Ιάσωνας Σταυράκης, Υπερφίαλος

stavrakis002

Πεδίο… Το Ύψιλον του Κενταύρου…
Έχει οριστεί απ’ το αρρωστημένο μας μυαλό ως χώρος ή σημείο, όπου κάποτε ή τώρα κάποιος μάχεται, άλλος χάνει, κάποιος σπαρταράει κι άλλος περήφανα χαμογελάει…
Στο νου του καπετάνιου που τα πλοία έλιωσαν δεμένα…
Στο μειδίαμα του φοιτητή που τα παράτησε… Στο φρύδι του μπολσεβίκου, που είδε τ’ άρωμα του να χάνεται…
Τα λήμματα είναι πενιχρά, μα η τέρψη του απο-τυγχάνειν θα σε καλημερίσει όπου και να πας… Σκέφτηκες ποτέ, γελαστέ μου φίλε, πως δεν περιστρέφεται μονάχα η γη μα κι εσύ;
Έχεις το προνόμιο, μα δεν κοιτάς γύρω από ποιον άξονα στροβιλίζεται η ζωή σου… Χαμογέλα μου…
Άσε με να σου ψιθυρίσω γι’αυτό που μας καλημερίζει στα κρυφά…
Το μυαλό μας έμεινε σαν βράχος, ασάλευτο… Ξέρεις γιατί, καλέ μου;
Μη σκοτίζεσαι, θα βάλω όλη την τέχνη μου για να σε πείσω…
Μια ζωή αποτυγχάνω…
Πάντα σου έλεγαν για αξίες, ιδανικά, μα να ξέρεις πως είναι δανεικά κι εγώ θα σε διδάξω να πέφτεις, να σπας τα κόκαλά σου και να γελάς…
Ο tempora… Ο mores…
Ω, πορτοφόλι μου χονδρό… Ω, κομφορμιστική ηθική μου, αγαπητέ Κικέρωνα…
Σε βλέπω να μαραζώνεις, αγαπητό μου έμβρυο…
Με βρίσκεις πολύπλοκο, νιχιλιστή;
Όχι αγαπητό μου…
Τίποτα δεν είμαι απ’όλα αυτά…
Τίποτα δεν ήμουν ποτέ…
Ποτέ δεν υπήρξα, όπως κι εσύ! Μην το παίρνεις κατάκαρδα…
Αν δεν σ’ αγαπούσα, θα υποσχόμουνα…
Κρύψε με μέσα σου κι άκουσε…
Μην πιστέψεις ποτέ στ’ όνειρο της επιτυχίας κι ας τρέξει αίμα από παντού…
Χάσε φίλους, δουλειά, οικογένεια, ακόμα και την τιμή σου…
Θα σου πω για όλα όσα δεν σ’ έχουν νανουρίσει…
Άκουσέ με, έμβρυο…
Η τέχνη της αποτυχίας…
Είναι η τέχνη της ζωής…
Θα δεις τον εαυτό σου να ψηλώνει, να ερωτεύεται, να δυναμώνει…
Μην τους πιστέψεις…
Μην τρως το φαγητό σου…
Γεννήθηκες για την αποτυχία…
Λιάνισε την πουτάνα που ζει στο κρανίο σου, μην την αφήσεις να σε ρίξει…
Διάλυσε όσους δεν σε πιστέψουν…
Απότυχε στη κοινωνικότητα, η μοναξιά βρίσκεται στη αγκαλιά του κόσμου…
Απότυχε στις σχέσεις…
Ίσως μάθεις πως το ψέμα, είναι συνυφασμένο με το βλέμμα και η ρητορική, ψευδαίσθηση!
Δέξου με τόλμη το περιθώριο…
Το μέλλον σου είναι προδιαγεγραμμένο…
Το τέλος σου το ίδιο…
Απότυχε όσο πιο πολύ μπορείς…
Απότυχε στη ζωή, ίσως κερδίσεις έναν πετυχημένο θάνατο…
Μη γελάς, εκεί δεν θ’ αποτύχεις…
Γεννήθηκες για να πεθάνεις, παλιοτόμαρο!
Μην κλαις…
Απότυχε!!!
Σαν και μένα, σαν κι εμάς…
Φέρε στο μυαλό σου όσα σου είπα…
Μην πίνεις γάλα! Πιες αψέντι…
Μεγάλωσε και πάρε με αγκαλιά…
Ο δρόμος της καταστροφής μας πλησιάζει…
Μα θ’ αποτύχουμε και σ’αυτόν…
Γι’ αυτό χαμογέλα μου…

*Από το βιβλίο “Delirium Tremens – Δέκα Αιρετικά Διηγήματα”, Εκδόσεις “Αφή”, Λεμεσός 2010.

Άνθη μέσα από τα κατσάβραχα: Για τον Γιώργο Φιλιππίδη

1038547_mykonos_new017_1

Ένας διάττων, ξεχωριστός ποιητής των ’90s που αυτοκτόνησε πριν συμπληρώσει τα 20 του χρόνια.

ΤΟΥ M. HULOT*

Τα ποιήματα του Γιώργου Φιλιππίδη άργησα πολύ να τα πάρω είδηση. Κοντεύει μια εικοσαετία από τότε που έφυγε πρόωρα, βίαια και ξαφνικά, λίγο πριν συμπληρώσει τα είκοσι χρόνια του, τον Ιούλιο του 1997. Τα οχτώ ποιήματά του που κυκλοφόρησαν δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, συγκεντρωμένα σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τη μητέρα του, είναι τα μόνα που έχουν διασωθεί, συν μία επιστολή που όταν γνωρίζεις τον τρόπο που έβαλε τέλος στη ζωή του γίνεται βασανιστική και ανατριχιαστική: «Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια˙ τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει˙ τόσο που καμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης είναι ξεχωριστή περίπτωση ανάμεσα στους Έλληνες ποιητές της δεκαετίας του ’90. Πέρασε σαν διάττοντας αστέρας από την ελληνική πραγματικότητα, έγραψε σε πολύ νεαρή ηλικία (έφηβος) όλα τα ποιήματα και έδωσε τέλος στη ζωή του με έναν ιδιαίτερα άγριο τρόπο (απαγχονισμό και ταυτόχρονη αυτοπυρπόληση). Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο. Μέσα από τις γλυκόπικρες στιγμές που δείχνουν ένα παιδί που χρησιμοποιεί με υπέροχο και αξιοθαύμαστο τρόπο τις λέξεις (Ακούστε καλά! / Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα, / σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου, / στο αχανές πεδίο της καμπούρας μου όπου, / απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται η αστρόσκονη που είμαι) ξεπετάγονται λόγια προφητικά, που φανερώνουν την διαίσθησή του για αυτό που ερχόταν (Αφού σπαρτάρησε στ’ αγκίστρι της βίας / η Ευρώπη κοιμάται / σαν κρέας σε χασάπικο, / φρουρούμενη από διμοιρίες μπάτσων).

Ο Γιώργος Φιλιππίδης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Ήταν ένα παιδί μικροαστικής προς μέσο-αστικής οικογένειας, πήγε σχολείο στα Ανάβρυτα. «Ο Γιώργος ήταν πολύ στα Εξάρχεια από νεαρός έφηβος, καταλήψεις, Πολυτεχνείο, μέχρι την Τρίτη Λυκείου είχε ζήσει όλον τον μεγάλο πανικό του ’95» λέει ο Σύλλας Τζουμέρκας, σκηνοθέτης και κολλητός φίλος του στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο και μέχρι το τέλος του. 15 χρόνια μετά τον θάνατο του Γιώργου Φιλιππίδη ο Σύλλας έφτιαξε το ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα στο οποίο μιλούν συμφοιτητές τους και άνθρωποι που τον γνώρισαν. Το συγκεκριμένο Παρασκήνιο ήταν η αφορμή να γνωρίσω τα ποιήματα του Γιώργου.

«Αποφάσισα να το κάνω και για προσωπικούς λόγους. Το έκανα και για μένα αυτό το Παρασκήνιο» λέει. «Είναι κομμάτι της ζωής μου με έναν πολύ έντονο τρόπο αυτό. Τον Γιώργο τον γνώρισα στο Πανεπιστήμιο, περάσαμε μαζί στη θεατρολογία. Ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος από μένα και κάναμε παρέα από την αρχή. Πήραμε μαζί ένα ταξί ένα απόγευμα, έγιναν οι σωστές ερωτήσεις και κολλήσαμε. Είχα έρθει από τη Θεσσαλονίκη και ήταν τελείως άγνωστη η Αθήνα για μένα. Στην ουσία ήταν ο πρώτος φίλος που έκανα στην Αθήνα. Μετά ζήσαμε μια μεγάλη περιπέτεια, εγώ πέρασα μεγάλη ευτυχία, κάναμε παρέα κι ήμασταν πάρα πολλές ώρες μαζί. Τα ποιήματά του τα έζησα από την αρχή. Η «Μελίσσα», η «Γαλάζια Μηχανή» και το «Γκρίζο» γράφτηκαν εκείνη τη χρονιά που είχαμε γίνει μια παρέα παράξενη: η Πολύ Φλουρέντζου, Γιούλα Μπούνταλη, Χριστίνα Θανάσουλα, Σοφία Θανοπούλου, Μάχη Αγγελούλη, κ.α. –είναι μια χρονιά της θεατρολογίας Αθήνας αυτή που ήταν λίγο αλλιώτικη απ’ τις άλλες».

Η ποίησή του έχει κάτι από Ρεμπώ, είναι τρυφερή, εύθραυστη, ασφυκτική, με μια ένταση που δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας του, αλλά και μια αδικαιολόγητα στενή σχέση με το θάνατο.

Όλα ξεκίνησαν μια αυγή που γκρίζεψε η θάλασσα και χλόμιασαν τα πεύκα. Χαλάσανε όλα τότε και η γη γέμισε δάκρυα που στάζουν μαζί με το φόβο, το φόβο, το φόβο. Κάτι πέτρες, που πρωτύτερα τις πλάθαμε στις παλάμες μας, γίνανε βράχια. Μερικοί κιόλας, μοναχά που τις βλέπουν, σκέφτονται τώρα πόνο και αξίνα και φτυάρι. Πώς έτσι έγινε και όλα τα πλοία έχουνε άξαφνα μια πατρίδα και σε κανέναν δεν μπορείς να βάλεις τα όνειρά σου να τα πάει στ’ αστέρια, καθόλου δεν καταλάβαμε και ούτε μας είχε περάσει από τον νου πως κάτι τέτοιο μπορούσε να είχε συμβεί. Την πρώτη μέρα είχαμε τον θάνατο του σχοινοβάτη. Ήταν κακόκεφος και μονάχος του πάντα κοίταζε να περνά τις ώρες του. Τη μοίρα μας αυτός την έπλεξε στο βήμα του, σε μια από τις παραστάσεις του, με τα επιδέξια δάχτυλά του σημάδεψε το ύψος και τα κόκκινα χείλη φίλησαν το μέτωπο της αλήθειας και η καρδιά του γδύθηκε σ’ ένα υπόγειο και τα μάτια του έσταζαν αίμα και λεπίδες σαν θέλησε να στρέψει το βλέμμα του ψηλά, πιο πάνω από τη χορδή αυτή που τον στήριζε. Μα εμείς σαν έπεσε βουίξαμε όλοι και χαϊδέψαμε το θόρυβό του με τις θολές κραυγές μας.

«Είχε και κάτι βαθιά ηλίθιο αυτό που ζήσαμε σ’ εκείνα τα χρόνια. Σε όλα τα επίπεδα. Και βαθιά βλακώδες, σε σχέση με πράγματα που καταλαβαίνεις αργότερα» συνεχίζει ο Σύλλας. Τον ρωτάω πώς ήταν ως άνθρωπος. «Υπάρχουν χαρακτηριστικά Δον Ζουανικά, υπάρχει μια μεγάλη ευθυμία σε βαθμό παραλόγου, ένα μεγάλο άνυσμα σε διαθέσεις, από μεγάλες ευθυμίες σε μεγάλες κατατονίες, μεγάλες σιωπές. Δεν μιλάμε για μια κατάσταση που πηγαίνει ευθεία. Υπάρχει και έντονη ανασφάλεια με τη γραφή σε βαθμό συχνά αυτοκανιβαλιστικό. Μιλάμε για εφηβεία, μια συνθήκη ανασφάλειας που σου δημιουργούν τα 16, 17, 18 χρόνια. Όλο το πράγμα είναι τελείως ασαφές, μπορεί να είσαι απλά ένας κλόουν, μπορεί αυτό που κάνεις να μην έχει καμία αξία. Είναι άλλο πράγμα να είσαι 35 και άλλο στο πρώτο έτος στο πανεπιστήμιο –επί ΠΑΣΟΚ, σε μια Ελλάδα που δεν έχουν συμβεί όλα αυτά που ακολούθησαν, μιλάμε για την Ελλάδα των ’90s. Όλοι προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε μέσα σε όλο αυτό το πράγμα και ο Γιώργος προσπαθούσε το ίδιο. Αν δεν το δεις ως κάτι εύθραυστο, κάτι εξαιρετικά ευάλωτο το έχεις δει λάθος».

Τη δεύτερη μέρα συνέβη το εξής: ένας από μας, κρατώντας σφιχτά ένα δρεπάνι στο χέρι του, έδωσε μια και αποκεφαλίστηκε, αφού (όπως φάνηκε) είχε ακούσει τα πεισιθανάτια λόγια ενός συντρόφου του (αυτού με τη μακριά γενειάδα). Αμέσως τη θέση του, που ως τότε κατείχε το κεφάλι του, κατέλαβε το σώμα ενός ιχθύος, που έδειχνε με τη συννεφιασμένη όψη του ξεκάθαρα την ατράνταχτη θέλησή του ν’ ανταμώσει το πέλαγο. Λίγο αργότερα κύλησε εκεί, εξαρτώντας το σώμα του από αγάλματα ανέκφραστα μα χρόνια δουλεμένα. Αυτά που γίνανε μας ξαφνιάσανε πολύ, αν και δεν ήταν διόλου απίθανα να συμβούνε (έτσι το ’χουμε να νομίζουμε για απίθανα τα πιο πιθανά) και αποφασίσαμε κάτι να κάνουμε να τους δώσουμε τέλος. Συνταχτήκαμε έτσι τη δεύτερη μέρα το απόγευμα κοντά στην πηγή, αυτή που μας δίνει το ακριβό νερό που πίνουμε, και πολλοί θέλησαν να μιλήσουν και πολλοί μιλήσανε. Μα ήτανε δυο τρεις που είπανε πολύ σημαντικά και σοφά πράγματα, βγαλμένα βαθιά μέσα απ’ τη γροθιά ανάμεσα στα στήθια τους, την κόκκινη. Αυτά θα σας τα πω κι εγώ όπως τα είπανε, για να δείτε ακόμη, και μ’ όλα όσα στο μεταξύ διάστημα είχανε συμβεί, υπήρχαν ακόμη μερικοί που μίλαγαν με σύνεση και έρωτα στα λόγια τους: Πρώτος πήρε το λόγο ένας που ήταν στην εμφάνιση ίδιος παιδαρέλι. Μονάχα τα μπράτσα του ήταν αντρίκια, καθώς και αυτά που έλεγε και έτσι κανείς δεν βρέθηκε να του πει να σταματήσει. Είπε λοιπόν: «Σε μια θεώρηση αντιθέτων προσωπική, το κόκκινο δεν είναι παρά λανθάνον γκρίζο κι απαιτητικό. Μας ζητά άθλους μύριους και ούτε άνθη προσφέρει ούτε αλήθειες. Κι όλοι ξέρουμε τη θλίψη την από την απόρριψη προερχόμενη πως είναι απέραντη και λεία σαν ευθεία γραμμή». Ύστερα πέταξε το καπέλο του στον αέρα και εξαφανίστηκε ή μάλλον χύθηκε κάτω από την χρυσόσκονη, σαν στάχτη το σώμα του. Κι είπε κάποιος πως έφυγε έτσι για να τιμήσει τα λόγια του. Και τις άλλες μέρες ποτέ κανείς δεν τον ξανάδε και ποτέ δεν ξαναμνημονεύτηκαν αυτά που είπε (πλην σήμερα). Και σαν κόπασαν τα λιγοστά σχόλια για τον λόγο του και μίλησαν και άλλοι και άλλοι και τέλειωσαν και αυτοί και κάθισαν και έπαψαν να ρητορεύουν, πήρε μια γυναίκα να μιλάει και είπε πράγματα που κανείς δεν άκουσε, για πολέμους και τέτοια. Κι ύστερα είπε και αυτά που όλοι αφουγκράστηκαν με ευλάβεια, μιας και δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Κι είπε τα ακόλουθα: «Μακριά σου δεν είναι καθόλου ωραία, χιονίζει και βρέχει πολύ και δεν υπάρχει πουθενά κόκκινο, μόνο γκρίζο, γκρίζο, γκρίζο. Στο κοράλλι που μου έδωσες έπαψαν πια να διακρίνονται τα ίχνη των δαχτύλων σου, έτσι θα χρειασθώ κάτι περισσότερο, κάτι πιο πολύ ή που απ’ αυτό δεν θα σβήσουν ποτέ τα αποτυπώματά σου, γιατί ναι, μακριά σου αλήθεια κρυώνω».

«Τον έβλεπες ως ποιητή;». «Και βέβαια τον έβλεπα ως ποιητή, όπως έβλεπα τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη. Δυνάμει ποιητής και δυνάμει σκηνοθέτης, έστω. Ήμασταν πολύ αποφασισμένοι, ακραία αποφασισμένοι να κάνουμε αυτό που θέλαμε, με τον έναν τρόπο ή τον άλλον. Αυτή η σχολική χρονιά το 1997-98, για μένα είναι καθοριστική. Άρχισαν από το Μάρτη και μετά να γίνονται διάφορα πράγματα που και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρα, γιατί βασίζονται σε φίλτρα ανθρώπων. Δεν είναι η αλήθεια του Γιώργου όμως, είναι η αλήθεια όπως την ξέρει ο καθένας μας. Από κει και πέρα υπάρχει μια συναισθηματική, υπαρξιακή και ψυχική ένταση στο πρόσωπο η οποία είναι θηριώδης, υπέροχη και μοναδική. Κατά τη γνώμη μου αυτό υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και στα ποιήματα. Το Γκρίζο είναι πάρα πολύ ένα τέτοιο έργο. Έχει μια καταγραφή από το ύψος του κενού και είναι και το έργο το οποίο γράφτηκε τότε, το Πάσχα.».

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα».

«Τι εποχή αυτοκτόνησε;». «Ήταν Ιούλιος. Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε κανονίσει να πάμε interail με άλλους φίλους μας. Ο Γιώργος το ακύρωσε δυο μήνες πριν φύγουμε και μας έκοψε όλους, άρχισε να απομονώνεται. Είχε μια μεγάλη άρνηση, ένα μεγάλο όχι σε όλα. Και μιλάμε για μία εξαιρετικά βίαιη αυτοκτονία. Έχει μια σημασία για όλους εμάς που τον ζούσαμε, είναι μια πολύ σημαντική πτυχή όλου αυτού, υπάρχει μια τρομακτική βία».

«Υπάρχει ένας πυρήνας οργής και έντασης, αυτό γιατί δεν το έβγαζε στα ποιήματά του;». «Τα ποιήματα του Γιώργου δεν είναι ποιήματα οργής, η κατάλληλη λέξη να χαρακτηρίσεις αυτό που υπάρχει είναι η ευθραυστότητα. Δεν υπάρχει η εφηβική ή μετεφηβική αντίδραση. Υπάρχει κάτι αληθινά ασφυκτικό, κάτι εορταστικό και μεγάλη ευαλωτότητα. Τα ποιήματα τα διάβαζα από το ξεκίνημά τους, ήταν μια εποχή μου ήμασταν πολύ κοντά. Μου άρεσαν, έγραφαν και άλλοι φίλοι μας, αλλά τα ποιήματα του Γιώργου μου άρεσαν στα αλήθεια. Κι είναι αληθινή καλλιτεχνία και τίποτα άλλο. Υπήρχε μέταλλο. Το ήξερα ότι υπάρχει μέταλλο, μου το έλεγε το ένστικτό μου ότι υπάρχει ειδικό μέταλλο, και κολλήσαμε και στην καθημερινότητά μας. Νιώσαμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο. Δεν έχει τίποτε να κάνει με άλλα πράγματα που έρχονται πιο μετά, την αναγνώριση ή την μη αναγνώριση, την άβυσσο της κακίας και της μικρότητας, και όλο αυτό μου άλλαξε τη ζωή. Και με καλό και με άσχημο τρόπο».

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…
“Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα καταφέρω να πω τίποτα…”

Κανένας δεν κατάλαβε σε ποιον αλήθεια απευθυνόταν η γυναίκα, μα επειδή πού και πού ήθελαν να ελπίζουν πως επρόκειτο γι’ αυτούς. Έτσι ξεσπάσανε καυγάδες στο πλήθος, που λιαγιάσανε μόνο σαν ήρθε τη γυναίκα φτερωτό άλογο και την πήρε και είδαν ότι αυτό ήταν η μούσα της. Ο τρίτος που μίλησε με ενδιαφέρον ήταν στ’ αλήθεια ζοφερός και μήνυσε πως ήρθε τάχα το τέλος, μα αποδείχτηκε στο τέλος ένας τρελός πως ήταν. Με τα εξής λόγια απευθύνθηκε στο ακροατήριο: «Ακόμη και οι λέξεις σκαρφαλώνουν να κοιτάζουν μέσα στα μάτια μου. Ο τρόμος με δένει σαν να με ελέγχει και αναρωτιέμαι στ’ αλήθεια για την ειλικρίνειά του. Κι αν κάτι να μη μου πρέπει δουν στο μυστικό μου καταφύγιο, ποια η φρικτή μου η μοίρα μετά!». Τότε ακριβώς φάνηκε η αρρώστια του. Κι αυτός άφρισε στο στόμα και άρχισε να κτυπά τα μέλη του στην εξέδρα, που είχε στηθεί για τις ρητορείες, και ούρλιαζε με λέξεις ακατάληπτες πάνω στη σύγχυση που είχε και ύστερα έκλαιγε πικρά. Αυτός μόλις του πέρασε η κρίση αυτή έφυγε μακριά ντροπιασμένος και λένε πως είναι ακόμη και μέχρι τις μέρες μας κλεισμένος σε μια σπηλιά πίσω από τους καταρράκτες, όπου με αγάπη μια που τη λένε Άννα τον νοιάζεται. Κι αυτοί ήταν οι αξιοσημείωτοι λόγοι. Η απόφαση πάντως που βγήκε, μια και δεν μπορούσαμε αλλιώς το κακό να σταματήσουμε, ήταν να κινήσουμε για τη δύση του ήλιου, που όλοι παραδέχονται πως αυτή ρυθμίζει και κανονίζει το χρώμα που θα ανατείλει η μέρα. Και τ’ άλλο πρωί συμφωνήσαμε να ξεκινήσουμε. Και θα το κάναμε, αν δεν συνέβαινε αυτό που συνέβη: Πρωί πρωί της τρίτης μέρας λοιπόν στέρεψε η πηγή μας και πια μέρος για να πίνουμε νερό δεν είχαμε. Με μαύρες φτερούγες μας αγκάλιασε ο θάνατος. Μαράθηκαν τα χορτάρια και οι λάσπες στέγνωσαν κι έσκασε η γη. Στην πρόχειρη πολιτεία που οργανώσαμε στον καταυλισμό μας αυτόν, πάνω από το άλλοτε υγρό οδόστρωμα (είχαμε ασφαλτώσει για τις ανάγκες των οχημάτων ένα δυο δρομάκια) κάθονταν μόνο η σκόνη κι η ομίχλη, αυτή που είχε κουρνιάσει εκεί από την υγρασία διαλύθηκε, μα ό,τι είδαμε δεν ήτα καθαρότερο και καθόλου δεν μας ξεθάρρεψε. Το τέλος κάθε μόχθου στους κορμούς που είναι ακόμη γεροί μα άδειοι και στα φύλλα που αλάφρωσαν άξαφνα, η αρχή εκεί κοντά στις φωλιές των μυρμηγκιών και των άλλων εντόμων, που ως τώρα τα ακούγαμε και τώρα έτσι απρόσμενα σώπασαν και αυτά μαζί με τις αχτίδες του ήλιου. Στον ύπνο τους πολλοί ξυπνούσαν με κραυγές και αγωνία από το ατσάλι –τη στυφάδα αυτή- που τους έδενε τη γλώσσα, και σχημάτιζαν ζωγραφιές στον αέρα με τα δάχτυλά τους μέσα στο παραλήρημά τους, μήπως έτσι έφερναν κοντύτερα τον σκοπό τους. Κι έτσι πέρασε και η τρίτη νύχτα και ξημέρωσε γκρίζα η τέταρτη μέρα. Και με έκπληξη είδαμε, όσοι αντέξαμε τη φοβερή δοκιμασία, πως πάλι το νερό έτρεχε στη στέρνα. Και αμέσως όλοι ενοήσαμε τον σκοπό τον ανώτατο που είχε αυτή η προσωρινή λειψυδρία: πως ήταν δηλαδή σημάδι· πως μας ορμήνευε κάτι. Και τότε πολλές προτάσεις και εξηγήσεις ακούστηκαν, πως τάχα τον κώδικα θα έλυναν μα μία μόνο γίνηκε πιστευτή, ενός σμιλευτή του μαρμάρου.

«Ο Γιώργος Φιλιππίδης σε μια ηλικία σχεδόν απαγορευτική έφτασε εκεί που άλλοι πασχίζουν χρόνια να φτάσουν. Η ποίησή του – το αισθάνεσαι αμέσως αυτό- δεν είναι απλά ελκυστική, δεν είναι απλά σύγχρονη, η ποίησή του είναι επείγουσα» γράφει ο ποιητής Γιάννης Στίγκας στον πρόλογο της Γαλάζιας Μηχανής. «Γιατί ο Φιλιππίδης ενσαρκώνει την τεράστια υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, με μια γλώσσα πυρετική, ακροβατική, χίλιες φορές πιο ακροβατική από το χαμόγελο του Da Vinci. Γιατί δεν αρκείται στην κραυγή, αλλά ξέρει και να την σκαρφαλώνει. Κάτι –που κατά τη γνώμη μου- είναι κι ο μοναδικός μας δρόμος προς το όνειρο: Αδέλφια μου / ακούστε καλά / μια μέρα θα φτιάξουμε / τον γυάλινο κήπο που ονειρευόμαστε / μια μέρα από το γυάλινο πηγάδι του / θα αντλήσουμε / ζεστή σοκολάτα / και λουλούδια εντελβάις. Γιατί διαθέτει μια κοινωνική συνείδηση κοφτερή –κοφτερή, όπως ακριβώς πρέπει: Μήπως και να καταλάβει κανείς / πόσο πολύ δεν με νοιάζει / αν καούν όλα / τα δολάρια / και τα μάρκα / και τα γιεν του κόσμου. Ε, τέτοιος άνθρωπος είναι. Με την ευαισθησία ξενυχτισμένου λουλουδιού: Γύρεψα πάντοτε εκδίκηση / στ’ όνομα κάθε τι εύθραυστου / είχα ξεχάσει πως ό,τι είναι εύθραυστο / είμαι εγώ / πως είσαι εγώ. Ή: Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα / … Αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα) / Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο. Ξέρετε, μου είναι πολύ δύσκολο να σας μεταδώσω πώς λειτουργεί αυτή η ποίηση μέσα μου. Κι ίσως, αν σας έλεγα ότι ηλεκτρίζει το κουράγιο μου κι ότι μέρα με την ημέρα με κάνει να μαντεύω μες στους ανθρώπους μια δύναμη σχεδόν αστρονομική, του εσαεί – καινοφανούς αστέρα. Ή, μάλλον, ξεχάστε τα όλα αυτά και κρατήστε μονάχα το εξής: Λύσου και λιώσε / ζούμε μονάχα για το χνώτο του φωτός / … ζούμε για μιαν ανάσα σβησμένη / άπειρο / όμως άπειρο είναι / ό,τι το άπειρο βυζαίνει. Έτσι είναι. Γι’ αυτό και όποτε σκέφτομαι τον Γιώργο Φιλιππίδη, τον σκέφτομαι σε χρόνο αποκλειστικά ενεστώτα. Άλλωστε, το λέει και ο ίδιος: μα η μηχανή –γαλάζια θα προσθέσω εγώ- / Μα η μηχανή αγρυπνά και ταξιδεύει / έστω και χωρίς αναβάτη».

Το χρονικό πλαίσιο στο οποίο έζησε και έγραψε ο Γιώργος Φιλιππίδης ήταν μια περίοδος ψευδο-ευημερίας, με την Ελλάδα να ετοιμάζεται για την Ολυμπιάδα, τη φούσκα του χρηματιστηρίου να διογκώνεται και να ετοιμάζεται να σκάσει, ΠΑΣΟΚ, νεοπλουτισμό και τους Έλληνες να προσπαθούν να πλουτίσουν με ψέματα.
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!
13.5.2016
Στον Σεργκέι Γιεσένιν― ξανά!

«Δεν υπήρχε καμία σύνδεση με την ελληνικότητα. Αισθανόμασταν πιο πάνω» λέει ο Σύλλας. «Δεν μπορούμε να φτιάξουμε ένα life style γύρω από αυτό, φαντάσου ένα παιδί με σπυράκια, δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί, είναι μια συνθήκη εφηβείας που δεν είχε περιθώρια για περισσότερα πράγματα. Διαβάζαμε πολύ Ρεμπώ, Απολινέρ, Ντοστογιέσφκι, Βερλέν, οι βασικές συζητήσεις μας ήταν για τον Ντοστογιέσφκι. Από κει και πέρα υπήρχε μεγάλη απόσταση κατά το δυνατόν από την ελληνική τέχνη, πολύ συνειδητή. Βλέπαμε πολύ σινεμά, Τρίερ, Κρόνενμπεργκ, δεν ήταν μόνο λογοτεχνικές οι αναφορές, ήταν κάτι πιο ευρύ στις δικές μας γενιές, μουσική, Πάουντ, έπαιξε σίγουρα έναν ρόλο και ο μοντερνισμός. Μουσικά ακούγαμε πάρα πολύ Spiritualized, Nirvana, grunge που ήταν κάτι πολύ κοινό, είχαμε έναν φίλο που τραγούδαγε ρεμπέτικα, μας άρεσαν τα rave πάρτι, ακούγαμε τα πάντα. Υπήρχε μια απίστευτη ζωντάνια, υπήρχε ζωτικότητα, υπήρχε ένα άρπαγμα από τη ζωή, ακόμη και από τον θάνατο. Δεν είναι μια ιστορία μελαγχολίας, θλίβας και κατάθλιψης. Υπήρχαν μηχανές, πάρτι, έρωτες, υπήρχε κάτι πολύ ζωντανό. Ήμασταν 18 χρονών –ο Γιώργος 19 -τώρα θα ήταν 38».

Αφού λοιπόν χτύπησε τη γροθιά του με πάταγο στο δρύινο ξύλο του πάγκου, που δούλευε την τέχνη του, και με οργή περίσσεια, που πολλοί την απόδωσαν στην αναμονή και την αναβλητικότητα που είχαμε ως τότε (μάλλον) δείξει, βροντοφώναξε τη γνώμη του και και ξεχείλιζε σαν μιλούσε θάλασσα από τα μάτια του και κύματα ήταν τα λόγια του: «Μα τι τάχα να σήμαινε σαν όχι πως δεν έχουμε άλλο χρόνο για συζητήσεις και λόγους. Ήτα η πρόγευση αυτού που σιμώνει σαν φιλί που σου δείχνει τον έρωτα. Ας φύγουμε αμέσως από το καταραμένο μέρος, να κυνηγήσουμε την τύχη μας, να ξαναβρούμε τα χρώματα. Μα γι’ αυτό το ταξίδι, που σαν πάνε όλα καλά θα ξεκινήσουμε αύριο, θα χρειασθεί κάτι ο καθένας σας να δώσει. Θέλω να περνάτε όλοι, ένας ένας, μπροστά από τον πάγκο, αυτόν που πάνω του θαυμάζετε τα όσα έχω φτιάξει, και να αφήσετε ο καθένας ό,τι ποτέ κανείς δεν σας ζήτησε!». Και περάσαμε όλοι από το ορισμένο μέρος και ο καθένας έδινε τα δικά του, άλλος έρωτα, άλλος ψέμα, τρυφεράδα, σκέψη, λογικό, αλήθεια, έχθρα, τη γη, και έδωσε ακόμη κι αυτόν τον ήλιο. Και αυτά τα πήραμε όλα μαζί μας και όταν ήρθε η στιγμή να φανούν χρήσιμα και να πάρουμε βοήθεια απ’ αυτά, τότε ένα ένα τα χρησιμοποιούσαμε κατά την περίσταση. Πάντως, καθώς μας είχε προταθεί, τραβήξαμε για τη δύση την Πέμπτη μέρα το πρωί πρωί. Και παραδώσαμε τον καταυλισμό μας στις φλόγες. Και δεν θα γυρνούσαμε ποτέ πίσω και το ξέραμε. Μερικοί που ποτέ δεν είχανε πιστέψει ότι τελικά θα αναχωρούσαμε τα χάσανε και αντί ν’ ακολουθήσουν εμάς, πέφτανε μέσα στις φλόγες και αυτοπυρπολιόντουσαν, αφού είχαν πρώτα ξεγυμνωθεί και κρατώντας στα χέρια τους λουλούδια, γαρδένιες, μαργαρίτες, κυκλάμινα. Και κάποιοι άλλοι στήνανε οδοφράγματα και ρίχνανε πέτρες ο ένας στον άλλον χωρίς ευτυχώς να μας πειράζουν εμάς. Και αυτή ήταν μία ομαδική μανία που δεν μπορούσαμε ποτέ να εξηγήσουμε και που αφάνισε πολλούς από μας, που τους λέγαμε αντριωμένους ως τότε. Και μερικοί έκαναν κάτι πολύ αστείο σ’ εμάς που είχαμε τα φρένα μας σώα ολωσδιόλου: ετοιμάζανε τις βαλίτσες τους ή άλλες τσάντες που είχαν και τις γέμιζαν με τα χρειαζούμενα (χτένες, βούρτσες, ρούχα, σαπούνια και τέτοια), χωρίς να τους περνά απ’ το μυαλό πως το ταξίδι μας θα ’ταν πολύ διαφορετικό. Και εύλογα όσοι τόσο είχαν παρανοήσει τον στόχο μας δεν τους πήραμε μαζί μας, γιατί μάλλον φορτίο θα ήτανε παρά πολύτιμη βοήθεια. Μα όλα αυτά καθώς και οι χαμοί των άλλων τις προηγούμενες μέρες μάς λιγόστεψαν στ’ αλήθεια και μείναμε βέβαια, με κάποιες εξαιρέσεις, λιγότεροι από πριν αλλά πιο εκλεκτοί. Και ξημέρωσε λοιπόν η πέμπτη μέρα. Ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι πολύ στενό, που δεν μας χωρούσε να περπατάμε δυο δυο και κάναμε φάλαγγα που άγγιζε πέραν από τα βλέμματά μας, ως το δάσος. Είχαμε αποφασίσει να μη σταματήσουμε την πορεία μας ώσπου να έρθει το σκοτάδι. Κι αυτό έκανε πολλούς από την κούραση και την απογοήτευση να σκάβουν λαγούμια σαν τα ποντίκια στη γη και να λένε πως εκεί πια θα κατοικήσουν, μέσα σε υπόγειες στοές, και πως θα έκαναν εκεί ζωή καλύτερη απ’ την αβέβαιη τη δικιά μας… Έψαχναν να βρουν φαγητό μέσα εκεί που δεν έφτανε αυτό το λιγοστό φως που μας ζωγράφισε εμάς που συνεχίσαμε, ίσα ίσα για να διαφέρουμε αναμεταξύ μας. Και ως να βραδιάσει είχαμε διανύσει δρόμο πολύ, μα είχαμε πολύ περισσότερο μπροστά μας. Κι ο ύπνος που κάναμε σαν σταματήσαμε ήταν τέτοιος, που κάποιοι το θέλησαν να μην ξυπνήσουν καθόλου, ούτε την έκτη μέρα, για να συνεχίσουμε στο μονοπάτι. Την έκτη μέρα κατά το απόγευμα στέρεψε έξαφνα το μονοπάτι. Χάσαμε τα ίχνη του και όσο κι αν ψάχναμε, ήταν μάταιο. Έπρεπε έτσι μόνοι μας πιο να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα.

Τα ποιήματα της «Γαλάζιας Μηχανής» είναι σπαρακτικά, χωρίς ηλικία, απίστευτα ώριμα και όσο και αν προσπαθείς να τα κατατάξεις κάπου στέκουν αυτόνομα και μοναδικά, όπως μοναδικός ήταν και ο δημιουργός τους. Και η αυτοχειρία του τα κάνει ακόμα πιο φωτεινά -γιατί είναι το έργο ενός νεαρού ανθρώπου που μπορεί να έφυγε πρόωρα και ξαφνικά, σε μια ηλικία επικίνδυνη, που πολλά αγόρια ξεπερνούν το όριο, αλλά τουλάχιστον ήταν μια πράξη επιλογής και η εκπλήρωση μιας επιθυμίας. Λογοτεχνικά δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία.

«Είναι δύσκολο να χαρακτηρίσεις τον Γιώργο λογοτεχνικά με την έννοια των σχολών» λέει ο Σύλλας. «Μιλάμε για κάτι το οποίο βγήκε τελείως μόνο του, είναι αυτόνομο. Δεν υπήρχε και χρόνος για να γίνει αυτή η επαφή και να τον γνωρίσουν άλλοι συγγραφείς, ήταν πολύ μικρός, από το λύκειο πέρασε στο πανεπιστήμιο και πρακτικά υπάρχει ένα όριο στον αριθμό των ανθρώπων που μπορείς να γνωρίσεις.

Θυμάμαι απίθανα ταξίδια στη Θεσσαλονίκη, μια εκδρομή στη Μύκονο, ετερόκλητα πράγματα, θυμάμαι ότι είχε πάει στην Πάτρα για το καρναβάλι, ένα ελληνικό κιτς μετα-μεταπολίτευσης σε όλο του το μεγαλείο. Τώρα το βλέπουμε, μετά, αφού όλος αυτός ο κόσμος έχει καταρρεύσει. Συγκρουόμασταν ακόμα πολύ άγουρα τότε, αλλά με ένα πραγματικό μίσος για την προηγούμενη γενιά. Ποια ήταν η εύκολη ζωή ακριβώς; Τα σόγια; Τα φροντιστήρια; Τα Πάσχα στο χωριό; Μιλάμε για την απόλυτη αποπνευματικοποίηση, για τον απόλυτο επαρχιωτισμό, για τον απόλυτο νεοπλουτισμό, και μέσα σε όλα αυτά τα κατσάβραχα που γκρεμίστηκαν στη συνέχεια με εκκωφαντικό θόρυβο βγήκαν μερικά λουλούδια. Αυτή η συλλογή είναι σίγουρα ένα από αυτά. Τα άνθη μας θεωρώ ότι βγήκαν από τα κατσάβραχα».

Ο Γιώργος Φιλιππίδης αυτοκτόνησε λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια. Τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν ένα χρόνο μετά το θανατό του σε μια συλλογή με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τα αποσπάσματα είναι από το «Γκρίζο».
Ευχαριστώ πολύ τον Σύλλα Τζουμέρκα για τις πληροφορίες που επέτρεψαν τη δημιουργία αυτού του αφιερώματος και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο.

*Από το http://m.lifo.gr/articles/book_articles/109090 με περισσότερες φωτογραφίες κ.λπ.

Μιχάλης Τάτσης (1977 – 2010), Με το καδρόνι στα χέρια

tatsis1

ΜΕ ΤΟ ΚΑΔΡΟΝΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ
(Πανοπτικόν, 2011)

Το έργο που ακολουθεί είναι προϊόν της καθαρής φαντασίας του δημιουργού του. Οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με ονόματα, πρόσωπα και καταστάσεις είναι ολωσδιόλου τυχαία και συμπτωματική. Πολλάκις στο παρελθόν η τέχνη έτυχε να δημιουργήσει εν αγνοία της ανθρώπινους τύπους που ηδύνατο να συναντήσει κανείς και στην “πραγματικότητα” και, ακόμα χειρότερα, πολλές φορές έτυχε να δημιουργήσει ανθρώπινους τύπους που εν συνεχεία κατέκλυσαν την “πραγματικότητα”. Θα ήταν παράλογο, αν και στους καιρούς που έρχονται ίσως και να πάψει να είναι, να διώκεται κανείς για τη φαντασία του, γι’ αυτό που εν δυνάμει μπορεί να κάνει κι όχι γι’ αυτό που έχει ήδη κάνει.

 —

Με ποτίζεις μηλόξυδο, πολιτεία κροκόδειλη,
κι ο πόνος σου στα νεφρά μου

 —

Πολιτεία πολύτροπη, θα γλιστρήσω μια βραδιά κάτω από τα σεντόνια σου σκληρός και θα σε γλείψω αργά με τη βοϊδόγλωσσα μου ίσαμε να γιομίσει ο κόλπος σου υγρά και αγωνία η καρδιά σου. Οξύνει λένε η σφαγή το αίμα. Τότε είναι που θα σε σφάξω κι εγώ με την καρδιά γιομάτη αίμα και θα σε διαπεράσω. Και θα σφαδάζει αίμα το κορμί στο νυφικό κρεβάτι. Και δεν θα χύσω ούτ’ ένα δάκρυ επάνω απ’ το κουφάρι σου. Θα σκουπίσω στο παντελόνι τα χέρια και θα γλιστρήσω απ’ το παράθυρο στη νύχτα σα κλέφτης. Θα ξαποστάσω στη μετάλλινη γέφυρα που σε γνώρισα και θα κρεμάσω τα κανιά μου στο κενό. Θα κρεμάσω τον έναν έναν σπόνδυλο ως τη στήλη στην ιτιά και θα περνά από μέσα τους συρίζοντας η γλώσσα. Από κάτω θα βυσσοδομεί τη μοναξιά του το ποτάμι. Θα κάτσω και θα κλάψω. Θα κλάψω γοερά για όλα τα νεκρά, αγέννητα παιδιά σου. Μακάριος ὃς κρατήσει καὶ ἀντρειωθεῖ τὰ νήπιά σου πρὸς τὴν πέτραν.

***

Ανοίγεις τα πόδια, πολιτεία ξεδιάντροπη, ξανά, και με ξερνάς γυμνό στον κόσμο. Κι έπειτα μου τα παίρνεις όλα ως το ένα. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, να σου φιλώ τα πόδια. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, μια σφαίρα στο κεφάλι. Δε θα σε προσκυνήσω. Θα στυλωθώ και θα σε σπάσω.

***

Τα άκρα γειτνιάζουν μεταξύ τους παράξενα, περισσότερο απ’ ότι το κέντρο, πολιτεία αλλήθωρη. Βλέπεις τα τέκνα σου να περνάν απ’ το χάος στη βασιλεία του τρόμου από στιγμή σε στιγμή, αταλάντευτα, και γεμίζει απορία το μάτι μου. Να φταίει που μοιράζεις δεκάρικα; – που μοίραζες δεκάρικα· τώρα τα φραγκοδίφραγκα χτυπάνε στο τραπέζι. Ακούγεται παντού ο κούφιος ήχος τους να αντηχεί μέσα στα πτώματα σου. Στέφεις βασίλισσα τη σύγχυση και τρώτε ομού με κουταλάκια επίχρυσα τ’ ασπράδι του μυαλού των υποτακτικών σου. Θα δεις τα τέκνα σου κανίβαλους, νεκρόφιλους, κοπρόφιλους, ν’ αλληλοτρώγουνε τις σάρκες τους, να βγάζουνε τα μάτια τους, να κάνουν το σκατό κιμά, να σοδομίζουνε τα πτώματα και να γεμίζουνε σπυριά οι δρόμοι την πανούκλα.
 —
    Όλα θαμμένα στο πύο κι εσύ το τροπάρι σου, πολιτεία σαπρόφιλη.
***
 
    Ποτάμι σκοτεινό σκυλί γάβγισε τ’ όνομα μου, φώλιασε μες στις φλέβες μου, σκάψε τα σωθικά μου! Κάνε αυτό το κούφαλο κορμί να αντηχεί στον φόβο σου, να τρέμει η ρίζα ανάτριχη το σκοτεινό σου μάτι! Να νιώσει μέσα του ζωή και ας πνιγεί τον οφθαλμό στο αίμα! Μπήξε βαθιά τα δόντια σου στην ξύλινη μου φύση και δάγκωσε και ξέσκισε και μάτωσε τα ούλα σου πάνω στ’ ανθόκλαδα μου! Δώσε να νιώσω μέσα μου τα νύχια σου να γδέρνουν έως τον ένα σπόνδυλο των φύλλων τους νευρώνες! Φοβέρισε τα φόβητρα που κρύβω μες στα φύλλα μου που πίνουνε τον ήλιο και διώξε πέρα τα πουλιά, πέρα στον πέρα κάμπο, να πάνε να φυτέψουνε σε νέο χώμα τον καρπό τη σάρκα να ριζώσω!
***
    Τα μάτια σου πέρα απ’ το επέκεινα της όρασης, μικρή κουφάλα πολιτεία, σαπίζουνε το βλέμμα μου. Σκουριάζεις τους βολβούς μου σαν τα τενεκεδάκια αναψυκτικών υγρών και τους πετάς βορά στα δόντια αρπακτικών νεκρών. Θα τους διπλοπατάς και θα ορμίζεσαι (κάτω απ’ τη θάλασσα θα βόσκει ο ουρανός το κρέας μου). Δεν θα υπάρχω μέσα στον καθρέφτη σου θα σκάψεις τ’ όνομα μου. Το φάσμα μου θα κρέμεται σαν κρέπι στις κρεμάστρες σου και θα γυρνάς το μάτι σου αργά μέσα στο αίμα μου αργά πολύ αργά καθώς το δηλητήριο σου θα ρέει στο κορμί μου. Δεν θα μου μείνει τίποτα. Και το κουφάρι μου στα πόδια μαθητών σχολείων φυλακών θα στήνεται αγχόνη της ανίας τους. Με τη λοβοτομή στον κρόταφο θα επιδικάζεις τρόμο. Συγχώρεσέ τους, Κύριε, δεν ξέρουνε τι κάνουν.

***

Μεγαλύνεις τον άρτο της ψυχής μου με τα δόντια σου, τον παίζεις με τη γλώσσα σου και τον ξερνάς πηλό υγρό στο χώμα. Ένα τσουβάλι κόκαλα πλημμυρισμένο αίμα. Ανοίγεις τα αγγεία μου κι αρδεύεις κόκκινο το δέρμα της ερήμου. Κόβεις κομμάτια από τη σάρκα μου και τα ονοματίζεις. Λες ύδωρ, άνθρωπος, ζωή και τα υποθηκεύεις. Δένεις τη γλώσσα μου κλωστή και την υπαγορεύεις. Ράβεις το στόμα σύρματα και μ’ αποκεφαλίζεις. Νέμεις αντίδωρη εκδορά τα μέλη μου φίδι φωνή προστάτη. Και με πετάς στην άνοιξη γυμνό ν’ αντιδικώ το άνθος. Με σάπισες, εσύ, σα μήλο στα ποτάμια σου και τώρα με ξυρίζεις. Στη φυλακή σου κάτεργο γυμνό στυγνά μ’ αυτοχειρίζεις.

***
 
*Ο Μιχάλης Τάτσης γεννήθηκε το 1977 στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Σπούδασε Ποιμαντική και Κοινωνική Θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δούλεψε επί σειρά ετών σε διάφορα βιβλιοπωλεία του αθηναϊκού κέντρου. Έφηβος ήδη, από το 1995, αναπτύσσει έντονη πολιτική δράση. Για μία δεκαετία και πλέον θα υπάρξει αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία του ελληνικού αναρχικού κινήματος. Σταδιακά θα αποξενωθεί από τους πάλαι ποτέ συντρόφους και συναγωνιστές του και θ’ αποτραβηχτεί στον εαυτό του. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του έγκλειστος –κατ’ επιλογήν– σε μια μικρή γκαρσονιέρα στη συμβολή των οδών Τοσίτσα και Τσαμαδού, στα Εξάρχεια, βλέποντας ελάχιστους καρδιακούς και πιστούς του φίλους. Αυτοκτόνησε τον Απρίλη του 2010 σε ηλικία 33 ετών. Το «Με το παλούκι στο γκώλο, με το καδρόνι στα χέρια», η πνευματική του διαθήκη, έργο επάνω στο οποίο δούλευε πυρετωδώς τους τελευταίους μήνες της ζωής του, είναι το πρώτο –και τελευταίο, σύμφωνα με τη ρητή επιθυμία του– βιβλίο του που εκδίδεται. Ο ίδιος φρόντισε να εξαφανίσει επιμελώς όλα τα –σημαντικά κατά τ’ άλλα σε αριθμό– ημιτελή του έργα καθώς και τα όποια ‘κατάλοιπα’ του, τρέμοντας ειλικρινά στη σκέψη των τυμβωρύχων της συνείδησης του μέλλοντος.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/14663/index.html και εδώ:
https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2011/09/18/tatsis/

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ο πετεινός του ξένου στη δημόσια τουαλέτα

rooster

Ήμασταν σε μια κοινόχρηστη δημόσια τουαλέτα. Βρώμικα πλακάκια. Κρατούσε τον πετεινό σφιχτά από τον λαιμό και με κοιτούσε στα μάτια. Το πουλί δεν πετούσε και δεν λαλούσε. Ήλπιζε ίσως στην φυγή του. Τα ζώα δεν σκέφτονται. Έτσι λένε. Και να σκέφτονται, δεν έχει σημασία. Αδυνατούν να δράσουν. Το κρατούσε αλήθεια σφιχτά. Πονούσα κι εγώ, βλέποντάς το. Ο λαιμός του είχε τραβηχτεί. Αλλά δεν έβγαζα κουβέντα, για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα που τόσο ωραία εκείνος είχε κτίσει. Είχε μια πλαστική σακούλα δίπλα του. Άπλωσε το ελεύθερο χέρι του και έβγαλε μέσα από τη σακούλα μια χούφτα κομμένα γιασεμιά. Ήταν φρέσκα. Ήταν λευκά, πολύ λευκά. Αν μπορούσε θα μου τα είχε φέρει με το χώμα. Μου έδωσε λίγα στο χέρι και κράτησε λίγα για τον εαυτό του. Όσο το ζώο πάσχιζε να ελευθερωθεί, εμείς κοιταζόμασταν. Δεν παίρναμε το βλέμμα μας από του άλλου. Ποτέ. Ήμασταν δύο παιδιά και γελούσαμε. Φάγαμε αυτό που είχαμε στην χούφτα με μια απότομη κίνηση. Έχασα την αρμονία του χώρου και του χρόνου για λίγο. Η στιγμή παρατάθηκε. Μασήσαμε με τον ίδιο ρυθμό, ταυτόχρονα. Η γεύση των λουλουδιών στον ουρανίσκο ήταν γλυκόπικρη και σαν αιθέρια καραμέλα που σε δηλητηριάζει. Αλλά, όταν χανόταν στο στομάχι μας, ήταν αρκετό για να μας οδηγήσει όλο και πιο σταθερά στην κτισμένη σιγή μας.

Τα μαύρα πλακάκια και τα παλιωμένα τοιχώματα στον χώρο εξέπεμπαν φως. Το ίδιο και το ανάκλιντρο της αφόδευσης. Η λεκάνη έλαμπε πεφωτισμένη. Η βρύση έσταζε πηχτό λαμπερό υγρό. Αλλά εμείς δεν μπερδεύαμε τα βλέμματά μας με τίποτε άλλο. Δέσαμε τις παλάμες μας, χωρίς να κινηθούν τα μάτια μας γύρω. Τα γιασεμιά ήταν στα μάτια του τώρα. Άρχισαν να γίνονται δίνες. Να βουτάνε στο απέραντο λευκό και να αναδύονται πάλι προς τα έξω. Ζαλίστηκα γύρω από την κόρη του. Οι βλεφαρίδες πάνω και κάτω, ήταν στημένες στη σειρά, σαν ιδρωμένα κλωνάρια φυτρωμένα σε καμπύλη γη. Δυο μακριά, σκούρα φρύδια έριχναν το σκοτάδι, σαν νυχτερίδες με απλωμένα φτερά και δυο ημικύκλια από την κάτω πλευρά έρχονταν σε έντεχνη αντίθεση με τις λίμνες του. Μέσα στην άσπρη λίμνη, υπήρχε μια μαύρη κουκίδα τεράστια. Δύο. Μάτια που κατέληγαν προς μια βαριά συνοφρύωση. Η ενέργειά του κατευθυνόταν προς εμένα. Στο πρόσωπό του βρίσκονταν κτισμένες όλες οι γραμμές του κόσμου και τον έκαναν να μοιάζει με ξένο. Ήταν ξένος για μένα. Στα μάτια όλων ήταν ένας ακόμη άνθρωπος.

Γύρω μας το απέραντο γαλάζιο. Πάνω στον ουρανό και στα πόδια μας ήταν θάλασσα. Το ένα του χέρι χαλάρωσε. Άφησε τον κόκορα να πέσει μέσα στο νερό. Αυτός στην αρχή αντιστάθηκε. Δεν έλαβε υπόψη του την έκτακτη αλλαγή των συνθηκών. Ωστόσο, στη συνέχεια, τα φτερωτά μπούτια του ζουλήχτηκαν στο ύδωρ με βαθειά συνέπεια και άρχισε να κελαηδάει. Η φωνή του έγδερνε μία άσφαλτο. Το κορμί του πήγαινε πίσω-μπρος καθώς προσπαθούσε, ματαίως, να επιπλεύσει. Το πουλί κολύμπησε μακριά μας. Νιώσαμε την πηγή της ελευθερίας του να μας ξεδιψάει και γαληνέψαμε για κάμποσο. Το λυπηθήκαμε. Είχε τέσσερα πόδια και τρία κεφάλια. Σφίξαμε τα χέρια μας. Οι παλάμες μας ήταν σαν χαράδρες που ενώνονται και ριζώνουν η μια μέσα στην άλλη. Σαν χημεία. Στο αγύμναστο μάτι, μοιάζουν αχώριστες. Κατακρεουργημένοι από την πλεύση μας σε μια αλλόκοτη διάσταση καταβύθισης. Οι δυο βολβοί μας ήταν οι πόρτες μέσα από τις οποίες είχαμε προσεκτικά διαβεί. Νιώθαμε το περπάτημα πάνω στις φλέβες μας και μας καταλάμβανε ο πόθος. Τα πέλματά μας έγιναν κόκκινα. Τα πόδια μας υγρά. Κάτω υπήρχε αίμα. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε τις ανάσες μας για λίγο. Έστεκαν έκθαμβες μπροστά σε αυτό που γινόταν. Τεταμένος ηλεκτρισμός παλλόταν στον αέρα και ρουφούσε εκστασιασμένος το οξυγόνο από τα κορμιά μας. Νιώθαμε σαν υγράγγελοι ενός αυτοκαταστροφικού πάθους.

Μπορούσαμε να χαθούμε για πάντα ο ένας στα μάτια του άλλου. Το πάντα είναι ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Σε μεθά και σε παρασέρνει τόσο επικίνδυνα. Κρύβεται χωμένο ακόμη και σε ένα απειροελάχιστο κομμάτι του δευτερολέπτου. Μπορούσαμε ελεύθερα να μείνουμε εκεί, για να χωνέψουμε τα γιασεμιά. Ακόμα και να μη μάθουμε ποτέ ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε και πάλι να είμαστε ήσυχοι. Αυτά που θέλαμε πιο πριν, αυτό που ψάχναμε δεν είμαστε εκεί. Δεν είχαμε συνέπεια, ούτε βεβαιότητα. Αλλά ακριβώς αυτή η έλλειψη περιθωρίων ήταν το εκκρεμές που παλλόταν. Η απουσία αιτιότητας μας έκανε να παραληρούμε. Βαδίζαμε σταθερά προς μια σπηλιά. Μέσα η σπηλιά είχε πολλά ρολόγια. από τους δυο μας, επί της μόνης ουσίας. Ήμασταν σε δυο παιδιά που γεννιούνται μόνα τους σε μια νέα γη και μαθαίνουν περπατώντας γεωγραφία. Και ήταν ό,τι πιο αδόκιμο. Το σύμπαν μας γεννούσε σύμπαντα και αυτό με τη σειρά του έτικτε άλλο. Δεν υπήρχε κάτι να σταματήσει την διχοτομική αναπαραγωγή του σύμπαντος μας. Αιωρηθήκαμε εκεί πέρα. Προσπαθήσαμε να περιορίσουμε τη ζέστη, για να μην βράσει το νερό του ωκεανού, πάνω στον οποίο περιπλανιόμασταν. Μα το μόνο που κάναμε είναι να την πολλαπλασιάζουμε και να γεννάμε ήλιους ολοστρόγγυλους και πύρινους, απίστευτα εκτυφλωτικούς. Ήμασταν λίγοι για να χωρέσουμε στο πολύ που φτιάχναμε.
Δεν γίναμε κάτι άλλο από αυτό που ήμασταν κι αυτό μας ένωνε. Σαν να είχαμε γύρω μας μια διάφανη κολλητική ταινία που έσφιγγε τα μέλη μας. Μας έκανε να παλλόμαστε. Τα νευρικά μας συστήματα ενώθηκαν. Μετεωριζόμασταν σαν ένα κι όχι δυο. Τόσο απλό. Όχι δυο. Ένα. Σαν να ήμασταν μικρόβια μέσα στο ίδιο πλάσμα. Η σύνδεσή μας ήταν κάτι δυσπρόσιτο για τους άλλους.

Το τρίξιμο μιας πόρτας που άνοιγε, μιας άλλης που έκλεινε. Ήχος κελαρύσματος κι έπειτα ένας άλλος, που έμοιαζε περισσότερο με βιαστικό καταρράχτη. Η βρύση τρέχει. Βήματα ακούστηκαν στο διάδρομο, πάνω στα πλακάκια που νομίζαμε ότι είχαν φτιαχτεί μονάχα για εμάς. Ένας χτύπος πάνω στην πόρτα και ο κόκορας πνιγμένος και κρεμασμένος από τη λεκάνη να στάζει νερά. Το στρίγκλισμα της πλαστικής σακούλας καθώς την πάτησε με τα παπούτσια του. Ή εγώ με τα δικά μου, αλλά δεν με θυμάμαι να κινούμαι. Η στιγμή μηδενίστηκε. Δεν είπε τίποτα το χέρι που χτύπησε την πόρτα. Οι καρδιές έλιωσαν και τα μαύρα πλακάκια άρχισαν να κλαίνε νερά. Βγήκαμε από την τουαλέτα.

Περάσαμε από τις πυκνές συστάδες κόσμου που κατέκλυζε το μπαρ και την πίστα του κλαμπ και κάπου στα μισά τον έχασα. Ο πετεινός ακουγόταν, κάπου πίσω από τους ηλεκτρονικούς ήχους που θέρμαιναν παράφορα τα τύμπανά μου. Τα βήματά μου με περπάτησαν προς τα έξω.

Μόλις με χτύπησε ο αέρας, ένιωσα να συνέρχομαι. Βγήκα βίαια από τις σκέψεις μου. Άρχισα να λογικεύομαι. Να επιστρέφω. Μουρμούρισα πέντε έξι πράγματα. Ομπρέλα, οδοντόβουρτσα, οπάλιο, Ορφέας, οπωρολαχανικά. Όλα άρχιζαν από το φαντεζί και τραβηγμένο όμικρον. Τα επαναλάμβανα σταδιακά και με μελωδία. Συνερχόμουν. Τα χέρια μου κινήθηκαν πάνω στη μέση μου και μου κατέβασαν το παντελόνι και μετά το εσώρουχο. Όταν οι γλουτοί μου γυμνώθηκαν, κάθισαν σε ένα πέτρινο σκαλάκι και ένιωσα ένα γλυκό πάγωμα. Έσκυψα. Κατούρησα λίγο. Αυτό ήταν! Σκέφτηκα. Και μετά από λίγο, ξημέρωσε και είδα τον πετεινό να περπατάει ορθός. Ήταν ζωντανός. Στητός κι ακλόνητος, λίγο πιο πέρα.

*Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.
http://frear.gr/?p=13886

Αντιγόνη Ηλιάδη, Χελιδόνια

Daria-Petrilli3-857x500

«Δεν θυμάμαι πώς πετούν τα χελιδόνια.» Της είπε κι εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Κάθισαν στο τραπέζι και κοιτάζονταν μες την ησυχία, για λίγη ώρα. Ακούστηκε μια σελίδα να γυρίζει. Τον διέταξε να σκουπίσει τα πόδια του μέσα στο πιάτο που είχε μπροστά του. Αυτός τα σήκωσε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τρίβει την άμμο από το δέρμα κι ακουγόταν το γδάρσιμο που του άφηνε μικρές κουκίδες, συντριβανάκια από αίμα. Επόμενη σελίδα και η σιωπή φάνηκε εκκωφαντική. Τον διέταξε να πάρει την άμμο με τις χούφτες του και να την φάει. Αυτός κοίταξε το παράθυρο με τα κάγκελα και ένιωσε τον κρύο αέρα της νύχτας στις πίσω τρίχες στο λαιμό του. Βούτηξε το χέρι του στην άμμο και ηδονίστηκε με την απαλότητά της. Σήκωσε το χέρι του γεμάτο και το έφερε στο στόμα και ρούφηξε προς τα μέσα. Έβηξε δυο τρεις φορές, αλλά στο τέλος κατάπιε. Ένιωσε το λαιμό του ξερό. Έβηξε ξανά. Τον κοίταζε. Σήκωσε το δάχτυλό της και του έδειξε τους κόκκους άμμου που είχαν μείνει στο πιάτο. Αυτός πήρε το πιάτο μπροστά στο στόμα του και το έγλειψε. Το άφησε κάτω ήρεμα.
Από την πλευρά της ακούστηκε ένας γδούπος, έκλεισε το ευαγγέλιο, το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και ξεκούμπωσε το πουκάμισό της αργά. Αυτός άρχισε να τρέμει. Έβηξε ξανά. Εκείνη δίπλωσε το πουκάμισό της και το ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της. Αυτός είχε μείνει κάτωχρος εμπρός στην ανόθευτη γύμνια της, στα ριζά των κατάμαυρων μαλλιών της, πίσω στο λαιμό της, στα ανάγλυφα κόκαλα της πλάτης της, που ανέβαιναν το χάρτινο δέρμα της, στο κτίσιμο της σπονδυλικής της στήλης, στους ώμους της που ήταν δυνατοί και στέρεοι και στα μακριά της χέρια που κινούνταν γρήγορα και τακτικά. Το γυμνό της στήθος έλαμψε σαν μεγάλο, παχύ και ροδόλευκο φρούτο, κάτω από το φως της κίτρινης λάμπας. Αυτή άγγιξε με τις άκρες των δαχτύλων της την ρόγα που έσταξε πάλλευκο γάλα. Έπειτα, πήρε το πιάτο μπροστά της και στράγγιξε με τα δάχτυλά της το στήθος της, συνθλίβοντάς το, μες το πιάτο. Εκείνος ήταν σίγουρος πως θα πεθάνει. Του είχε κοπεί η ανάσα και ένιωθε βαθιά συγκινημένος. Εκείνη, με απαλές κινήσεις, έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος του και ξαναπήρε το ευαγγέλιο στα χέρια της, χωρίς να βάλει το πουκάμισό της.

Αυτός με ανεξέλεγκτο τρέμουλο, δοκίμασε να πάρει το πιάτο στα χέρια του. Όμως το πιάτο ταλαντεύθηκε επικίνδυνα και το γάλα κόντεψε να χυθεί έξω κι έτσι το άφησε κάτω. Την κοίταξε, για να βεβαιωθεί πως τον παρακολουθούσε. Έπειτα, έσκυψε το κεφάλι του, διψασμένος από ασίγαστο πόθο και άρχισε να πίνει το γάλα με μεγάλες γουλιές. Το ένιωσε να τρέχει στην μύτη του, στο λαιμό του, στα πλάγια του στόματός του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα από το πιάτο και σηκώθηκε. Την κοίταξε. Αυτή έκλεισε το ευαγγέλιο και του έγνεψε να πάει κοντά της.

Κανείς τους δεν άκουγε την σιωπή, γιατί ήταν πνιγμένοι από τα λόγια των σωμάτων τους. Γονάτισε μπροστά της. Ξάπλωσε ανάμεσα στα πόδια της. Ένιωθε σαν ανάποδο τριαντάφυλλο, γερμένο προς τα μέσα στο χώμα. Δεν επιθυμούσε παρά να συρθεί εκεί, από όπου γεννήθηκε. Με το βλέμμα του συνάντησε το δικό της, ανάμεσα από το κενό των πληθωρικών μαστών της. Τα μάτια της ήταν σαν δυο λαμπερές θάλασσες, κατάμαυρες που σε κοιτούσαν όπως τα ρολόγια. Κινούνταν, αλλά ποτέ δεν ήξερες για ποιον και αν ήταν για κανέναν. Κι αν ήξερες τον κίνδυνο, πάλι, ήθελες να πνιγείς μέσα τους.

Continue reading

Γεωργία Τρούλη, Μετρό Θεσσαλονίκης (σχέδιο 1)

ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2011 179

Έκανε περισταλτικές κινήσεις το πρωινό πάνω από την πόλη. Σαν λεπτό έντερο που μοχθούσε να απλωθεί σε μήκος αγωνιώδες, τεράστιο, με όλους τους θορύβους και τα υγρά μιας συνοικίας ανθρώπων. Εκείνη την ημέρα, εκείνο το πρωί κανένας άνθρωπος δεν ξύπνησε με κόπο. Κανείς δεν ξύπνησε με καμιά υποχρέωση. Σηκώθηκαν όλοι σαν φυλλώματα ενός τεράστιου δέντρου που μόλις λίγη ώρα πριν είχε λάβει την τελευταία ανάσα νερού από το βάθος μιας γης. Φυλλώματα με πλήρη άγνοια και πλήρη έκπληξη για τον κόσμο. Κανείς δεν πήγε σε καμία εργασία, κανείς δεν χρησιμοποίησε μεταφορικό μέσο για καμία μετακίνηση. Κανείς δεν έλαβε πρωινό αλλά και για κανέναν δεν υπήρξε αίσθημα πείνας.

Συγκεντρώθηκαν ο καθένας στην ρωγμή της γειτονιάς του. .Ένα τεράστιο κομμάτι γης έχασκε στο μέσο ή στην άκρη του κάθε δρόμου της κάθε συνοικίας περιφραγμένο με αλουμίνιες ραβδωτές περιφράξεις. Πάνω τους πρόχειρα επικολλημένες αφίσες στα παραπήγματα: «Μπαμπά Είμαι Γκέι» «Αλληλεγγύη στον Νίκο Ρωμανό» «Εκτελούνται έργα» «Crave της Sarah Κane / θέατρο Αυλαία 18-21 Μαρτίου»

Σε ένα αδιόρατο ή σε κάποιο χαίνον, καλά προσδιορισμένο σημείο της κάθε δικτυωτής ραβδωτής περίφραξης, υπήρχε πρόσβαση στην μελλοντική υπόγεια διάβαση. Η κατασκευή του Mετρό απασχολούσε σωματικά τριακόσιους εργαζομένους καθημερινά, ενοχλούσε συχνά το Υπεχωδέ γραφειοκρατικά και προβλημάτιζε κάποιους οραματιστές αρχαιολόγους σε έναν επίτοπο χρόνου που δεν τους επιβεβαίωσε ποτέ. Τους λοιπούς, εκνεύριζε..

Δημιούργησαν σειρές σπειροειδείς, κινούμενες, σώμα πίσω από σώμα, ένα έντερο που θέλει επιπλέον χώρο στο σώμα. Κανείς δεν αντάλλαξε κουβέντα με κανέναν. Στοιχισμένοι, εντοιχισμένοι ο ένας πίσω από τον άλλον. Το βλέμμα τους μερικό, απορημένο από την μαγνητική έλξη ενός ρυθμού που τους καλούσε στην είσοδο μιας γης. Ένα βλέμμα που οδηγούσε σε πλήρη απάθεια. Είχαν βρει όλοι μια κίνηση εσωστρεφή. Χώνευαν τις ακυρώσεις, τις μεταποιήσεις, τις προσφορές, την διάλυση των τιμών. Η κένωση γινόταν πλέον από το στόμα. Λέξη καμία. Σκέψη καμία. Πλήρης αναστροφή του εντέρου.

Κάθε γειτονιά είχε αποκτήσει το δικό της πεπτικό σύστημα. Το κάθε του τμήμα ήταν ένα ανθρώπινο σώμα και μια απόφαση.
Continue reading

Γεωργία Τρούλη, Δεδηλωμένα – Η μασέλα – Η κόγχη

173552g-3.el_topo

[Έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κόγχη τούτη την μικρή/ σ’ όλη την γη την χάλασες]

Θα περάσουμε κάποιες φορές στην απέναντι όχθη. Θα χορέψουμε την μουσική με όλη μας την ένταση. Θα φορέσουμε τα καλύτερα παπούτσια στα χέρια. Θα παίξουμε με μια τεράστια πόρτα της Φλωρεντίας «άνοιξε-κλείσε». Θα την έχουμε θεματοφύλακα αναχωρήσεων. Μια κούπα σούπα ζεστή, σύμβολο αφίξεων. Θα περιστρέφουμε τα ζιζάνια της απόφασης.

Θα ζευγαρώνουμε. Κι ένα κλωνάρι ευκάλυπτου και μάραθου θα λέει ‘Μην Ενοχλείτε’ στην παραμορφωτική μας εικόνα. Θα αλλοιώνουμε την αφύσικη ενήλικη γνώση μας με πισωγύρισμα σε ηλικία που ιδιαίτερα δεν μας ανήκε. Θα την κουβαλάμε από το χέρι την σκληρότητα και θα πλατσουρίζουμε σε λακκούβες νερό. Νερό που ξεχάστηκε από βροχή. Θα λέω καλύτερα ‘νερό που λίγο θέλησε λίμνη να γίνει’. Θα ανοίξουμε δρόμο για ποταμό έπειτα, θα γεφυρώσουμε χάσμα. Θα στουμπώσουμε τους φόβους σε κούτες και θα καλέσουμε την μεταφορική για μετακόμιση και μετοίκηση σε μεταμοντέρνα σχέδια κλαδιών. Θα λέμε ‘Είμαστε πουλιά’. Εγώ ίσως αυτό. Εσύ μάλλον το άλλο. Θα καταναλώσουμε λόγια και υπόσχεση. Μεταλογικά θα πούμε ‘μετά την αναχώρηση από το ταμείο ουδέν θα αναγνωριστεί ένσημο δεδουλεμένο, συναίσθημα δεδηλωμένο, άγγιγμα δεδικασμένο’. Δεν θα μας νοιάξει τίποτα. Οι ξεδοντιασμένοι θα μας φαίνονται πολύ μακριά αλλά εγώ θα σου θυμίζω πως η φτώχια ενός λαού από τα δόντια φαίνεται. Θα ακουμπάμε τα μάτια μας το βράδυ σε ένα ποτήρι νερό και θα κοιμόμαστε χωρίς να βλέπουμε κάτι στον ύπνο. Κυρίως ο ένας τον άλλον.

Θα κάνουμε παιδιά, ποιήματα, ταξίδια, ψευδοεπαναστάσεις, επαναπροσδιορισμούς και επανέναρξη της μικρής εταιρείας μας. Ένα- ένα τα δόντια μας λιγότερα αιχμηρά αλλά περισσότερο σαρκοβόρα. Πώς γίνεται, μην απορείς. Κάποτε χαμογελούσαμε και σου έλεγα ‘βλέπω μικρά λευκά ζάρια χωρίς βούλες όταν χαμογελάμε’. Κι εσύ μου έλεγες ‘ βλέπω κύβους κατάλευκης ζάχαρης’. Μετά από καιρό θα σου λέω (και ως το μεδούλι θα με πιστεύεις}’Τίποτα δεν με περιέχει-μόνο περιέχω’. Κάποια στιγμή θα φωνάζεις και θα το ακούω σε όλο τον λαβύρινθο του αυτιού μου ‘Ζήσε ζήσε ζήσε’.

Και τότε θα χαιρετιστούμε σαν πιγκουίνοι με λίγο απομακρυσμένο από τον ώμο το μπράτσο. Μόνο κερκίδα και ωλένη σε κίνηση-Σαν πιγκουίνοι που για καιρό έμειναν κολλημένες μασχάλες. Έπειτα ανακάλυψαν μια άλλη γη κάτω από τον πάγο. Δεν ξέρω πώς είχε φθάσει ο μύθος εκεί πάνω και πόσο προχώρησε η ιστορία αλλά τόσο νάρκισσοι ήταν που όταν κοίταξαν εαυτούς σε λιωμένο νερό, τόσο θαμπώθηκαν που βούλιαξαν σε βάθος. Και κανένα αλιευτικό δεν τους αναζήτησε .Κανείς δεν ένιωσε πόσο υπήρξαν

Έλα τώρα, βάλε τα παπούτσια, βάλε πάλι τα μάτια στις κόγχες, φτιάξε ένα μπρούτζινο κυνόδοντα. Άσε τις σχισμές ορθάνοιχτες. Θα φτιάξουμε ποταμό. Θα ονομαστεί ουροβόρος κι αυτός. Θα εκβάλλει με ορμή σε κάθε ανάχωμα. Λίμνη δεν θα γίνει ποτέ

Έλα τώρα, έχω για μάτια ποτήρι. Για μασέλα ποτέ.

Ως το μεδούλι να με πιστέψεις. Μπορείς.

Γεωργία Τρούλη, Παραμύθι για ένα σπασουάρ – ευρωζώνη

tumblr_o87fzkGC7Q1s2q8feo1_400

Άρχισαν ξαφνικά να αποκτάνε άλλα πέλματα. Kάποιοι οπλές αλόγου, κάποιοι γαιδάρου. Kάποιοι φορούσαν παπούτσια με φτερά και επωνυμία, κάποιοι μεμβράνες χήνας ή πάπιας. Ο καθένας και η επιλογή του. Ο καθένας και η επιβολή του. Με τρόπο που απαντάται σε άλλα βιβλία και μύθους πέρασαν ωκεανό, μερικώς παγωμένο. Σχεδόν ακροπάτησαν. Έφθασαν σε ήπειρο που δεν είχε ανακαλυφθεί. Απάτητη γη και εύφορη. Όλοι πήραν στο πρόσωπο αντίστοιχη μορφή πατούσας. Δηλαδή τα πόδια αλόγου, μούρη αλογίσια, τα πέλματα πάπιας, πρόσωπο πάπιας.Τα φτερωτά παπούτσια μορφή καγκουρό και ούτω καθεξής. Μόνο το ενδιάμεσο σώμα, οι κορμοί με όλα τα σπλάχνα και το συναίσθημα έμειναν ανθρώπινα κι εκτεθειμένα στην ζέστη. Μη έχοντες τίποτα άλλο να καταβροχθίσουν τον πρώτο καιρό της αποικίας, έτρωγαν ο ένας το ανθρώπινο κομμάτι του άλλου. Έτσι απότομα. Καθώς αγκαλιάζονταν. Καθώς συναντιούνταν. Και κόντυναν με τρόπο αφύσικο τα πλάσματα αυτά και δημιουργήθηκαν ζώα άλλης κατηγορίας, τεντώθηκε η βαθμίδα εξέλιξης στα όρια. Κανείς δεν έκανε όμως λόγο για παλινδρόμηση. Μέτρο σύγκρισης κανένα πλέον δεν είχαν. Κι έγιναν πλάσματα μόνο με κεφάλι χέρια και πόδια. Κι έγειραν πάνω στην νέα τους ύπαρξη με απορία. Για όποια παλιότερη ανθρώπινη εκχύμωση έβαλαν βδέλλες. Ρούφηξαν μνήμες. Και ξεκίνησαν στεγνά τη νέα τους κοινωνία. Και κατασκήνωσαν. Κι έφτιαξαν κοινότητα. Και αφού δεν είχαν τι άλλο να φάνε, καλλιέργησαν. Κι άδειαζαν από τα δέντρα φρούτα και από την θάλασσα ψάρια. Τίποτα δεν μπορούσαν να νιώσουν. Σχεδόν ούτε πείνα. Κι έτρωγαν σπάνια. Και διήρκησαν χρόνια.

Κάποτε ανακάλυψαν έναν βόα που για χρόνια τον νόμιζαν κορμό δέντρου αφυδατωμένο. Και τον ξετύλιξαν με αγωνία. Και διαπίστωσαν πως ξεπερνά κάθε αξίωση δεινοσαύρου και κάθε όριο ιμπεριαλιστικής απλωσιάς. Και χάρηκαν.

Και με αυτόν περιχαράκωσαν τη νέα ήπειρο. Τον έκαναν τείχος σε γεωγραφικό πλάτος με τρόπο περίτεχνο και αυτονόητο. Έπειτα ανέβηκαν σε ψηλή κορυφή. Πιάστηκαν από κάποια πουλιά- ξεχασμένα απομεινάρια δεινοσαύρων- κι έβγαλαν αεροφωτογραφίες. Κι έφτιαξαν χάρτη για μια ήπειρο που έλαβε χώρα κι αργότερα όνομα: europia. Και από τον χάρτη προήλθαν αντίτυπα όπου πάνω σχεδίαζαν στίχους και βέλη και σήματα μορς. Και τα έστειλαν με πτηνά δεινοσαύρων σε άλλους πολιτισμούς. Καλούσαν ανθρώπους να φτιάξουν ξανά το θυμικό και το επίπεδο αίσθημα. Χωρίς κανιβαλισμό θα τους αντιμετώπιζαν. Δύο κάποιους με ευγένεια θα θυσίαζαν για να μεταμοσχεύσουν πάλι εσωτερικότητα και περίγραμμα. Και θα πορεύονταν εκ νέου. Γιατί τόσα χρόνια έχασαν μορφή και ως ζώα και ως άνθρωποι. Και το κατάλαβαν. Και θύμωσαν. Και θέλησαν.

Επί χρόνια είχαν καλή οικονομία βασισμένη στις πέτρες –εξοστρακισμό και λιθοβολισμό κανένα δεν έκαναν-κι ασχολίες είχαν μετρημένες στο ήμισυ από τα δάχτυλα που ο καθένας στα πόδια του είχε. Και περνούσε ο καιρός κι έτρεφαν τον βόα περιτοίχισμα με φύλλα δέντρων και καλαμιές. Κι ο βόας μεγάλωνε. Ούτε ένα μπαομπάμπ υπήρξε ποτέ ούτε ένας ελέφαντας αλλά και τα ζώα δεν είχαν μνήμη για να επινοήσουν σαμάνο ή παιδί. Αρκούνταν στην κατά περίπτωση αιρετή ηγεσία κάποιου άλλου ζώου. Μάλλον του πιο μοχθηρού. Τα βράδια ροχάλιζαν ήσυχα. Ζωύφια κουνούπια και μύγες δεν αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα. Ούτε σεισμοί, καφενεία, δρόμοι, πλατείες. Μόνο βρύα λειχήνες και μύκητες. Κάθε υβρίδιο ούτε στα νύχια μεγάλωνε ούτε στα μαλλιά ούτε στην σκέψη. Και συνέχισαν να μην πεινούν και να μην αισθάνονται.

Όμως ένα βράδυ ο ουρακοτάγκος -ο πιο κοντός του κόσμου- έκοψε κι έφαγε ένα κομμάτι από την ουρά του βόα. Κι ακολούθησαν κι άλλα βράδια κι άλλα ζώα που έκαναν το ίδιο.
Και σιγά σιγά άρχισαν να νιώθουν κυρίως πείνα κι έπειτα επιθυμία. Και σιγά σιγά αφαιρούσαν σώμα κι εμβαδό από τον βόα.

Έφθασαν άνθρωποι σε κείνον τον τόπο μετά από τα σήματα μορς και τους στίχους. Προσπάθησαν να μπουν στο νέο κομμάτι του χάρτη. Βρήκαν είσοδο στα κομμάτια του βόα που έλειπαν. Φοβήθηκαν τα υβρίδια τους ανθρώπους. Είχαν ξεχάσει πως είχαν σώμα και συναίσθημα. Και ζήλεψαν.
Θυσίασαν δυο ανθρώπους με ευγένεια και ανάγκη κι άρχισαν να κολλάνε σάρκα ανάμεσα στα πάνω και κάτω άκρα. Η οργανογένεση θα συνέβαινε μόνη της, εν μια νυκτί, όπως συμβαίνουν οι μεγάλες καταστροφές και δημιουργίες.

Από πόνο γάγγραινας ξύπνησε ο βόας ενώ είχε περάσει μέρες αποχαυνωτικής ηρεμίας. Είδε την μόλυνση και θύμωσε. Άνοιξε το στόμα και κατάπιε το υπόλοιπο του σώματός του. Κι αφού έπαψε να είναι σχήμα στον χάρτη, απέκτησε κίνηση. Καταβρόχθισε όλα τα υβρίδια ζώα, όλες τις βαθμίδες εξέλιξης, την ιστορία και την οικονομία εκείνης της γης. Όταν είδε να καταφθάνουν ορδές από πλοία με ανθρώπους, τόσο βαρύς και μπερδεμένος ήταν από το φαγοπότι του, που με ένα τίναγμα τους έπνιξε όλους. Κανείς δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Ο βόας τυλίχθηκε γύρω από τον κορμό του βουνού γιατί ο ωκεανός τριγύρω άρχισε να εξαφανίζει εκείνον τον τόπο. Από ελάχιστο σεισμό ξέρασε ένα βράδυ ένα κομμάτι ανθρώπινης σάρκας-το τελευταίο ποτλάτς εκείνης της γης- στο έδαφος. Και κοιμήθηκε μέχρι θανάτου.

Οι μύκητες και η θεά μούχλα ξέρουν πάντα να κάνουν καλά την δουλειά τους .Εκείνο το κομμάτι έγινε ο πρώτος δεινόσαυρος με κεφάλι ανθρώπου και δόντια καρχαρία. Απροσδιόριστης ράτσας αντοχής και ποιότητας. ‘Ισως τυραννόσαυρος σε ανάπτυξη. Ίσως κατηγορία από μόνος του.

Έχει πέλμα αρπακτικού.

Και για σπασουάρ μια φαρδιά ευρωζώνη που πάντα βρωμάει

Jenny Erpenbeck, Γερμανικά για ξένους

images

[…]

9

Τις επόμενες δύο εβδομάδες ο Ρίχαρντ τις εκμεταλλεύεται για να διαβάσει μερικά βιβλία για το θέμα και να σχεδιάσει έναν κατάλογο με ερωτήσεις για τις συζητήσεις που θέλει να κάνει με τους πρόσφυγες. Μετά το πρωινό πιάνει δουλειά, στη 1 η ώρα τρώει για μεσημέρι, κοιμάται μία ώρα, ύστερα κάθεται πάλι στο γραφείο του ή διαβάζει μέχρι το βράδυ στις οκτώ ή στις εννιά. Είναι σημαντικό να κάνει τις σωστές ερωτήσεις. Και οι σωστές ερωτήσεις δεν είναι απαραιτήτως οι ερωτήσεις που κάνει κανείς όταν ανοίγει το στόμα του.

Για να μάθει τη μετάβαση από μία γεμισμένη και συγκεκριμένη καθημερινότητα σε μία ανοιχτή προς όλες τις πλευρές, εκτεθειμένη στα ρεύματα τρόπον τινά καθημερινότητα της ζωής ενός πρόσφυγα, πρέπει να ξέρει τι ήταν στην αρχή, τι στη μέση – και τι είναι τώρα. Εκεί που η ζωή ενός ανθρώπου συνορεύει με την άλλη ζωή του ίδιου ανθρώπου πρέπει όντως να είναι ορατή η μετάβαση, η οποία, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, δεν είναι τίποτα ουσιαστικά η ίδια.

Πού μεγαλώσατε; Ποια είναι η μητρική σας γλώσσα; Σε ποια θρησκεία ανήκετε; Πόσοι άνθρωποι ήσασταν στην οικογένειά σας; Πώς ήταν το διαμέρισμα, το σπίτι, που μεγαλώσατε; Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σας; Είχατε τηλεόραση; Πού κοιμόσασταν; Τι τρώγατε; Ποια ήταν η αγαπημένη σας κρυψώνα στα παιδικά σας χρόνια; Έχετε πάει σχολείο; Τι ρούχα φορούσατε; Είχατε κατοικίδια ζώα; Μάθετε κάποιο επάγγελμα; Έχετε δική σας οικογένεια; Πότε φύγατε από την πατρίδα σας; Γιατί; Έχετε ακόμα επαφές με την οικογένειά σας; Με ποιο σκοπό φύγατε; Πώς τους αποχαιρετήσατε; Τι πήρατε μαζί σας, όταν φύγατε; Πώς φανταζόσασταν την Ευρώπη; Τι είναι διαφορετικό; Πώς περνάτε τις ημέρες σας; Τι σας λείπει πιο πολύ; Τι επιθυμείτε; Αν είχατε παιδιά, που μεγάλωναν εδώ, τι θα τους λέγατε για την πατρίδα σας; Μπορείτε να φανταστείτε ότι θα γεράσετε εδώ; Πού θέλετε να σας θάψουν;

[…]

54

Στις αρχές Φεβρουαρίου φθάνουν για όλους του άντρες στην ομάδα της πλατείας Οράνιεν, που στη Γερμανία δεν έκαναν ποτέ αίτηση ασύλου, αλλά παρ’ όλ’ αυτά είναι εδώ, οι επιστολές από την Υπηρεσία Αλλοδαπών. Κάθε ξεχωριστή περίπτωση εξετάζεται λοιπόν και κρίνεται. Αποδείχθηκε, κάτι που και με την εκκαθάριση της πλατείας πέρυσι το φθινόπωρο ήταν ήδη γνωστό: ότι μόνο η Ιταλία είναι αρμόδια για τους άντρες που έφθασαν στην Ιταλία.

Ο Αλί από το Τσαντ, που δούλεψε σαν νοσοκόμος στη μητέρα της Άννε, πρέπει να φύγει.

Ο Χαλίλ, που δεν ξέρει πού είναι οι γονείς του και αν ζούνε ακόμα, πρέπει να φύγει.

Ο Τσανί, εκείνος με το χαλασμένο μάτι, που έφερε μαζί του τα άρθρα για τη σφαγή στη γενέτειρά του, πρέπει να φύγει.

Ο Γιουσούφ από το Μαλί, ο λαντζέρης, που θέλει να γίνει μηχανικός, πρέπει να φύγει.

Ο Μωχάμετ, που λόγω μόδας αφήνει το παντελόνι να του πέφτει μέχρι κάτω χαμηλά και φαίνεται ο πισινός του, πρέπει να φύγει.

Ο Γιάγια, που έκοψε το καλώδιο του κουδουνιού, για να σταματήσει τον δοκιμαστικό συναγερμό, πρέπει να φύγει.

Και ο Ρούφου, με το σφράγισμά του στο δόντι.

Να φύγει πρέπει ο Απόλλων, που το σπίτι του είναι στην έρημο του Νίγηρα, στην περιοχή που η Γαλλία εξορύσσει ουράνιο.

Να φύγει πρέπει ο Τριστάνος.

Και ο Καρόν πρέπει να φύγει, ο αδύνατος.

Να φύγει πρέπει κι ο ψηλός o Ιτέμπα, που μαγειρεύει πολύ καλά.

Όταν του ζητάνε ν’ αδειάσει το δωμάτιό του, κόβει τις φλέβες του μπροστά στα μάτια των δημοσίων υπαλλήλων και μεταφέρεται στο ψυχιατρείο.

Να φύγει πρέπει κι ο Ρασίντ.

Τη Δευτέρα, που παίρνει την επιστολή, περιχύνεται με βενζίνη στην πλατεία Οράνιεν και θέλει να καεί.

Πού πάει ένας άνθρωπος, όταν δεν ξέρει πού να πάει;

[…]

*Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης. Από τις σελίδες της Logotexnia21
 
0,,18723684_303,00

**Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από το τελευταίο μυθιστόρημα της Τζέννυ Έρπενμπεκ (γεν. 1967) gehen, ging, gegangen που εκδόθηκε από τον Albrecht Knaus Verlag το 2015. Ο Ρίχαρντ είναι ένας συνταξιούχος καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου, πρώην κάτοικος του Βερολίνου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, ο οποίος αποφασίζει να πάρει συνέντευξη από τους πρόσφυγες που έχουν φθάσει στο Βερολίνο από την Αφρική και έχουν αρχικά κατασκηνώσει στην πλατεία Οράνιεν, την πλατεία που έχει ταυτιστεί με το προσφυγικό ζήτημα στο Βερολίνο, και αρχίζει να μαθαίνει και να συνειδητοποιεί την καθημερινότητά τους στην Ευρώπη. Ο τίτλος του μυθιστορήματος gehen, ging, gegangen είναι οι τρεις αρχικοί ρηματικοί τύποι του ρήματος «πηγαίνω» στα Γερμανικά, όπως τους μαθαίνει κανείς όταν διδάσκεται τη γλώσσα.

***Διαβάστε στον Αναγνώστη ένα άρθρο της Ελένης Τορόση για το μυθιστόρημα αυτό.

Τζένη Έρπενμπεκ: “Πηγαίνω, πήγαινα, έχω πάει”

****Όλες τις δημοσιεύσεις για την Τζέννυ Έρπενμπεκ στις σελίδες της Logotexnia21 μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ. 
http://logotexnia21.blogspot.com.au/search/label/JENNY%20ERPENBECK

*****Από τα βιβλία της Τζέννυ Έρπενμπεκ έχουν ήδη εκδοθεί στα Ελληνικά η νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού, http://www.biblionet.gr/book/86467/Erpenbeck,_Jenny/Ιστορία_του_γερασμένου_παιδιού
η συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα 
http://www.biblionet.gr/book/105055/Erpenbeck,_Jenny/%CE%A3%CE%BA%CF%8D%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B1
και το μυθιστόρημα Παιχνίδι με τις λέξεις,
http://www.biblionet.gr/book/134547/Erpenbeck,_Jenny/%CE%A0%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B9_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B9%CF%82_%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82
Όλα από τις εκδόσεις Ίνδικτος. 

Oranienplatz+Photo+by+DPA

Βαγγέλης Λάμπρου, Από το “Πιστοποιητικό Θανάτου”

pistopoihtiko-thanatou

…Αγανάκτησα με τον εαυτό μου. Σε τελική ανάλυση δεν ζούμε για ένα κείμενο,
για έναν πίνακα ή μια καλή παράσταση. Ούτε για μια ιδέα ή για την ιστορία.
 
Υπάρχουμε για να ζούμε τη ζωή και η ζωή δεν είναι μαθηματικός τύπος. Η ζωή
δεν είναι πουθενά αλλού, αλλά δώ πέρα, δίπλα μας, μ’ ένα σωρό ατέλειες είναι
αλήθεια, μα και με πλούσιες και πολλαπλές προκλήσεις υποσχέσεων. 

Στο χέρι του καθένα βρίσκεται το ξεκίνημα για να ομορφήνει το ταξίδι του και
η απλότητα στην κίνηση είναι η κατάκτηση της ουσίας για μένα. Όταν “συμβεί”
και νοιώσεις την αισθαντικότητα της ζωής, έστω και για μια στιγμή, δεν θέλεις
να πεθάνεις κι αν κάποτε έλεγα “να πεθάνουμε και να φωνάζουμε τί ωραία που
πεθαίνουμε” εννοούσα πως είναι στο χέρι μας να ζήσουμε όμορφα.
 
Άξιο σημασίας είναι για μένα νάσαι παντού έτοιμος. Δεν ξέρω ακριβώς για ποιο
λόγο. Έχω βαθειά όμως την πεποίθηση πως όλα συμβαίνουν ξαφνικά, και για να
το νοιώσεις χρειάζεται βαθιές επεξεργασίες και θα πω κάτι που δεν μ’ αρέσει,
αλλά οφείλω να το παραδεχτώ πως σε τέτοιες ιστορίες, σε τέτοιες φιλοδοξίες αν
θέλετε, περνάς μέσα από έναν μεγάλο και τρανταχτό πόνο, μέσα από μια
μεγάλη αρρώστια.
Και αν το τέλος της είναι η ερημιά μη σε φοβίζει…
 
*Έχει γίνει ηλεκτρονική αναπαραγωγή ολόκληρου του βιβλίου που βρίσκεται εδώ: http://pistopoihtikothanatou.wordpress.com/ Επίσης, σχετικό δημοσίευμα υπάρχει και εδώ: http://www.poiein.gr/archives/1127