ίδιες σκηνές

 

σε στρόβιλους χαύνωσης

τάσεις αλλοτρίωσης

σύγχρονα προϊστορικά θέματα

ρυνίσματα καθημερινής κραιπάλης

 

στημένα στην ουρά

σε τράπεζες

υπουργεία

σινεμά

και μπουρδέλα

απ’ όπου δεν είμαστε ικανοί

ν’ αντλήσουμε ούτε ένα χιλιοστό

αδρεναλίνης

Το κυρίαρχο φως

Απομιμήσεις λυρικού πάθους

φαντάσματα ρομαντικών οίστρων

καταλυτικά επενεργώντας

παραλλάζουν τα πλάσματα

αναπλάθουν τη συνείδηση

τα όποια στοιχεία ταυτότητας

 

στις δίνες του άστατου χρόνου

τις στροφές των αγεριών

ψυχή τε και σώματι

στην ψυχρότητα των ανδριάντων

τους ψυχρούς υπαλλήλους

τους ινστρούχτορες του κράτους

 

μια ηθική απαξίωση

που διατρέχει τα πάντα

σαν αποτροπή κατά συρροήν

με βαριές ομίχλες

και φόντο αλλοπαρμένων φόβων

 

έτσι που οι όποιες μνήμες

να ξαναφοριούνται

μ’  ένα πάνδημο παραλήρημα

σε κλώνους δέντρων μαγεμένων

σε έξαλλους μαιάνδρους

στην αχλή πανάρχαιων μύθων

 

όλα είναι το κυρίαρχο φως

που προστατεύουν οι σκιές

και άκρατη τυφλότητα

που μπαίνει σε ψηφοφορία.

Ερωτήματα

Ποιες θυσίες και ποιες νίκες;
Ποιο χαμόγελο και ποιο τραγούδι;
Η καρδιά βυθισμένη στα Τάρταρα
κι εγώ δεν ξέρω τις διευθύνσεις…

Σε ποιες πλατιές λεωφόρους
να θυσιάσω την ανάσα μου;
Τα περάσματα διαστέλλουν τις ώρες
στις πελώριες κρύπτες τους

αλλά μήπως κι η δική μου φωνή
δεν πασχίζει να σκεπάσει τις υπόλοιπες;

Σαν υφάδια

Στο άναρχο σύμπαν
των γεγονότων
αιωρούμαι
σε μυθικές διηγήσεις
περιπλέκομαι

η παρουσία μου μακρύ χρονικό
αναβαθμισμένης ανθρωπιάς
κι ανατροπής
της ξύλινης γλώσσας
τη ενηλικίωσης
της στιγμιαίας επικοινωνίας

τη στιγμή που τα αέναα σχήματα
είναι χάδια σε συνειδησιακές εκρήξεις
που ξεδιπλώνονται σαν θηλασμοί
από στήθεια ανάγκης
σαν υφάδια πλεγμένα από καιρό
θωπεύοντας ονειροδράματα.

Οιμωγές

Περισφίγγεται το σύμπαν
στη ματιά σου
οι οιμωγές σου ποταμοί
περικυκλώνουν
άνυδρα τοπία

την ώρα που οι ήλιοι
γέρνουν στο δώμα
του προσωρινού θανάτου τους
η ομίχλη στη ματιά σου
διαλύεται

κι ο μεγαλοπρεπής ναός
αρχίζει ν’ αχνοφαίνεται
σαν το πεπρωμένο
το αδυσώπητο
στις χαράδρες της υπομονής

Νεύματα

Της ψυχής σου το νεύμα

κληρονομιάς κατάστιχο

σε στενά περιβόλια

ανυποχώρητα κορμιά

νεκρών αγγέλων

ουρλιαχτά στην καρδιά

προκηρύξεις θαυμάτων

 

με πίσσα και πούπουλα

τα σινιάλα στα στάχια

στους αγρούς της απεραντοσύνης

άναυδα ανήμπορα βήματα

που ο οίστρος τους σβήνει

κι η ρότα τους χάνεται

σε γλέντια με μουγκρητά

 

άνεμοι εισβάλλουν από παντού

φωνές διαφεντευτάδων

πόλεμοι φωνασκούντων

συναγερμοί εγρήγορσης

θυμοί που ξερνούν ανατριχίλα

ρίγη χωρίς σημασία

σε κορμιά αποσβολωμένα.

 

Ενασχολήσεις

Ψηλαφώ τα αισθήματα

για ν’ αποκαλύψω

τη γνησιότητά τους

 

εξασκώ την όραση στην ανακάλυψη

των διαχρονικών της διαστάσεων

 

κυλιέμαι μέσα στο χρόνο

για ν’ αποδείξω

τον κατακερματισμό του.

Πρέπει


Κάτι μας φέρνει αυτή η καπνιά

κάπου μας οδηγεί αυτή η κόλαση

κάπου μας στροβιλίζει η γεύση

της σύγχρονης προϊστορίας

 

η έσχατη γύμνια μας

καταχωρείται σε ημερολόγια

ιστορικά λεξικά μοναξιάς

 

όχι, δεν τρέφουμε άρχοντες

στα σπλάγχνα μας

ούτε απόκοσμοι προφήτες

θέλουμε να καταλήξουμε

 

να εξακοντίσουμε τις κατάρες μας

στους πόνους και το κλάμα θέλουμε

να μη λογαριάσουμε ομίχλες

τυφώνες και σεισμούς

 

να τους τρίξουμε τα δόντια πρέπει

να επιταχύνουμε τη λύτρωση πρέπει

Χαρακώματα

Καθρέφτης που ξεφτίζει

όταν σαν έθιμο από χρέος και οφειλή

θρηνούμε της φιλίας μας το πτώμα

στ’ ανομολόγητου τα μέρη, σιωπηλοί.

 

στον ουρανό των χαρακωμάτων της νύχτας

ξεχειμωνιάζουν γυμνές οι πυγολαμπίδες

 

άρρωστοι σε έρημες ακρογιαλιές

χτίζουν το μύθο της βασίλισσας

των πλαστικών αισθήσεων

 

και μάστορες οικοδομούν

μια τρύπα στο κενό,

διδάσκοντας από ματαιόδοξα κιτάπια

 

τα δέντρα ξεχνούν να πεθάνουν,

τα πουλιά και τα τραγούδια

στο μαύρο φόντο του μέλλοντός τους

βαδίζουν ατάραχα προς το μοιραίο…