Αλέξης Αντωνόπουλος, Ελένη

ap1fm0k

Παρακολουθούσα την τριμελή οικογένεια με όλη την υπομονή και την προσοχή που τους άξιζε. Τη γλυκιά σύζυγο, τον prince charming σύζυγο, και την αγία πεθερά που ξεχείλιζε από αγάπη για τον γιο της και την αγαπημένη του.
Δύο εναντίον ενός, ναι, αυτό έχει πλάκα. Ας έχουμε μια ψυχή η οποία ξέρει τι συμβαίνει, και υποφέρει, μια ψυχή που ενώ ματώνει, καταλαβαίνει επιτέλους την αληθινή φύση του κόσμου. Πρώτα μίλησε η πεθερά με τη φωνή μου: Ένας ήχος τραχύς, με βάρος και βάθος που καμιά ανθρώπινη φωνή δεν θα μπορούσε να κατακτήσει. Μα ούτε και οι βρισιές δεν θα μπορούσαν να ειπωθούν από άνθρωπο˙ τέτοιο μίσος, μέσα από τέτοια ποίηση.

Πάντα ξεκινάει το ίδιο, με το έκπληκτο βλέμμα, που περιμένει να γελάσει σε μια κακόγουστη -αρρωστημένη μάλλον- φάρσα. Έτσι κι εδώ, η κοπέλα περίμενε, ενώ ο σύζυγος την κοιτούσε χαμογελαστός. Και όταν ο σύζυγος άρχισε να μιλάει με τη φωνή μου, εκείνη ήταν έτοιμη να κλάψει, και άρχισε να κλαίει όταν η πεθερά άρχισε να της ανοίγει μικρές πληγές στο κορμί με το μαχαίρι.

Η κοπέλα έτρεχε, και είχες τους λυγμούς πάλι – δεν είχες πολλά ουρλιαχτά, ήταν υπερβολικά τρομοκρατημένη για να ουρλιάζει- κι ενώ συνέχιζα με το όμορφο χέρι της πεθεράς να ανοίγω κομψές πληγές με το μαχαίρι, η σύζυγος ήξερε πως σε λίγο θα πεθάνει. Πλέον μπουσούλαγε -όχι πια προς την πόρτα, εκεί τώρα βρισκόταν ο σύζυγος- αλλά μπουσούλαγε, σαν αυτό το αξιολύπητο σύρσιμο που έβαφε το πάτωμα με αίμα να ήταν ένας τρόπος να κρατήσει λίγη αξιοπρέπεια, ή έστω λίγο χρόνο ακόμα.

Μετά από λίγο άρχισα να βαριέμαι, οπότε ήρθε επιτέλους ο σύζυγος, με το δικό του μαχαίρι. Ήταν εξαιρετικά σημαντικό να την κοιτάει στα μάτια, αφού τα μάτια της θα αναζητούσαν την αγάπη του˙ τους είχα δει ενώ έκαναν έρωτα, είχα δει την αγάπη, ήθελα να τη ζητήσει. Ήθελα να ελπίζει για την αγάπη, μα στα μάτια του να δει μόνο τη δική μου καρδιά.

Και έψαξε για την αγάπη στα μάτια του, μα ήδη το μαχαίρι έμπαινε, αργά, στην κοιλιά. Ήταν εξαιρετικά σημαντικό να μπει αργά. Το μαχαίρι βγήκε αργά και η σύζυγος έκανε ήδη τις τελευταίες της σκέψεις. Όλες οι τελευταίες της σκέψεις τελείωναν με ερωτηματικά. Το μαχαίρι μπήκε ξανά αργά, βγήκε αργά, και η μητέρα ήρθε δίπλα στον γιο, και με τα μαχαίρια τους εργάστηκαν σε τέλειο συγχρονισμό. Πρέπει να συνέχισα αρκετή ώρα αφού το κορίτσι είχε πεθάνει, μου άρεσαν τα χρώματα.

Και μετά, όπως πάντα, ήρθε το τελείωμα, το τελευταίο αυτό κομμάτι που αποτελεί το αποκορύφωμα της πράξης. Δίχως αυτό το κομμάτι, το Έργο Τέχνης δεν έχει γεύση. Φεύγω από την πεθερά, φεύγω από τον σύζυγο. Και η πεθερά, και ο σύζυγος, βλέπουν με τα μάτια τους τώρα, βλέπουν τα χρώματα, και καταλαβαίνουν, και δεν μπορούν να μιλήσουν, αλλά ούτε και να κλάψουν, ένας ήχος μονάχα, σαν κάποιο ζώο που δεν θα πρεπε να υπάρχει, και τα κορμιά τους τρέμουν, και ξερνάνε, και ο ένας φοβάται τον άλλον και ο ένας φοβάται για τον άλλον. Εγώ ξεκαρδίζομαι στα γέλια όσο πιο αθόρυβα μπορώ. Δεν θέλω να δείξω την υπογραφή μου. Είμαι μια καλλιτέχνις δίχως εγωισμό.

Άλλη μια οικογένεια στα αρχεία, άλλη μια ιστορία να λένε όσοι ασχολούνται με το ”στοιχειωμένο σπίτι στο Χαλάνδρι”. Το σπίτι τώρα είναι άδειο. Βλέπω τους ανθρώπους στον δρόμο από τις μικρές τρύπες στα παντζούρια. Παρακολουθώ έναν κύριο για αρκετή ώρα και τινάζεται˙ ανατριχιάζει. Θα πει κι αυτός πως έφταιγε κάποιο ξαφνικό αεράκι. Ηλίθιοι. Τα ξαφνικά αεράκια έρχονται από τα βλέμματα μας. Ηλίθιοι. Σαν ένα κοπρόσκυλο που νομίζει πως ό,τι νερό και φαγητό καταπίνει δημιουργήθηκε από το αφεντικό του.

Μα είναι τυχεροί. Πρέπει να το ομολογήσω. Δεν γνωρίζουν. Και κάποιες στιγμές που καταλαβαίνουν, μπορούν να τις αγνοήσουν και να τις αποκαλέσουν ”στιγμές τρέλας”. Δεν μαθαίνουν μέχρι τέσσερις, πέντε μέρες αφού σταματήσει η καρδιά, και το σώμα πάψει να φυλάει την ψυχή. Δεν έχουν πολύ χρόνο, σίγουρα, ωστόσο είναι χρόνος που ζηλεύω.
Ζηλεύω. Εγώ δεν έχω αεράκια να μου κρύψουν αυτό που αισθάνομαι. Ζηλεύω. Ζηλεύω τον χρόνο τους. Την άγνοια τους. Και τα Έργα Τέχνης μου δεν αρκούν πια˙ τα έργα Τέχνης μου έχουν πεθάνει μέσα μου μόλις έρθουν και πλύνουν πάλι τους τοίχους.

Κολυμπάω προς το παντζούρι. Το σπίτι με κρατάει αλλά κολυμπάω ενάντια στην αντίσταση του και το παντζούρι έρχεται όλο και πιο κοντά. Μόλις το φτάσω, εκεί θα πρέπει να συγκεντρωθώ για να βγω, και μόλις βγω, θα είμαι άνθρωπος. Έτσι λένε οι ελάχιστοι κανόνες που συντηρούν τούτο τον σκοτεινό κόσμο: Αν δραπετεύσω, θα είμαι αληθινός άνθρωπος. Θα έχω ξεχάσει. Θα νομίζω πως γεννήθηκα αθώα. Οι αληθινοί άνθρωποι έχουν και μια γνωστή ιστορία γι’ αυτόν τον κανόνα: ”Πινόκιο”. Στην ιστορία, ένα τέρας, μια φρικιαστική μαριονέτα που μιλάει, δραπετεύει από τη δική της φυλακή και γίνεται αληθινός άνθρωπος. Οι άνθρωποι έχουν ιστορίες για κάθε ιστορία που δεν θέλουν να παραδεχθούν πως είναι αληθινή.

Αν βγω, θα γίνω αληθινός άνθρωπος, και την ίδια μέρα θα γεννηθεί μια ιστορία που θα μιλάει για την Ελένη, τα Έργα Τέχνης της Ελένης, και το κολύμπι της Ελένης προς το παντζούρι. Ίσως κάποια στιγμή να τη διαβάσω. Και τότε μάλλον θα συμβεί αυτό που συμβαίνει τις περισσότερες φορές στους ανθρώπους που δεν γεννήθηκαν άνθρωποι. Δεν έχει σημασία αν θα είμαι θηλυκό ή αρσενικό, τέτοια πράγματα ποτέ δεν έχουν σημασία. Όταν διαβάσω την ιστορία, θα ξέρω. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος θα έχει αποσυρθεί για λίγο, και θα είμαι μόνο εγώ, και το σπίτι πάλι. Θα θυμάμαι. Μα στη συνέχεια, θα πείσω τον εαυτό μου πως αυτή η σκέψη ήταν μια στιγμή τρέλας. Θα αφήσω την ιστορία και θα κάνω ό,τι θα έχω να κάνω εκείνη τη μέρα. Θα είμαι ένας αθώος, αληθινός άνθρωπος.
Ίσως είναι καλύτερα να σταματήσεις να διαβάζεις τώρα.

*Για περισσότερα κείμενα του συγγραφέα: http://www.alexantonopoulos.com

Πρωινό Μέθης

Ο Ρεμπώ από τον Τζιακομέτ

Ο Ρεμπώ από τον Τζιακομέτ

Ω Αγαθό μου! Ω το Ωραίο μου! Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου! Στρεβλή μαγική! Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά. Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει από αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία. Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια. Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας, αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη. Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα! Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την αιωνιότητα, αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.

Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα  που μας χάρισες. Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.

*Αρθούρος Ρεμπώ, Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 1981.

Argiris Chionis, The joy of knowledge

chionisargyris-icharatisgnosis-eikona-051

 
WHEN THE FIRST PUZZLEMENT went away, he tried to understand what was happening. Despite the biting, intolerable pain he felt in the middle of his back, he strived to turn his head to see what that ferocious vice that was cutting his body in two was.

He kept losing and regaining his senses and kept trying, until eventually he stopped and remained still looking that strangely woven wire in front of him and that piece of cheese he so desired a while ago but now was looking at it indifferently and considered it distant.

Time was passing and the vice was penetrating even deeper into his body, as his flesh and bones were surrendering slowly to its tight grip. He felt his entrails sticking together and he had the taste of vomit and blood in his mouth.
He was losing and regaining his senses, but he was so tense, that even without having his senses, his eyes were impossible to close. He had his eyes open thus, looking in front of him (seeing and non-seeing interchangeably) the small yellow (or maybe green, red or blue or…) piece of cheese he so desired a while ago (a while?) and now was looking at it indifferently and considered it distant, very distant or… close, very close, so close he would think at times that it had entered his head and was growing, growing… pressing the walls of his skull, making them creak.

He was trapped there, face to face with that piece of cheese growing and diminishing, going away and coming closer and in his tired mind started dawning shyly the thought that the strange piece of cheese, growing and diminishing, going away and coming closer, was an enemy that set him a trap.

He was losing and regaining his senses, always keeping his eyes open, striving, in the bright intervals, to remember his past life, to put his thoughts in order and to find the root of evil, as if it was possible to open the vice that tightened its grip on his crushed body.

He thought, first and foremost, what he did differently (the danger always lurks in the different thing, right?) that time than all the other times, the previous ones.

       He tried to remember all the details:
       How he waited to get dark…
       How he waited for those weird noises scaring him to stop
       How he emerged from the hole of…
       How he followed his smell…
       How… CRUNCH!

Everything had happened as usual and only that terrible clatter and that vice, cutting now his body in half, were the unknown elements. These were the result, though.

Aching more and more, with his eyes drier and the cheese growing and diminishing incessantly in front of them, losing and regaining his senses, thoughts he never had before came to him, because before he LIVED and that was, or at least it seemed to be simple and self-evident.

For the first time, he started wondering why he was scared by the daylight, why was he trying to avoid it?
       He couldn’t understand though and he kept passing out.
       His agony lasted long.
       His tired mind kept revolving around the same thoughts, to no avail.

Pinned there with his eyes open toward the piece of cheese incessantly growing and diminishing, with the vice wedged in his flesh, white darkness found him and it took the place of the black.

The noises that once scared him (only in the past) were heard again and they came closer, until they stopped beside him. Then, a magnificent force lifted him high and unstuck the vice from his body.

Right before he fell into the hot water, he understood. It was the first time in his life he understood something.

He almost felt happy and if he wasn’t only a mouse he might smile.

*Source: From the short story collection Istories mias palias epohis pou den irthe akoma (Aigokeros editions, Athens, 1981).

**Argiris Chionis (Athens, 1943-Throfari, Korinthia, 2011). Poetry, prose, translation. Lived and worked in Throfari, Korinthia. A collective edition of his poems is: I foni tis siopis. Poiimata1966-2000 (Nefeli editions, Athens, 2006). His last book: O,ti perigrafo me perigrafei. Poiisi Domatiou (Gavriilides editions, Athens, 2010).

***Translated from the Greek by Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He holds a Ph.D. in Con­tem­porary American Poetry. He currently teaches at the Hellenic American University in Athens.

****Re-bublished by http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2014/09/29/argiris-chionis-the-joy-of-knowledge/

Costas Varnalis: The Song of the Thrush

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

.

 

BarnalisKostas-ToKelaidimaTisTsichlas-Eikona-05

.

Costas Varnalis

 

The Song of the Thrush

 

02-TaphHRUSH, they called little Anna at the village. And she lived and died a thrush. She was a tiny little girl. Thin, with long legs, weightless, like a bird. She wasn’t walking – she was hopping around and running.

But what is the village we speak of?

         One of those mountainous ones, perched on the mountain slope and they all look alike. Beautiful, but poor and depressing, abandoned by gods and men all the same.

         A glen downhill with its red oleander and a goats’ path, which leads through the pine tree forest to the top of the mountain. It was such an isolated, forsaken village, that it too had forgotten its name.

         It didn’t need one, as if it was a burden.

         But what these villages lack of culture, care and fill…

View original post 804 more words

Julio Cortázar, Γράμμα σε μια δεσποινίδα στο Παρίσι

Billy Alexander, Vintage Envelope3

Billy Alexander, Vintage Envelope3

Αντρέ, εγώ δεν ήθελα να έρθω να μείνω στο διαμέρισμά σου στην οδό Σουιπάτσα. Όχι τόσο για τα κουνελάκια, μάλλον επειδή με θλίβει να εισέρχομαι σε μια τάξη κλειστή, εγκαθιδρυμένη ως τα πιο λεπτά πέπλα του αέρα, αυτά που στο σπίτι σου διατηρούν τη μουσική της λεβάντας, το φτερούγισμα μιας πουδριέρας σε σχήμα κύκνου, το παιχνίδι του βιολιού και της βιόλας στο κουαρτέτο του Ραρά. Με πικραίνει να μπαίνω σε έναν χώρο όπου κάποιος που ζει ωραία έχει τακτοποιήσει τα πάντα σαν μια ορατή επανάληψη της ψυχής του, εδώ τα βιβλία (από τη μια μεριά τα ισπανικά, από την άλλη τα γαλλικά και τα αγγλικά), εκεί οι πράσινες μαξιλάρες, σε αυτή τη συγκεκριμένη θέση στο τραπεζάκι το κρυστάλλινο τασάκι που μοιάζει με κομμένη σαπουνόφουσκα, και πάντα ένα άρωμα, ένας ήχος, φυτά που μεγαλώνουν, μια φωτογραφία του πεθαμένου φίλου, τελετουργικό δίσκων με τσάι και λαβίδες για τη ζάχαρη… Αχ, αγαπητή Αντρέ, πόσο δύσκολα αντιστέκεσαι, μολονότι το αποδέχεσαι με πλήρη υποταγή του ίδιου του είναι σου, στη σχολαστική τάξη που εγκαθιστά μια γυναίκα στην ανάλαφρη κατοικία της. Πόσο ένοχος νιώθεις όταν παίρνεις ένα μεταλλικό κυπελλάκι και το βάζεις στην άλλη άκρη του τραπεζιού, το βάζεις εκεί μόνο και μόνο επειδή έφερες τα αγγλικά λεξικά σου, και πρέπει να βρίσκονται σε αυτή τη μεριά, σε απόσταση που φτάνει το χέρι. Το να μετακινήσεις αυτό το κυπελλάκι ισοδυναμεί με ένα φριχτό αναπάντεχο κόκκινο εν μέσω μιας μετατόνισης του Οζενφάν, λες και ξαφνικά οι χορδές όλων των κοντραμπάσων έσπασαν συγχρόνως με την ίδια τρομακτική καμτσικιά στην πιο ήσυχη στιγμή μιας συμφωνίας του Μότσαρτ. Μετακινώντας αυτό το κυπελλάκι αλλάζει το παιχνίδι των σχέσεων όλου του σπιτιού, κάθε αντικειμένου με το άλλο, κάθε λεπτού της ψυχής του με την ψυχή ολόκληρη του σπιτιού και της απούσας ενοίκου του. Κι εγώ δεν μπορώ να πλησιάσω τα δάχτυλα σε ένα βιβλίο, να σφίξω ίσα ίσα τον κώνο φωτός μιας λάμπας, να ανοίξω το μουσικό κουτί, δίχως να περάσει μια αίσθηση προσβολής και επίπληξης μπροστά από τα μάτια μου σαν ένα σμήνος σπουργίτια.

Continue reading

Αλέξης Αντωνόπουλος, Απέναντι

SP 725 5

Μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν απέναντί μου στο τρένο τις προάλλες, μόνη. Σε αντίθεση με τις περισσότερες συνομήλικές της, φορούσε ανοιχτά χρώματα˙ γαλάζιο πουκάμισο, λευκό παντελόνι, ενώ τα χέρια της συνοδευόντουσαν από βραχιόλια με διάφορα σχέδια. Σε αντίθεση με τις περισσότερες συνομήλικές της, ήταν μια ηλικιωμένη κυρία που μπορούσες να τη φανταστείς νέα. Αν μη τι άλλο, το γερασμένο πρόσωπό της ήταν το παράξενο κομμάτι της εικόνας, λες και οι ρυτίδες της πρόδιδαν μια αλλόκοτη εξέλιξη που δεν έπρεπε να είχε συμβεί. Λες και κάτι είχε πάει εντελώς στραβά, κάποιος άγγελος δεν είχε κάνει τη δουλειά του, και το κορίτσι ξαφνικά είχε γεράσει.

Το κορίτσι που είχε γεράσει διάβαζε ένα βιβλίο. Το εξώφυλλο ήταν λευκό. Το βιβλίο είχε επιλεχθεί για να ταιριάζει με τα χρώματά της ή τα χρώματά της είχαν επιλεχθεί για να ταιριάζουν με το βιβλίο˙ ή μάλλον όχι, δεν υπήρχε επιλογή. Τα χρώματά της, η ίδια, το βιβλίο, όλα ήταν αναπόσπαστα κομμάτια ενός συνόλου, και κάθε κομμάτι είχε εμφανιστεί ως μια φυσική, ασυνείδητη προέκταση της ψυχής της. Δίπλα της, μια παρέα 20χρονων καθόταν και μιλούσε δυνατά. Κάθε τόσο γυρνούσε το κεφάλι και της ξέφευγε ένα ενοχλημένο βλέμμα. Δεν ήταν η εκνευρισμένη ματιά μιας ηλικιωμένης που στάζει δηλητήριο για κάθε εκπρόσωπο της νεολαίας, αλλά μια ένδειξη παραπόνου και ελαφριάς απόγνωσης: Εκείνο το βαγόνι, τα γέλια, τα κινητά, η εκνευριστική φωνή που μας θύμιζε τα κενά between the train and the platform, μάλλον κι εγώ που γράφω τούτες τις λέξεις, αποτελούσαν, ας το παραδεχθούμε, προσβολή στο λευκό εξώφυλλο και τα βραχιόλια˙ αποτελούσαν προσβολή στην αισθητική της.

Προσπάθησα να τη φανταστώ νέα, και όπως είπα, δεν ήταν δύσκολο. Ήταν σίγουρα πιο εύκολο από το να πιστέψω πως είχε γεράσει. Είδα τη νέα κοπέλα η οποία πάσχιζε να ανακαλύψει τον δρόμο σε ποιήματα, σε μυθιστορήματα, σε ημερολόγια πονεμένων ιδιοφυιών. Οι αληθινές της φίλες θα την αγαπούσαν για τούτη την εικόνα, σίγουρα θα τη θαύμαζαν, και ίσως να είχε εμπνεύσει ορισμένα από εκείνα τα νέα κορίτσια – όμως τα λόγια των βιβλίων θα έμεναν στις καρδιές τους ως μια γλυκιά νοσταλγία όταν τα λόγια ενός ευκατάστατου, όμορφου άντρα έφταναν για να τους υποσχεθούν την παραδοσιακή, ολοκληρωμένη ζωή της γυναίκας.

Η παραδοσιακή, ολοκληρωμένη ζωή της γυναίκας δεν θα έλεγε και πολλά στο κορίτσι που τώρα είχε γεράσει. Τη βλέπω στην παρτίδα ενός φλερτ και δεν μπορώ να μη χαμογελάσω. Ευγενική, δίχως να ντρέπεται να κοιτάξει τον άντρα στα μάτια, αλλά και με μια δόση ειρωνείας που θα πρέπει να της ξέφευγε όταν ήξερε πως εκείνος προσποιούταν – μπορεί να είχε τις αγνότερες προθέσεις, αλλά προσποιούταν πως ενδιαφερόταν για τις ζωγραφισμένες, τυπωμένες λέξεις που υπόσχονταν σ’ εκείνη μια άλλη, ολοκληρωμένη ζωή.

Άραγε να βρέθηκε κάποτε, κάποιος που να την έπεισε; Ή κάποιος που δεν χρειαζόταν καν να την πείσει; Στο βαγόνι ήταν μόνη. Και μάλλον το πιο σημαντικό ήταν ότι διάβαζε. Ότι φορούσε ακόμα τα ίδια χρώματα, και πως οι ρυτίδες για τις οποίες ευθύνεται εκείνος ο τεμπέλης άγγελος, ήταν τα μόνα χαρακτηριστικά που μπορεί να μπέρδευαν κάποιον που την είχε αγαπήσει τότε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε το site http://www.alexantonopoulos.com

Μυρτώ Κοντοβά, Το κουβάρι των αλλόκοτων πραγμάτων (αποσπάσματα)

10550870_10203181049820262_3813501759161307742_n

Όταν πρωτοφτιάχθηκαν ο Ουρανός κι η Γη, πριν δηλαδή από ένα σωρό χρόνια, κάθισαν κι οι δυο τους στο τραπέζι κι έβαλαν στη μέση τον κόσμο, για να τον μοιράσουν σωστά και δίκαια, όπως όλοι οι κυβερνήτες.

Ετούτο δικό μου, εκείνο δικό μου, τ’ άλλο δικό μου’, έλεγε ο καθένας με τη σειρά του, χωρίς να βρίσκουν άκρη. Βλέπεις, ήθελαν για λογαριασμό τους όσο περισσότερα γινόταν και στο τέλος παρασύρθηκαν τόσο από τον καβγά, που κόντεψαν να πιαστούν μαλλί με μαλλί στα καλά καθούμενα.

Το σούρουπο βρήκε τη μία από τη μια και τον άλλο από την άλλη να τραβολογάνε πεισμωμένοι ένα δύστυχο βουνό.

Continue reading

Πάνος Σταθόγιαννης, Το ποτάμι

936059_935127146513405_86403420049013148_n

Να γαληνέψουμε. Να ’ναι η αγάπη χρυσή νεφέλη, ψωμί με μέλι, φως ιλαρό. Έτσι, που να τολμάω ξέγνοιαστους λυρισμούς. Να λέω – «θα σου βρω μια πατρίδα στο ζενίθ του ουρανού» ή, προτείνοντας γονατιστός ένα πλατωνικό μονόπετρο – «θα σου χτίσω ένα σπίτι στην κορφή του φιλιού». Και να αληθεύει πάραυτα ό,τι λέω. Άσχετα αν, μετά, η αχαΐρευτη πραγματικότητα.
Δεν γίνεται άλλο να προσκυνάμε το παρελθόν, να μας μαστιγώνουν οι στατιστικές, να εκκολάπτουμε διαρκώς τον ίδιο αστρίτη. Πόσο φαύλος είναι ο κύκλος αυτός, πόσο ακελάηδιστος. Καρφωμένος με πρόκες στο χώμα. Δεν τον καταδέχονται τα θαύματα. Γιατί, εμείς (ας είμαστε ειλικρινείς) μονάχα στο θαύμα ποντάρουμε. Άμα δεν γίνει θαύμα – πάει, καήκαμε.
Αλλιώς, θα είναι σαν, μεσάνυχτα, να ψάχνεις θεό. Από ανάγκη, όχι από ελευθερία. Κι ο κόσμος όλος βουλιαγμένος στη σιωπή. Κι όλες οι σκάλες του ουρανού κλειστές. Θυμάσαι, παλιά, με τι ευκολία τις ανέβαινες; Λικνίζοντας, μάλιστα, τους γοφούς σου. 
Έρχεται τότε η Απουσία από τους μέλανες δρυμούς. Πάντα εκείνη έρχεται. Είναι μια πανοπλία άδεια από σώμα. Περπατάει, όμως, μονάχη της. Μονάχη της κι άδεια. Τρίζουν οι παλιοτενεκέδες. Και όπου πας, εκείνη έρχεται από πίσω. Πόσα ρόδα να συνθλίψεις μια τέτοια νύχτα; Πόσα τιμάρια να παραδώσεις στη στάχτη; Ακούς το δικό σου αλύχτισμα και σου παγώνει το αίμα. 
Όμως εγώ σου μιλάω για τα ακαθοδήγητα βαρομετρικά, αυτά που δικαιώνονται στο φτερό. Εκεί όπου ο χρόνος αφαιρεί τα ασήμαντα όχι μονάχα από τη μνήμη, αλλά κι από τη ζωή. Συναντάς, αίφνης, μιαν παλιά αγάπη, που δεν έσβησε ποτέ στην ψυχή σου. Κι όπως πλαγιάζετε μαζί μετά από τόσα χρόνια – «είναι σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από τότε», σου λέει. Και, πράγματι, δεν πέρασε. Διότι, όσο αποτρόπαιες, τόσο και ασήμαντες οι μέρες και οι μήνες χωρίς εκείνη. Δεν προσμετρούνται στον βίο.

***

Μα, τι σ’ τα λέω όλα αυτά; Αφού τα γνωρίζεις. Σου τα ’πανε στην Έφεσο, τότε που, ιέρεια, λιτάνευες. «Κάθε φορά σ’ άλλο ποτάμι λούζεσαι πριν μπεις στο θυσιαστήριο», έσκυψε ο γέρος στο αυτί σου, «κι ας λες εσύ πως όλο στον Κάυστρο κάνεις τους καθαρμούς σου». Ξέρεις καλά, λοιπόν, πόσο πολλοί είναι ο ένας, πόσο τίποτα. Να γαληνέψουμε.

Franz Kafka, Η κρίση

643

Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη. Ο Γκέοργκ Μπένντεμανν, ένας νεαρός έμπορος, καθότανε στο ιδιαίτερο δωμάτιό του στον πρώτον όροφο κάποιου απ’ τα χαμηλά, λυόμενα σπίτια που τραβούσανε κατά μήκος του ποταμού σε μια μακρά σειρά, διαφέροντας σχεδόν μόνο στο ύψος και το χρώμα. Είχε μόλις τελειώσει μία επιστολή σ’ έναν φίλο της νιότης του που βρισκότανε στο εξωτερικό, την έκλεισε με παιγνιώδη αργοπορία κι ύστερα έβλεπε, με τον αγκώνα στηριγμένο στο γραφείο, απ’ το παράθυρο τον ποταμό, τη γέφυρα και τα υψώματα στην άλλη όχθη με το λιγοστό της το πράσινο.

Συλλογιζότανε πώς αυτός ο φίλος, ανικανοποίητος απ’ την πρόοδό του στον τόπο του, το είχε σκάσει κανονικά πριν από χρόνια για τη Ρωσία. Τώρα διατηρούσε ένα εμπορικό στην Αγία Πετρούπολη, που αρχικά είχε ξεκινήσει πολύ καλά, από καιρό όμως φαίνονταν ήδη να κόβουν οι δουλειές, όπως παραπονιόταν κατά τις όλο και πιο σπάνιες επισκέψεις του ο φίλος. Έτσι σκοτωνότανε στη δουλειά στα ξένα αδίκως, η παράξενη γενειάδα κάλυπτε απλώς άσχημα το γνωστό απ’ τα παιδικά χρόνια πρόσωπο, που το κίτρινο χρώμα του δέρματός του φαινότανε να δείχνει κάποια υπό εξέλιξη αρρώστια. Καθώς έλεγε στις διηγήσεις του, δεν είχε καμμιά σωστή σχέση με την εκεί αποικία των συμπατριωτών του, αλλά και σχεδόν καμμία κοινωνική επαφή μ’ εντόπιες οικογένειες κι έτσι ετοιμαζότανε να μείνει οριστικά εργένης.

Continue reading

Γιάννης Καλογερόπουλος, Διαπραγματεύσεις

selfportrait1160cmx120cmoilpastelonc%255B1%255D

Λοιπόν, ας διαπραγματευτούμε. Υπάρχει αρκετός χώρος για όλους μας, νομίζω. Έχω την κάθε καλή διάθεση να συμβιώσουμε, ή και να αγαπηθούμε ακόμα. Όχι, ε; Ακούω τότε. Τι προτείνετε εσείς; Μια στιγμή, μια στιγμή, όχι όλοι μαζί, σας παρακαλώ, δεν μπορώ να σας καταλάβω. Μη. Σταματήστε, σας λέω, μη φωνάζετε, τουλάχιστον όχι όλοι μαζί. Θέλετε μήπως να φύγω; Θα μου απαντήσετε; Γιατί μιλάτε ψιθυριστά; Δεν είναι καθόλου ευγενικό εκ μέρους σας αυτό, τυγχάνει να είμαι ο οικοδεσπότης εδώ, έχω το δικαίωμα να… Όχι, όχι, συγγνώμη, συγχωρέστε με, δεν το εννοούσα. Δεν ξέρω πώς τόλμησα να ξεστομίσω κάτι τέτοιο, πιστέψτε με, πραγματικά δεν ξέρω, δεν είχα πρόθεση, ζητώ συγγνώμη.
 
Ας κάνουμε μια νέα αρχή. Συμφωνείτε; Ας πούμε λοιπόν ότι εγώ ζητάω να μένω μόνος μου δύο ώρες την ημέρα, τι θα λέγατε εσείς; Και ίσως λιγάκι ακόμα το βράδυ. Θυμάστε παλιότερα που ερχόσασταν επίσκεψη μόλις νύχτωνε; Γιατί γελάτε; Δεν υπήρξα καλός οικοδεσπότης; Έκανα κάτι που σας πείραξε; Το αλκοόλ ίσως; Ή μήπως ο καπνός; Τις άλλες μου παρέες πάντα τις απέφευγα, ήξερα πως σας ενοχλούσαν, ακόμα και αν κάποιος απ’ αυτούς με ζητούσε, εγώ δεν απαντούσα, δεν άνοιγα την πόρτα, όσο επίμονα και αν χτυπούσε το κουδούνι. Προσπαθούσα πάντα να έχω τον κατάλληλο φωτισμό, την καλύτερη μουσική μόνο για σας. Όχι, αυτό που λέτε δεν είναι αλήθεια, δεν το έκανα για μένα, για εσάς το έκανα, πιστέψτε με.
 
Continue reading