Χούλιο Κορτάσαρ, Από “Το Κουτσό”

koutso

Αγγίζω το στόμα σου, με το δάχτυλό μου αγγίζω το περίγραμμα του σώματός σου, το σχεδιάζω σαν να το δημιουργεί το χέρι μου, σαν το στόμα σου να μισανοίγει για πρώτη φορά και αρκεί να κλείσω τα μάτια μου για να το σβήσω και να ξαναρχίσω να το φτιάχνω, και κάθε φορά κάνω να γεννιέται το στόμα που ποθώ, το στόμα που επιλέγει το χέρι μου και σχεδιάζει πάνω στο πρόσωπό σου, ένα στόμα επιλεγμένο ανάμεσα σε τόσα άλλα, επιλεγμένο με ηγεμονική ελευθερία από μένα για να το ζωγραφίσει το χέρι μου πάνω στο πρόσωπό σου και που από ένα γύρισμα της τύχης που δεν προσπαθώ να καταλάβω συμπίπτει ακριβώς με το στόμα σου που χαμογελάει κάτω από εκείνο που σχεδιάζει το χέρι μου.

Με κοιτάς, με κοιτάς από κοντά, κάθε φορά και από πιο κοντά και τότε παίζουμε τον κύκλωπα, κοιταζόμαστε όλο και από πιο κοντά και τα μάτια μεγαλώνουν, πλησιάζουν το ένα το άλλο, κολλάνε το ένα στο άλλο και οι κύκλωπες κοιτιούνται, οι ανάσες τους μπλέκουν, τα στόματα συναντιούνται και παλεύουν ανόρεχτα, δαγκώνονται χείλια με χείλια, ακουμπώντας μόλις τη γλώσσα πάνω στα δόντια, παίζουν μέσα στον περίβολό τους όπου πηγαινοέρχεται ένας βαρύς αέρας με ένα παλιό άρωμα και μια σιωπή.
Τότε τα χέρια μου θέλουν να βυθιστούν στα μαλλιά σου, να χαϊδέψουν αργά τα βάθη των μαλλιών σου ενώ φιλιόμαστε σαν το στόμα μας να είναι γεμάτο λουλούδια ή ψάρια, ζωηρές κινήσεις, σκοτεινή ευωδιά.
Και όταν δαγκωνόμαστε ο πόνος είναι γλυκός κι όταν πνιγόμαστε μ’ ένα σύντομο και τρομερό ταυτόχρονο ρούφηγμα της αναπνοής, αυτός ο στιγμιαίος θάνατος είναι όμορφος.
Και υπάρχει ένα και μόνο σάλιο, μια και μόνη γεύση από ώριμο φρούτο κι εγώ σε νιώθω ν’ ανατριχιάζεις απάνω μου όπως η σελήνη στο νερό.

*Από “Το κουτσό” (Κεφάλαιο 7).

Αλέξης Αντωνόπουλος, Όμως

2888573

Tα αρώματα της βρεγμένης γης δεν είχαν αλλάξει, ούτε οι ήχοι του αέρα και των κλαριών όταν χορεύουν απαλά, και τα χρώματα έμεναν πιστά στην ίδια απόχρωση. Όλα ήταν ίδια, εκείνος το ήξερε αυτό˙ τα αρώματα και οι ήχοι και τα χρώματα δεν του άφηναν περιθώριο να αμφιβάλλει.

Η σκέψη του ήταν μπερδεμένη εκείνη τη στιγμή. Στο μυαλό του υπήρχαν οι λέξεις ‘‘τα αρώματα’’, και οι λέξεις ‘‘και οι ήχοι’’, και οι λέξεις ‘‘και τα χρώματα’’, και οι λέξεις ‘‘δεν έχουν αλλάξει’’, και μετά υπήρχε η λέξη ‘‘όμως’’. Εκείνος τρόμαξε από τη λέξη ‘‘όμως’’, και κατευθύνθηκε γρήγορα σ’ εκείνη την άγνωστη ήπειρο που αποκαλούμε άγαρμπα ‘‘καρδιά’’, κι εκεί συνάντησε πάλι τον ορισμό που ποτέ δεν βρήκε λέξη, και προσπάθησε να τον καθρεφτίσει˙ πρώτα στις λέξεις ‘‘τα αρώματα’’, στις λέξεις ‘‘και οι ήχοι’’, και στις λέξεις ‘‘και τα χρώματα’’- έπειτα στα αρώματα, στους ήχους, και στα χρώματα. Προσπάθησε, και ήταν μια γενναία προσπάθεια, ή ίσως απελπισμένη (υπάρχει διαφορά;).

Τώρα η προσπάθεια είχε τελειώσει. Γονάτισε, αγκάλιασε τον σκύλο του.

Μύρισε το βρεγμένο τρίχωμα του σκύλου. Τον αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά. Τον κοίταξε στα μάτια. Ο σκύλος περίμενε˙ δεν ήταν πρώτη φορά που το στοργικό πλάσμα με την απρόσεχτη ουρά θα άκουγε ένα μυστικό από εκείνον.

Ο σκύλος είχε χαμηλώσει τα περήφανα αυτιά του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα άκουγε ένα μυστικό από εκείνον, δεν ήταν η πρώτη φορά που το μυστικό που θα άκουγε δεν θα έφτανε ποτέ σε άλλα αυτιά. Όμως (Θεέ μου αυτή, αυτή η καταραμένη λέξη), ήταν η πρώτη φορά που άκουγε την ανάσα εκείνου τόσο τρομαγμένη.

Έσφιξε τον σκύλο στην αγκαλιά του. Μύρισε το βρεγμένο τρίχωμα του. Ψιθύρισε τις συλλαβές ντροπιασμένος, προσέχοντας να ειπωθούν τόσο απαλά ώστε να μην είναι βέβαιο αν κάποτε ειπώθηκαν.

‘‘Δεν νιώθω τίποτα πια.’’

*Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα του συγγραφέα, όπου μπορείτε να βρείτε περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου στο http://www.alexantonopoulos.com

Αλλοτριωμένων (Απελευθέρωση)

11039225_745446382234425_6135820711600507686_n

Οι πόρτες της κοινωνίας των αλλοτριωμένων, ο λόγος, το φαντασιακό, η εξέγερση και η δημιουργία, είναι μανταλωμένες. Όσο θα χορηγούνται οι ενέσεις, οι εξεγέρσεις θα παραμένουν περιθωριακές, οι ανυπακοές παράνομες, οι εναλλακτικές λύσεις χιμαιρικές και οι διαφορές αντικανονικές. Όσο οι διαμαρτυρίες θα είναι τμηματικές, σποραδικές κι απομονωμένες, τόσο θα παραμένουν αθόρυβες, προσωρινές κι εύθραυστες. Όσο οι διαφορετικές μορφές διαμαρτυρίας θα εξαπλώνονται, δυνατές κι επίμονες, τόσο θα τις καταδιώκουν, θα τις παραμορφώνουν, θα τις αλλοιώνουν, θα τις διακωμωδούν και θα τις τιμωρούν αυστηρά.

Αλλά όταν θα γίνουν τελικά γενικευμένες, συλλογικές και διαρκείς, θα είναι αδύνατο να συγκρατηθούν. Η αντίσταση είναι ένας χορός που γίνεται ακαταμάχητος όταν πολλαπλασιάζονται, συγχωνεύονται και αγάλλονται οι χορευτές του. Επομένως, ακόμα κι αυτοί που φαινόταν λιγότερο πιθανό να ενεργήσουν θα το κάνουν με χαρά. Αρκεί να μην αδρανήσουν ξανά από την ανυπομονησία ή την εξάντληση… Μια μέρα θα έρθει το νέο έτος. Το έτος της ματαίωσης της παλιάς παγίδας, της άρνησης της ένεσης, του κατεδαφισμού του ασύλου. Το νέο έτος που τα έμβρυα θ’ αγωνίζονταιγια να γεννηθούν.

Το νέο έτος που η ζωή θα είναι έξω, παντού και πέρα. Το νέο έτος που ο λόγος, το φαντασιακό, η εξέγερση και η δημιουργία θ’ απελευθερωθούν. Το νέο έτος που δεν θα φοβόμαστε πια. Ο φόβος ταράζει, αλλοιώνει, καταστρέφει την ελπίδα. Αλλά δεν χρειαζόμαστε την ελπίδα για να επιχειρήσουμε, ν’ αγωνιστούμε, ν’ αντισταθούμε. Ρυθμίζοντας τις πράξεις μας με την προοπτική του αποτελέσματος, εφαρμόζουμε τη λογική του κερδοσκόπου. Είναι η αναπαραγωγή του φαύλου κύκλου που ακολουθούν τα συνηθισμένα κοπάδια. Σημαίνει ακολουθώ, αξιολογώ και περιμένω.

Περιμένω μια πρωτοβουλία μεγάλης έκτασης. Μια πρωτοβουλία ελκυστική. Πάντα περιμένω. Ακόμα περιμένω. Είναι τέτοια η παγίδα του υπολογισμού των πιθανοτήτων που οδηγεί στη στασιμότητα και την αδυναμία. Είναι τέτοια τα μάγια που αναβάλλουν για αύριο τον πολλαπλασιασμό των μικρών βημάτων. Δεν υπάρχει χώρος για να ελπίσεις ή ν’ απελπιστείς, αλλά μόνο για να δράσει ο καθένας, χωρίς να περιμένει ότι η αλλαγή θα έρθει από αλλού, από πιο ψηλά, από πιο μακριά, από τον πιο μεγάλο, από τον πιο δυνατό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από τη συνεργατικότητα των θυμωμένων αδυνάτων. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μεγάλο από τη σύναξη των μικρών που είναι αποφασισμένοι να πάψουν να είναι μικροί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο μακρινό από το τελευταίο βήμα που έχεις να πραγματοποιήσεις, όχι προς τα μπροστά αλλά στο πλάι.

Τίποτα δεν μπορεί να εναντιωθεί σ’ αυτή την ανυπακοή –αστική, πολιτική, οικονομική–, αν οι αντιρρησίες πολλαπλασιάζονται και φανερώνονται ένας ένας, χωρίς να ενδίδουν στους άχρηστους υπολογισμούς πάνω σε ανεξιχνίαστες προοπτικές. Η αλλαγή δεν θα έρθει, παρά από εμάς τους ίδιους. Το απροσδόκητο δεν θα συμβεί παρά μόνο αν πάμε πέρα από την καθαρή κερδοσκοπία, αν ξεκινήσουμε πραγματικά να περπατάμε το δρόμο αυτό, αν επιλέξουμε να τολμήσουμε χωρίς να πιστεύουμε σε καλούς ή κακούς οιωνούς.

Δεν χρειάζεται καθοδήγηση για να προχωρήσουμε στο άγνωστο. Ο μόνος άνθρωπος που είναι θεόσταλτος για τον καθένα είναι αυτός ο ίδιος. Η μόνη του οικογένεια είναι η ανθρωπότητα. Μοναδική του πατρίδα, η Γη. Όλοι οι χωροφύλακες του κόσμου δεν θα κάνουντίποτα. Η πρόκληση του Ετιέν ντε Λα Μποεσί3 μένει να ολοκληρωθεί. Όταν θα είμαστε αποφασισμένοι να μην υπηρετούμε πια, να μην μας υπηρετούν πια, να μην υποδουλωνόμαστε, θα είμαστε ελεύθεροι.

*Από το βιβλίο του Γιάννη Γιουλούντα “Πίσω από τις λέξεις”, εκδόσεις Εξάρχεια.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Η συγγραφέας

bliss

Υπάρχουν φωτογραφίες και φωτογραφίες συγγραφέων, και οι περισσότερες φωτογραφίες συγγραφέων μοιάζουν μεταξύ τους μ’ έναν τρόπο τόσο βαρετό, που αισθάνεσαι πως τούτη η επανάληψη σε φέρνει πιο κοντά στον θάνατο – ασπρόμαυρες λήψεις για να κάνουν το πρόσωπο να φανεί βαθυστόχαστο, χέρια στα πηγούνια για να κρύψουν τα προγούλια, και ασφαλώς η κλασσική πόζα του ‘‘Εγώ απλώς διαβάζω αυτό εδώ το βιβλίο, δεν έχω ιδέα ότι με φωτογραφίζουν’’.

Η δική της φωτογραφία δεν ήταν ασπρόμαυρη, ο λαιμός της φαινόταν ξεκάθαρα, και το βλέμμα της έφτανε κατευθείαν στην ψυχή σου. Μέσα από τη δουλειά μου έχω δει άπειρες φωτογραφίες ανθρώπων ενώ κοιτάζουν τον φακό: Ανθρώπων ντροπιασμένων, ανθρώπων μεθυσμένων, ανθρώπων μπερδεμένων και φοβισμένων λίγο πριν οδηγηθούνε στο κελί τους˙ ακόμα κι εκείνο το κάθαρμα που χαμογελούσε στην κάμερα -χαμογελούσε σ’ εμένα- τέσσερις ώρες αφού είχε ξεριζώσει την κάτω γνάθο της κοπέλας του, ακόμα και τα δικά του μάτια δεν με είχαν κλονίσει όσο με κλόνιζαν τα δικά της.

Ολόκληρο το μαλακό εξώφυλλο ήταν πνιγμένο σε μια έντονη απόχρωση του κόκκινου. Είμαι συνηθισμένος στο ν’ ανακαλύπτω βιβλία που δεν έχουν αναφορά σε όνομα συγγραφέα, σε εκδότη ή σε χρονολογία -ειδικά στο συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο- αλλά ήταν η πρώτη φορά που δεν έβρισκα ούτε αναφορά στον τίτλο: Κατακόκκινο εξώφυλλο, πρώτη λευκή σελίδα, δεύτερη λευκή σελίδα, τρίτη λευκή σελίδα, και στην κορυφή της τέταρτης σελίδας ξεκινούσε η πρόζα, ένας ασταμάτητος χείμαρρος μικροσκοπικών χοντρών γραμμάτων ο οποίος έδινε την εντύπωση πως όλο το βιβλίο -γύρω στις 100 σελίδες υποθέτω, δεν ήταν αριθμημένες- αποτελούταν από μία τεράστια παράγραφο.
Continue reading

Νεκταρία Μαραγιάννη, Διάλειμμα

fd47d3384fa7265018a17bbf632a8dc9

Το λεωφορείο σταματούσε σε κάθε στάση ∙ οι αισθητήρες του σώματός μου αντιλαμβάνονταν το πλήθος των ανθρώπων που ανέβαιναν συνοδευόμενοι με τις ανάσες τους, βαριές όπως πάντα ∙ τα μάτια τους εξερευνούσαν τον ήδη γνωστό χώρο που κάθε φορά τον έντυναν ξεχωριστές παρουσίες. Είχα βαρεθεί αυτή τη συνήθεια, για να είμαι ειλικρινής, δεν επέτρεπα τόσο εύκολα στις κόρες των ματιών μου να κάνουν μακροβούτια. Καθόμουν κάπου πίσω, στη γωνία, προσπαθώντας να ξεφύγω, να γίνω αόρατη ∙ είχα τα ακουστικά ταξιδεύοντας με τη μουσική ενώ το κεφάλι μου είχε μια μικρή κλίση προς το πλάι, ακουμπώντας το παράθυρο. Συγχρόνως, είχα κλειστά τα μάτια μου, διατηρώντας, ακόμη, την παιδική ψευδαίσθηση πως, με αυτό τον τρόπο, δε θα γίνω αντιληπτή.

Προσπαθούσα να διαγράψω την ταυτότητά μου από το αδιάφορο κοινωνικό φαίνεσθαι που συναντούσα σε καθημερινή βάση, να ζω μονάχα για λίγους, μα κάτι τέτοιο θα ήταν απλώς η ικανοποίηση μιας αναπόφευκτα ανεπιθύμητης επιθυμίας που θα με οδηγούσε ακόμη περισσότερο στην τρέλα. Ο μεγαλύτερος φόβος μου παραμένει ∙ αντικρίζοντας κάποια στιγμή τις ακτίνες του ήλιου θα είμαι ολομόναχη, δε θα έχω κανέναν διότι απλούστατα θα με έχουν βαρεθεί κι εγκαταλείψει. Προτιμώ αυτή η σκέψη να με βασανίζει τα βράδια ενσαρκώνοντας τον εφιάλτη, παρά να αντικρίσω οπλισμένο τον φόβο μου.

Δε θυμάμαι τι σκεφτόμουν καθώς κατέβαινα το λεωφορείο, κατά τη γνώμη του κοινωνικού μου περίγυρου το βλέμμα μου εκπέμπει μια ίνα μελαγχολίας. Δεν το επιδιώκω. Διασχίζω την Ιπποκράτους, κοιτώ στο πλάι τα τρία νεοκλασικά κτήρια και βλέπω πως, όλα όσα χτίστηκαν όλα αυτά τα χρόνια κάτω από τα σεντόνια μου, τα όνειρά μου, γκρεμίζονται μέρα με τη μέρα… Το μαύρο πανί δεν καλύπτει μόνο τη λάμψη της παιδείας, μα προμηνύει τα ανέκφραστα χαμόγελα μιας -πλέον- ανέπαφης ελπίδας… Το βλέμμα μου κάνει ένα βερτικάλ προς τα πάνω κι εκεί, στην κορυφή, συναντά τα σύννεφα που τρέχουν. Ο εγκέφαλός μου εκκινεί τη λειτουργία διερεύνησης του ερωτήματος περί της βιασύνης τους, αλλά προτού τοποθετήσω το σημείο στίξης, μου απαντά το γκρίζο χρώμα τους. Διατηρώντας, ακόμη, ψήγματα ονειροπόλησης, σκέφτομαι πως η φύση είναι θυμωμένη και, αν εκνευριστεί περισσότερο με τους ανθρώπους, θα κλάψει. Όμως, τα δάκρυα που πιθανόν μας αγγίξουν, δε θα είναι απόρροια θυμού, μονάχα πόνου, συχνά αναπόφευκτου. Η σκέψη αυτή φεύγει γρήγορα, μου το επιβάλλει η ενηλικίωση που με βυθίζει ακόμη περισσότερο στη μονοτονία.

Το βλέμμα μου καρφωμένο απέναντι αδιαφορεί για τη «σιδηροδρομική» αμαξοστοιχία που ανταγωνίζεται μπροστά μου, στιγμιαία τα αντανακλαστικά των ματιών μου βυθίζονται στο σκοτάδι. Δεν αντέχω αυτόν τον θόρυβο. Σκοτεινιάζει. Τα φωτάκια στους δρόμους μου θυμίζουν τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Υπάρχει μια διαφορά, τουλάχιστον τα τελευταία είχαν ένα επέκημα στοργής και γλυκών αναμνήσεων, αυτά εδώ δεν έχουν τίποτε, με τυφλώνουν περισσότερο. Θα ήθελα να ανακαλύψω τι βρίσκεται πίσω από το μεταλλικό τους χρώμα, να αποκρυπτογραφήσω τα μονότονά τους απόκρυφα, μα κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνο και δύναμη για το οτιδήποτε. Δε ξέρω αν τα διαθέτω, δεν είμαι καλή κριτής, το μόνο που ξέρω να κάνω είναι να δημιουργώ σκόρπιες (ασύνδετες) αράδες που πιθανόν με εκδικούνται, γι’ αυτό και με σταυρώνουν περισσότερο.

Διασχίζω το δρόμο πασχίζοντας να εξαλείψω τις σκέψεις μου, δεν είναι εύκολο, θα επιθυμούσα να μην σκέφτομαι τίποτε, όμως αγνοώ για το αν, ακόμη κι από αυτό, θα επιβίωνα. Ανεβαίνω στον επάνω όροφο του καφέ, τα μάτια μου κοιτούν τα σκαλιά καθώς «σκαρφαλώνω» και πάλι ταξιδεύω. (Γιατί πάλι;) Τώρα είμαι ξανά παιδί ∙ παίζω στην αυλή με τη Σοφία και τη Μαριαλένα ∙ μετρούν αντίστροφα κι εγώ πηδώ το σχοινάκι… γελάω, ώσπου να πέσω… Τώρα κάθομαι κάπου στη γωνία, παίζω ξανά κρυφτό. Βγάζω κάποια λευκά φύλλα με την προοπτική να τα γεμίσω, αλλά με τι; Πάλι με λέξεις; Κουράστηκα! Αποφεύγω το παιχνίδι τους, είναι ύπουλο! Στην αρχή σε καλούν να πας πιο βαθιά κι ύστερα έρχεσαι αντιμέτωπος με τη Χάρυβδη. Εντούτοις, νιώθω πως αξίζει, παίρνεις νέα αντισώματα και, πλέον, δεν λυγίζεις τόσο εύκολα…

Η μυρωδιά του καφέ μου φέρνει υπνηλία, ίσως περίεργο μα πέρα για πέρα αληθινό. Με βοηθά να βυθιστώ ακόμη περισσότερο στη νάρκη της Τέχνης, μάλλον τώρα, καταφέρνω να μην γίνομαι αντιληπτή. Με ένα γρήγορο πανοραμίκ παρατηρώ πως καθένας ασχολείται με τον εαυτό του, έτσι κι εγώ, ξαναπλάθω τις υπάρξεις μου, ώσπου να κουραστώ. Θα συμβεί κι αυτό. Θέλω να φύγω από το εδώ, προς δική μου απογοήτευση, ο προορισμός παραμένει απροσδιόριστος. Εκτελώντας αυτή τη φορά ένα πιο αργό πανοραμίκ σκέφτομαι να μιλήσω στους υπολοίπους, αλλά η σκέψη αχνοφαίνεται καθώς μεγαλώνει το κάδρο. Θα πω τα ίδια (και βαρετά) και η ανθρωπότητα πλήττει πολύ εύκολα. Από την άλλη, δεν αρκεί η δική μου επιθυμία, ενώ η μελαγχολία του φθινοπώρου πιθανόν άγγιξε τους ώμους μου, η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Σκόρπιες αράδες συνεχίζουν να περπατούν στο χαρτί, όπως πάντα, τίποτε σπουδαίο. Τα σύννεφα έχουν αυξήσει ταχύτητα, η πορεία τους απρόβλεπτη, όπως και όλων των ανθρώπων.

Μου λείπει η αδερφή μου ∙ η φράση μου βγαίνει αυθόρμητα. Συνειδητοποιώ ότι το είπα μόνο όταν το ξεστόμισα και το άκουσα. Νομίζω πως δεν την έζησα όπως ήθελα, πως τα τελευταία χρόνια ήμουν μια απλή θεατής της ανάπτυξής της, όμως την αγαπάω! Αγαπώ κι άλλους ανθρώπους, όμως η ειλικρίνεια δεν είναι από όλους αποδεκτή. Πιθανόν μπαίνω ξανά δίχως να το θέλω σε ένα παιχνίδι με καθολικούς και υπεράνω κανόνες, σε μια διαδικασία κουραστικής αναζήτησης προσπαθώντας να αναμοχλεύσω ξανά τον εαυτό μου και να τον παρουσιάσω στους υπολοίπους. Κουράστηκα να το κάνω, δεν βλάπτει λίγη αναζήτηση και από την πλευρά τους. Δεν είναι θεμιτή, ίσως καλύτερα που είναι αθέμιτη. Θέλω να φύγω από αυτό το παρόν, να ανακαλύψω ξανά το «μαργαριτάρι», να πετάξω ξανά, να ξαναγίνω παιδί, να κάνω ένα διάλειμμα…

Σκέψεις, σκόρπιες σκέψεις, όπως κι εγώ. Κλείνω τις σελίδες των αναζητήσεών μου, ακουμπώ τις παλάμες στο λαιμό μου ∙ κλείνω τα βλέφαρα κι ακούω τη σιωπή, κάπου πίσω της το βάδισμα του δείκτη στο ρολόι του χωροχρόνου, ανυπομονώντας να χτυπήσει το κουδούνι για κάτι μικρό… για κάτι που καθυστερεί όλο και πιο πολύ καθώς η ανθρωπότητα χαράζει τις λέξεις της στις -μέχρι τότε- άδειες σελίδες της περατότητάς της… για κάτι που, πιθανόν, αλλάξει τη στυγνή πραγματικότητα.

Συνοψίζεται ως εξής: όνειρο, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο..

Νέττα

Αρθούρος Ρεμπώ, Ξεπούλημα

11750641_445306142314536_4008384450213449674_n

(…)

Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση!


Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές!


Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν!


Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσεις, άμεση παράδοση.


Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις, – και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο-
και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.


Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. Οι πωλητές
δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα! Οι ταξιδιώτες δε χρειάζεται να δώσουν την παραγγελία τους τόσο νωρίς.


*Από τις “Εκλάμψεις”, εκδόσεις Ηριδανός. Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης

11755701_10206671540682877_7323422663441371369_n

Νικος Χουλιαράς, Τα ποιήματα στο δρόμο

Screen+Shot+2015-07-21+at+3.22.18+PM

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.

Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.

Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.

Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.

Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».

Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.

Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.


*Aπό το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998.

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Της συνήθειας

diam-300x336

Ξέρω, τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια
θα τα διαλύσουν, θα τα κάνουν όλα σκόνη

Μόχα, Παύλος Παυλίδης

 (Στον Γιάννη). 
 
Το είπε: Θέλω να την παντρευτώ. Κι από εκείνη την ημέρα, που ξεστόμισε αυτές τις τέσσερις τις γαμημένες λέξεις, έχει χάσει τον ύπνο του. Γιατί όταν μιλάει δυνατά, οι λέξεις του γίνονται πιο εφιαλτικές απ’ όσες λέξεις έχει σκεφτεί μέχρι ν’ ανοίξει το στόμα του και ν’ ακούσει τη φωνή του. Κι όταν κοιμάται, παραμιλάει στον ύπνο του, και τον ξυπνάει η φωνή του. Το είπε: Θέλω να την παντρευτώ. Και πήρε αυτές τις τέσσερις τις γαμημένες λέξεις του ο αέρας, έτσι όπως τις ξεστόμισε εκείνη την ημέρα, και τις σήκωσε και τον σήκωσε κι αυτόν μαζί και τον στροβίλισε και τον ζάλισε, κι ύστερα ήταν σαν μεθυσμένος. Γιατί αυτές τις τέσσερις τις λέξεις δεν τις είχε πει ποτέ και για καμία άλλη, μέχρι να τις πει για ’κείνη που τις είπε. Κι από εκείνη την ημέρα, που άνοιξε το στόμα του κι άκουσε τη φωνή του να λέει αυτές τις τέσσερις τις γαμημένες λέξεις, έχει χάσει τον ύπνο του. Γιατί το ξέρει, μέσα του το ξέρει, ότι αυτές τις λέξεις μόνο έτσι μπορεί να τις λέει πια, έτσι όπως τις είπε εκείνη την ημέρα, κι ότι ποτέ δεν θα το πάρει απόφαση, μέχρι που να πεθάνει, ποτέ δεν θα το πάρει απόφαση να τις αλλάξει και να το πει: Θέλω να σε παντρευτώ. Γιατί εκείνη τη στιγμή, που θέλει να της μιλήσει δυνατά, για να της πει: Θέλω να σε παντρευτώ, δεν ξέρει, μέσα του δεν το ξέρει, αν εκείνη θα του πει τις δυο γαμημένες λέξεις που αυτός θέλει ν’ ακούσει. Και φοβάται, σαν μικρό παιδί φοβάται, ότι θα τις πάρει κι εκείνες τις λέξεις του, τις αλλαγμένες, ο αέρας πάλι, έτσι όπως θα τις έχει πει, και θα τις σηκώσει και θα τον σηκώσει κι αυτόν μαζί και θα τον στροβιλίζει και θα τον ζαλίζει και θα τον ρίχνει πάλι και πάλι να τσακίζεται στους βράχους της συνήθειας, μέχρι που να πεθάνει.

*Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης (1968) είναι μεταξύ άλλων μεταφραστής και συγγραφέας. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Από τις εκδόσεις Ίνδικτος κυκλοφορεί το βιβλίο του Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων.

**Αναδημοσίευση από το http://www.oanagnostis.gr/tis-sinithias/

Φερνάντο Αρραμπάλ, Από την “Πέτρα της Τρέλας”

arrabal

Στο θεάτρο του Πανικού ο “μοναχικός άνθρωπος”
συνοδεύονταν πάντα.
Ο σκηνοθέτης του ζήτησε να παίξει “τις συμπτώσεις”
κι ο “μοναχικός άνθρωπος” λευτερώνεται απ’ τον “υπερφυσικό”,
κόσμο, έπαιξε μέσα σ’ ένα σκηνικό ¨κανονικό”.

*Απόσπασμα από το βιβλίο “Η Πέτρα της Τρέλας”, εκδόσεις Αιγόκερως, 1989, σελ.28.

Φερνάντο+Αραμπάλ+-+Η+πέτρα+της+τρέλας

Αντρέι Ταρκόφσκι, Θυσία

1zbxhyp-1

σπαράγματα από ένα κείμενο που (μπορεί και να) γράφτηκε

“…γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται”

Το δεντράκι ανθοβολεί, για όσους θέλουν να το δουν να ανθοβολεί…
Γιατί, μπαμπα;
Γιατί, στη Θυσία, το γυμνό κορίτσι κυνηγά τις πάπιες,
περπατώντας μέσ’ απ’ τους διαδρόμους,
ακριβώς όπως περνά μια σκέψη απ’ το μυαλό μας.
Γιατί κανένας ποιητής του λόγου δεν συνέλαβε ποτέ το Φευγαλέο.
Γιατί ο κόσμος δεν τελειώνει ούτε μ’ ένα βρόντο, ούτε με ένα λυγμό,
αλλά με μια κανάτα γάλα που συντρίβεται στο πάτωμα.
Γιατί η Θυσία είναι μια ταινία Ζεν.
Γιατί ο βυζαντινός Ταρκόφσκι, φεύγοντας δυτικά, προς τον θάνατο,
ανακαλύπτει την Ανατολή – σαν τους παλιούς θαλασσοπόρους.
Γιατί το έργο του Λεονάρντο έμεινε ημιτελές,
ενώ ο Ταρκόφσκι, λίγο πριν πεθάνει, προχωρά στην ύστατη Βλασθημία του,
ως τα έσχατα: το Θαύμα.
Γιατί το αγοράκι επανεμφανίζεται στο τέλος της ταινίας
(ή μάλλον στην αρχή της ταινίας που έχει κάνει τον κύκλο της),
όπως ο Ναζωραίος στα τριάντα του, έλλογος και θαυματοφόρος.
Γιατί στη Θυσία, η ιστορία της ανταλλαγής είναι αβάσταχτη:
ο Αλέξανδρος ανταλλάσσει την Πίστη του με τη Λογική του.
Και τέλος (ή εν αρχή), γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται:
όπως το αγοράκι, το δέντρο, ο καπνός…
Με τρομάζει ο Αντρέι Ταρκόφσκι.

*Από το https://uncensoredstories.wordpress.com