Εξαΰλωση


Ξεθυμάναμε πλέον
σε δεκαετίες που εξαερώθηκαν
σαν παλιομοδίτικες σακαράκες,
που μοιάζουν με τη μνήμη μας

με τα φιδίσια μονοπάτια
τ’ ανισόπεδα σκαλιά
και τα δρομάκια
στις άκρες των γκρεμών…

Τι και πώς;

Δεν μπορείς να λάμψεις με ρηχή τη σκέψη.

είσαι θεός καταβυθισμένος

σε υπόγεια σεβασμού και προσευχών

σ’ ερμητικούς ψυχοδιαδρόμους.

Βλέπεις το φως απ’ άρρωστους λαμπτήρες

καμιά ηθική λύτρωση δεν σε σώζει

όσο ο επίμονος γδούπος του σφυριού

ηχεί στο αμόνι της ταξικής εκμετάλλευσης.

Ποιες ηλιαχτίδες κι αρώματα;

Ποιες αμέριμνες μελωδίες πουλιών;

Όλα αυτά σ’ ένα φλογισμένο κόσμο;

Σ’ έναν κόσμο αναστεναγμών

και ξεχειλωμένων τυπολατριών;

Θλίβομαι

Θλίβομαι όταν οι ακτίνες των στίχων

δεν είναι ικανοί να μπλεχτούν

με τα χνώτα των εγκαταλειμμένων σκυλιών

στις βρώμικες γωνιές των δρόμων

 

εκεί που η ανταλλαγή σπέρματος και πρέζας

γίνεται ανάγκη επιβίωσης

 

εκεί που ο αγέρας της δημιουργίας

δεν μπορεί να διαδεχθεί

τα είδωλα της κατάπτωσης

που ως άλλοι αρχαίοι κίονες

κατέπεσαν απ’ την αδιαφορία

και την έλλειψη ζήτησης

στα χρηματιστήρια της τέχνης

 

κι οι μυρωδιές τους χρησιμοποιούνται τώρα

ως υλικά από δεύτερο χέρι

σ’ εμπορικά παραρτήματα του χαμού.

 

Θλίβομαι όταν οι πτυχές των στίχων

δεν μπορούν να χωθούν κάτω

απ’ τα στρώματα των μεταναστών

που παζαρεύονται στις πιάτσες

για μια δουλειά έξι ωρών

με τις ταβανόβουρτσες τις αγορασμένες

την περίοδο των εκπτώσεων.

 

Θλίβομαι όταν η ποίηση του υπάρχοντος

είναι αδύναμη και φοβισμένη

να σπάσει τα λερά τζάμια

των εναπομεινάντων εργοστασίων

στα δυτικά προάστια

της φτώχιας και της ψυχοφθόρας ανεργίας,

όταν δεν μπορεί ν’ ανοίξει διάπλατα

τις πόρτες των πολυεθνικών σκανδάλων

στα ιλουστρασιόν μα βρωμερά γραφεία.

Κάποιες φορές


Κάποιες φορές μ’ ενοχλούν οι λέξεις
οι ακαθόριστες ουσίες που φτερουγίζουν
κάνοντας αστεία και χαριτολογώντας
σ’ έρημους δρόμους
πνιγμένων νοσταλγιών
κι ανύπαρκτων ελεγείων ιδροκοπώντας
με διαθέσεις αναπάντητες

κάποιες φορές είναι κάτι λέξεις
που με περικυκλώνουν με σφοδρότητα
άλλοτε γκρίζα κι άλλοτε γαλάζια σύννεφα
χωρίς να φεύγουν βιαστικά
όπως η ράθυμα γρήγορη ζωή της πόλης
που είναι πυρκαγιά και καπνός
και κύμα λάσπης μετά από μπουρίνι
τραχύ και διαρκές

αυτές οι λέξεις είναι που πασχίζουν
να πλάσουν τις επιθυμίες μου
γιατί δεν ερχόμαστε έτσι ξαφνικά
σ’ αυτούς τους κόσμους
δεν είμαστε φεγγάρια που δύουν
αφήνοντας πίσω τους
κουφάρια να χοροπηδάνε

δεν είμαστε αυτοί που χορεύουν
μόνο για μια στιγμή στο νερό
κομπάρσοι σε παλιοκαιρίστικα θέατρα
δεν εκπροσωπούμε αυτούς που έρχονται
από τόπους με κουρασμένες βροχές
μελοδράματα χωρίς συνθέτες
ούτε απηχούμε μουσική που εξώκοιλε
αλλά και πάλι δεν καραδοκούμε
ν’ αποδομήσουμε τα ήδη αποδομηθέντα

είμαστε εδώ για να τσακίσουμε
εν ώρα εξέγερσης τα ψευτοπλάσματα
για να μην κοντοσταθούμε
σε κανένα σύνορο
για να μετατρέψουμε
την κάθε ευδαιμονία
σε υπόθεση όλων

οι ενοράσεις μας είναι μακρινές
κι έχουμε πολλά ονειροδράματα να υποστούμε
να διοργανώσουμε πολλές ακόμα
ανελέητες διαμαρτυρίες
σ’ αυτούς που σφυρίζουν τυχαία
και καμώνονται ότι συνθέτουν
αληθινά παραμύθια γι’ αγρίους
και μεταξωτά βρακιά

η ποίησή μας είναι ακόμα υπ’ ατμόν
γιατί ο χρόνος συνεχίζει να στάζει αίμα
και τα εργατικά ωράρια εξακολουθούν
να κολυμπούν στον ιδρώτα
οι αλήθειες μας δεν έχουν ακόμα επιβεβαιωθεί
η δικαιοσύνη εξακολουθεί να είναι άδικη
κι όσοι δεν σφάζονται
από την πολιτιστική μας υπεροψία
υποτάσσονται και συνάπτουν
ειρήνη άρον-άρον
καθώς οι μετοχές αυξάνονται
στα χρηματιστήρια
και κάποιοι προσεύχονται
πιστά σε κάποιο θεό.

το βάσανό μας τείνει να γίνει
μια γκρίζα νεφελώδης κηλίδα
που πολεμάει να δραπετεύσει
μέσα από δάση κομμένων λουλουδιών
ορίζοντες που ξεσπάνε σε λυγμούς
και συνήθεις επικλήσεις στο όποιο κέρδος

αλλά δεν πρέπει να χαθούν
τέτοια μάτια
δεν πρέπει να εξαφανιστούν
σαν το χρυσάφι και τα λάφυρα
των περασμένων αιώνων
να μην κοπιάσει η ανάγκη μας
σαν μεροκάματο σε ορυχείο
με ρυτίδες κι έγνοιες
που δεν είναι δικές μας.

5/10/2006

Αποστάγματα


Αποστάγματα σοφίας
αναβλύζουν απ’ τη ζωή
όπως ο μούστος των σταφυλιών
ξεχύνεται στα πατητήρια
της καθημερινότητάς μας.
Ανεπαίσθητα αποστάγματα
που θα γίνουν χείμαρροι,
καταιγίδες αγάπης
σε αέναη πάλη
με μια πόρνη σχέση,
κουρελιασμένη,
έτσι που το είναι μας
να μη φείδεται
κόπου και χρόνου
να υπερβεί τις όποιες ροές
της ξεκληρισμένης ζήσης
της πλύστρας μάνας,
της δούλας κόρης…,
έτσι που να ξαμοληθούν
τ’ άγρια πάθη σαν άτια
κι οι απωθημένες επιθυμίες
σαν οίστρος από μικρές τραγωδίες,
να γίνονται ένα οι παράνομοι καρποί τους
συναντώντας όλα τα ζώντα
ξωτικά του κόσμου.

14/1/2006

Προσκυνάμε


κατάχαμα προσκυνάμε
τις δόσεις της τρέλας μας
σε λεωφόρους συμφοράς
εκεί που η αδρεναλίνη επαγρυπνεί
τα ιδρωμένα σώματα
περιφέρουν τη γύμνια τους
στους ζωγραφισμένους πασσάλους
στις πινακίδες των καταστημάτων
που λάμπουν σε κάθε απόχρωση του γκρίζου
απωθώντας μύθους και θρύλους
μ’ αποσκιρτήματα
στους συγκαιρινούς πόνους

πώς να σταθούμε όρθιοι
με την απώλεια
των αλλοτινών μας οραμάτων
σε reality shows
σύγχρονες μορφές εθελοδουλίας
πώς ν’ αντιπαλέψουμε
στα σκλαβοπάζαρα
του Τρίτου Κόσμου
όπου οι Nike
και οι λοιποί συγγενείς
μόνο με αίμα ανασαίνουν;

13/10/2006

Παραφροσύνες


Εκεί που οι αγάπες μοιάζουν με βάσανα
και οι χαρές μετατρέπονται σε λύπες
εκεί χάνεται κι η ανθρωπιά μας
σαν το φύλλο που το πήρε ο αγέρας
ή όπως εξαφανίζουμε ένα έντομο
κάτω απ’ το βαρύ μας πέλμα.

Όλα χάνονται σαν ομίχλες
που τρέχουν φευγάτες
να προλάβουν το φως,
σαν καταιγίδες παράταιρες
που αλυχτούν όπως τα σκυλιά
τα πεινασμένα στις γωνιές.

Τα χνώτα αιχμάλωτα
απηχούν μόνο φευγαλέα οράματα
καθώς τα γέλια γίνονται κλάματα
κι η νιότη αλλάζει σε γηρατειά.
Παραφροσύνες απομυζούν τη ζήση μας
όπως η υπεραξία των ελπίδων μας.


4/8/2006

Το είναι μας

 

Ένα τεράστιο είναι περιπολεί

στα άβαθα της ύπαρξης

ενθύμημα και διδαχή

όμοιο με νυχτερινό φύλακα

σε παροπλισμένα εργοστάσια συνείδησης…

 

Σαν ποιητάρης με μετρημένα

αλλά αχαλίνωτα λόγια

με ραφιναρισμένες

αλλά και ξέπλεκες εικόνες

απεικονισμένες με λέξεις

όμοιες με οργισμένα συνθήματα

στους στίχους των μίζερων καιρών…

 

Αυτό το τεράστιο είναι,

το αθώο και μαζί το ένοχο,

το αφελές και μαζί το φτιασιδωμένο

που σαν ιέρεια του δρόμου

ξεδιπλώνεται μπρος σου…

 

Αυτό το τεράστιο είναι

η μάζα και η μοναδικότητα,

το συλλογικό και το μεμονωμένο,

η ιστορία και τ’ απομεινάρι της.

 

4/1/04

Ιδεολογίες

Παμπάλαιες εμμονές κονταροχτυπιούνται
σε έγκλειστα μονοπάτια κοινωνικής λιτότητας.

Τα παλιά τραύματα
πρόσωπο με πρόσωπο
με παύσεις κι επαναλήψεις
μονοπάτια υπεραπλουστεύσεων
και γενικόλογων οδυνηρών εμπειριών

μετατρέπονται σε πολεμικές κραυγές λατρείας
τείνοντας ν’ αφιερωθούν ως καταλύτης
στους τέσσερις πόλους του ανθρώπινου γίγνεσθαι.

Η μνήμη βρέχει…


Η μνήμη βρέχει ασταμάτητα

αλλ’ είναι σαν μια αράχνη

στη ματαιότητα της λησμονιάς,

μέσα σε χαλάσματα του νου

και του χρόνου.

Ένας ιστός που σε περιέχει

κι οργανώνει το αίσθημά σου,

που αν και θρυμματισμένο

δείχνει εγκαρτέρηση

Σαν κάποιους χαμένους φίλους

που όλη τη νύχτα φλυαρούν

τρέμοντας το μέλλον μιας αγωνίας,

μονάχοι με το τώρα

κι ανήκουστες προστακτικές

παραισθήσεων.