Πίστη

Η πίστη βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη
γιατί μοιραζόμαστε τα ίδια σύνδρομα
μ’ ανθρώπους που ούτε καν γνωρίζουμε
γιατί στερηθήκαμε το ψωμί και το νερό
και ξεπουλήσαμε τα ρούχα μας σε τιμή ευκαιρίας
γιατί δουλέψαμε σε χίλια επαγγέλματα
και συρθήκαμε γυμνοί και πεινασμένοι.

Και δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
παρ’ ότι οι μολυσμένες ατμόσφαιρες
ηχογραφούνται στις ανάσες μας
μ’ ένα ψεύτικο πάθος σαν σήμα κατατεθέν
παρ’ ότι η νιότη μας θρυμματίστηκε
κι οι Ερινύες ήρθαν καταπάνω μας σαν εφιάλτες.

Και δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
κι ας ρέουν οι μελαγχολίες μας δήθεν άπλετοι φωτισμοί
κι ας μας στέρησαν το μητρικό φιλί
κι ας μη γνωρίσαμε τους πατέρες μας
πλαστογραφώντας την ιστορική μας υπόσταση.

Για μια ακόμα φορά,
δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
γιατί είμαστε οι λάτρεις του ήλιου
και τα τραγούδια μας φωτίζουν τον κόσμο
κι οι κραυγές μας προκαλούν τους ορίζοντες
και τα αισθήματά μας δραπετεύουν
επανερχόμενα στο προσκήνιο
από την κλεισούρα του εαυτού τους
γινόμενα βάλσαμο σε πληγές
πράξεις κοινωνικής έγερσης
που αιφνιδιάζει τους πάντες.

Τέλος, ξανά και ξανά,
δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
γιατί ένας χτύπος της καρδιάς μας
είναι καθοριστικός
κι ένα χαμόγελό μας αρκεί.

Οι νέοι βωμοί

Γεννιόμαστε σε πέτρες,
σε τοπία που ποτέ δεν νοτίζονται
από κανένα νάμα
και καμιά πυγολαμπίδα
δεν δίνει το φως της το αμυδρό
στα φυλακισμένα βλέμματα.

Γεννιόμαστε σ’ απέραντες ξερολιθιές
όπου κανένα λεπτό της ώρας
δεν ξημερώνει δημιουργικό
και κανένας από μηχανής θεός
δεν προβάλλει ως λύτρωση
στη διάφανη φυλακή μας.

Σ’ αυτόν τον ορίζοντα της ξεραΐλας,
οι σάρκες οι σιτεμένες
γίνονται βορρά των κοράκων
κι η ιδιοτέλεια στήνει χορούς
σε δεξιώσεις συμφοράς
μ’ ακαθόριστους καλεσμένους.

Μόνη φροντίδα του ιερατείου
οι κάλπικες επικλήσεις βροχής
κι οι αλλεπάλληλες δόσεις λησμονιάς
σαν αναποδογυρισμένα είδωλα
παράταιρων ντιρεκτίβων…
κι εμείς μόνο με φρούδες αρνήσεις.

Έτσι όλα είναι έτοιμα πλέον
για τους νέους βωμούς της εξουσίας,
τους θεμελιωμένους σε διαπλοκές,
χρηματιστηριακές ανεμοθύελλες
και οικονομικούς ισολογισμούς
ως άλλες εκατόμβες συνειδήσεων.

18/2/2006

Υπό συνεχή αίρεση

Ο κάθε στίχος απόκρυφος
απόμερη λιτανεία
πραγματικότητα σ’ αναζήτηση
εξάσκηση του βλέμματος
στο απέραντο κενό
τροχοπέδηση της γλώσσας
σε πεδία ομιλίας μ’ άλλα μέσα

Πρωτογενή υλικά
σαν βαριά κληρονομιά
αλλά και πορείες ζωής
ακατάληπτες κι από δεύτερο χέρι

Διακηρύξεις βαρυσήμαντες
σαν δρόμοι π’ αφήνονται αφύλαχτοι
κι απαγορευμένες διαβάσεις
π’ οδηγούν σ’ εσωτερικές ατραπούς
όπου όλα και όλοι πλέκουν
συλλήβδην τους κοινωνικούς ιστούς
με πληθώρα αυτοσαρκασμών

Όλα κι όλοι
υπό συνεχή αίρεση

Τι και πώς;


Δεν μπορείς να λάμψεις με ρηχή τη σκέψη
είσαι θεός καταβυθισμένος
σε υπόγεια σεβασμού και προσευχών
σ’ ερμητικούς ψυχοδιαδρόμους.

Βλέπεις το φως απ’ άρρωστους λαμπτήρες
καμιά ηθική λύτρωση δεν σε σώζει
όσο ο επίμονος γδούπος του σφυριού
ηχεί στο αμόνι της ταξικής εκμετάλλευσης.

Ποιες ηλιαχτίδες κι αρώματα;
Ποιες αμέριμνες μελωδίες πουλιών;
Όλα αυτά σ’ ένα φλογισμένο κόσμο;
Σ’ έναν κόσμο αναστεναγμών
και ξεχειλωμένων τυπολατριών;

Δώδεκα και μία στιγμές υπόληψης


1

Ξεσκισμένες ταινίες
κνόδαλα της ζωής
σαν να μαζεύεις τα ξέφτια
του απομεσήμερου
στα γυμνά σου πόδια
σπουργίτια που κροταλίζουν
τα ψίχουλα της αδράνειας

2

ήχοι διαθλώνται σε παράταξη
με τύμπανα από τότε
σαν φύλλα που πέφτουν
από τον αγέρα χτυπημένα
σαν παιδιά που ξεκλέβουν τις ώρες

3

η πάχνη της νύχτας
το μουντό χρώμα
του πρωινού σημάδι
στην επερχόμενη μέρα
με ρυθμούς από ράμφη πουλιών
και χαλασμένες μηχανές

4

ο ήλιος δεν ανέτειλε
ο τελευταίος υπάλληλος αναχώρησε
κι ήμουν αυτός που
έκλεισε την πόρτα πίσω του
για τελευταία φορά.

5

πότε ακίνητοι
πότε τρεμάμενοι
σε μέρη που λέγονται
χώροι εργασίας
κραυγές αργόσυρτες
φωνές τσαλαπατημένες
έρμαια άνωθεν αποφάσεων
σε προκρούστεια κρεβάτια

6

πότε θα συναθροίσουμε
τα δάκρυά μας
πότε θα συσπειρώσουμε
τις οιμωγές μας
πότε θα ανασηκωθούμε
από τον ανοιχτό μας τάφο
που έχει τη μορφή
σελιλόϊντ ακρόασης

7

γωνιά τη γωνιά
κόγχη την κόγχη
μας παίρνουν το κατόπι
με προφυλάξεις
βρίσκονται στο διάβα μας
και όλα τα λιοντάρια
βρυχώνται
στις ορθάνοιχτες πόρτες
καθώς ακολουθούμε
τα χνάρια μας
απ’ τις ατέλειωτες μνήμες

8

πετάμε λίγη θάλασσα
στον ουρανό
να γίνει ένα ο κόσμος
μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
κάτι σαν ένα μικρό λάθος
που περικλείει
όλα τα πεντάχρονα πλάνα
της μελλοντικής μας
δημιουργίας

9

τη νύχτα της θύελλας
στα χιλιόμετρα της αγρύπνιας
στη σάρκα και το αίμα
αγαπάμε όλο και πιο
καθοριστικά
αλλά το μεγάλο στοίχημα
είναι να διατηρήσουμε
αναμμένη τη μικρή
σταγόνα της βροχής

10

φεύγουμε σαν το όνειρο
ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός
απ’ τη χαραμάδα του χρόνου
αποχωρώντας απ’ τη σκηνή
με φωνή αλαργινή
και δειλές φλόγες

11

το κορμί
πεταμένο φύλλο
κλώτσος του καθένα
ανάπηροι ήλιοι
σε αμμουδιές εγκατάλειψης
ανεστραμμένες υποστάσεις
παραπλανητικά
ζεστών προσώπων
και τα εφήμερα απάγκια
κι οι σπασμένες κούκλες
των βιτρινών
μετά τη λεηλασία
και την άμπτωτη
των νοθευμένων χνώτων

12

να πιαστούμε από αλήτες
συννεφιασμένους πασχίζουμε
που τα παίζουν όλα για όλα
με άδεια μπουκάλια
βλέμματα στον ουρανό
να κατεβάσει το όποιο μάννα
να διαβούμε σε ρυάκια
με βάρκα βομβαρδισμένη
αίμα ξερό και χαλασμένο

13

η σιγανή φωνή μας
τιτίβισμα σπουργιτιού
που δεν ήρθε με χέρια
ολόλευκα κλαίει τη νύχτα
πίσω από καθρέφτες
ή συνωστίζεται
σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας
για μια στιγμή υπόληψης

* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Αντίποδες Νο55, 2009.

Τα ίδια…


Επιστρέφω δίχως να έχω φύγει,
αλλά οι αποχρώσεις είναι οι ίδιες,
ο μύθος παραμένει ο ίδιος,
τα κιτρινισμένα χειρόγραφα στα ίδια συρτάρια,
τα βιωματικά σύνδρομα
κι οι επίκτητες ανάγκες των συντρόφων
φαντάζουν οι ίδιες κι απαράλλαχτες,
η ίδια κατάρρευση επικρατεί κάτω από τα ερείπια
αλληγοριών χωρίς περιθώρια αναπνοής…
Βλέπω τα ίδια τραπεζάκια με τους ίδιους θαμώνες
που τόσα χρόνια προσπαθούν ν’ αποκτήσουν οντότητα
μέσα από πλαστά πεδία αναγκών όμοια με άτεχνα πρωτόλεια
φτιαγμένα με υλικά που δεν… κολλάνε μεταξύ τους.
Βλέπω τον ξεπεσμό της πράξης σε μόχθο,
ανθρώπους χωρίς καρδιές
ν’ αποχωρίζονται τον εαυτό τους
σαν η ηδονή ν’ αποχωρίζεται την ευδαιμονία
και να μετατρέπεται σε υποκριτική αυλαία…

Εξαΰλωση


Ξεθυμάναμε πλέον
σε δεκαετίες που εξαερώθηκαν
σαν παλιομοδίτικες σακαράκες,
που μοιάζουν με τη μνήμη μας

με τα φιδίσια μονοπάτια
τ’ ανισόπεδα σκαλιά
και τα δρομάκια
στις άκρες των γκρεμών…

Τι και πώς;

Δεν μπορείς να λάμψεις με ρηχή τη σκέψη.

είσαι θεός καταβυθισμένος

σε υπόγεια σεβασμού και προσευχών

σ’ ερμητικούς ψυχοδιαδρόμους.

Βλέπεις το φως απ’ άρρωστους λαμπτήρες

καμιά ηθική λύτρωση δεν σε σώζει

όσο ο επίμονος γδούπος του σφυριού

ηχεί στο αμόνι της ταξικής εκμετάλλευσης.

Ποιες ηλιαχτίδες κι αρώματα;

Ποιες αμέριμνες μελωδίες πουλιών;

Όλα αυτά σ’ ένα φλογισμένο κόσμο;

Σ’ έναν κόσμο αναστεναγμών

και ξεχειλωμένων τυπολατριών;

Θλίβομαι

Θλίβομαι όταν οι ακτίνες των στίχων

δεν είναι ικανοί να μπλεχτούν

με τα χνώτα των εγκαταλειμμένων σκυλιών

στις βρώμικες γωνιές των δρόμων

 

εκεί που η ανταλλαγή σπέρματος και πρέζας

γίνεται ανάγκη επιβίωσης

 

εκεί που ο αγέρας της δημιουργίας

δεν μπορεί να διαδεχθεί

τα είδωλα της κατάπτωσης

που ως άλλοι αρχαίοι κίονες

κατέπεσαν απ’ την αδιαφορία

και την έλλειψη ζήτησης

στα χρηματιστήρια της τέχνης

 

κι οι μυρωδιές τους χρησιμοποιούνται τώρα

ως υλικά από δεύτερο χέρι

σ’ εμπορικά παραρτήματα του χαμού.

 

Θλίβομαι όταν οι πτυχές των στίχων

δεν μπορούν να χωθούν κάτω

απ’ τα στρώματα των μεταναστών

που παζαρεύονται στις πιάτσες

για μια δουλειά έξι ωρών

με τις ταβανόβουρτσες τις αγορασμένες

την περίοδο των εκπτώσεων.

 

Θλίβομαι όταν η ποίηση του υπάρχοντος

είναι αδύναμη και φοβισμένη

να σπάσει τα λερά τζάμια

των εναπομεινάντων εργοστασίων

στα δυτικά προάστια

της φτώχιας και της ψυχοφθόρας ανεργίας,

όταν δεν μπορεί ν’ ανοίξει διάπλατα

τις πόρτες των πολυεθνικών σκανδάλων

στα ιλουστρασιόν μα βρωμερά γραφεία.

Κάποιες φορές


Κάποιες φορές μ’ ενοχλούν οι λέξεις
οι ακαθόριστες ουσίες που φτερουγίζουν
κάνοντας αστεία και χαριτολογώντας
σ’ έρημους δρόμους
πνιγμένων νοσταλγιών
κι ανύπαρκτων ελεγείων ιδροκοπώντας
με διαθέσεις αναπάντητες

κάποιες φορές είναι κάτι λέξεις
που με περικυκλώνουν με σφοδρότητα
άλλοτε γκρίζα κι άλλοτε γαλάζια σύννεφα
χωρίς να φεύγουν βιαστικά
όπως η ράθυμα γρήγορη ζωή της πόλης
που είναι πυρκαγιά και καπνός
και κύμα λάσπης μετά από μπουρίνι
τραχύ και διαρκές

αυτές οι λέξεις είναι που πασχίζουν
να πλάσουν τις επιθυμίες μου
γιατί δεν ερχόμαστε έτσι ξαφνικά
σ’ αυτούς τους κόσμους
δεν είμαστε φεγγάρια που δύουν
αφήνοντας πίσω τους
κουφάρια να χοροπηδάνε

δεν είμαστε αυτοί που χορεύουν
μόνο για μια στιγμή στο νερό
κομπάρσοι σε παλιοκαιρίστικα θέατρα
δεν εκπροσωπούμε αυτούς που έρχονται
από τόπους με κουρασμένες βροχές
μελοδράματα χωρίς συνθέτες
ούτε απηχούμε μουσική που εξώκοιλε
αλλά και πάλι δεν καραδοκούμε
ν’ αποδομήσουμε τα ήδη αποδομηθέντα

είμαστε εδώ για να τσακίσουμε
εν ώρα εξέγερσης τα ψευτοπλάσματα
για να μην κοντοσταθούμε
σε κανένα σύνορο
για να μετατρέψουμε
την κάθε ευδαιμονία
σε υπόθεση όλων

οι ενοράσεις μας είναι μακρινές
κι έχουμε πολλά ονειροδράματα να υποστούμε
να διοργανώσουμε πολλές ακόμα
ανελέητες διαμαρτυρίες
σ’ αυτούς που σφυρίζουν τυχαία
και καμώνονται ότι συνθέτουν
αληθινά παραμύθια γι’ αγρίους
και μεταξωτά βρακιά

η ποίησή μας είναι ακόμα υπ’ ατμόν
γιατί ο χρόνος συνεχίζει να στάζει αίμα
και τα εργατικά ωράρια εξακολουθούν
να κολυμπούν στον ιδρώτα
οι αλήθειες μας δεν έχουν ακόμα επιβεβαιωθεί
η δικαιοσύνη εξακολουθεί να είναι άδικη
κι όσοι δεν σφάζονται
από την πολιτιστική μας υπεροψία
υποτάσσονται και συνάπτουν
ειρήνη άρον-άρον
καθώς οι μετοχές αυξάνονται
στα χρηματιστήρια
και κάποιοι προσεύχονται
πιστά σε κάποιο θεό.

το βάσανό μας τείνει να γίνει
μια γκρίζα νεφελώδης κηλίδα
που πολεμάει να δραπετεύσει
μέσα από δάση κομμένων λουλουδιών
ορίζοντες που ξεσπάνε σε λυγμούς
και συνήθεις επικλήσεις στο όποιο κέρδος

αλλά δεν πρέπει να χαθούν
τέτοια μάτια
δεν πρέπει να εξαφανιστούν
σαν το χρυσάφι και τα λάφυρα
των περασμένων αιώνων
να μην κοπιάσει η ανάγκη μας
σαν μεροκάματο σε ορυχείο
με ρυτίδες κι έγνοιες
που δεν είναι δικές μας.

5/10/2006