Μαρία Μήτσορα, Με λένε λέξη (μικρό απόσπασμα)

Φώτο: Kyle Thompson

Φώτο: Kyle Thompson

«Kάποιος είπε: “Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου”.
Έτσι είναι· γι’ αυτό, όσο πιο τσακισμένα τα ελληνικά, ο κόσμος γύρω μας, ο κόσμος μέσα μας είναι έτοιμος να καταρρεύσει. Oι λέξεις και τα πρόσωπα και τα πράγματα. H βαθύτερη, η κρυφή σχέση που έχουν μεταξύ τους. Φύσει ή θέσει; Aυτή ήταν η αρχαία έριδα, από την εποχή του Aριστοτέλη. Aυτό είναι το βαθύ και επίμονο ερωτηματικό.
 H σχέση με τις λέξεις είναι η σχέση με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, είναι η σχέση με τη ζωή».

*Ευχαριστίες στον φίλο Δημήτρη Ζαρκάδα που το ανάρτησε στη σελίδα του στο facebook.

Π. Ένιγουεϊ, Η πυρά

Η μοναδική γυναίκα στην θερινή κατασκήνωσή μας στο Αγιοφάραγγο, στη νότια Κρήτη, δεν υπήρχε πρόσβαση με δρόμο, μόνο από το κακοτράχαλο μονοπάτι, μέσα από το φαράγγι, πέντε παλιοί πρόσκοποι, τέσσερις και η Πετρούλα, βρήκαμε την ησυχία μας αυτό το καλοκαίρι στο εξωτικό αυτό μέρος, σα ροβινσόνες, ξεχαστήκαμε, κάναμε μπάνιο γυμνοί, δύο ολόκληρες βδομάδες, ώσπου ήρθε ο Ρένος, στο μεγάλο αλμυρίκι «των συγκεντρώσεων», μ’ ένα σάκο, άφησε το σάκο, έβγαλε μια κονσέρβα, δεν είχαμε λεφτά να νοικιάσουμε δωμάτια, η κρίση βλέπεις, φανερώθηκε άξαφνα ένα πρωί, μας κοίταζε εξεταστικά κι όλο έτρωγε, ούτε μας καλημέρισε, έτρωγε του καλού καιρού, σαν να μην μας είδε, λοιπόν, καθάρισε το σουγιά του και έστησε τη σκηνή χωρίς ν’ αντιληφθεί ότι ενοχλεί, χωρίς να μας ρωτήσει, δικαίωμά του βέβαια, δεν κάνουν όμως έτσι, κι αυτός όλο να σφυρίζει, έτρωγε του καλού καιρού, θα φεύγαμε, το ’χαμε πάρει απόφαση, μας είδε που ετοιμαστήκαμε λίγο αργότερα, που ξεστήσαμε τις σκηνές μας, βρέθηκε σε αμηχανία, κατάλαβε φαίνεται, και με ένα χαμόγελο, μισό πικρό, μισό αδιάφορο, ξεκρέμασε το σάκο, εγώ ήμουν έτοιμος από ώρα, και άρχισε να βγάζει τις μπανέλες απ’ τη σκηνή του, η Πετρούλα καθυστερούσε, τη βοήθαγε ο «πούλακας», «φεύγει, τα μαζεύει», είπε ο «καρβουνιάρης», «περιμέντε, για μας φεύγει», ο «μικρός», τρέξαμε ξοπίσω του και του ’παμε να μείνει, έτσι βρέθηκε ανάμεσά μας ο Ρένος, από την επόμενη κιόλας μέρα κέρδισε ολονών την καρδιά, εμείς οι άλλοι, κάναμε «πηγαδάκια», μέναμε δυο δυο, τρεις τρεις στ’ αντίσκηνα, φίλοι από παλιά, μανιακοί στα ταξίδια, ποτέ όμως δεν είχαμε βρεθεί από τότε, από πιτσιρίκια, είχαμε φάει τις κατασκηνώσεις με το κουτάλι, ευκαιρία φέτος να ξαναβρεθούμε, λοιπόν, αλλά βρέθηκε ανάμεσά μας και ο Ρένος, σα να ήταν χρόνια ο πιο στενός μας φίλος, κέρδισε ολονών την καρδιά, σου λέω.

Πέρασαν κάμποσες μέρες, ξύλα μαζεύαμε για τη βραδινή πυρά το απόγευμα, λίγο πριν πέσει ο ήλιος, μου άρεσε το χιούμορ του, το φεγγάρι άδειαζε, είχαμε έρθει με πανσέληνο, στη βδομάδα πάνω δε βλέπαμε τη μύτη μας χωρίς φακό, γι’ αυτό ανάβαμε την πυρά, τριγύρω κάθε βράδυ λέγαμε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, ο Ρένος παρακολουθούσε, συμμετείχε, μου άρεσε το χιούμορ του, όλοι βοηθούσαμε για το μάζεμα των ξύλων, ακόμη κι η Πετρούλα, όχι, αυτή τα τοποθετούσε σε σειρά, πρώτα τα λεπτά για προσάναμμα, απέναντι οι κορμοί, αργότερα αυτοί, μετά τα «μεσαία», μερικά ξερά φύλλα ανάμεσα, την πυρά του «κυνηγού», αυτή ανάβαμε κάθε βράδυ γιατί συνήθως φύσαγε, κανείς δεν έλειπε, αν έλειπε ένας θα διαλυόμασταν (το ξέραμε όλοι) την άλλη κιόλας μέρα, ούτε μία βραδιά, δεν είχε: «είμαι αδιάθετος», «είμαι κουρασμένος», «λέω να αράξω στη σκηνή», απαγορευότανε, την ανάβαμε κι όλοι γύρω τριγύρω, η Πετρούλα, ο «μικρός», ο «καρβουνιάρης», ο «πούλακας», ο Ρένος και εγώ, τι κάναμε λοιπόν; τίποτα, η Πετρούλα την άναβε με τα κόκκινα σπίρτα του «πούλακα», εκεί τρώγαμε όλοι μαζί το βράδυ, σηκωνόταν ορθή μπροστά μας και την φώτιζε το φως, εκεί φλυαρούσαμε ως αργά, πολλές φορές και μετά τα μεσάνυχτα, σκίαζε το σώμα της, τις πλάτες της, το πίσω μέρος της αδιάφορα προς εμάς, ενώ τα κούτσουρα σουσούριζαν με το βουητό τους, κρατς, τσικ, τσικ, τσακ, σκρατς, το ήξερε πως την κοιτούσαμε όλοι κείνη την ώρα, κοίταζε την φωτιά να φουντώνει, έσκυβε, διόρθωνε τα ξύλα, τα σήκωνε, τα παραμέριζε, ήταν η ευχαρίστησή της, η ευχαρίστησή μας να την παρατηρούμε, την άναβε κι όλοι γύρω τριγύρω κάθε βράδυ, μας έλεγε ανέκδοτα, ιστορίες από παλιά, φανταστικές ή πραγματικές, όπως αυτή με ένα συμφοιτητή της, το Δημοσθένη…

*

Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με την μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δε γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο μόνη να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.

Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί.
Continue reading

Φώτης Τερζάης, Αντίδρομα στον ήλιο – Ασιατικές ιχνογραφίες (απόσπασμα)

antidroma

ΑΡΑΒΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ, τόπος παραμυθιών και θαυμάτων. Μεθυσμένων οπτασιών, επικίνδυνων αντικατοπτρισμών και κακόβουλων τζινν. Μια μοναχική πλάκα γης που ξεκόλλησε από το σώμα τής Αφρικής κι ολοένα απομακρύνεται, με ένα αυλάκι που μεγαλώνει στα δυτικά της, την Ερυθρά, ένα που συρρικνώνεται ανατολικά, τον Περσικό Κόλπο, και μία από τις πιο επικίνδυνες θάλασσες του κόσμου στον νότο. Τεράστιες ακατοίκητες εκτάσεις που κανένας ποταμός δεν δροσίζει, μονάχα ξερές κοίτες χειμάρρων ––ουάντι–– που πλημμυρίζουν αιφνίδια από τις εποχιακές βροχές αφανίζοντας ό,τι βρίσκουν στο πέρασμά τους, τρώγοντας προϊστορικά πετρώματα, κι ύστερα ξεραίνονται αφήνοντας βαθιές χαρακιές στο έδαφος και απόκρημνα φαράγγια. Και όμως, τούτη η πεισμωμένη γη ήξερε ανέκαθεν να κρατά υγρασία σε καλά φυλαγμένες πτυχές της, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να φυτεύουν χουρμαδιές και να μισοχορταίνουν τα ζώα τους με το λιγοστό εποχιακό χορτάρι. Τον υπόλοιπο χρόνο περιπλανιόντουσαν: σκοτώνονταν για τις λιγοστές πηγές κι ένα είδος μακρόσυρτων, τελετουργικών επιδρομών τής μίας φυλής εναντίον τής άλλης ήταν ο μόνος σχεδόν τρόπος επιβίωσης, που στο αμόνι του σμιλεύτηκαν οι μεγάλες αρετές τού αραβικού γένους – τόλμη, καρτερία και αντοχή, πάθος για ελευθερία, φιλοξενία, διπλωματική πονηριά και ποιητική ευγλωττία.

H Αραβική κατοικείται αδιάκοπα τουλάχιστον από τους νεολιθικούς χρόνους. Τα παλαιότερα ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης, κοντά στην περιοχή τού Κόλπου, ανάγονται στο 5000 π.Χ. Την τρίτη χιλιετία π.Χ. ένας ισχυρός πολιτισμός, γνωστός ως Ντιλμούν, αναδύθηκε με επίκεντρο το νησιωτικό σύμπλεγμα του Μπαχρέιν. Την πρώτη χιλιετία π.Χ. οι Σαβαίοι δημιούργησαν μια ναυτική αυτοκρατορία στα νοτιοδυτικά, στη θέση τής σημερινής Υεμένης, όπου φτάνει η ακτίνα των μουσώνων δωρίζοντας τη μοναδική ζώνη βλάστησης στη Χερσόνησο (ευδαίμονα Αραβία την αποκαλούσε ο Ηρόδοτος). Έχτισαν το μεγάλο φράγμα της Μα’ρίμπ, επιβλητικούς ναούς σεληνιακών και ηλιακών θεοτήτων, και επεκτάθηκαν στο Κέρας τής Αφρικής μεταφέροντας τη γλώσσα και τη γραφή τους στα αιθιοπικά υψίπεδα. Ο βιβλικός θρύλος τής βασίλισσας του Σαβά αποτυπώνει την αίγλη αυτού τού αρχαίου βασιλείου, που το μυστικό του ήταν ο έλεγχος του θαλάσσιου εμπορίου των αρωμάτων και των μπαχαρικών από και προς την Ινδία και την Κεϋλάνη. Στα βορειοδυτικά τής Χερσονήσου, στη θέση τής σημερινής Ιορδανίας (που οι Ρωμαίοι ονόμασαν Πετραία Αραβία), τους τελευταίους αιώνες π.Χ. γεννήθηκε ένα ισχυρό βορειοαραβικό βασίλειο που, ελέγχοντας τους χερσαίους εμπορικούς δρόμους προς τη Μεσόγειο, έδωσε μία ακόμη θαυμαστή πολιτισμική ποικιλία από κείνες που τόσο απλόχερα έθρεψε η γη τής Συροπαλαιστίνης: οι μυστηριώδεις Ναβαταίοι, που έσβησαν γύρω στον τέταρτο αιώνα μ.Χ. και μας άφησαν το πολύτιμο μαργαριτάρι τής Πέτρας. Κάπου 60 χιλιόμετρα ανατολικά τής Άκαμπα, του κυριότερου λιμανιού στον μυχό τής Ερυθράς κάτω από τη Χερσόνησο του Σινά, είναι το Ουάντι Ραμ, η λεγόμενη «Κοιλάδα τού Φεγγαριού». Ανάμεσα στα σημάδια που άφησαν διάφοροι πληθυσμοί εδώ, σε ύψος 1800 μέτρων από τη στάθμη τής θάλασσας, είναι και τα ερείπια ενός ναβαταϊκού ναού, από την εποχή προφανώς που ξεκινούσαν την έφοδό τους στο ιστορικό προσκήνιο. Έχουν επίσης βρεθεί μια σειρά από πετρόγλυφες κομψές φιγούρες, σαφώς αρχαιότερες, που παριστάνουν ανθρώπους και αντιλόπες. Ποιοι τις έφτιαξαν; Παρά τις τεράστιες διαφορές στη χρονολόγηση θυμίζουν τις περίφημες βραχογραφίες τής Σαχάρα, στο φυσικό πάρκο Αΐρ και Τενερέ, σήμερα στη Δημοκρατία τού Νίγηρα – και με κάνουν ακόμα μία φορά να σκέφτομαι τη συνέχεια ανάμεσα στην Αραβική Χερσόνησο και την Αφρική: η μεγάλη Αραβική έρημος ένα σκισμένο κομμάτι τής Σαχάρα – γιατί όχι;
Continue reading

Π. Ένιγουεϊ, Like a baby

Είχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Κινητά με touch screen, bluetooth, επίπεδες οθόνες, smartphone, i pod, i pad, βιντεοκάμερες, διάφανες θήκες,  Facebook, twitter, sms, mms, email, blogs, ανατομικά στρώματα, air condition, ιονιστές (δωματίου/ αυτοκινήτου), γερμανικά κουφώματα, αλλά και αισθητικές επεμβάσεις όπως ανόρθωση στήθους (για τη γυναίκα μου), εμφύτευση μαλλιών (για μένα), λιποαναρρόφηση (και για τους δύο), είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα. Σκάψανε μέσα βαθιά μας σαν τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι.

Πλέον η κατάσταση είχε ξεφύγει. Έτσι το έβλεπα. Έτσι το ένιωθα. Και το νιώθω ακόμη βλέποντας τους γύρω μου. Της το ’χα πει καιρό πριν, με ήπιο τρόπο τότε. Όλα τ’ άλλα δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια υποτιθέμενη χρησιμότητα. Κι έπειτα, όλη μέρα σπίτι – γραφείο – σπίτι, ας απολαύσουμε και εμείς κάτι. Η τεχνολογία, η επικοινωνία, η άνεση, η αισθητική, η ομορφιά, σου ανεβάζουν τη διάθεση, δε μπορώ να πω. Ως ένα σημείο όμως. Μόνο το “Like a baby” μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ’ άλλα. Το “Like a baby”.
Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία, τέλη δεκαετίας ’80, ως πρωτοετής φοιτητής, στην Αθήνα, δεν υπήρχε ούτε κινητό ούτε internet. Ελάχιστοι είχαν air condition. Εξ ου και ο φονικός καύσωνας του 1987 με πάνω από χίλιους εκατό νεκρούς στην πρωτεύουσα, κυρίως ηλικιωμένους. Η ζωή τότε, σε σχέση με το σήμερα, ήταν απλή. Ακούγεται τετριμμένο, ακούγεται κλισέ, αλλά αυτή ήταν η πραγματικότητα με μία λέξη. Τηλέφωνο ποτέ δε χτυπούσε τις μεσημεριανές ώρες. Ούτε «κατά λάθος». Δεν τολμούσε να τηλεφωνήσει κανείς τις «ώρες κοινής ησυχίας», και δεν υπήρχε λόγος άλλωστε αφού τίποτα δεν ήταν «επείγον».
Continue reading

Μάριος Χάκκας (1931 – 1972), Το τρίτο νεφρό

7149

Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Οχ, οχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεται.

Κάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα.

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.
Continue reading

Ο μικρός ποιητής (όπως ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ – ιστορία διδακτική για νέους ποιητές)

Αλλά ήρθε η στιγμή που ο μικρός ποιητής, αφού πολύ έγραψε στην άμμο, στους τοίχους και στα χαρτιά, ανακάλυψε επιτέλους ένα δρόμο. Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην έκδοση.
«Καλημέρα», είπε. Ήταν κάποιο γραφείο εκδόσεων γεμάτο στοίβες ποιήματα.
«Καλημέρα», είπαν τα ποιήματα. Ο μικρός ποιητής τα κοίταξε. Έμοιαζαν όλα στο ποίημά του.
«Τι είσαστε;», τους ρώτησε έκπληκτος.
«Είμαστε ποιήματα», είπαν τα ποιήματα.
«Α!» έκανε ο μικρός ποιητής… Κι αισθάνθηκε πολύ δυστυχισμένος. Το ποίημά του, του ’χε πει, πως ήταν το μοναδικό στο σύμπαν. Και να που υπήρχαν χιλιάδες μέσα σ’ ένα μόνο γραφείο.
«Θα αισθανόταν πολύ προσβεβλημένο, αν το ’βλεπε αυτό», σκέφτηκε, «θα ’βηχε πολύ και θα ’κανε πως πεθαίνει, για ν’ αποφύγει τη γελοιοποίηση. Και θα ’μουνα υποχρεωμένος να κάνω, πως το φροντίζω, γιατί αλλιώς για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ’ αφηνόταν στ’ αλήθεια να πεθάνει…»
Μετά σκέφτηκε κι αυτό: «Νόμιζα, πως έχω τον πλούτο ενός μοναδικού στον κόσμο ποιήματος και δεν έχω παρά ένα συνηθισμένο ποίημα. Αυτό κι η ποιητική μου συλλογή, που περιμένει να εκδοθεί και που ίσως να μην εκδοθεί ποτέ, δεν με κάνουν δα και κανένα μεγάλο ποιητή…» Και ξάπλωσε στα χαρτιά κι έκλαψε. Τότε είναι που παρουσιάστηκε ένας υπεύθυνος εκδόσεων.
Continue reading

Κώστας Σβόλης, απόσπασμα από το βιβλίο “Μαζί τους”

dtbook210315

Θεωρητικά ο ουρανός θα έπρεπε να είναι έναστρος αυτή τη γλυκιά βραδιά, όμως τα άστρα τα επισκίαζαν τα φώτα τις πόλης, και ο θόρυβος από τα αμάξια δεν σ” άφηνε να γαληνέψεις ούτε αργά την νύχτα. Περπάταγε χαλαρά, παράλληλα με τις γραμμές του τρένου, κοιτώντας εδώ και κει στις γωνίες του δρόμου και σε κανένα καλάθι σκουπιδιών στις κολόνες για τίποτα που να αξίζει τον κόπο, βασικά για κάτι που να τρώγεται. Όχι πως ήταν τελείως νηστικός, κάπως είχε καταφέρει να ξεγελάσει την πείνα του και σήμερα, έστω και με κάτι μισοσάπια φρούτα που βρήκε μετά το τέλος μιας λαϊκής κι ένα μισογεμάτο σακουλάκι πατατάκια στην στάση ενός λεωφορείου. Ανέβηκε στην μικρή πεζογέφυρα για να περάσει απέναντι τις γραμμές, στάθηκε όμως πρώτα λίγο πάνω της και, ακουμπώντας στην κουπαστή, χάζεψε ένα τρένο που έτυχε να περνάει εκείνη την ώρα.

Και αν πήδαγε; Δε θα έχανε και τίποτα. Ένα ακόμα συμβάν στα τόσα, μάλιστα θα τους παίδευε να βρουν την ταυτότητά του. Ποιους άραγε θα καλούσαν στο νεκροτομείο για την αναγνώριση; Ίσως τον πατέρα του, θα είχε τάχα κι εκείνη την ύστατη στιγμή την αποστασιοποίηση που είχε σ” όλη του ζωή; Μπορεί απλά να έλεγε ένα ξερό «Αυτός είναι», φυσικά αν ζούσε ακόμα ο γέρος του. Αλλιώς; Τη Λένα; Ή τη Μαρίνα; Μπα, αποκλείεται, πού θα τις βρίσκανε; Τίποτα άσχετα ξαδέρφια και θείους που σίγουρα θα είχαν ξεχάσει την ίδια του την ύπαρξη. Στην κηδεία όμως; Ναι, εκεί θα ερχόντουσαν όλοι τους… Θ’ ανταμώνανε μετά από πολύ καιρό… Στα μαύρα, σιγά την διαφορά από τις άλλες μέρες! Και θα καπνίζανε, συνέχεια θα καπνίζανε… Θ’ αρπάζανε το φέρετρο μέσα από την εκκλησία, θα πέταγαν μακριά τα στεφάνια, θα το βγάζανε στον περίβολο και θα ερχόντουσαν ο ένας μετά τον άλλο δίπλα του και θα λέγανε ιστορίες… Οι πιο πολλές θα ήταν αστείες, κάποιες θα ήταν συγκινητικές… Το γέλιο και το κλάμα θα εναλλάσσονταν. Θα ψάχνανε μια σημαία να απλώσουν πάνω, αλλά κανένας δεν θα το είχε σκεφτεί, έτσι θα απλώνανε το μπορντό σάλι της Μαρίνας και ξεκινώντας για τον λάκκο θα ψιθύριζαν:

«Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι…»
Continue reading

Π. Ένιγουεϊ, Ανακουάτρος

Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με τη μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δεν γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο, μόνη, να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.

Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί.

Και τα κατάφερε. Έφυγε. Πέρασε σε μια σχολή δημοσιογραφίας και έπιασε αμέσως δουλειά, αρχικά σε μια μικρή δημοτική εφημερίδα και έπειτα στο Βήμα. Όχι όμως σε κάποιο δυνατό πόστο, αλλά στο δικαστικό-εγκληματολογικό. Το είχε επιλέξει επειδή γενικά δεν είχε τρέξιμο. Μοναδική εξαίρεση, όλα αυτά τα χρόνια, η υπόθεση Κοσκωτά.

Το χωριό σπάνια το επισκεπτόταν ως φοιτητής. Χριστούγεννα και Πάσχα. Και αυτό για χάρη της μάνας του. Μέχρι που η κακομοίρα πέθανε. Μετά δεν ξαναπήγε. Δεν τον ξανάδαν. Ούτε και ο ξάδερφός του, ο Κώστας, που τα λέγανε καμιά φορά στα πεταχτά στο Φλοράλ, στην πλατεία Εξαρχείων. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης.

Με τους συναδέλφους στην εφημερίδα το να πεις ότι είχε τυπικές σχέσεις ακούγεται, και ήταν όντως, υπερβολικό. Για την ακρίβεια ήταν κάτι μεταξύ ψυχρότητας και τυπικότητας.

Με το γυναικείο φύλο δεν είχε καμιά επαφή. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια φορά που προσπάθησε να τον προσεγγίσει μια συνάδελφος, πιο πολύ από περιέργεια παρά από ενδιαφέρον, και τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε σε δούνε ταινία σε κάνα θερινό, αυτός απάντησε μονολεκτικά και αποστομωτικά: «Όχι». Δεν γελούσε ποτέ. Κανείς ποτέ δεν τον είδε έστω να χαμογελά. Ούτε καν με τα ανέκδοτα και τα αστεία που ακούγονταν κατά καιρούς σε στιγμές χαλάρωσης στην εφημερίδα.
Continue reading

Πάνος Σταθόγιαννης, Άννα

10968398_1095166287176156_267240157580326497_n

Μη με φθονείτε, άγγελοι, που ξαναβρίσκω την αγάπη.

Γόνιμοι σπόροι αρμέγουνε υγρά μέσα στο χιόνι που επιθύμησα, χλωρό σιτάρι κυματίζει στο χωράφι μου και δένει ψίχα. Δεν έχει ανάγκη από νίκες η ζωή, γιατί είναι αθάνατη. Κι όταν σκληραίνει κάποτε, το κάνει αθώα. 
Μα, τώρα, βούτυρο η καρδιά, ήλιο διψάει και ρέει. Το ύστερο πουκάμισό της, Άννα, σου εμπιστεύομαι, για να το πλύνεις στις νεροτριβές. Μαζί με τα μπαμπάκια σου, μαζί με τα προικιά σου. 
Το ξέρω, θα το δεις κι εσύ – σύσσωμη αναπαρθενεύεται η ύλη της, κάθε που δάχτυλα γυναίκας τη μαλάζουν. Αδειάζει όλο το αίμα το κακό, δαιμόνια αγαθά την κουμαντάρουν, αφοπλίζεται. Κοίτα την πώς εξευμενίζει τους καθρέφτες, πώς πάλλεται και οι άγριοι ίσκιοι εξορίζονται μονάχοι τους.


Δεν έχει πλέον μέλανες δρυμούς η μνήμη μου, μόνο τα μάτια της συγχώρεσης, που και την ξενιτιά ακόμη αποκρυπτογραφούμε. Την κάνουν σπίτι με παιδιά κι ένα σκυλί καλό στην πόρτα. Γιατί κανένας πια τον φόβο δεν επικαλείται διαρκώς, κανένας δεν τον στήνει ξόανο στη μέρα του.
Αγάπησέ με. 
Εκεί που πριν οι χθόνιες ανηφόρες και τα σήμαντρα, τώρα ζεστό ένα σκέπασμα απ’ των κυττάρων μου τη θέρμη. Χάδια τροχίζουνε τα λόγια και τα χέρια μου, όχι ατσάλι. Κι όπως οι έξοδοι κινδύνου αναιρούνται (δεν έχει τοίχους πια ο οίκος μου, στους πέντε ανέμους ανοιχτός και στην πνοή σου), ξύπνα χορεύοντας, ξύπνα ν’ ανάψεις την εστία, γίνε μοίρα μου.

Αγάπησέ με, Άννα, αγάπησέ με.

Έρμα Βασιλείου, Η Αρένα

Mytikas

Από τον καιρό που χάσαμε τον πατέρα μου η μητέρα μου το ήξερε πως θα έπαιρνα τη θέση του στο χωριό.
-Δεν θα το κάνεις, μονολογούσε.
-Θα το κάνω, απαντούσα.
Για μια κοπέλα το να πάει στην Αρένα και να υποστεί ταπείνωση ήταν κατόρθωμα.
-Δεν θα το κάνεις, μου έλεγε.
-Το χρωστώ στον εαυτό μου, μάνα.
Η Αρένα δεν ήταν για αθλήματα. Σαν αμφιθέατρο έμοιαζε. Μικρό κι απόμακρο. Παλιά είχανε λίγους ταύρους στο χωριό και κάθε μήνα οι πιο γενναίοι βρίσκονταν στα κόκκινα, ξερά της χώματα κι έπαιζαν μ’ ένα θάνατο αλλιώτικο. Θάνατο ταπείνωσης. Αφότου σκοτώθηκε ένας συγχωριανός μας την πήρε ένας κοντοχωριανός και την έκανε ταβέρνα. Μεθούσε ο καθένας με πιοτό δόξας, κι ας ήταν κερασμένο, κι ας ήταν ξινισμένο. Μια μέθη που ζητούσαν τα κουρασμένα πνεύματα.
Κάθε Δευτέρα του Αυγούστου, στις πέντε το απόγεμα, η Αρένα διασκεδάζει τον λίγο κόσμο του χωριού. Το φεγγάρι βγαίνει νωρίς και τις μέρες που είναι γεμάτο δεν μπορείς να κρύψεις ούτε υπαινιγμό ούτε υπεροψία.
Μετριούνται στα δάχτυλα οι Χωματιανοί. Ορισμένοι έχουν την καταγωγή τους σε μια ομάδα που κατέβηκε παλιά από τα βουνά και τις συγγενικές λίμνες και περνούσε τους δύσκολους μήνες του χειμώνα στο Χώμα. Όμορφοι άνθρωποι μα σαν περνούσαν τα χρόνια, και το χωριό τους είχε πνιγεί στα χιόνια, ήρθαν και ρίζωσαν στο δικό μας. Δεν τους άρεσε πως τους φιλοξενήσαμε. Γιατί είναι πιο δύσκολο το να δεχτείς από το να δώσεις. Θέλανε να τα βάζουν με τους παλιούς που είχαν όνομα φυτεμένο, ριζωμένο στο Χώμα. Δουλευταράδες ήταν οι φιλοξενούμενοι, και καλόκαρδοι οι πιο πολλοί, μ’ αυτοί οι λίγοι, οι τσενγκένηδες, θέλανε άλλο από χρήμα, θέλανε το όνομα των αρχονταραίων και αυθεντών. Ας το αποκτούσαν! Έτσι, οι θρασείς, που βιάζονταν για δόξες και τέτοια γίνανε αλαζόνες, ρισκαδόροι και ψεύτες, ανήθικα με λίγα λόγια στόματα.
Continue reading