Πολυσύλλαβες αισθήσεις
χαράζω
στο κορμί της σκέψης
ενάντια στις μονοσύλλαβες
ιχνηλασίες
του τίποτα
κι όμως
στεναχωρούμαι
για την εξαΰλωση…
είπα να συλλέξω
τα τρίμματα της ψυχής μου
και να στα προσφέρω δώρο
στάλα-στάλα
κάτω απ’ τα μπαλκόνια
των νυχτερινών μας εναγκαλισμών
αλλά αποδείχτηκαν
πέτρινα όλα
στο μαγκανοπήγαδο
της ζήσης μας
είπα να ταξιδέψω
στη θάλασσα
των ματιών σου
γυρεύοντας τις παρυφές
ενός χρυσαφένιου κόσμου
αλλά τα ‘χουν αρπάξει όλα
οι χρυσοθήρες
της καθημερινότητάς μας
έτσι βρεθήκαμε
σταυρωμένοι
στις πλανεύτρες
εικασίες των ειδικών.
Σαντέ σκέτα χωμένα
στο στρατιωτικό αμπέχωνο
κι οι ευαισθησίες παντιέρες
σε τσιφτετέλι και ρέγγε
στην πλατεία των ολόφωτων
γυμνασμάτων του μέλλοντος
τα μαλλιά κι οι γενειάδες
σημαίες χωρίς κατάρτια
ξέμπλιαστες στ’ αστραποβρόχια
της εκάστοτε κρατικής καταστολής
κι οι νυχτερινές κεραίες
να λικνίζονται σε ουζερί
και ταβέρνες ανά το χώρο
με τον μαύρο ποιητή απ’ το Σουδάν
στην πρωτεύουσα της αναλγησίας
όλοι υποψιασμένοι
για τούτο και για τ’ άλλο
τα περασμένα και τα παρόντα
και τα μελλούμενα να ‘ρθούν
προφητικά παρελαύνοντας
απ’ της καρδιάς το πύρωμα
και τις βεβαιότητες της ιδεολογίας
σαν την ανατολή και τη δύση
που είναι σίγουρες
σε όποιο τόπο και χρόνο…
Αντρωθήκαμε μέσα σε
θεόρατες θύελλες
σε άνυδρα τοπία μεστώσαμε
ματώσαμε ψάχνοντας γι’ αγάπη
κόντρα στο καυτό μολύβι
της κοσμοχαλασιάς
οι αντάρες της ύπαρξής μας
αφανίστηκαν από την
παγκοσμιοποίηση της αναίδειας
που πωλείται ως άλλη αρετή
στα χρηματιστήρια του ψεύδους.
Ωστόσο δεν συμβιβαστήκαμε
με κανέναν μεσίτη με κανέναν
έμπορο ψυχών
και φτηνών καλλυντικών…
Αχνά πρόσωπα μ’ αχνές θύμησες
είναι απ’ τις λευκές οπτασίες
αυτές τις ακίνητες φιγούρες
που φέρνουν τρεχάματα
στους διαδρόμους με τις άσπρες μπλούζες
άναρθρες οι πτυχές του λευκού
καμώνεται το λαμπερό
μα δεν απηχεί κανένα χρωματισμό
εμφανές αλλά κι αόριστο
χωρίς χρέος μα μ’ ένα σκοπό
να υφάνει σαν την αράχνη
λευκό ιστό να μας καταβροχθίσει
με μισόλογα και δικαιολογίες
γι’ αυτό
να μην αφήσουμε το άσπρο
να εξορίσει τα άλλα χρώματα.