Αντρέ, εγώ δεν ήθελα να έρθω να μείνω στο διαμέρισμά σου στην οδό Σουιπάτσα. Όχι τόσο για τα κουνελάκια, μάλλον επειδή με θλίβει να εισέρχομαι σε μια τάξη κλειστή, εγκαθιδρυμένη ως τα πιο λεπτά πέπλα του αέρα, αυτά που στο σπίτι σου διατηρούν τη μουσική της λεβάντας, το φτερούγισμα μιας πουδριέρας σε σχήμα κύκνου, το παιχνίδι του βιολιού και της βιόλας στο κουαρτέτο του Ραρά. Με πικραίνει να μπαίνω σε έναν χώρο όπου κάποιος που ζει ωραία έχει τακτοποιήσει τα πάντα σαν μια ορατή επανάληψη της ψυχής του, εδώ τα βιβλία (από τη μια μεριά τα ισπανικά, από την άλλη τα γαλλικά και τα αγγλικά), εκεί οι πράσινες μαξιλάρες, σε αυτή τη συγκεκριμένη θέση στο τραπεζάκι το κρυστάλλινο τασάκι που μοιάζει με κομμένη σαπουνόφουσκα, και πάντα ένα άρωμα, ένας ήχος, φυτά που μεγαλώνουν, μια φωτογραφία του πεθαμένου φίλου, τελετουργικό δίσκων με τσάι και λαβίδες για τη ζάχαρη… Αχ, αγαπητή Αντρέ, πόσο δύσκολα αντιστέκεσαι, μολονότι το αποδέχεσαι με πλήρη υποταγή του ίδιου του είναι σου, στη σχολαστική τάξη που εγκαθιστά μια γυναίκα στην ανάλαφρη κατοικία της. Πόσο ένοχος νιώθεις όταν παίρνεις ένα μεταλλικό κυπελλάκι και το βάζεις στην άλλη άκρη του τραπεζιού, το βάζεις εκεί μόνο και μόνο επειδή έφερες τα αγγλικά λεξικά σου, και πρέπει να βρίσκονται σε αυτή τη μεριά, σε απόσταση που φτάνει το χέρι. Το να μετακινήσεις αυτό το κυπελλάκι ισοδυναμεί με ένα φριχτό αναπάντεχο κόκκινο εν μέσω μιας μετατόνισης του Οζενφάν, λες και ξαφνικά οι χορδές όλων των κοντραμπάσων έσπασαν συγχρόνως με την ίδια τρομακτική καμτσικιά στην πιο ήσυχη στιγμή μιας συμφωνίας του Μότσαρτ. Μετακινώντας αυτό το κυπελλάκι αλλάζει το παιχνίδι των σχέσεων όλου του σπιτιού, κάθε αντικειμένου με το άλλο, κάθε λεπτού της ψυχής του με την ψυχή ολόκληρη του σπιτιού και της απούσας ενοίκου του. Κι εγώ δεν μπορώ να πλησιάσω τα δάχτυλα σε ένα βιβλίο, να σφίξω ίσα ίσα τον κώνο φωτός μιας λάμπας, να ανοίξω το μουσικό κουτί, δίχως να περάσει μια αίσθηση προσβολής και επίπληξης μπροστά από τα μάτια μου σαν ένα σμήνος σπουργίτια.
Category Archives: Πεζά
Αλέξης Αντωνόπουλος, Απέναντι
Μια ηλικιωμένη κυρία καθόταν απέναντί μου στο τρένο τις προάλλες, μόνη. Σε αντίθεση με τις περισσότερες συνομήλικές της, φορούσε ανοιχτά χρώματα˙ γαλάζιο πουκάμισο, λευκό παντελόνι, ενώ τα χέρια της συνοδευόντουσαν από βραχιόλια με διάφορα σχέδια. Σε αντίθεση με τις περισσότερες συνομήλικές της, ήταν μια ηλικιωμένη κυρία που μπορούσες να τη φανταστείς νέα. Αν μη τι άλλο, το γερασμένο πρόσωπό της ήταν το παράξενο κομμάτι της εικόνας, λες και οι ρυτίδες της πρόδιδαν μια αλλόκοτη εξέλιξη που δεν έπρεπε να είχε συμβεί. Λες και κάτι είχε πάει εντελώς στραβά, κάποιος άγγελος δεν είχε κάνει τη δουλειά του, και το κορίτσι ξαφνικά είχε γεράσει.
Το κορίτσι που είχε γεράσει διάβαζε ένα βιβλίο. Το εξώφυλλο ήταν λευκό. Το βιβλίο είχε επιλεχθεί για να ταιριάζει με τα χρώματά της ή τα χρώματά της είχαν επιλεχθεί για να ταιριάζουν με το βιβλίο˙ ή μάλλον όχι, δεν υπήρχε επιλογή. Τα χρώματά της, η ίδια, το βιβλίο, όλα ήταν αναπόσπαστα κομμάτια ενός συνόλου, και κάθε κομμάτι είχε εμφανιστεί ως μια φυσική, ασυνείδητη προέκταση της ψυχής της. Δίπλα της, μια παρέα 20χρονων καθόταν και μιλούσε δυνατά. Κάθε τόσο γυρνούσε το κεφάλι και της ξέφευγε ένα ενοχλημένο βλέμμα. Δεν ήταν η εκνευρισμένη ματιά μιας ηλικιωμένης που στάζει δηλητήριο για κάθε εκπρόσωπο της νεολαίας, αλλά μια ένδειξη παραπόνου και ελαφριάς απόγνωσης: Εκείνο το βαγόνι, τα γέλια, τα κινητά, η εκνευριστική φωνή που μας θύμιζε τα κενά between the train and the platform, μάλλον κι εγώ που γράφω τούτες τις λέξεις, αποτελούσαν, ας το παραδεχθούμε, προσβολή στο λευκό εξώφυλλο και τα βραχιόλια˙ αποτελούσαν προσβολή στην αισθητική της.
Προσπάθησα να τη φανταστώ νέα, και όπως είπα, δεν ήταν δύσκολο. Ήταν σίγουρα πιο εύκολο από το να πιστέψω πως είχε γεράσει. Είδα τη νέα κοπέλα η οποία πάσχιζε να ανακαλύψει τον δρόμο σε ποιήματα, σε μυθιστορήματα, σε ημερολόγια πονεμένων ιδιοφυιών. Οι αληθινές της φίλες θα την αγαπούσαν για τούτη την εικόνα, σίγουρα θα τη θαύμαζαν, και ίσως να είχε εμπνεύσει ορισμένα από εκείνα τα νέα κορίτσια – όμως τα λόγια των βιβλίων θα έμεναν στις καρδιές τους ως μια γλυκιά νοσταλγία όταν τα λόγια ενός ευκατάστατου, όμορφου άντρα έφταναν για να τους υποσχεθούν την παραδοσιακή, ολοκληρωμένη ζωή της γυναίκας.
Η παραδοσιακή, ολοκληρωμένη ζωή της γυναίκας δεν θα έλεγε και πολλά στο κορίτσι που τώρα είχε γεράσει. Τη βλέπω στην παρτίδα ενός φλερτ και δεν μπορώ να μη χαμογελάσω. Ευγενική, δίχως να ντρέπεται να κοιτάξει τον άντρα στα μάτια, αλλά και με μια δόση ειρωνείας που θα πρέπει να της ξέφευγε όταν ήξερε πως εκείνος προσποιούταν – μπορεί να είχε τις αγνότερες προθέσεις, αλλά προσποιούταν πως ενδιαφερόταν για τις ζωγραφισμένες, τυπωμένες λέξεις που υπόσχονταν σ’ εκείνη μια άλλη, ολοκληρωμένη ζωή.
Άραγε να βρέθηκε κάποτε, κάποιος που να την έπεισε; Ή κάποιος που δεν χρειαζόταν καν να την πείσει; Στο βαγόνι ήταν μόνη. Και μάλλον το πιο σημαντικό ήταν ότι διάβαζε. Ότι φορούσε ακόμα τα ίδια χρώματα, και πως οι ρυτίδες για τις οποίες ευθύνεται εκείνος ο τεμπέλης άγγελος, ήταν τα μόνα χαρακτηριστικά που μπορεί να μπέρδευαν κάποιον που την είχε αγαπήσει τότε.
*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε το site http://www.alexantonopoulos.com
Μυρτώ Κοντοβά, Το κουβάρι των αλλόκοτων πραγμάτων (αποσπάσματα)
Όταν πρωτοφτιάχθηκαν ο Ουρανός κι η Γη, πριν δηλαδή από ένα σωρό χρόνια, κάθισαν κι οι δυο τους στο τραπέζι κι έβαλαν στη μέση τον κόσμο, για να τον μοιράσουν σωστά και δίκαια, όπως όλοι οι κυβερνήτες.
Ετούτο δικό μου, εκείνο δικό μου, τ’ άλλο δικό μου’, έλεγε ο καθένας με τη σειρά του, χωρίς να βρίσκουν άκρη. Βλέπεις, ήθελαν για λογαριασμό τους όσο περισσότερα γινόταν και στο τέλος παρασύρθηκαν τόσο από τον καβγά, που κόντεψαν να πιαστούν μαλλί με μαλλί στα καλά καθούμενα.
Το σούρουπο βρήκε τη μία από τη μια και τον άλλο από την άλλη να τραβολογάνε πεισμωμένοι ένα δύστυχο βουνό.
Πάνος Σταθόγιαννης, Το ποτάμι
Να γαληνέψουμε. Να ’ναι η αγάπη χρυσή νεφέλη, ψωμί με μέλι, φως ιλαρό. Έτσι, που να τολμάω ξέγνοιαστους λυρισμούς. Να λέω – «θα σου βρω μια πατρίδα στο ζενίθ του ουρανού» ή, προτείνοντας γονατιστός ένα πλατωνικό μονόπετρο – «θα σου χτίσω ένα σπίτι στην κορφή του φιλιού». Και να αληθεύει πάραυτα ό,τι λέω. Άσχετα αν, μετά, η αχαΐρευτη πραγματικότητα. Δεν γίνεται άλλο να προσκυνάμε το παρελθόν, να μας μαστιγώνουν οι στατιστικές, να εκκολάπτουμε διαρκώς τον ίδιο αστρίτη. Πόσο φαύλος είναι ο κύκλος αυτός, πόσο ακελάηδιστος. Καρφωμένος με πρόκες στο χώμα. Δεν τον καταδέχονται τα θαύματα. Γιατί, εμείς (ας είμαστε ειλικρινείς) μονάχα στο θαύμα ποντάρουμε. Άμα δεν γίνει θαύμα – πάει, καήκαμε. Αλλιώς, θα είναι σαν, μεσάνυχτα, να ψάχνεις θεό. Από ανάγκη, όχι από ελευθερία. Κι ο κόσμος όλος βουλιαγμένος στη σιωπή. Κι όλες οι σκάλες του ουρανού κλειστές. Θυμάσαι, παλιά, με τι ευκολία τις ανέβαινες; Λικνίζοντας, μάλιστα, τους γοφούς σου. Έρχεται τότε η Απουσία από τους μέλανες δρυμούς. Πάντα εκείνη έρχεται. Είναι μια πανοπλία άδεια από σώμα. Περπατάει, όμως, μονάχη της. Μονάχη της κι άδεια. Τρίζουν οι παλιοτενεκέδες. Και όπου πας, εκείνη έρχεται από πίσω. Πόσα ρόδα να συνθλίψεις μια τέτοια νύχτα; Πόσα τιμάρια να παραδώσεις στη στάχτη; Ακούς το δικό σου αλύχτισμα και σου παγώνει το αίμα. Όμως εγώ σου μιλάω για τα ακαθοδήγητα βαρομετρικά, αυτά που δικαιώνονται στο φτερό. Εκεί όπου ο χρόνος αφαιρεί τα ασήμαντα όχι μονάχα από τη μνήμη, αλλά κι από τη ζωή. Συναντάς, αίφνης, μιαν παλιά αγάπη, που δεν έσβησε ποτέ στην ψυχή σου. Κι όπως πλαγιάζετε μαζί μετά από τόσα χρόνια – «είναι σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από τότε», σου λέει. Και, πράγματι, δεν πέρασε. Διότι, όσο αποτρόπαιες, τόσο και ασήμαντες οι μέρες και οι μήνες χωρίς εκείνη. Δεν προσμετρούνται στον βίο.
***
Μα, τι σ’ τα λέω όλα αυτά; Αφού τα γνωρίζεις. Σου τα ’πανε στην Έφεσο, τότε που, ιέρεια, λιτάνευες. «Κάθε φορά σ’ άλλο ποτάμι λούζεσαι πριν μπεις στο θυσιαστήριο», έσκυψε ο γέρος στο αυτί σου, «κι ας λες εσύ πως όλο στον Κάυστρο κάνεις τους καθαρμούς σου». Ξέρεις καλά, λοιπόν, πόσο πολλοί είναι ο ένας, πόσο τίποτα. Να γαληνέψουμε.
Franz Kafka, Η κρίση
Ήταν ένα πρωί Κυριακής την ωραιότατη άνοιξη. Ο Γκέοργκ Μπένντεμανν, ένας νεαρός έμπορος, καθότανε στο ιδιαίτερο δωμάτιό του στον πρώτον όροφο κάποιου απ’ τα χαμηλά, λυόμενα σπίτια που τραβούσανε κατά μήκος του ποταμού σε μια μακρά σειρά, διαφέροντας σχεδόν μόνο στο ύψος και το χρώμα. Είχε μόλις τελειώσει μία επιστολή σ’ έναν φίλο της νιότης του που βρισκότανε στο εξωτερικό, την έκλεισε με παιγνιώδη αργοπορία κι ύστερα έβλεπε, με τον αγκώνα στηριγμένο στο γραφείο, απ’ το παράθυρο τον ποταμό, τη γέφυρα και τα υψώματα στην άλλη όχθη με το λιγοστό της το πράσινο.
Συλλογιζότανε πώς αυτός ο φίλος, ανικανοποίητος απ’ την πρόοδό του στον τόπο του, το είχε σκάσει κανονικά πριν από χρόνια για τη Ρωσία. Τώρα διατηρούσε ένα εμπορικό στην Αγία Πετρούπολη, που αρχικά είχε ξεκινήσει πολύ καλά, από καιρό όμως φαίνονταν ήδη να κόβουν οι δουλειές, όπως παραπονιόταν κατά τις όλο και πιο σπάνιες επισκέψεις του ο φίλος. Έτσι σκοτωνότανε στη δουλειά στα ξένα αδίκως, η παράξενη γενειάδα κάλυπτε απλώς άσχημα το γνωστό απ’ τα παιδικά χρόνια πρόσωπο, που το κίτρινο χρώμα του δέρματός του φαινότανε να δείχνει κάποια υπό εξέλιξη αρρώστια. Καθώς έλεγε στις διηγήσεις του, δεν είχε καμμιά σωστή σχέση με την εκεί αποικία των συμπατριωτών του, αλλά και σχεδόν καμμία κοινωνική επαφή μ’ εντόπιες οικογένειες κι έτσι ετοιμαζότανε να μείνει οριστικά εργένης.
Γιάννης Καλογερόπουλος, Διαπραγματεύσεις
Λοιπόν, ας διαπραγματευτούμε. Υπάρχει αρκετός χώρος για όλους μας, νομίζω. Έχω την κάθε καλή διάθεση να συμβιώσουμε, ή και να αγαπηθούμε ακόμα. Όχι, ε; Ακούω τότε. Τι προτείνετε εσείς; Μια στιγμή, μια στιγμή, όχι όλοι μαζί, σας παρακαλώ, δεν μπορώ να σας καταλάβω. Μη. Σταματήστε, σας λέω, μη φωνάζετε, τουλάχιστον όχι όλοι μαζί. Θέλετε μήπως να φύγω; Θα μου απαντήσετε; Γιατί μιλάτε ψιθυριστά; Δεν είναι καθόλου ευγενικό εκ μέρους σας αυτό, τυγχάνει να είμαι ο οικοδεσπότης εδώ, έχω το δικαίωμα να… Όχι, όχι, συγγνώμη, συγχωρέστε με, δεν το εννοούσα. Δεν ξέρω πώς τόλμησα να ξεστομίσω κάτι τέτοιο, πιστέψτε με, πραγματικά δεν ξέρω, δεν είχα πρόθεση, ζητώ συγγνώμη.
Ας κάνουμε μια νέα αρχή. Συμφωνείτε; Ας πούμε λοιπόν ότι εγώ ζητάω να μένω μόνος μου δύο ώρες την ημέρα, τι θα λέγατε εσείς; Και ίσως λιγάκι ακόμα το βράδυ. Θυμάστε παλιότερα που ερχόσασταν επίσκεψη μόλις νύχτωνε; Γιατί γελάτε; Δεν υπήρξα καλός οικοδεσπότης; Έκανα κάτι που σας πείραξε; Το αλκοόλ ίσως; Ή μήπως ο καπνός; Τις άλλες μου παρέες πάντα τις απέφευγα, ήξερα πως σας ενοχλούσαν, ακόμα και αν κάποιος απ’ αυτούς με ζητούσε, εγώ δεν απαντούσα, δεν άνοιγα την πόρτα, όσο επίμονα και αν χτυπούσε το κουδούνι. Προσπαθούσα πάντα να έχω τον κατάλληλο φωτισμό, την καλύτερη μουσική μόνο για σας. Όχι, αυτό που λέτε δεν είναι αλήθεια, δεν το έκανα για μένα, για εσάς το έκανα, πιστέψτε με.
Continue reading
Νεκταρία Μαραγιάννη, Χειμώνας
Η δειλία φαντάζει αναπόφευκτη κληρονομιά του φόβου. Οι ακτίνες του ήλιου προχωρούν αργά, ψηλαφώντας με επιφυλακτικότητα την πονεμένη Τσιμεντούπολη. Στους δρόμους αναβρύζουν οι πληγές της ∙ αγκαλιάζονται στοργικά από τον ουράνιο δίσκο, μέχρι που αντικρίζει τη στοργικότητα στα μάτια ενός περιφερόμενου σκύλου… και, τότε, ο δίσκος στρέφεται ολόκληρος προς την επιζούσα ύπαρξη, αναζητώντας, στον αμφιβληστροειδή της χιτώνα, τη ζωγραφιά του κόσμου. Η ρεαλιστικότις γίνεται δύσκολα δεκτή, αν και ανεπιθύμητη. Ο κόσμος θα μπορούσε να ήταν σίγουρα καλύτερος, μα ο τρόπος, όσες φορές κι αν έχει διατυπωθεί, παραμένει αινιγματικός, πιθανόν δεν υπάρχει ∙ απουσιάζει το κλειδί που θα ανοίξει την πύλη.
Βλέποντας αποστασιοποιημένα την πραγματικότητα, δημιουργείται μια ουτοπία στην οποία η κυκλοφορία θα είναι καλύτερη, δίχως προσκόμματα και επίπλαστες δικαιολογίες. Συμβαδίζει με μία δύσκολη και πονεμένη έννοια, την επικοινωνία. Το «τώρα» την έχει απορρίψει, έδωσε «άκυρο» στην ύπαρξή της, ρίχνοντάς την στο βούρκο. Η αρχή έγινε με την ουσιαστική και -πλέον- ανύπαρκτη επικοινωνία, με αυτή, δηλαδή, που το ένα υποκείμενο κατανοούσε το άλλο, δίχως, το δεύτερο, να μπει στη διαδικασία να εξωτερικευθεί. Ακόμη, όμως, κι αν εκφραζόταν, δεν θα ήταν απαραίτητο να ανταποδώσει ο δέκτης, καθώς ο πομπός θα είχε την επίγνωση πως εκείνος θα τον καταλάβαινε. Αυτό και μόνο το ερέθισμα αρκούσε, ώστε να βγάλει στην επιφάνεια τα μύχια της ψυχής του, τις πληγές που ματώνουν και βασανίζουν.
Επόμενη ήταν η τυπική, αν κι αυτή επιβιώνει ακόμη. Το όριο ζωής της, ωστόσο, μειώνεται συνεχώς. Αποχωρεί γοργά καθώς πλησιάζουν τα γκρίζα σύννεφα. Επακολουθεί σιωπή και μετά βροντή. Συνοδεύεται από ένα αναπόδραστο ξέσπασμα ∙ η φύση σπαράζει, κλαίει, ματώνοντας τον εαυτό της και τιμωρώντας την ιερόδουλη ανθρωπότητα για τα καρφιά που της ρίχνει.
Της κάνω συμπαράσταση ∙ επιλογή μου, όπως και οτιδήποτε σε αυτό το μικρό θέατρο που αποκαλείται «ζωή». Γίνεται πιο δραματικό και ασφυκτικό όταν η παγωνιά της ανθρωπότητας αγγίζει τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Τότε κρυσταλλώνει μια ψυχή που ανέπνεε υπερηφάνεια κι ασφάλεια. Η κινητή μάζα αδιαφορεί για την «αναπνοή», νομιμοποιώντας και μονιμοποιώντας την απροσωπία, βαπτίζοντας «επικοινωνία» την εκφραστικότητα. Όπου κι αν διασχίσει κανείς έρχεται αντιμέτωπος με τη «χειμωνιά» του εαυτού του, την κακοκαιρία της ψυχής. Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα επειδή φοβάται ∙ φοβάται πως, αν απλώσει τις ακτίνες του, θα σκαρφαλώσουν οι ζωντανοί νεκροί, με απώτερο σκοπό να ικανοποιήσουν τη φιλοδοξία τους, βλέποντας τον κόσμο από ψηλά.
Ακολουθούν την αγέλη αρνούμενοι τη γύμνια τους, τη γύμνια που πηγάζει από αυτό που κάποτε αποκαλούνταν ψυχή ή προσωπικότητα. Ενδύονται με το καλούπι που προσφέρει απλόχερα η μάζα, επιβάλλοντας ως αντάλλαγμα τη μίμηση, ειδάλλως, την υπακοή των κίβδηλων επιθυμιών. Κάθε κίνηση του σώματος ισοδυναμεί με την ταυτόχρονη παράλυση του «εγώ» και ερήμωση κάθε ζωτικής ίνας κυκλοφορίας. Σταδιακά αποχωρούν τα χρώματα όλων των ψυχών –νόθων και ζωντανών- το επιβάλει η δυσοσμία της εποχής ∙ το γκρίζο της ασφάλτου αγγίζει τις σόλες των παπουτσιών, έπειτα μεταφέρεται σε όλο το σώμα διεισδύοντας στο εσωτερικό του – σαν τους ιούς που αποκτούν ζωή αφότου εισέλθουν στον οργανισμό μας – δημιουργώντας, με αυτό τον τρόπο, «γκρίζες» ψυχές. Οι δείκτες του ρολογιού χτυπούν μανιωδώς αντίστροφα, ενώ απουσιάζει η πανάκεια που θα εξωραΐσει το μουντό χρωματισμό μας, ώστε να γίνουμε πάλι το υπέροχο ουράνιο τόξο.
Στη χώρα των μεγάλων καθένας αδυνατεί να συνειδητοποιήσει την αλήθεια, την οποία μπορεί να αντιληφθεί ένα παιδί ∙ ένα κομμάτι του ήλιου βρίσκεται μέσα μας, το άλλο μισό βρίσκεται κάπου αλλού κρυμμένο, κάπου κοντά μας ή μακριά μας, μα όντας ψυχικά μύωποι αδυνατούμε να το διαπιστώσουμε. Απαιτείται η εύρεση ενός μικρού κλειδιού, ώστε να ανοίξουμε την πύλη. Έπειτα, θα ανατείλει ο δικός μας ήλιος, αυτός που αγαπάμε σαν πηγή ζωής. Πλέον, δε θα είμαστε καταδικασμένοι στο αιώνιο σκοτάδι του χειμώνα, όμηροι της μελαγχολίας και της παγωνιάς που σκεπάζει την καρδιά μας.
Νέττα
Αλέξανδρος Κυπριώτης, Η επιστροφή
Αν ήταν άλλος στη θέση του, τη μέρα που θα γύριζε θα άρχιζε από το σπίτι των δικών του. Της μάνας του και του πατέρα του το σπίτι. Από κει θα άρχιζε πρώτα.
Κι ύστερα θα περνούσε από τ’ άλλα σπίτια, με τη σειρά. Των στενών φίλων και των κοντινών συγγενών.
Κι ύστερα, όταν θα τους έχει δει και θα τους έχει μιλήσει και θα έχει απαντήσει στις ερωτήσεις τους, πού χάθηκε όλα αυτά τα χρόνια και τι έκανε και πώς ζούσε και άμα παντρεύτηκε και γιατί δεν παντρεύτηκε και γιατί ποτέ δεν πήρε ένα τηλέφωνο ή γιατί ποτέ δεν έγραψε ένα γράμμα πέρα από κείνη την κάρτα, τον τρίτο μήνα που έφυγε, με τις ευχές, τότε μπορεί ν’ αρχίσουνε να του λένε πόσο έχει αλλάξει, κι αυτός δεν θα καταλαβαίνει τι του λένε, και μπορεί να του δείξουνε φωτογραφίες, να δει να θυμηθεί, και τότε θα θυμηθεί, και στις φωτογραφίες που θα του δείχνουνε, να δει να θυμηθεί, μπορεί να του δείχνουνε επίμονα με το δάχτυλο, σαν να ‘ναι μωρό παιδί, κι εκείνους που θα ‘χουνε φύγει πια, όλους τους πεθαμένους, και τότε θ’ ακουστεί ένας αναστεναγμός, κι ύστερα κι άλλος ένας, και θα αρχίσουνε τα κλάματα, και κάποιες λέξεις θα μείνουνε μισές κι άλλες θ’ αργούνε να τελειώσουνε, και μύτες θ’ ακούγονται να ρουφάνε μύξες και χέρια θα σηκώνονται να σκουπίσουνε τα μάτια που θα τρέχουνε ή τις μύτες, κι ένα χέρι θα χτυπήσει μία πλάτη τρεις φορές, κι ένα άλλο θα αγκαλιάσει δύο ώμους, κι ένα σώμα θα πεταχτεί όρθιο να τρέξει στην κουζίνα, να φέρει ένα ποτήρι νερό, μισό, να το δώσει σ’ ένα χέρι που θα τρέμει και που θα σηκώσει το ποτήρι στο στόμα, να πιει, για να το δώσει πάλι πίσω μετά, δύο γουλιές λειψό, στο χέρι που του το έφερε μισό και που θα περιμένει.
Κάπως έτσι θα περνούσαν οι ώρες, και κάποια στιγμή θα νύχτωνε η μέρα που θα γύριζε, αν ήταν άλλος στη θέση του. Κι ύστερα θα ξημέρωνε και θα είχε επιστρέψει.
*Το πεζό αναδημοσιεύεται από το Poema στη διεύθυνση http://www.poema.gr/reader.php?id=124&pid=
logotexnia21@gmail.com
Νεκταρία Μαραγιάννη, Φυγή
Η στιγμή της φυγής ήταν ανεξέλεγκτη, ή καλύτερα, η αναμενόμενη αντίδραση προς τη θέα της φυγής, απρόβλεπτη. Πλήρης αδράνεια σπίλωσε κάθε ίνα του ψυχικού σώματος, έμεινα στο κρεβάτι ξαπλωμένη με το κενό που άφησε η στιγμή της απογείωσης, η στιγμή της απομάκρυνσης από την έρημό μου. Τα μάτια μου εξερευνούσαν ξανά τη γνώριμη όαση της βιβλιοθήκης, προσμένοντας μια λύτρωση που δεν ήρθε ποτέ ∙ η γραφή με απαρνήθηκε, όπως την απαρνήθηκα κι εγώ. Με την πάροδο αιώνιων δευτερολέπτων κατάντησε μια απρόσωπη σχέση εξ’ αποστάσεως που, λεπτό προς λεπτό, στοίχειωνε τα εναπομείναντα ψήγματα ζωτικότητας.
Μια ζωτικότητα ενδυμένη με τις στάχτες της σιωπής μου, συνόδευε -σε νοητό άξονα- το ταξίδι της νέας του περιπέτειας. Ξάφνου, με μια γρήγορη κίνηση, το βλέμμα μου έφυγε από το καταφύγιο και ακολούθησε μια πορεία προς τα ανοιχτά, στράφηκε προς το παράθυρο, αποζητώντας μια νέα φωλιά στο ήρεμο γαλάζιο. Προς βαθιά μου δυστυχία, ένα αεροπλάνο έσχιζε τον ουρανό με την πορεία του, αφήνοντας μια επιδερμική πληγή που σταδιακά επουλωνόταν ∙ μια λευκή αιθέρια γραμμή.
Ίσως να ήταν ένα πουλί που, έπειτα από την αναμονή και τη ρουτίνα, αφήνεται ελεύθερο να πετάξει και να φύγει όσο πιο μακριά μπορεί. Όσο η σχισμή προχωρούσε και συγχρόνως θεραπευόταν, τόσο πιο πολύ βυθιζόμουν στον εαυτό μου, στα μονότονά μου εσώψυχα, αδυνατώντας να κολυμπήσω, κινδυνεύοντας να πνιγώ από τη θλίψη των δακρύων μου. Καθώς αυτή μεγάλωνε, σπιλωνόμουν περισσότερο με τη νάρκη του εαυτού μου, κάθε φλόγα ζωής έσβηνε και συρρικνωνόταν προς τα μέσα, όλο και πιο κοντά στα τοιχώματά μου. Το δέρμα αφυδατωνόταν ώσπου αόρατες κλωστές αναισθησίας με τύλιξαν μεμιάς ∙ μετατράπηκα σε ένα ζωντανό βαμπίρ προσμένοντας το άγγιγμα του αρχαιολόγου, την αποκρυπτογράφηση, ώστε να επανέλθω και να αναπνεύσω ξανά.
Στέφανος Τακτικός: Ἡ οἰκονομία τοῦ λόγου

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΥΣ νὰ μιλᾶνε ὅλο γιὰ λεφτά. Μιλοῦν χωρὶς σταματημό, λὲς καὶ δουλεύουν μὲ κέρματα. Πληρωμένες ἀπαντήσεις, λόγια ποὺ ἀνταλλάσσονται τοῖς μετρητοῖς – εἶν’ ὅλο γιὰ κάποια δοσοληψία· χωρὶς λόγο, τζάμπα καὶ βερεσὲ —δηλαδὴ νά ’χουμε νὰ λέμε— μεταξὺ φίλων ποὺ δὲν χαρίζονται. Τὰ στόματα ἀνοίγουν διάπλατα σὰν νὰ βγάζουν τὴ γλώσσα κοροϊδευτικά· οἱ ἦχοι μοιάζουν ἄναρθροι σὰν ν’ ἄνοιγε τὸ συρτάρι ταμειακῆς μηχανῆς. Κυκλοφορεῖς ἀνάμεσα στὸ πλῆθος λαθραῖα, νιώθοντας σὰν πλαστὸ χαρτονόμισμα κι ἐκεῖ ξεχωρίζεις, σὰν κλέφτης ποὺ καιροφυλακτεῖ ἐνῶ ἐκεῖνοι σὲ ἀγνοοῦν ἀνύποπτοι, προερχόμενες ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, φράσεις νὰ κουδουνίζουν μὲ τὸν ἦχο ποὺ κάνει ἕνα κέρμα ποὺ πέφτει στὸ πλακόστρωτο. Ἀπὸ τὶς φτηνὲς ὑποσχέσεις τῆς πολιτικῆς μέχρι τὸ πεζοδρόμιο, τὰ λόγια πέφτουν στὸ κενό. Στὴν ἀγορὰ ὅλοι μιλοῦν ἀνάμεσα στὰ δόντια σὰν νὰ δαγκώνουν κάλπικο νόμισμα – ἢ καὶ ἐφαρμόζουν πιστὰ τὸ δόγμα: «ἡ σιωπὴ εἶναι χρυσός». Τὰ λόγια τους, ὅταν μιλᾶνε γιὰ λεφτὰ —δηλαδὴ πάντοτε ἀνεξαιρέτως— εἶναι ἡ ἴδια τους ἡ σιωπή – ἐξαργυρωμένη, κελαηδώντας σὰν ζεστὸ συνάλλαγμα.
Τὸ ἀφεντικὸ εἶχε φύγει γιὰ κεῖ ὅπου δὲν περνᾶνε λεφτὰ καί, μέχρι νὰ ἐκδηλωθεῖ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐκμετάλλευση τῶν λουτρῶν, τὸ κοινὸ ἔμπαινε ἐλεύθερα – ἔλειπε ὁ σκύλος πού, τὸ Χειμώνα, φύλαγε σὰν Κέρβερος καί, περνώντας τὴν καγκελόπορτα, ἦταν σάν, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του, νὰ εἰσερχόσουν λαθραῖα στὸν κάτω κόσμο, ὅπου οἱ ψυχές, μ’ αὐτὴν τὴ σιωπὴ τοῦ βυθοῦ, ἔστεκαν ἀμίλητες ἤ, σὰν νὰ ‘ταν τὰ φαντάσματα τῶν ἀλλοτινῶν λουομένων ποὺ ’χαν γίνει ἀφρός, ψιθύριζαν μυστήρια καὶ ἀκατάληπτα μὲ τὴ βοὴ τῶν κυμάτων, σ’ αὐτὸ τὸ διφορούμενό τους πήγαιν’ ἔλα, τὸ αἰώνιο πού, ὅμως, δήλωνε ὅτι ὅλα ἦταν παροδικά, ὅπως ἐκεῖνα ἔρχονταν καὶ παρέρχονταν. Μὲ τὰ κύματα, τὸ ἀφεντικὸ ἔκοψε στὴν εἴσοδο μιὰ ζωὴ εἰσιτήρια κι ἔτσι πλήρωσε γιὰ τὸ τελευταῖο του ταξίδι, ἀπ’ αὐτὰ τὰ φραγκοδίφραγκα, τὰ ναῦλα γιὰ τὴν εἴσοδό του στὸ νερὸ καὶ τὴ μεταφορά του ἀκτοπλοϊκῶς, ἀπὸ τὸ βαρκάρη – σὲ αὐτὴν τὴν τελευταία συναλλαγή, κάπως σὰν ἐπισφράγιση τοῦ ὅτι ὁ νεκρὸς δὲν ἄφηνε ἀνοικτοὺς λογαριασμούς, συγκαταλεγόμενος πιὰ ἀνάμεσα σὲ ὅσους δὲν ταράζονταν ἀπὸ καμία ἀνάγκη ἢ ἐπιθυμία.








