Αλλοτριωμένων (Απελευθέρωση)

11039225_745446382234425_6135820711600507686_n

Οι πόρτες της κοινωνίας των αλλοτριωμένων, ο λόγος, το φαντασιακό, η εξέγερση και η δημιουργία, είναι μανταλωμένες. Όσο θα χορηγούνται οι ενέσεις, οι εξεγέρσεις θα παραμένουν περιθωριακές, οι ανυπακοές παράνομες, οι εναλλακτικές λύσεις χιμαιρικές και οι διαφορές αντικανονικές. Όσο οι διαμαρτυρίες θα είναι τμηματικές, σποραδικές κι απομονωμένες, τόσο θα παραμένουν αθόρυβες, προσωρινές κι εύθραυστες. Όσο οι διαφορετικές μορφές διαμαρτυρίας θα εξαπλώνονται, δυνατές κι επίμονες, τόσο θα τις καταδιώκουν, θα τις παραμορφώνουν, θα τις αλλοιώνουν, θα τις διακωμωδούν και θα τις τιμωρούν αυστηρά.

Αλλά όταν θα γίνουν τελικά γενικευμένες, συλλογικές και διαρκείς, θα είναι αδύνατο να συγκρατηθούν. Η αντίσταση είναι ένας χορός που γίνεται ακαταμάχητος όταν πολλαπλασιάζονται, συγχωνεύονται και αγάλλονται οι χορευτές του. Επομένως, ακόμα κι αυτοί που φαινόταν λιγότερο πιθανό να ενεργήσουν θα το κάνουν με χαρά. Αρκεί να μην αδρανήσουν ξανά από την ανυπομονησία ή την εξάντληση… Μια μέρα θα έρθει το νέο έτος. Το έτος της ματαίωσης της παλιάς παγίδας, της άρνησης της ένεσης, του κατεδαφισμού του ασύλου. Το νέο έτος που τα έμβρυα θ’ αγωνίζονταιγια να γεννηθούν.

Το νέο έτος που η ζωή θα είναι έξω, παντού και πέρα. Το νέο έτος που ο λόγος, το φαντασιακό, η εξέγερση και η δημιουργία θ’ απελευθερωθούν. Το νέο έτος που δεν θα φοβόμαστε πια. Ο φόβος ταράζει, αλλοιώνει, καταστρέφει την ελπίδα. Αλλά δεν χρειαζόμαστε την ελπίδα για να επιχειρήσουμε, ν’ αγωνιστούμε, ν’ αντισταθούμε. Ρυθμίζοντας τις πράξεις μας με την προοπτική του αποτελέσματος, εφαρμόζουμε τη λογική του κερδοσκόπου. Είναι η αναπαραγωγή του φαύλου κύκλου που ακολουθούν τα συνηθισμένα κοπάδια. Σημαίνει ακολουθώ, αξιολογώ και περιμένω.

Περιμένω μια πρωτοβουλία μεγάλης έκτασης. Μια πρωτοβουλία ελκυστική. Πάντα περιμένω. Ακόμα περιμένω. Είναι τέτοια η παγίδα του υπολογισμού των πιθανοτήτων που οδηγεί στη στασιμότητα και την αδυναμία. Είναι τέτοια τα μάγια που αναβάλλουν για αύριο τον πολλαπλασιασμό των μικρών βημάτων. Δεν υπάρχει χώρος για να ελπίσεις ή ν’ απελπιστείς, αλλά μόνο για να δράσει ο καθένας, χωρίς να περιμένει ότι η αλλαγή θα έρθει από αλλού, από πιο ψηλά, από πιο μακριά, από τον πιο μεγάλο, από τον πιο δυνατό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από τη συνεργατικότητα των θυμωμένων αδυνάτων. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μεγάλο από τη σύναξη των μικρών που είναι αποφασισμένοι να πάψουν να είναι μικροί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μακρινό από το τελευταίο βήμα που έχεις να πραγματοποιήσεις, όχι προς τα μπροστά αλλά στο πλάι.

Τίποτα δεν μπορεί να εναντιωθεί σ’ αυτή την ανυπακοή –αστική, πολιτική, οικονομική–, αν οι αντιρρησίες πολλαπλασιάζονται και φανερώνονται ένας ένας, χωρίς να ενδίδουν στους άχρηστους υπολογισμούς πάνω σε ανεξιχνίαστες προοπτικές. Η αλλαγή δεν θα έρθει, παρά από εμάς τους ίδιους. Το απροσδόκητο δεν θα συμβεί παρά μόνο αν πάμε πέρα από την καθαρή κερδοσκοπία, αν ξεκινήσουμε πραγματικά να περπατάμε το δρόμο αυτό, αν επιλέξουμε να τολμήσουμε χωρίς να πιστεύουμε σε καλούς ή κακούς οιωνούς.

Δεν χρειάζεται καθοδήγηση για να προχωρήσουμε στο άγνωστο. Ο μόνος άνθρωπος που είναι θεόσταλτος για τον καθένα είναι αυτός ο ίδιος. Η μόνη του οικογένεια είναι η ανθρωπότητα. Μοναδική του πατρίδα, η Γη. Όλοι οι χωροφύλακες του κόσμου δεν θα κάνουντίποτα. Η πρόκληση του Ετιέν ντε Λα Μποεσί3 μένει να ολοκληρωθεί. Όταν θα είμαστε αποφασισμένοι να μην υπηρετούμε πια, να μην μας υπηρετούν πια, να μην υποδουλωνόμαστε, θα είμαστε ελεύθεροι.

*Από το βιβλίο του Γιάννη Γιουλούντα “Πίσω από τις λέξεις”, εκδόσεις Εξάρχεια.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Η συγγραφέας

bliss

Υπάρχουν φωτογραφίες και φωτογραφίες συγγραφέων, και οι περισσότερες φωτογραφίες συγγραφέων μοιάζουν μεταξύ τους μ’ έναν τρόπο τόσο βαρετό, που αισθάνεσαι πως τούτη η επανάληψη σε φέρνει πιο κοντά στον θάνατο – ασπρόμαυρες λήψεις για να κάνουν το πρόσωπο να φανεί βαθυστόχαστο, χέρια στα πηγούνια για να κρύψουν τα προγούλια, και ασφαλώς η κλασσική πόζα του ‘‘Εγώ απλώς διαβάζω αυτό εδώ το βιβλίο, δεν έχω ιδέα ότι με φωτογραφίζουν’’.

Η δική της φωτογραφία δεν ήταν ασπρόμαυρη, ο λαιμός της φαινόταν ξεκάθαρα, και το βλέμμα της έφτανε κατευθείαν στην ψυχή σου. Μέσα από τη δουλειά μου έχω δει άπειρες φωτογραφίες ανθρώπων ενώ κοιτάζουν τον φακό: Ανθρώπων ντροπιασμένων, ανθρώπων μεθυσμένων, ανθρώπων μπερδεμένων και φοβισμένων λίγο πριν οδηγηθούνε στο κελί τους˙ ακόμα κι εκείνο το κάθαρμα που χαμογελούσε στην κάμερα -χαμογελούσε σ’ εμένα- τέσσερις ώρες αφού είχε ξεριζώσει την κάτω γνάθο της κοπέλας του, ακόμα και τα δικά του μάτια δεν με είχαν κλονίσει όσο με κλόνιζαν τα δικά της.

Ολόκληρο το μαλακό εξώφυλλο ήταν πνιγμένο σε μια έντονη απόχρωση του κόκκινου. Είμαι συνηθισμένος στο ν’ ανακαλύπτω βιβλία που δεν έχουν αναφορά σε όνομα συγγραφέα, σε εκδότη ή σε χρονολογία -ειδικά στο συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο- αλλά ήταν η πρώτη φορά που δεν έβρισκα ούτε αναφορά στον τίτλο: Κατακόκκινο εξώφυλλο, πρώτη λευκή σελίδα, δεύτερη λευκή σελίδα, τρίτη λευκή σελίδα, και στην κορυφή της τέταρτης σελίδας ξεκινούσε η πρόζα, ένας ασταμάτητος χείμαρρος μικροσκοπικών χοντρών γραμμάτων ο οποίος έδινε την εντύπωση πως όλο το βιβλίο -γύρω στις 100 σελίδες υποθέτω, δεν ήταν αριθμημένες- αποτελούταν από μία τεράστια παράγραφο.
Continue reading

Νεκταρία Μαραγιάννη, Διάλειμμα

fd47d3384fa7265018a17bbf632a8dc9

Το λεωφορείο σταματούσε σε κάθε στάση ∙ οι αισθητήρες του σώματός μου αντιλαμβάνονταν το πλήθος των ανθρώπων που ανέβαιναν συνοδευόμενοι με τις ανάσες τους, βαριές όπως πάντα ∙ τα μάτια τους εξερευνούσαν τον ήδη γνωστό χώρο που κάθε φορά τον έντυναν ξεχωριστές παρουσίες. Είχα βαρεθεί αυτή τη συνήθεια, για να είμαι ειλικρινής, δεν επέτρεπα τόσο εύκολα στις κόρες των ματιών μου να κάνουν μακροβούτια. Καθόμουν κάπου πίσω, στη γωνία, προσπαθώντας να ξεφύγω, να γίνω αόρατη ∙ είχα τα ακουστικά ταξιδεύοντας με τη μουσική ενώ το κεφάλι μου είχε μια μικρή κλίση προς το πλάι, ακουμπώντας το παράθυρο. Συγχρόνως, είχα κλειστά τα μάτια μου, διατηρώντας, ακόμη, την παιδική ψευδαίσθηση πως, με αυτό τον τρόπο, δε θα γίνω αντιληπτή.

Προσπαθούσα να διαγράψω την ταυτότητά μου από το αδιάφορο κοινωνικό φαίνεσθαι που συναντούσα σε καθημερινή βάση, να ζω μονάχα για λίγους, μα κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς η ικανοποίηση μιας αναπόφευκτα ανεπιθύμητης επιθυμίας που θα με οδηγούσε ακόμη περισσότερο στην τρέλα. Ο μεγαλύτερος φόβος μου παραμένει ∙ αντικρίζοντας κάποια στιγμή τις ακτίνες του ήλιου θα είμαι ολομόναχη, δε θα έχω κανέναν διότι απλούστατα θα με έχουν βαρεθεί κι εγκαταλείψει. Προτιμώ αυτή η σκέψη να με βασανίζει τα βράδια ενσαρκώνοντας τον εφιάλτη, παρά να αντικρίσω οπλισμένο τον φόβο μου.

Δε θυμάμαι τι σκεφτόμουν καθώς κατέβαινα το λεωφορείο, κατά τη γνώμη του κοινωνικού μου περίγυρου το βλέμμα μου εκπέμπει μια ίνα μελαγχολίας. Δεν το επιδιώκω. Διασχίζω την Ιπποκράτους, κοιτώ στο πλάι τα τρία νεοκλασικά κτήρια και βλέπω πως, όλα όσα χτίστηκαν όλα αυτά τα χρόνια κάτω από τα σεντόνια μου, τα όνειρά μου, γκρεμίζονται μέρα με τη μέρα… Το μαύρο πανί δεν καλύπτει μόνο τη λάμψη της παιδείας, μα προμηνύει τα ανέκφραστα χαμόγελα μιας -πλέον- ανέπαφης ελπίδας… Το βλέμμα μου κάνει ένα βερτικάλ προς τα πάνω κι εκεί, στην κορυφή, συναντά τα σύννεφα που τρέχουν. Ο εγκέφαλός μου εκκινεί τη λειτουργία διερεύνησης του ερωτήματος περί της βιασύνης τους, αλλά προτού τοποθετήσω το σημείο στίξης, μου απαντά το γκρίζο χρώμα τους. Διατηρώντας, ακόμη, ψήγματα ονειροπόλησης, σκέφτομαι πως η φύση είναι θυμωμένη και, αν εκνευριστεί περισσότερο με τους ανθρώπους, θα κλάψει. Όμως, τα δάκρυα που πιθανόν μας αγγίξουν, δε θα είναι απόρροια θυμού, μονάχα πόνου, συχνά αναπόφευκτου. Η σκέψη αυτή φεύγει γρήγορα, μου το επιβάλλει η ενηλικίωση που με βυθίζει ακόμη περισσότερο στη μονοτονία.

Το βλέμμα μου καρφωμένο απέναντι αδιαφορεί για τη «σιδηροδρομική» αμαξοστοιχία που ανταγωνίζεται μπροστά μου, στιγμιαία τα αντανακλαστικά των ματιών μου βυθίζονται στο σκοτάδι. Δεν αντέχω αυτόν τον θόρυβο. Σκοτεινιάζει. Τα φωτάκια στους δρόμους μου θυμίζουν τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Υπάρχει μια διαφορά, τουλάχιστον τα τελευταία είχαν ένα επέκημα στοργής και γλυκών αναμνήσεων, αυτά εδώ δεν έχουν τίποτε, με τυφλώνουν περισσότερο. Θα ήθελα να ανακαλύψω τι βρίσκεται πίσω από το μεταλλικό τους χρώμα, να αποκρυπτογραφήσω τα μονότονά τους απόκρυφα, μα κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνο και δύναμη για το οτιδήποτε. Δε ξέρω αν τα διαθέτω, δεν είμαι καλή κριτής, το μόνο που ξέρω να κάνω είναι να δημιουργώ σκόρπιες (ασύνδετες) αράδες που πιθανόν με εκδικούνται, γι’ αυτό και με σταυρώνουν περισσότερο.

Διασχίζω το δρόμο πασχίζοντας να εξαλείψω τις σκέψεις μου, δεν είναι εύκολο, θα επιθυμούσα να μην σκέφτομαι τίποτε, όμως αγνοώ για το αν, ακόμη κι από αυτό, θα επιβίωνα. Ανεβαίνω στον επάνω όροφο του καφέ, τα μάτια μου κοιτούν τα σκαλιά καθώς «σκαρφαλώνω» και πάλι ταξιδεύω. (Γιατί πάλι;) Τώρα είμαι ξανά παιδί ∙ παίζω στην αυλή με τη Σοφία και τη Μαριαλένα ∙ μετρούν αντίστροφα κι εγώ πηδώ το σχοινάκι… γελάω, ώσπου να πέσω… Τώρα κάθομαι κάπου στη γωνία, παίζω ξανά κρυφτό. Βγάζω κάποια λευκά φύλλα με την προοπτική να τα γεμίσω, αλλά με τι; Πάλι με λέξεις; Κουράστηκα! Αποφεύγω το παιχνίδι τους, είναι ύπουλο! Στην αρχή σε καλούν να πας πιο βαθιά κι ύστερα έρχεσαι αντιμέτωπος με τη Χάρυβδη. Εντούτοις, νιώθω πως αξίζει, παίρνεις νέα αντισώματα και, πλέον, δεν λυγίζεις τόσο εύκολα…

Η μυρωδιά του καφέ μου φέρνει υπνηλία, ίσως περίεργο μα πέρα για πέρα αληθινό. Με βοηθά να βυθιστώ ακόμη περισσότερο στη νάρκη της Τέχνης, μάλλον τώρα, καταφέρνω να μην γίνομαι αντιληπτή. Με ένα γρήγορο πανοραμίκ παρατηρώ πως καθένας ασχολείται με τον εαυτό του, έτσι κι εγώ, ξαναπλάθω τις υπάρξεις μου, ώσπου να κουραστώ. Θα συμβεί κι αυτό. Θέλω να φύγω από το εδώ, προς δική μου απογοήτευση, ο προορισμός παραμένει απροσδιόριστος. Εκτελώντας αυτή τη φορά ένα πιο αργό πανοραμίκ σκέφτομαι να μιλήσω στους υπολοίπους, αλλά η σκέψη αχνοφαίνεται καθώς μεγαλώνει το κάδρο. Θα πω τα ίδια (και βαρετά) και η ανθρωπότητα πλήττει πολύ εύκολα. Από την άλλη, δεν αρκεί η δική μου επιθυμία, ενώ η μελαγχολία του φθινοπώρου πιθανόν άγγιξε τους ώμους μου, η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Σκόρπιες αράδες συνεχίζουν να περπατούν στο χαρτί, όπως πάντα, τίποτε σπουδαίο. Τα σύννεφα έχουν αυξήσει ταχύτητα, η πορεία τους απρόβλεπτη, όπως και όλων των ανθρώπων.

Μου λείπει η αδερφή μου ∙ η φράση μου βγαίνει αυθόρμητα. Συνειδητοποιώ ότι το είπα μόνο όταν το ξεστόμισα και το άκουσα. Νομίζω πως δεν την έζησα όπως ήθελα, πως τα τελευταία χρόνια ήμουν μια απλή θεατής της ανάπτυξής της, όμως την αγαπάω! Αγαπώ κι άλλους ανθρώπους, όμως η ειλικρίνεια δεν είναι από όλους αποδεκτή. Πιθανόν μπαίνω ξανά δίχως να το θέλω σε ένα παιχνίδι με καθολικούς και υπεράνω κανόνες, σε μια διαδικασία κουραστικής αναζήτησης προσπαθώντας να αναμοχλεύσω ξανά τον εαυτό μου και να τον παρουσιάσω στους υπολοίπους. Κουράστηκα να το κάνω, δεν βλάπτει λίγη αναζήτηση και από την πλευρά τους. Δεν είναι θεμιτή, ίσως καλύτερα που είναι αθέμιτη. Θέλω να φύγω από αυτό το παρόν, να ανακαλύψω ξανά το «μαργαριτάρι», να πετάξω ξανά, να ξαναγίνω παιδί, να κάνω ένα διάλειμμα…

Σκέψεις, σκόρπιες σκέψεις, όπως κι εγώ. Κλείνω τις σελίδες των αναζητήσεών μου, ακουμπώ τις παλάμες στο λαιμό μου ∙ κλείνω τα βλέφαρα κι ακούω τη σιωπή, κάπου πίσω της το βάδισμα του δείκτη στο ρολόι του χωροχρόνου, ανυπομονώντας να χτυπήσει το κουδούνι για κάτι μικρό… για κάτι που καθυστερεί όλο και πιο πολύ καθώς η ανθρωπότητα χαράζει τις λέξεις της στις -μέχρι τότε- άδειες σελίδες της περατότητάς της… για κάτι που, πιθανόν, αλλάξει τη στυγνή πραγματικότητα.

Συνοψίζεται ως εξής: όνειρο, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο..

Νέττα

Αρθούρος Ρεμπώ, Ξεπούλημα

11750641_445306142314536_4008384450213449674_n

(…)

Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση!


Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές!


Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν!


Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις, άμεση παράδοση.


Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις, – και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο-
και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.


Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. Οι πωλητές
δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα! Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους τόσο νωρίς.


*Από τις “Εκλάμψεις”, εκδόσεις Ηριδανός. Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης

11755701_10206671540682877_7323422663441371369_n

Νικος Χουλιαράς, Τα ποιήματα στο δρόμο

Screen+Shot+2015-07-21+at+3.22.18+PM

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.

Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.

Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.

Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.

Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».

Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.

Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.


*Aπό το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998.

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Της συνήθειας

diam-300x336

Ξέρω, τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια
θα τα διαλύσουν, θα τα κάνουν όλα σκόνη

Μόχα, Παύλος Παυλίδης

 (Στον Γιάννη). 
 
Το είπε: Θέλω να την παντρευτώ. Κι από εκείνη την ημέρα, που ξεστόμισε αυτές τις τέσσερις τις γαμημένες λέξεις, έχει χάσει τον ύπνο του. Γιατί όταν μιλάει δυνατά, οι λέξεις του γίνονται πιο εφιαλτικές απ’ όσες λέξεις έχει σκεφτεί μέχρι ν’ ανοίξει το στόμα του και ν’ ακούσει τη φωνή του. Κι όταν κοιμάται, παραμιλάει στον ύπνο του, και τον ξυπνάει η φωνή του. Το είπε: Θέλω να την παντρευτώ. Και πήρε αυτές τις τέσσερις τις γαμημένες λέξεις του ο αέρας, έτσι όπως τις ξεστόμισε εκείνη την ημέρα, και τις σήκωσε και τον σήκωσε κι αυτόν μαζί και τον στροβίλισε και τον ζάλισε, κι ύστερα ήταν σαν μεθυσμένος. Γιατί αυτές τις τέσσερις τις λέξεις δεν τις είχε πει ποτέ και για καμία άλλη, μέχρι να τις πει για ’κείνη που τις είπε. Κι από εκείνη την ημέρα, που άνοιξε το στόμα του κι άκουσε τη φωνή του να λέει αυτές τις τέσσερις τις γαμημένες λέξεις, έχει χάσει τον ύπνο του. Γιατί το ξέρει, μέσα του το ξέρει, ότι αυτές τις λέξεις μόνο έτσι μπορεί να τις λέει πια, έτσι όπως τις είπε εκείνη την ημέρα, κι ότι ποτέ δεν θα το πάρει απόφαση, μέχρι που να πεθάνει, ποτέ δεν θα το πάρει απόφαση να τις αλλάξει και να το πει: Θέλω να σε παντρευτώ. Γιατί εκείνη τη στιγμή, που θέλει να της μιλήσει δυνατά, για να της πει: Θέλω να σε παντρευτώ, δεν ξέρει, μέσα του δεν το ξέρει, αν εκείνη θα του πει τις δυο γαμημένες λέξεις που αυτός θέλει ν’ ακούσει. Και φοβάται, σαν μικρό παιδί φοβάται, ότι θα τις πάρει κι εκείνες τις λέξεις του, τις αλλαγμένες, ο αέρας πάλι, έτσι όπως θα τις έχει πει, και θα τις σηκώσει και θα τον σηκώσει κι αυτόν μαζί και θα τον στροβιλίζει και θα τον ζαλίζει και θα τον ρίχνει πάλι και πάλι να τσακίζεται στους βράχους της συνήθειας, μέχρι που να πεθάνει.

*Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης (1968) είναι μεταξύ άλλων μεταφραστής και συγγραφέας. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Από τις εκδόσεις Ίνδικτος κυκλοφορεί το βιβλίο του Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων.

**Αναδημοσίευση από το http://www.oanagnostis.gr/tis-sinithias/

Φερνάντο Αρραμπάλ, Από την “Πέτρα της Τρέλας”

arrabal

Στο θεάτρο του Πανικού ο “μοναχικός άνθρωπος”
συνοδεύονταν πάντα.
Ο σκηνοθέτης του ζήτησε να παίξει “τις συμπτώσεις”
κι ο “μοναχικός άνθρωπος” λευτερώνεται απ’ τον “υπερφυσικό”,
κόσμο, έπαιξε μέσα σ’ ένα σκηνικό ¨κανονικό”.

*Απόσπασμα από το βιβλίο “Η Πέτρα της Τρέλας”, εκδόσεις Αιγόκερως, 1989, σελ.28.

Φερνάντο+Αραμπάλ+-+Η+πέτρα+της+τρέλας

Αντρέι Ταρκόφσκι, Θυσία

1zbxhyp-1

σπαράγματα από ένα κείμενο που (μπορεί και να) γράφτηκε

“…γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται”

Το δεντράκι ανθοβολεί, για όσους θέλουν να το δουν να ανθοβολεί…
Γιατί, μπαμπα;
Γιατί, στη Θυσία, το γυμνό κορίτσι κυνηγά τις πάπιες,
περπατώντας μέσ’ απ’ τους διαδρόμους,
ακριβώς όπως περνά μια σκέψη απ’ το μυαλό μας.
Γιατί κανένας ποιητής του λόγου δεν συνέλαβε ποτέ το Φευγαλέο.
Γιατί ο κόσμος δεν τελειώνει ούτε μ’ ένα βρόντο, ούτε με ένα λυγμό,
αλλά με μια κανάτα γάλα που συντρίβεται στο πάτωμα.
Γιατί η Θυσία είναι μια ταινία Ζεν.
Γιατί ο βυζαντινός Ταρκόφσκι, φεύγοντας δυτικά, προς τον θάνατο,
ανακαλύπτει την Ανατολή – σαν τους παλιούς θαλασσοπόρους.
Γιατί το έργο του Λεονάρντο έμεινε ημιτελές,
ενώ ο Ταρκόφσκι, λίγο πριν πεθάνει, προχωρά στην ύστατη Βλασθημία του,
ως τα έσχατα: το Θαύμα.
Γιατί το αγοράκι επανεμφανίζεται στο τέλος της ταινίας
(ή μάλλον στην αρχή της ταινίας που έχει κάνει τον κύκλο της),
όπως ο Ναζωραίος στα τριάντα του, έλλογος και θαυματοφόρος.
Γιατί στη Θυσία, η ιστορία της ανταλλαγής είναι αβάσταχτη:
ο Αλέξανδρος ανταλλάσσει την Πίστη του με τη Λογική του.
Και τέλος (ή εν αρχή), γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται:
όπως το αγοράκι, το δέντρο, ο καπνός…
Με τρομάζει ο Αντρέι Ταρκόφσκι.

*Από το https://uncensoredstories.wordpress.com

Μαρία Μήτσορα, Με λένε λέξη (μικρό απόσπασμα)

Φώτο: Kyle Thompson

Φώτο: Kyle Thompson

«Kάποιος είπε: “Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου”.
Έτσι είναι· γι’ αυτό, όσο πιο τσακισμένα τα ελληνικά, ο κόσμος γύρω μας, ο κόσμος μέσα μας είναι έτοιμος να καταρρεύσει. Oι λέξεις και τα πρόσωπα και τα πράγματα. H βαθύτερη, η κρυφή σχέση που έχουν μεταξύ τους. Φύσει ή θέσει; Aυτή ήταν η αρχαία έριδα, από την εποχή του Aριστοτέλη. Aυτό είναι το βαθύ και επίμονο ερωτηματικό.
 H σχέση με τις λέξεις είναι η σχέση με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, είναι η σχέση με τη ζωή».

*Ευχαριστίες στον φίλο Δημήτρη Ζαρκάδα που το ανάρτησε στη σελίδα του στο facebook.

Π. Ένιγουεϊ, Η πυρά

Η μοναδική γυναίκα στην θερινή κατασκήνωσή μας στο Αγιοφάραγγο, στη νότια Κρήτη, δεν υπήρχε πρόσβαση με δρόμο, μόνο από το κακοτράχαλο μονοπάτι, μέσα από το φαράγγι, πέντε παλιοί πρόσκοποι, τέσσερις και η Πετρούλα, βρήκαμε την ησυχία μας αυτό το καλοκαίρι στο εξωτικό αυτό μέρος, σα ροβινσόνες, ξεχαστήκαμε, κάναμε μπάνιο γυμνοί, δύο ολόκληρες βδομάδες, ώσπου ήρθε ο Ρένος, στο μεγάλο αλμυρίκι «των συγκεντρώσεων», μ’ ένα σάκο, άφησε το σάκο, έβγαλε μια κονσέρβα, δεν είχαμε λεφτά να νοικιάσουμε δωμάτια, η κρίση βλέπεις, φανερώθηκε άξαφνα ένα πρωί, μας κοίταζε εξεταστικά κι όλο έτρωγε, ούτε μας καλημέρισε, έτρωγε του καλού καιρού, σαν να μην μας είδε, λοιπόν, καθάρισε το σουγιά του και έστησε τη σκηνή χωρίς ν’ αντιληφθεί ότι ενοχλεί, χωρίς να μας ρωτήσει, δικαίωμά του βέβαια, δεν κάνουν όμως έτσι, κι αυτός όλο να σφυρίζει, έτρωγε του καλού καιρού, θα φεύγαμε, το ’χαμε πάρει απόφαση, μας είδε που ετοιμαστήκαμε λίγο αργότερα, που ξεστήσαμε τις σκηνές μας, βρέθηκε σε αμηχανία, κατάλαβε φαίνεται, και με ένα χαμόγελο, μισό πικρό, μισό αδιάφορο, ξεκρέμασε το σάκο, εγώ ήμουν έτοιμος από ώρα, και άρχισε να βγάζει τις μπανέλες απ’ τη σκηνή του, η Πετρούλα καθυστερούσε, τη βοήθαγε ο «πούλακας», «φεύγει, τα μαζεύει», είπε ο «καρβουνιάρης», «περιμέντε, για μας φεύγει», ο «μικρός», τρέξαμε ξοπίσω του και του ’παμε να μείνει, έτσι βρέθηκε ανάμεσά μας ο Ρένος, από την επόμενη κιόλας μέρα κέρδισε ολονών την καρδιά, εμείς οι άλλοι, κάναμε «πηγαδάκια», μέναμε δυο δυο, τρεις τρεις στ’ αντίσκηνα, φίλοι από παλιά, μανιακοί στα ταξίδια, ποτέ όμως δεν είχαμε βρεθεί από τότε, από πιτσιρίκια, είχαμε φάει τις κατασκηνώσεις με το κουτάλι, ευκαιρία φέτος να ξαναβρεθούμε, λοιπόν, αλλά βρέθηκε ανάμεσά μας και ο Ρένος, σα να ήταν χρόνια ο πιο στενός μας φίλος, κέρδισε ολονών την καρδιά, σου λέω.

Πέρασαν κάμποσες μέρες, ξύλα μαζεύαμε για τη βραδινή πυρά το απόγευμα, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, μου άρεσε το χιούμορ του, το φεγγάρι άδειαζε, είχαμε έρθει με πανσέληνο, στη βδομάδα πάνω δε βλέπαμε τη μύτη μας χωρίς φακό, γι’ αυτό ανάβαμε την πυρά, τριγύρω κάθε βράδυ λέγαμε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, ο Ρένος παρακολουθούσε, συμμετείχε, μου άρεσε το χιούμορ του, όλοι βοηθούσαμε για το μάζεμα των ξύλων, ακόμη κι η Πετρούλα, όχι, αυτή τα τοποθετούσε σε σειρά, πρώτα τα λεπτά για προσάναμμα, απέναντι οι κορμοί, αργότερα αυτοί, μετά τα «μεσαία», μερικά ξερά φύλλα ανάμεσα, την πυρά του «κυνηγού», αυτή ανάβαμε κάθε βράδυ γιατί συνήθως φύσαγε, κανείς δεν έλειπε, αν έλειπε ένας θα διαλυόμασταν (το ξέραμε όλοι) την άλλη κιόλας μέρα, ούτε μία βραδιά, δεν είχε: «είμαι αδιάθετος», «είμαι κουρασμένος», «λέω να αράξω στη σκηνή», απαγορευότανε, την ανάβαμε κι όλοι γύρω τριγύρω, η Πετρούλα, ο «μικρός», ο «καρβουνιάρης», ο «πούλακας», ο Ρένος και εγώ, τι κάναμε λοιπόν; τίποτα, η Πετρούλα την άναβε με τα κόκκινα σπίρτα του «πούλακα», εκεί τρώγαμε όλοι μαζί το βράδυ, σηκωνόταν ορθή μπροστά μας και την φώτιζε το φως, εκεί φλυαρούσαμε ως αργά, πολλές φορές και μετά τα μεσάνυχτα, σκίαζε το σώμα της, τις πλάτες της, το πίσω μέρος της αδιάφορα προς εμάς, ενώ τα κούτσουρα σουσούριζαν με το βουητό τους, κρατς, τσικ, τσικ, τσακ, σκρατς, το ήξερε πως την κοιτούσαμε όλοι κείνη την ώρα, κοίταζε την φωτιά να φουντώνει, έσκυβε, διόρθωνε τα ξύλα, τα σήκωνε, τα παραμέριζε, ήταν η ευχαρίστησή της, η ευχαρίστησή μας να την παρατηρούμε, την άναβε κι όλοι γύρω τριγύρω κάθε βράδυ, μας έλεγε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, φανταστικές ή πραγματικές, όπως αυτή με ένα συμφοιτητή της, το Δημοσθένη…

*

Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με την μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δε γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο μόνη να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.

Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί.
Continue reading