πίστη στο κόκκινο
πεπαλαιωμένη
πίστη στο κόκκινο
ανανεωμένη
πίστη στο κόκκινο
των καιρών μας
θάνατοι
θάνατοι
θάνατοι
στις διαβάσεις
Ερινύες και Πιλάτοι
Εφιάλτες και Ήφαιστοι
όλοι στον ίδιο πάγκο
συνδαιτημόνες
με χλαμύδες πορφυρές
πέρασαν τα χρόνια
και δεν έμεινα ο ίδιος
μόνο τους νεκρούς είδα
που παρέλασαν στις παρυφές
των γειτονιών μου
τ’ άλογά τους ξεπέζεψαν ματωμένοι
κι οι ίδιοι προχώρησαν κατευθείαν
στους αόρατους κάμπους
πασχίζοντας να βρουν το φωτεινό αστέρι
κι εγώ δεν έμεινα ο ίδιος
μόνο τους μάγους είδα
που τραβούσαν τα σχοινιά
κι οι ίδιοι έπλεαν
πάνω σε θάλασσες κρανίων
με σχεδίες από σπλάγχνα
κι ήταν μια ατέλειωτη νύχτα
με τσίκνες και μυρωδιές
οργής και χάους
κι εγώ δεν έμεινα ο ίδιος
μόνο τα ξωτικά των νυχτών άκουσα
που κρυφανάσαιναν
σε ασυγχρόνιστες νότες
ξεμυτώντας απ’ τις κρυψώνες τους
όπως τα σαλιγκάρια μετά την καταιγίδα
θέλω να γράψω ένα ποίημα
μακρόσυρτο σαν τις στριγγιές
στις ράγες των τρένων
αργόσυρτο σαν τις ακατάσχετες βρισιές
στης ζωής μας την πορεία
ανατρεπτικό σαν τις επαναστάσεις
που άλλαξαν τα πάντα
καθοριστικό σαν τις αποφάσεις
τις τελεσίδικες
στη μάχη που μαίνεται
σαν τα αποφασιστικά βήματα
που παίρνονται την ώρα
της αναμπουμπούλας
στα πεδία των ευγενικών και αέναων μαχών
θέλω να γράψω ένα ποίημα
που να μοιάζει με εξιλέωση
στα ανοίγματα της ιστορίας
στα ανοιγμένα χέρια
της κοινωνίας που σέρνεται
σε παράταιρες αφθονίες
η ιστορία είναι η μόνη εξιλέωση της ποίησης
ενάντια σε μια χλόη μεταλλαγμένη
που τρέφεται με δάκρυα κι αίμα
δαιμονικά χέρια κι ευλογίες…
περιπλανιέμαι
στους πίσω δρόμους
χάνομαι
χωρίς ίχνη
στους καιρούς
με τζάμια σπασμένα
οι άνεμοι στο πρόσωπο
οι λέξεις
οι σκύλοι
στο βάθος τα πουλιά
μετακινούμαι
μακριά
από καχυποψίες
και αυλές
ινστρουχτόρων
ο ουρανός
συνθέτει ομιλίες
μερικές φορές
ο ήλιος λάμπει
άλλες όχι
και κάθε μέρα έρχονται
γράμματα
από διψασμένους αποστολείς
οι χαώδεις διαβάσεις
ενός αδρού σκηνικού
πεπαλαιωμένα οράματα
αιώνια ξόανα
λατρεύονται
από αδαείς πολυθεϊστές
μυαλά διαχέονται
σε πίστες
για νοτισμένες συνειδήσεις
δρεπανηφόρα άρματα
θεούσες με ρομφαίες
καραδοκούν να σκοτώσουν
τα κτήνη
υιοθετούν οπτασίες
κρατούν φυλαχτά
ανεμίζουν θυμιατά
ελίσσονται
σε ελικοδρόμια για φονιάδες
και ύμνους από αναγνωστικά
μισοφαγωμένων φωνηέντων
όποιο χέρι τείνει για βοήθεια
κόβεται
Ζούμε με κοινότυπους αφορισμούς / We live with common aphorisms
Τα φαντάσματά μας επανέρχονται απρόσκλητα / Our ghosts are coming uninvited
Το σαρκίο μας περιέχει μια περιορισμένη λογική / Our flesh contains a limited logic
Περιφέρει την εκκωφαντική του ασημαντότητα / Carries around its deafening insignificance
Δεν εξαφανιζόμαστε παρά προσδοκούμε / We don’t disappear but expect
Οι κοινοί μας φόβοι είναι σαν εχθρικά πεδία / Our common fears are as hostile fields
Το ιδιωτικό μας κουβούκλι μοιάζει απόρθητο / Our private canopy looks impregnable
Ποιος θα διακυβεύσει τις πράξεις μας; / Who will jeopardize our actions?
Κανένα κίνητρο δεν θα τις ανατρέψει / No motive will overthrow them
Περιφερόμαστε με τον μανδύα της αυτοπραγμάτωσής μας / Wandering around with the cloak of our self-realism
Το είναι μας θρυμματίζεται σε εμπορεύματα / Our being is crumbled into merchandises
Το μέλλον μας είναι η υπεραξία του εγώ μας / Our future is the surplus value of ourself
Εξαπολύουμε πογκρόμ εναντίον μας / We launch a pogrom against us
Υποτίθεται ότι αναστοχαζόμαστε συλλογικά / It is supposed that we re-consider collectivelly
Αλλά απαξιοποιούμε το παρόν μας / But we scorn our present
Κάποιες προβολές ανατροπής παραμένουν νόθες / Some projections of inversion remain illegitimate
Γιατί κάθε μας δράμα είναι παρελθοντολογικό / Because our every drama belongs to the past
Αλλά κάποια “ιερή” στιγμή κρίσης θα φτάσει / But some “holy” moment of judgment will come
Ενάντια στους ευτελείς εισαγγελείς / Against the worhless public prosecutors
Ενάντια στους υποτελείς του “γυαλιού” / Against the tributaries of the “glass”
Ενάντια στους υπηρέτες της κυρίαρχης γραφίδας / Against the servants of the ruling quill
Ενάντια στο εξουσιαστικό ξίφος / Against the authoritarian sword
Έτσι που η ιστορία κάνει πάντα κύκλους / As the history makes always circles
Και το τραγούδι γίνεται ποταμός / And the song becomes river
Κι ο ποταμός γίνεται τραγούδι / And the river becomes song
Γυμνάσματα προετοιμασίας αδρά / Rough exercises of preparation
Ενέργειες που μετριούνται με ανάστημα ιδεολογίας / Actions measured by an ideology stature
Πασχαλιές βγαλμένες από νεκρές γαίες / Lilacs came from dead grounds
Ελιτίστικες πρωτοπορίες στην καταχνιά / Elitist vanguards in the fog
Αρχιτεκτονική διάχυση της υποταγής / Architectural diffusion of subjugation
Άκαρποι ηχητικοί πειραματισμοί / Fruitless sound experiments
Ασάλευτες ιδιοτυπίες επανέρχονται / Unshaken peculiarities return
Όμως οι αισθήσεις κεντρίζονται ξανά / But the feelings are stirred again
Συγχορδίες εξέγερσης σε οικείο φως / Chords of revolt in a familiar light
Διάθεση φυγής από μαρτυρικούς χώρους / Feelings of escape from martyrdoms
Πορεία στα χνάρια της επανάστασης / A route in the footprints of the revolution
Συνειδητή προσπάθεια ανατροπής του παλιού / A conscious effort of overthowing the old
Συνειδητή προσπάθεια να αναδυθεί το νέο / A conscious effort of emerging the new
Σαν να μπολιάζεται ο κορμός του δέντρου / As to graft the trunke of the tree
Γόνιμο σπέρμα που γεννά νέες μορφές / Fertile sperm that gives birth to new forms
Κομματιάζονται όνειρα και τραγούδια
σα φαντάσματα ακρωτηριασμένα.
Ένα άρρωστο χέρι σημαδεύει στο ημερολόγιο
τον καιρό που περνάει ανώφελα και ανούσια.
Είμαστε αδιάφοροι και μακρινοί ταξιδιώτες
σε κάποιο άγνωστο πλοίο
σ’ ένα ταξίδι χωρίς αρχή και τέλος.
Υπάρχουνε ανοιχτοί λογαριασμοί με το χρόνο
τον αδύναμο, τον φθαρτό και τον ατελή.
Οχυρωνόμαστε στις δομές της κακομοιριάς μας.
Περιοριζόμαστε σε πλαδαρά οράματα
κι ένοχες επικλήσεις αγωνίας.
Η φωνή μας πνίγεται σε ειρωνικούς φωταγωγούς.
Η ελπίδα μας βυθίζεται σε πικρά σχόλια και καυσαέρια.
Η ηρεμία μας μια εκνευριστική κι αδιάκοπη
πληθωρική απάτη που μας ναρκώνει.
Πανοραμικές λήψεις σε μια ακανόνιστη σειρά
και προγράμματα κομπιούτερς γνέφουν προκλητικά…
Αθήνα 1984
*Ευχαριστίες στη φίλη Σωτηρία Αλωνιστιώτη που το ανέσυρε από ένα παλιό ντουλάπι…
Άψογος
γαλουχήθηκα,
Εμβολιάσθηκα,
θωρακίστηκα
με αρχές και αξίες αδιαπραγμάτευτες.
Οχυρό μου η ευπρέπεια.
Όπλο μου η ευγένεια.
Έμβλημά μου η εντιμότης
εννοείται όταν με βλέπουν
καθώς
ως άνθρωπος οφείλω
να είμαι απαρέγκλιτα εντάξει
εν ανάγκη δε…
δεν χάθηκε ο κόσμος
αν βάλω και λίγο νερό στο κρασί μου!
Κομμένα φύλλα
γράφω. Ξηλώνω από την ψυχή μου καρφάκια.
Αλείφω τις πληγούλες με κρασί και μέλι
να γλυκάνουν.
Με ευλάβεια μεταφέρω τα σημάδια στο χαρτί.
Γράφω.
Στα νωπά ίχνη της αποκαθήλωσης
συχνά ευδοκιμούν άγρια χόρτα
μολόχες, γαϊδουράγκαθα, τσουκνίδες.
Δεν τα ξεριζώνω.
Το βρίσκω άσκοπο, μα πιο πολύ επικίνδυνο.
Μονάχα τα κορφολογώ
και σε κλαράκι κέδρινο
τα δένω μπουτονιέρα.
Κομμένα φύλλα.
Ποιήματα.
*Από τη συλλογή “Τρελή τυγλόμυγα”, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, 2013.
I
My places
find shelter
in ruined buildings
suffocated atmospheres
in fires growing fast
II
My places
falling prone
to losing eyes
fragmented sights
common persecutions
body maiming
III
my places
bend from despair
in bombed neighborhoods
figures with hollow eyes
of hunger
and sleepless
IV
my places
stopped being preservable
because they completely lost
their past
their seas become ill
their costumes
being distorted
V
my places
nor have violins
neither been fire dancing
only a counterfeiting frisk
of a threepenny leap
VI
my places
memories of iron beds
in ward camps
scratched arms
walls with damp
face same as rocks
worship of motherland
VII
my places
where nobody regrets
cities shattered
from the inside
and stayed mournful
in distant shores
VIII
my places
in a strange calm
in a hibernating season
like throwing their children
in scorched palm trees
pinching the clog
of mutant needs
IX
my places
stay still behind
pill-boxes
and loopholes
behind fire beaten groves
alone in abandoned piers
acid rains
waste piles
stuck travels
X
my places
prehistoric statues
of oblivion and insignificance
in guillotines turned in
bridled clearings
dissolve
ostracize
in heame pieces
on every floor
XI
my places
medieval towers
with battlements and spears
watchtowers and hideouts
where they hang
dissidents unfairly
when speaking with shivering
and passions all over the body
XII
my places
fluent as the candlelight
in glints
on uncertain songs
and stale slogans
XIII
my places
transversed resonances
with outdated codes
in merciless towers
cross mournful waters
and booming
guillotines
XIV
my places
swaying fearful
in front of a few moons
lost in ruins
brimstone of isolation
piles of garbage
where pyrrhic
bloody flags
waving
XV
my places
in a limbo
in a total time
collapse
soaked into
the yellow rain
drowned them
as another shroud
and their inhabitants
left
without memory
*Translation: Dimitris Troaditis. The original in Greek is here: https://tokoskino.wordpress.com/wp-admin/post.php?post=10180&action=edit
**The poem read in both languages in the event of Melbourne Poets Union “Journeys”, Sunday, 26 October 2014, in Immigration Museum of Melbourne.