Ορμητικό πλήθος
Αφηνιασμένο ποτάμι
Γεμίζει τη θάλασσα των στεναγμών
Με θεωρίες ανατροπής
Ενάντια σε ξερό άγνωστο
Στις άνυδρες πλέον κοίτες
Προσπαθούν να σφραγίσουν τα νάματα
Και να μείνουμε αφυδατωμένοι
Σε δάση που κάποτε υπήρξαν
Πυκνά και λυτρωτικά
Οι ματιές είναι διάφανες λίμνες
κοντά στο άρρωστο των πηγών.
Η παρουσία μας μυρωδιά
από φρεσκοβρεμένο χώμα
κι απλωμένα σεντόνια
αχνιστών ασπρόρουχων
που βγήκαν στις βεράντες
μετά την πρωινή ομίχλη.
Τ’ απλώσαμε όλα στον ήλιο
κι είναι σαν να γιορτάζουμε
τις μνήμες των προγόνων μας
που ξεχάστηκαν σε παρόδους
πολυκαιρισμένων θανάτων
και σε βρώμικα στενά
δύστροπων κλιμακτηρίων…
Βάσανα, πόνοι,
γενναιόδωρες υποδοχές,
αποτελούν συμβάντα στη ζωή μας
καθώς λικνίζουμε τις αισθήσεις μας
πάνω στις άβολες τάβλες
των αραμπάδων,
με τα βλέμματα στυλωμένα
σ’ αιώνιες επικλήσεις
δρόμων άδειων από ζωή.
Τι είναι αυτό που κρύβουμε
πάντα στο βίο μας;
Μήπως το κομμένο κεφάλι
ενός αντάρτη,
ενός εξεγερμένου πόνου
που επιζητούσε μετά μανίας
ν’ ανυψωθεί απ’ τ’ αναχώματα
των ακατάλυτων εμμονών μας;
Μήπως τα φρούτα της εποχής
ξεχασμένα στο τραπεζάκι της κουζίνας
σαν φλόγα παραμυθιού
που σβήνει μετά από κάθε αφύπνιση,
όπου οι άντρες της οικογένειας
ακούν αποχαυνωμένοι
σαν μικρά παιδιά;
Αγάπη στις αυστηρές σου
προεκτάσεις
κατέβασέ με στον ίσκιο σου
παίρνοντας άρωμα
απ’ το κορμί μου
βάζοντας σε κίνηση
τα πυκνά μου μαλλιά
υψώνοντας
τα στιβαρά μου χέρια
σμιλεύοντας
την αγαστή προθυμία μου
μαζί και τη θέλησή μου
τους αντάρτες στοχασμούς
αντιστεκόμενοι
στα κοινωνικά σου ναυάγια
τις τάσεις προσπέλασης
των άβατων γεφυριών σου
13/4/2007
Τα πάθη μας μάς μεθούν ασυναίσθητα
με τις τρεμουλιαστές ροές τους
σε κάθε πρώτο σκίρτημα της αγάπης.
Ανεμοδαρμένα πάθη
θαλασσοφίλητα κι αστροφωτισμένα
μεσ’ της ζήσης μας τ’ αμέτρητα χιλιόμετρα,
που κάνουν τρελούς κι απόκληρους,
έγκλειστους και χαμίνια του δρόμου,
πόρνες και ληστές τραπεζών,
πότες και παραδουλεύτρες,
παράξενους κι αποδιωγμένους
να οδηγήσουν τα βήματά τους όπου θέλουν
μπούσουλα και θεμέλιο
κάθε ανήκουστης περιπέτειας.
Μακάριοι αυτοί που επιζητούν
μαζί με τη βασιλεία της μαγείας
να κληρονομήσουν τα πάθη ως απάγκιο
κι όχι ως άγευστα κι άχρωμα θραύσματα
από ένα αόριστο μέλλον.
Η πίστη βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη
γιατί μοιραζόμαστε τα ίδια σύνδρομα
μ’ ανθρώπους που ούτε καν γνωρίζουμε
γιατί στερηθήκαμε το ψωμί και το νερό
και ξεπουλήσαμε τα ρούχα μας σε τιμή ευκαιρίας
γιατί δουλέψαμε σε χίλια επαγγέλματα
και συρθήκαμε γυμνοί και πεινασμένοι.
Και δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
παρ’ ότι οι μολυσμένες ατμόσφαιρες
ηχογραφούνται στις ανάσες μας
μ’ ένα ψεύτικο πάθος σαν σήμα κατατεθέν
παρ’ ότι η νιότη μας θρυμματίστηκε
κι οι Ερινύες ήρθαν καταπάνω μας σαν εφιάλτες.
Και δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
κι ας ρέουν οι μελαγχολίες μας δήθεν άπλετοι φωτισμοί
κι ας μας στέρησαν το μητρικό φιλί
κι ας μη γνωρίσαμε τους πατέρες μας
πλαστογραφώντας την ιστορική μας υπόσταση.
Για μια ακόμα φορά,
δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
γιατί είμαστε οι λάτρεις του ήλιου
και τα τραγούδια μας φωτίζουν τον κόσμο
κι οι κραυγές μας προκαλούν τους ορίζοντες
και τα αισθήματά μας δραπετεύουν
επανερχόμενα στο προσκήνιο
από την κλεισούρα του εαυτού τους
γινόμενα βάλσαμο σε πληγές
πράξεις κοινωνικής έγερσης
που αιφνιδιάζει τους πάντες.
Τέλος, ξανά και ξανά,
δεν πρόκειται να συνθηκολογήσουμε
γιατί ένας χτύπος της καρδιάς μας
είναι καθοριστικός
κι ένα χαμόγελό μας αρκεί.
Γεννιόμαστε σε πέτρες,
σε τοπία που ποτέ δεν νοτίζονται
από κανένα νάμα
και καμιά πυγολαμπίδα
δεν δίνει το φως της το αμυδρό
στα φυλακισμένα βλέμματα.
Γεννιόμαστε σ’ απέραντες ξερολιθιές
όπου κανένα λεπτό της ώρας
δεν ξημερώνει δημιουργικό
και κανένας από μηχανής θεός
δεν προβάλλει ως λύτρωση
στη διάφανη φυλακή μας.
Σ’ αυτόν τον ορίζοντα της ξεραΐλας,
οι σάρκες οι σιτεμένες
γίνονται βορρά των κοράκων
κι η ιδιοτέλεια στήνει χορούς
σε δεξιώσεις συμφοράς
μ’ ακαθόριστους καλεσμένους.
Μόνη φροντίδα του ιερατείου
οι κάλπικες επικλήσεις βροχής
κι οι αλλεπάλληλες δόσεις λησμονιάς
σαν αναποδογυρισμένα είδωλα
παράταιρων ντιρεκτίβων…
κι εμείς μόνο με φρούδες αρνήσεις.
Έτσι όλα είναι έτοιμα πλέον
για τους νέους βωμούς της εξουσίας,
τους θεμελιωμένους σε διαπλοκές,
χρηματιστηριακές ανεμοθύελλες
και οικονομικούς ισολογισμούς
ως άλλες εκατόμβες συνειδήσεων.
18/2/2006
Ο κάθε στίχος απόκρυφος
απόμερη λιτανεία
πραγματικότητα σ’ αναζήτηση
εξάσκηση του βλέμματος
στο απέραντο κενό
τροχοπέδηση της γλώσσας
σε πεδία ομιλίας μ’ άλλα μέσα
Πρωτογενή υλικά
σαν βαριά κληρονομιά
αλλά και πορείες ζωής
ακατάληπτες κι από δεύτερο χέρι
Διακηρύξεις βαρυσήμαντες
σαν δρόμοι π’ αφήνονται αφύλαχτοι
κι απαγορευμένες διαβάσεις
π’ οδηγούν σ’ εσωτερικές ατραπούς
όπου όλα και όλοι πλέκουν
συλλήβδην τους κοινωνικούς ιστούς
με πληθώρα αυτοσαρκασμών
Όλα κι όλοι
υπό συνεχή αίρεση

Δεν μπορείς να λάμψεις με ρηχή τη σκέψη
είσαι θεός καταβυθισμένος
σε υπόγεια σεβασμού και προσευχών
σ’ ερμητικούς ψυχοδιαδρόμους.
Βλέπεις το φως απ’ άρρωστους λαμπτήρες
καμιά ηθική λύτρωση δεν σε σώζει
όσο ο επίμονος γδούπος του σφυριού
ηχεί στο αμόνι της ταξικής εκμετάλλευσης.
Ποιες ηλιαχτίδες κι αρώματα;
Ποιες αμέριμνες μελωδίες πουλιών;
Όλα αυτά σ’ ένα φλογισμένο κόσμο;
Σ’ έναν κόσμο αναστεναγμών
και ξεχειλωμένων τυπολατριών;
Ξεσκισμένες ταινίες
κνόδαλα της ζωής
σαν να μαζεύεις τα ξέφτια
του απομεσήμερου
στα γυμνά σου πόδια
σπουργίτια που κροταλίζουν
τα ψίχουλα της αδράνειας
2
ήχοι διαθλώνται σε παράταξη
με τύμπανα από τότε
σαν φύλλα που πέφτουν
από τον αγέρα χτυπημένα
σαν παιδιά που ξεκλέβουν τις ώρες
3
η πάχνη της νύχτας
το μουντό χρώμα
του πρωινού σημάδι
στην επερχόμενη μέρα
με ρυθμούς από ράμφη πουλιών
και χαλασμένες μηχανές
4
ο ήλιος δεν ανέτειλε
ο τελευταίος υπάλληλος αναχώρησε
κι ήμουν αυτός που
έκλεισε την πόρτα πίσω του
για τελευταία φορά.
5
πότε ακίνητοι
πότε τρεμάμενοι
σε μέρη που λέγονται
χώροι εργασίας
κραυγές αργόσυρτες
φωνές τσαλαπατημένες
έρμαια άνωθεν αποφάσεων
σε προκρούστεια κρεβάτια
6
πότε θα συναθροίσουμε
τα δάκρυά μας
πότε θα συσπειρώσουμε
τις οιμωγές μας
πότε θα ανασηκωθούμε
από τον ανοιχτό μας τάφο
που έχει τη μορφή
σελιλόϊντ ακρόασης
7
γωνιά τη γωνιά
κόγχη την κόγχη
μας παίρνουν το κατόπι
με προφυλάξεις
βρίσκονται στο διάβα μας
και όλα τα λιοντάρια
βρυχώνται
στις ορθάνοιχτες πόρτες
καθώς ακολουθούμε
τα χνάρια μας
απ’ τις ατέλειωτες μνήμες
8
πετάμε λίγη θάλασσα
στον ουρανό
να γίνει ένα ο κόσμος
μια μικρή σταγόνα βροχής
είναι μια μικρή σπίθα
ανταρσίας
κάτι σαν ένα μικρό λάθος
που περικλείει
όλα τα πεντάχρονα πλάνα
της μελλοντικής μας
δημιουργίας
9
τη νύχτα της θύελλας
στα χιλιόμετρα της αγρύπνιας
στη σάρκα και το αίμα
αγαπάμε όλο και πιο
καθοριστικά
αλλά το μεγάλο στοίχημα
είναι να διατηρήσουμε
αναμμένη τη μικρή
σταγόνα της βροχής
10
φεύγουμε σαν το όνειρο
ξεστρατίζουμε σαν λωρίδα φωτός
απ’ τη χαραμάδα του χρόνου
αποχωρώντας απ’ τη σκηνή
με φωνή αλαργινή
και δειλές φλόγες
11
το κορμί
πεταμένο φύλλο
κλώτσος του καθένα
ανάπηροι ήλιοι
σε αμμουδιές εγκατάλειψης
ανεστραμμένες υποστάσεις
παραπλανητικά
ζεστών προσώπων
και τα εφήμερα απάγκια
κι οι σπασμένες κούκλες
των βιτρινών
μετά τη λεηλασία
και την άμπτωτη
των νοθευμένων χνώτων
12
να πιαστούμε από αλήτες
συννεφιασμένους πασχίζουμε
που τα παίζουν όλα για όλα
με άδεια μπουκάλια
βλέμματα στον ουρανό
να κατεβάσει το όποιο μάννα
να διαβούμε σε ρυάκια
με βάρκα βομβαρδισμένη
αίμα ξερό και χαλασμένο
13
η σιγανή φωνή μας
τιτίβισμα σπουργιτιού
που δεν ήρθε με χέρια
ολόλευκα κλαίει τη νύχτα
πίσω από καθρέφτες
ή συνωστίζεται
σε χοροπηδάδικα ευκαιρίας
για μια στιγμή υπόληψης
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Αντίποδες Νο55, 2009.

Επιστρέφω δίχως να έχω φύγει,
αλλά οι αποχρώσεις είναι οι ίδιες,
ο μύθος παραμένει ο ίδιος,
τα κιτρινισμένα χειρόγραφα στα ίδια συρτάρια,
τα βιωματικά σύνδρομα
κι οι επίκτητες ανάγκες των συντρόφων
φαντάζουν οι ίδιες κι απαράλλαχτες,
η ίδια κατάρρευση επικρατεί κάτω από τα ερείπια
αλληγοριών χωρίς περιθώρια αναπνοής…
Βλέπω τα ίδια τραπεζάκια με τους ίδιους θαμώνες
που τόσα χρόνια προσπαθούν ν’ αποκτήσουν οντότητα
μέσα από πλαστά πεδία αναγκών όμοια με άτεχνα πρωτόλεια
φτιαγμένα με υλικά που δεν… κολλάνε μεταξύ τους.
Βλέπω τον ξεπεσμό της πράξης σε μόχθο,
ανθρώπους χωρίς καρδιές
ν’ αποχωρίζονται τον εαυτό τους
σαν η ηδονή ν’ αποχωρίζεται την ευδαιμονία
και να μετατρέπεται σε υποκριτική αυλαία…