Της παροικίας

Οι απόκρυφες ιστορίες μας
είναι σαν αναπλεύσεις
σε θάλασσες της συμφοράς

Οι ύμνοι για τον πολιτισμό μας δεν ξεπερνούν
τα όρια του λιμανιού που αγκομαχά βαρετά
σαν κάποιες υποψίες μοντέρνας ποίησης
χωρίς μέτρο και μέλλον.

Οι αναλαμπές του άστρου μας
δεν είναι καν δίφωνες
και απηχούν ξεκουρδισμένα όργανα
παλαιοντολογικών ορχηστρών.

Ο νόστος στ’ άγια τοπία
είναι περασμένος χαλκάς στη μύτη
σαν να είσαι κρεμασμένος σε καμπαναριό

Είμαι αρκετά μεγάλος πια


…Είμαι αρκετά μεγάλος πια
για να κρίνω τ’ άκριτα,
αυτά που μόνο μια παιδική αθωότητα
μπορεί να ξεδιαλύνει
στο βάθος ενός αληθινού ονείρου,
έτσι που τα ελαφροπατήματα
του κάθε στρατοκόπου
να τον οδηγούν σχεδόν ανεπαίσθητα
στις έρημες αποβάθρες
που μοιάζουν με χιονισμένα χωράφια
τους γκρίζους χειμώνες
και λούνα παρκ απ’ τη μνήμη μας
στις παλιές γειτονιές
τα πολύχρωμα καλοκαίρια
.
…Είμαι αρκετά μεγάλος πια
για να θυμάμαι τα οράματα
μα προσπαθώ να πιαστώ
απ’ την κουπαστή τη σκουριασμένη
της προηγούμενης ζήσης μου
έτσι που νάχω άλλοθι
για τις επόμενες παρανομίες μου.

Φωτοβολίδες

Φωτοβολίδες εμμονής άκαρπες

πάθη θεσπέσια

σε μισοσβησμένα μήκη

λήθη σε ουρανομήκεις διαστάσεις

προσδοκία μιας νέας δήθεν ζωής

μετά βαΐων και κλάδων

όμοια με κατάχρηση αλκοόλ

σε κρασοπουλιά αγωνίας

καταιγίδες άνυδρες

θύελλες ακίνδυνες

τυφώνες χωρίς ίχνος.

 

11/4/2007

Ορμή

Ορμητικό πλήθος

Αφηνιασμένο ποτάμι

Γεμίζει τη θάλασσα των στεναγμών

Με θεωρίες ανατροπής

Ενάντια σε ξερό άγνωστο

Στις άνυδρες πλέον κοίτες

Προσπαθούν να σφραγίσουν τα νάματα

Και να μείνουμε αφυδατωμένοι

Σε δάση που κάποτε υπήρξαν

Πυκνά και λυτρωτικά

Ο ξεριζωμός


Οι ματιές είναι διάφανες λίμνες

κοντά στο άρρωστο των πηγών.

Η παρουσία μας μυρωδιά

από φρεσκοβρεμένο χώμα

κι απλωμένα σεντόνια

αχνιστών ασπρόρουχων

που βγήκαν στις βεράντες

μετά την πρωινή ομίχλη.

Τ’ απλώσαμε όλα στον ήλιο

κι είναι σαν να γιορτάζουμε

τις μνήμες των προγόνων μας

που ξεχάστηκαν σε παρόδους

πολυκαιρισμένων θανάτων

και σε βρώμικα στενά

δύστροπων κλιμακτηρίων…

Βάσανα, πόνοι,

γενναιόδωρες υποδοχές,

αποτελούν συμβάντα στη ζωή μας

καθώς λικνίζουμε τις αισθήσεις μας

πάνω στις άβολες τάβλες

των αραμπάδων,

με τα βλέμματα στυλωμένα

σ’ αιώνιες επικλήσεις

δρόμων άδειων από ζωή.

Τι είναι αυτό που κρύβουμε

πάντα στο βίο μας;

Μήπως το κομμένο κεφάλι

ενός αντάρτη,

ενός εξεγερμένου πόνου

που επιζητούσε μετά μανίας

ν’ ανυψωθεί απ’ τ’ αναχώματα

των ακατάλυτων εμμονών μας;

Μήπως τα φρούτα της εποχής

ξεχασμένα στο τραπεζάκι της κουζίνας

σαν φλόγα παραμυθιού

που σβήνει μετά από κάθε αφύπνιση,

όπου οι άντρες της οικογένειας

ακούν αποχαυνωμένοι

σαν μικρά παιδιά;

Παράκληση

Αγάπη στις αυστηρές σου

προεκτάσεις

κατέβασέ με στον ίσκιο σου

παίρνοντας άρωμα

απ’ το κορμί μου

βάζοντας σε κίνηση

τα πυκνά μου μαλλιά

υψώνοντας

τα στιβαρά μου χέρια

σμιλεύοντας

την αγαστή προθυμία μου

μαζί και τη θέλησή μου

τους αντάρτες στοχασμούς

αντιστεκόμενοι

στα κοινωνικά σου ναυάγια

τις τάσεις προσπέλασης

των άβατων γεφυριών σου

13/4/2007

Πάθη

Τα πάθη μας μάς μεθούν ασυναίσθητα
με τις τρεμουλιαστές ροές τους
σε κάθε πρώτο σκίρτημα της αγάπης.

Ανεμοδαρμένα πάθη
θαλασσοφίλητα κι αστροφωτισμένα
μεσ’ της ζήσης μας τ’ αμέτρητα χιλιόμετρα,
που κάνουν τρελούς κι απόκληρους,
έγκλειστους και χαμίνια του δρόμου,
πόρνες και ληστές τραπεζών,
πότες και παραδουλεύτρες,
παράξενους κι αποδιωγμένους
να οδηγήσουν τα βήματά τους όπου θέλουν
μπούσουλα και θεμέλιο
κάθε ανήκουστης περιπέτειας.

Μακάριοι αυτοί που επιζητούν
μαζί με τη βασιλεία της μαγείας
να κληρονομήσουν τα πάθη ως απάγκιο
κι όχι ως άγευστα κι άχρωμα θραύσματα
από ένα αόριστο μέλλον.

Πίστη

Η πίστη βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη
γιατί μοιραζόμαστε τα ίδια σύνδρομα
μ’ ανθρώπους που ούτε καν γνωρίζουμε
γιατί στερηθήκαμε το ψωμί και το νερό
και ξεπουλήσαμε τα ρούχα μας σε τιμή ευκαιρίας
γιατί δουλέψαμε σε χίλια επαγγέλματα
και συρθήκαμε γυμνοί και πεινασμένοι.

Και δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
παρ’ ότι οι μολυσμένες ατμόσφαιρες
ηχογραφούνται στις ανάσες μας
μ’ ένα ψεύτικο πάθος σαν σήμα κατατεθέν
παρ’ ότι η νιότη μας θρυμματίστηκε
κι οι Ερινύες ήρθαν καταπάνω μας σαν εφιάλτες.

Και δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
κι ας ρέουν οι μελαγχολίες μας δήθεν άπλετοι φωτισμοί
κι ας μας στέρησαν το μητρικό φιλί
κι ας μη γνωρίσαμε τους πατέρες μας
πλαστογραφώντας την ιστορική μας υπόσταση.

Για μια ακόμα φορά,
δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
γιατί είμαστε οι λάτρεις του ήλιου
και τα τραγούδια μας φωτίζουν τον κόσμο
κι οι κραυγές μας προκαλούν τους ορίζοντες
και τα αισθήματά μας δραπετεύουν
επανερχόμενα στο προσκήνιο
από την κλεισούρα του εαυτού τους
γινόμενα βάλσαμο σε πληγές
πράξεις κοινωνικής έγερσης
που αιφνιδιάζει τους πάντες.

Τέλος, ξανά και ξανά,
δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
γιατί ένας χτύπος της καρδιάς μας
είναι καθοριστικός
κι ένα χαμόγελό μας αρκεί.

Οι νέοι βωμοί

Γεννιόμαστε σε πέτρες,
σε τοπία που ποτέ δεν νοτίζονται
από κανένα νάμα
και καμιά πυγολαμπίδα
δεν δίνει το φως της το αμυδρό
στα φυλακισμένα βλέμματα.

Γεννιόμαστε σ’ απέραντες ξερολιθιές
όπου κανένα λεπτό της ώρας
δεν ξημερώνει δημιουργικό
και κανένας από μηχανής θεός
δεν προβάλλει ως λύτρωση
στη διάφανη φυλακή μας.

Σ’ αυτόν τον ορίζοντα της ξεραΐλας,
οι σάρκες οι σιτεμένες
γίνονται βορρά των κοράκων
κι η ιδιοτέλεια στήνει χορούς
σε δεξιώσεις συμφοράς
μ’ ακαθόριστους καλεσμένους.

Μόνη φροντίδα του ιερατείου
οι κάλπικες επικλήσεις βροχής
κι οι αλλεπάλληλες δόσεις λησμονιάς
σαν αναποδογυρισμένα είδωλα
παράταιρων ντιρεκτίβων…
κι εμείς μόνο με φρούδες αρνήσεις.

Έτσι όλα είναι έτοιμα πλέον
για τους νέους βωμούς της εξουσίας,
τους θεμελιωμένους σε διαπλοκές,
χρηματιστηριακές ανεμοθύελλες
και οικονομικούς ισολογισμούς
ως άλλες εκατόμβες συνειδήσεων.

18/2/2006