Dina Amanatides, Dreams of Clay, Drops of Dew (Owl Publishing, Melbourne 2011)


 Στην ελληνική γλώσσα ο τίτλος μεταφράζεται Όνειρα Από Πηλό, Σταγόνες Δροσιάς.

Πρόκειται για μια ακόμα επιτυχία των Εκδόσεων Owl, τις οποίες διαχειρίζεται και επιμελείται η Ελένη Νίκα –που από την αρχή έως τώρα μας έχει συνηθίσει σε αρκετά επιλεγμένες και πολύ καλά τεκμηριωμένες εργασίες– μιας και ο εν λόγω τόμος είναι μια από τις ελάχιστες αυτές εργασίες ποιητών της ευρύτερης ελληνοαυστραλιανής παροικίας που παρουσιάζεται στην αγγλική γλώσσα.

Η Κωνσταντίνα Ντούνη, επίσης ποιήτρια, πανεπιστημιακός και ερευνήτρια, εργαζόταν πάνω από έξι χρόνια στα ποιήματα της Ντίνας Αμανατίδου. Έχει κάνει αυστηρή επιλογή των ποιημάτων τη Ντίνας Αμανατίδη και πιστεύω ότι το όλο μεταφραστικό της έργο στον τόμο αυτό είναι κάτι παραπάνω από θαυμάσιο και θα πρέπει να τύχει των επευφημιών όλων.

Η Ντίνα Αμανατίδου γεννήθηκε στον Μελιγαλά Πελοποννήσου και ήρθε στην Αυστραλία το 1958. Είναι από τις πολυγραφότατες ποιήτριες και λογοτέχνιδες της ελληνικής παροικίας και γράφει για πάνω από πενήντα χρόνια. Έχει κυκλοφορήσει αρκετές ποιητικές συλλογές, αλλά και μικρές ιστορίες και στοχασμούς, δεκαοκτώ εν όλω βιβλία, ενώ δουλειά της έχει δημοσιευτεί στα δύο κυριότερα λογοτεχνικά μας περιοδικά Αντίποδες και Ο Λόγος, αλλά και άλλα περιοδικά και ανθολογίες, εδώ και στην Ελλάδα. Έχει σπουδάσει Νέα Ελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Νέας Αγγλίας, έχει διδάξει Ελληνικά σε σχολεία και πανεπιστήμια, είναι ιδρυτικό μέλος του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού και διετέλεσε επί χρόνια μέλος των εκάστοτε Διοικητικών του Συμβουλίων, αλλά και άλλων παροικιακών οργανισμών. Για την τεράστια προσφορά της έχει τιμηθεί τόσο από την ελληνική παροικία όσο και από την αυστραλιανή κυβέρνηση.

Η Κωνσταντίνα Ντούνη γεννήθηκε στη Μελβούρνη απο Ευβοιώτες γονείς και σπούδασε Ελληνικά και Κλασικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, Νέα Ελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Νέας Αγγλίας και Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Κουίνσλαντ. Τώρα κάνει το PhD της με θέμα τη λογοτεχνία των Ελληνοαυστραλών γυναικών στο Πανεπιστήμιο La Trobe. Εργάστηκε ως λέκτορας στις δεκαετίες 1980 και 1990 κυρίως στο Πανεπιστήμιο RMIT. Επίσης πολυβραβευμένη, η Κων. Ντούνη έχει δημοσιεύσει τα βιβλία From Sapho to Sappfo (RMIT, 1994), την ανθολογία Re-telling the Tale (με την Ελένη Νίκα, Owl, 1994), Zorro, the Adventures of an Australian Terrier (μετάφραση στην αγγλική του ομότιτλου βιβλίου της Αικ. Μπαλούκα, Pisces 2006), Poems for my Mother (δίγλωσση ποιητική συλλογή Olive Grove, 2009) ενώ έχει δημοσιεύσει αρκετά άρθρα, ποιήματα, πρόζες, μικρές ιστορίες και μεταφράσεις. Αναμένεται μετάφρασή της ποιημάτων του Νίκου Νινολάκη καθώς και μια δίγλωσση ανθολογία γυναικείας πρόζας.

Το βιβλίο προλογίζεται ενδελεχώς από τη μεταφράστρια όπου όχι μόνο πλέκεται το εγκώμιο της ποιήτριας η οποία χαρακτηρίζεται από τους ζωντανούς θησαυρούς των ελληνικών γραμμάτων και λογοτεχνίας στην Αυστραλία, αλλά εξηγείται και η διαδικασία επιλογής και μετάφρασης των ποιημάτων.

Η δε γνωστή Αυστραλή ποιήτρια Judith Rodriguez λέει ότι μερικά από τα ποιήματα που παρουσιάζονται στον τόμο αυτό είναι βασικά χαρακτηριστικά εργαλεία στο να κατανοήσει κάποιος τη σύγχρονη αυστραλιανή εμπειρία και γι’ αυτό θα πρέπει να πάρουν τη θέση που τους αξίζει αννάμεσα στα πλέον γνωστά αυστραλιανά ποιήματα.Η μετάφραση της Κων. Ντούνη, κατά την Judith Rodriguez, όχι μόνο αναδεικνύει μερικά από τα ποιήματα αυτά, αλλά και ακόμα τις σκόρπιες σκέψεις της ποιήτριας, με τα οποία η Ντίνα Αμανατίδη προβάλλει ως μια από τις πλέον πολύτιμες ποιήτριές μας.

Οι φωτογραφίες του μπροστά (με τον τίτλο Βρύση) και του πίσω εξωφύλλου (με τον τίτλο Ένα Μεσσηνιακό Τοπίο) είναι ζωγραφικοί πίνακες του συμπατριώτη της Ντίνας Αμανατίδη, Κώστα Δρούτσα.

 * Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημεριδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος” στις 14 Μάη 2011.

The Collected Poems Of Nikos Kavvadias (Μετάφραση Gail Holst-Warhaft – Δίγλωσση έκδοση, Cosmos Publishing, Νέα Υόρκη)

Πέρυσι συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή της θάλασσας Νίκου Καββαδία, κάτι που γιορτάζεται με εκδήλωση στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αντίποδες την Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011, 6.00 μ.μ., στο Melba Hall, Royal Parade, Parkville.

Ο Νίκος στα ποιήματά του αποτύπωσε τη θαλασσινή φύση του Έλληνα. Αγαπούσε και πονούσε τους συνανθρώπους του και τους βοηθούσε όσο μπορούσε. Ήταν ο άνθρωπος που αγαπούσε καθετί που δάκρυζε, γιατί του θύμιζε τον ίδιο του τον εαυτό. Ρομαντικός, γραφικός και παράξενος, από τα νεανικά του χρόνια κέντριζε το ενδιαφέρον των πιο γνωστών λογοτεχνών της εποχής του: Θεοτοκά, Καραγάτση, Ουράνη κ.ά. Ζωντάνευε τους τόπους και τους ανθρώπους που γνώριζε στα ταξίδια του με έναν ιδιαίτερα νοσταλγικό και τρυφερό τρόπο. Ο αναγνώστης «ταξιδεύει» σε έναν κόσμο που συνδυάζει την πραγματικότητα με την ουτοπία. Έφυγε νωρίς, όχι στη θάλασσα, όπως ο ίδιος το ήθελε, αλλά ξαφνικά στη στεριά σε ηλικία μόλις 66 ετών.

Ήταν άνθρωπος ήπιος και γλυκομίλητος. Αγαπούσε τα αστεία, τα μπορντέλα και τα κορίτσια τους, και τη ζωγραφική – στην καμπίνα του είχε κρεμασμένους τρεις πίνακες του Henri de Toulouse-Lautrec. Διάβαζε πάντα πολύ και του άρεσε ιδιαίτερα να απαγγέλλει ποίηση άλλων – άλλωστε γνώριζε προσωπικά πολλούς από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής, όπως τους Βάρναλη, Σεφέρη, Ελύτη, Σικελιανό.

Η ποίηση του Νίκου Καββαδία σίγουρα ήταν ιδιαίτερη με κάποια δικά της χαρακτηριστικά. Ένα από αυτά είναι η εμμονή του στο μέτρο σχηματίζοντας πολλές φορές ασυνήθιστες και ιδιόρυθμες ομοιοκαταληξίες. Ένα άλλο είναι ότι οι ποιητικές του συλλογές περιείχαν λίγα ποιήματα και ήταν μόνο τρεις, όμως τα ποιήματα που είχε γράψει ήταν πολύ περισσότερα… Πέρα από τη θάλασσα στους στίχους του είναι εμφανής η αγάπη του για τη ζωγραφική με αρκετές αναφορές σε ζωγράφους. Άλλωστε και στις πρώτες εκδόσεις των βιβλίων του υπήρχαν έργα ζωγράφων. Φαίνεται ότι τα περισσότερα τα έγραψε μέσα στα καράβια.

Οι επιρροές του από τον Μπωντλέρ είναι εμφανείς. Ομοιότητες ακόμα με την ποίηση του Καββαδία βλέπουμε στους Κώστα Ουράνη, Γιάννη Σκαρίμπα και Θανάση Αβραμίδη.

Τα ποιήματά του έγιναν ευρέως γνωστά και έφτασαν στα χείλια των περισσοτέρων ανθρώπων από τις μελοποιήσεις τους. Μάλλον είναι ο ποιητής που μελοποιήθηκε περισσότερο απ’ όλους αναλογικά με το συνολικό μέγεθος του ποιητικού του έργου. Αν και πρώτος ήταν ο Γιάννης Σπανός αυτός που μελοποίησε στίχους του Νίκου Καββαδία, εκείνος που έχει συνδέσει το όνομά του με αυτό του ποιητή, όσον αφορά τις μελοποιήσεις, είναι ο Θάνος Μικρούτσικος, που μελοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του μαρκόνη ποιητή. Αξιολογότατη και εντελώς διαφορετική ήταν η προσέγγιση της Μαρίζας Κωχ στους στίχους του.

Η Gail Holst-Warhaft γεννήθηκε στη Μελβούρνη. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης. Εργάστηκε στην Ελλάδα ως μουσικός (συνεργάστηκε με τους Θεοδωράκη, Σαββόπουλο και Μ.Κωχ) και δημοσιογράφος στη δεκαετία του 1970. Έγραψε το σενάριο για την ταινία Rembetika: The Blues of Greece με τον Anthony Quinn. Μετέφρασε έργα των Καββαδία, Ζέη, Καμπανέλλη, Θεοδωράκη κ.ά. Βιβλία της: Road to Rembetika: Music of Greek Sub-culture (1975 – μεταφράστηκε στα ελληνικά, τουρκικά και γερμανικά), Theodorakis: Myth and Politics in Modern Greek Music (1980), Dangerous Voices: Women’s Laments and Greek Literature (Rutledge, 1992) και The Cue for Passion: Grief and its Political Uses (Harvard University Press, 2000). Τώρα είναι υπεύθυνη της Mediterranean Initiative και διδάσκει Συγκριτκή Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Cornell των ΗΠΑ.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος” στις 23 Απρίλη 2011.

Ερνέστο Σαμπάτο, Πριν το Τέλος (εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1998)

Ο μεγάλος Αργεντινός συγγραφέας Ερνέστο Σαμπάτο άφησε αυτόν τον κόσμο μόλις πριν μια βδομάδα, το Σάββατο, 30 Απριλίου 2011. Παρά δύο σχεδόν μήνες ήταν ακριβώς 100 χρόνων.

Έτσι, για να τιμήσω τον Ερνέστο Σαμπάτο, έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής, παρουσιάζω σήμερα, εκτάκτως κατά κάποιο τρόπο, το βιβλίο αυτό.

Το Πριν Το Τέλος είναι το τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας λίγο πριν το κλείσιμο του 20ού αιώνα και αμέσως μετά το θάνατο της συζύγου του Ματθίλδης και του γιου του Χόρχε. Η έλλειψή τους, οι πρώτες αναμνήσεις του συγγραφέα από τα παιδικά του χρόνια, η παράξενη εφηβεία του, η καθ’ όλα δύσκολη απόφασή του να εγκαταλείψει την επιστήμη της Φυσικής καθώς και οι εκάστοτε προβληματισμοί του σχετικά με αυτήν είναι μερικά από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Ερνέστο Σαμπάτο στο εν λόγω βιβλίο.

“Απευθύνομαι σε σένα και, μέσω εσού, σε όλα αυτά τα νέα παιδιά που μου γράφουν η με σταματούν στο δρόμο, ακόμα και σε κείνα που με παρατηρούν από τα άλλα τραπέζια σε κάποιο καφέ και που θέλουν να με πλησιάσουν, αλλά δεν τολμούν.

Δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να σας πω αυτά τα λόγια.

…Ξετρελαμμένοι από την προσπάθειά μας να γίνουμε αποδεκτοί από τις υπεραναπτυγμένες χώρες, διαπράξαμε το σοβαρότατο λάθος να χάσουμε τον πραγματικό μας εαυτό μιμούμενοι τις αυτοκρατορίες της μγηχανής και του τεχνολογικού παραληρήματος.

…Γιατί τούτο είναι που αγνοούν όλοι αυτοί οι εξουσιαστές μας. Δεν ξέρουν ότι και τα δικά τους παιδιά βρίσκονται στην ίδια άσχημη θέση. Δεν μπορούμε όμως να πέσουμε στην κατάθλιψη γιατί κατά κάποιο τρόπο είναι και αυτή μια πολυτέλεια που δεν μπορούν να την προσφέρυν οι πατεράδες στα παιδιά τους που πεθαίνουν από την πείνα…

…Οφείλουμε να ανοιχτούμε στον κόσμο να πάψουμε να θεωρούμε ότι η καταστροφή βρίσκεται εκεί έξω, αλλά να κατακάβουμε ότι καίει σαν μια καλοταϊσμένη φωτιά μέσα στην εστία των ίδιων μας των σπιτιών. Είναι η ζωή μας και η γη μας που βρίσκονται σε κίνδυνο…” γράφει ο ίδιος κάπου σ’ αυτό το βιβλίο.

Ο Ερνέστο Σαμπάτο γεννήθηκε στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες το 1911. Σπούδασε Φυσική και Φιλοσοφία στο Εθνικό πανεπιστήμιο Λα Πλάτα και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Εργαστήριο Κιουρί στο Παρίσι. Η επαφή του με τον Αντρέ Μπρετόν και η παράλληλη διαπίστωσή του ότι η Πυρηνική Φυσική και η Γενετική εγκυμονούν κινδύνους τον έκαναν να εγκαταλείψει την επιστήμη και να αφιερωθεί στη λογοτεχνία. Στο πρώτο του βιβλίο (Ο Ένας και το Οικουνενικό, 1945) συγκρούεται ο διανοούμενος με τον επιστήμονα.  Το 1948 κυκλοφορεί ένα από τα καλύτερά του βιβλία Το Τούνελ, με το οποίο καθιερώνεται ως συγγραφέας. Το 1961 έρχεται το πιο εμβληματικό, κατά τη γνώμη μου, έργο του, το Περί Ηρώων και Τάφων, με το οποίο αρχίζει επίσης να αποσπά σημαντικά διεθνή βραβεία. Το επόμενο έργο του Αββαδών ο Εξολοθρευτής είναι και αυτό από τα πιο αξιόλογα έργα του. Το 1977 αρχίζει να κλονίζεται η υγεία του και εν συνεχεία οι γιατροί του απαγορεύουν το γράψιμο και τη συστηματική ανάγνωση και αυτός στρέφεται σε ένα άλλο παλαιό  ασίγαστο πάθος του τη ζωγραφική. Μαζί με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες θεωρούνται οι δύο μεγαλύτεροι συγγραφείς της Αργεντινής και από τους μεγαλύτερους της Λατινικής Αμερικής.

Στο άμεσο μέλλον θα παρουσιάσω και ένα άλλο βιβλίο του Σαμπάτο, για μένα από τα καλύτερά του, το Αντίσταση.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, το Σάββατο, 7 Μάη 2011.

Μάρκος Μέσκος, Μουχαρέμ (εκδ. Νεφέλη)

Το τρίτο πεζογραφικό βιβλίο του -και ποιητή- Μάρκου Μέσκου με οκτώ πεζά, γραμμένα είκοσι χρόνια μετά τις δύο προηγούμενες συλλογές πεζών («Κομμένη γλώσσα» και «Παιχνίδια στον Παράδεισο»). Σύντομα πεζά εξαιρετικής πυκνότητας, συνθέτουν μια μυθολογία που ξεκινά πριν από ενάμιση αιώνα στον χώρο γύρω από τα Βοδενά και παρακολουθεί τους ανθρώπους στο πέρασμα των εποχών. Το ομότιτλο πεζό του βιβλίου αυτού, αν και γραμμένο τελευταίο, δίνει τον κορμό αυτής της μυθολογίας, τα ονόματα έρχονται και δένουν με τις ιστορίες και προς συμπλήρωση όσων πεζών προηγήθηκαν. Στο «Μουχαρέμ», ο παππούς ανιστορεί τα του βίου του, από το 1866 που γεννήθηκε στο τότε Γραμματίκοβο μέχρι το 1954, όταν «έπεσε στον βυθό» και τελείωσε.

Στο χάνι του Τουρκαλβανού Μουχαρέμ, στα Στενά της Εδεσσας, από όπου κάποτε περνούσε η Εγνατία Οδός, έγιναν βίαιες συγκρούσεις Βουλγάρων κομιτατζήδων με Ελληνες. Αργότερα, στην ίδια στρατηγική θέση, σημειώθηκαν μάχες Γερμανών, Ιταλών και Ελλήνων. Ύστερα, οι Ελληνες χωρίστηκαν στα δύο, σε Μπλε και Πράσινους, όπως τους αποκαλεί ο συγγραφέας, λες και πρόκειται για τους Βένετους και τους Πράσινους των βυζαντινών χρόνων, οπότε και άρχισε στον ίδιο τόπο η αναμεταξύ τους διαμάχη.

Στις διηγήσεις του Μ. Μέσκου πλανιέται η αμφιβολία για το σκοπό του αγώνα των Πράσινων· «στην τσέπη μας ή στον αέρα», οι ιδέες; «Σε αλλεπάλληλους κύκλους… συγκίνηση και συνειρμοί…».

«Μνήμες ζωής ο θάνατος» είναι ο τίτλος ενός άλλου πεζού. Η σαββατιάτικη επίσκεψη στον τάφο της γιαγιάς στέκεται η αφορμή για ένα προσκλητήριο αφανών που παρατάσσονται δίπλα σε όσους συγκράτησε η Ιστορία, από τα βάθη των αιώνων μέχρι το άδηλο μέλλον. Επικεφαλής ο κατ’ εξοχήν νεκρός είναι αυτός που σημαδεύει με τον θάνατό του την εφηβεία. Ο Μ. Μέσκος αποτυπώνει «το αλισβερίσι της αιώνιας ματαιότητας».

Τα οκτώ πεζά θα μπορούσαν να ονομαστούν και αφηγήματα, εκτός από το «Μουχαρέμ», που έχει την αυτοτέλεια νουβέλας, και το εναρκτήριο πεζό, το θαυμάσιο διήγημα «Ο κόκορας».

Στο πεζό «Στο Φανάρι», αφιερωμένο «στο φίλο από τη Βιζύη», ο συγγραφέας παρουσιάζει με παιγνιώδη τρόπο τη «συμβίωση» στην παραλία με μια μεσόκοπη Τουρκάλα. Ενας χαρακτήρας που θυμίζει Μοσκώβ-Σελήμ, όπως ορέγεται τη θάλασσα και, παρά την παραδοσιακή της φορεσιά, τελικά ενδίδει στον πειρασμό.

Ο Μ. Μέσκος, μέσα από αυτή την ελλειπτική έως κρυπτική γραφή, αρθρώνει έναν αντίλογο στη βαρβαρότητα της εποχής μας. Ο γενέθλιος τόπος του ποιητή είναι φτιαγμένος από μαύρη πέτρα, όπως δηλώνει και η ονομασία Καρακάμεν για το όρος Βέρμιο.

Πεζά όπου ο συγγραφέας φανερώνεται αμφίθυμος, σαν να προσθέτει περισσότερο λευκό «στα ολόμαυρα του θανάτου». Παρατηρούμε ότι οι ιστορίες από το μακρινό παρελθόν, με τη μετακένωσή τους στο «συγκοινωνούν δοχείο της πεζογραφίας», αποκτούν διαφορετικές προοπτικές. Και ο Μ. Μέσκος θέλει να τις αναδείξει.

Ο Μάρκος Μέσκος γεννήθηκε το 1935 στην Έδεσσα όπου και τέλειωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Εργάστηκε αρχικά στο εμπορικό του πατέρα του. Από το 1965 ως γραφίστας, καλλιτεχνικός διευθυντής σε διαφημιστικά γραφεία και επιμελητής εκδόσεων στην Αθήνα. Το 1981 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Έχει γράψει ποίηση, πεζά και δοκίμια προσωπικών αφορμήσεων.

Μέλος των ομάδων των περιοδικών “Σημειώσεις” (αρχικά “Μαρτυρίες” και “Προτάσεις”) και “Χειρόγραφα” στη Θεσσαλονίκη.

Εργασίες του υπάρχουν στον τοπικό Τύπο της ιδιαίτερης πατρίδας του, σε περιοδικά και ανθολογίες. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες. Βραβεύτηκε με το βραβείο ποίησης του περιοδικού “Διαβάζω” το 1996 για τη συλλογή “Χαιρετισμοί” και με το βραβείο Καβάφη 2005.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, στις 20 Απρίλη 2011.

Αντιγόνη Κεφαλά “Sydney Journals – Reflections1970-2000”

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Ένα βιβλίο από τα μη συνηθισμένα ποιητικά της Αντιγόνης Κεφαλά. Γραμμένο από το σπίτι της στο Annandale του Σίδνεϊ, ολοκληρωμένο μέσα σε 30 χρόνια, αν και μέρη του έχουν γραφτεί ενόσω η συγγραφέας βρισκόταν στο Broken Hill και την Wilcannia, αλλά και στο Παρίσι, τη Βενετία, την Πράγα και την Αθήνα.

Στα “Sydney Journals” έρχεται στην επιφάνεια το λογοτεχνικό και ακαδημαϊκό περιβάλλον της συγγραφέως, ο στενός της κύκλος θα λέγαμε, αρκετά μέλη του οποίου είναι μετανάστες όπως και η ίδια. Ένας κόσμος που αποτελείται και καθορίζεται από τις μεταξύ των μελών του συζητήσεις για γενικότερα λογοτεχνικά, θεατρικά, εικαστικά, κινηματογραφικά και άλλα καλλιτεχνικά θέματα, αλλά και μια αδάμαστη φιλία.

Μια άλλη άκρως σημαντική πτυχή του έργου αυτού της Κεφαλά είναι ότι δίνεται μέσα απ’ αυτό ανάγλυφη η άποψη της ποιήτριας τόσο για τη δική της όσο και για τη γενικότερη δημόσια ζωή της περιόδου που καλύπτει το βιβλίο, τις εναλλαγές των εποχών, το μεγάλωμα της ίδιας και των κλειστών της φίλων καλλιτεχνών, αλλά και οι δραματικές εναλλαγές της πόλης του Σίδνεϊ και του περιβάλλοντος τοπίου.

Το γράψιμο της Κεφαλά είναι αρκετά αξιόλογο για την σαφήνεια, την ένταση, αλλά και τη λιτότητά του, κάτι που την έχει ήδη καταστήσει μία από τις σπουδαιότερες ημερολογιογράφους της Αυστραλίας.

Η συγγραφέας γεννήθηκε στη Ρουμανία από Έλληνες γονείς. Με το τέλος του Β΄ Παγκ. Πολέμου η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, απ’ όπου η ίδια μετανάστευσε στη Νέα Ζηλανδία, όπου φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Victoria του Wellington. Μένει και δημιουργεί στο Σίδνεϊ. Γράφει στα αγγλικά και έχει κυκλοφορήσει αρκετές ποιητικές συλλογές με πιο πρόσφατη την “Absence – New and Selected Poems” (εκδ. Hale and Iremonger).

Το “Sydney Journals” εκδόθηκε από το Giramondo Publishing. Επίσης, το 2009 κυκλοφόρησε το “The Confessions of a Cat”, σε ελληνοαγγλική έκδοση από το Owl Publishing.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της ΜελβούρνηςΝέος Κόσμος στις 10 Ιούλη 2010.

 

Έκτωρ Κακναβάτος, Ποιήματα 1943-1974 (Άγρα)

* Το κείμενο δεν είναι ακριβώς δικό μου, απλώς συνέραψα διάφορα αποσπάσματα από άλλα κείμενα. Στη μορφή αυτή εδώ δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης Νέος Κόσμος στις 18 Δεκέμβρη 2010.

Ο υπερρεαλισμός του οποίου θερμός υπερασπιστής είναι ο Έκτωρ Κακναβάτος διευρύνει και υπερβαίνει μια πραγματικότητα που τείνει να μας επιβληθεί ως μοναδική. Είναι μια άσκηση ελευθερίας και επιστροφή στην αρχέγονη αθωότητα. Η ποίησή του με την υπερρεαλιστική του τόλμη, προσπαθεί να συλλαβίσει “το μη λεγόμενο”, το άγλωσσο Χάος, για να “δεις τα σχήματα που είναι ανίδωτα ν’ ακούσεις λέξεις που εντός τους κλείστηκαν αρχαία τζιτζίκια και που σωπαίνουν από μόνες τους μη γίνουν λόγος και μόνον in hyperbola ηχούν”, αφού τα πράγματα με την έξοδό τους στην επιφάνεια του λόγου, απ’ τη σιωπή όπου ωριμάζουν, καταργούνται τη στιγμή που ονοματίζονται, διαρρέει η περίσσεια των σημασιών τους και οι λέξεις γίνονται τα καχεκτικά σκέλεθρα του ανείπωτου. Γι’ αυτό και η αγωνία της ποίησης, στη μάχη της με τη γλώσσα, να βρει την κερκόπορτα του άρρητου. Ερωτεύεται την ουσία, πλαγιάζει με τη σκιά της. Αγωνίζεται με υπαινιγμούς και παραβολές σε μια διαρκή πάλη με το ανέφικτο. Ο έρωτας, ως αξία ζωής και δύναμη λυτρωτική, διατρέχει το σύνολο του έργου του.

Η ποιητική του Κακναβάτου υπερβαίνοντας τα τείχη της διάκρισης, συναιρεί στο ενοποιημένο πεδίο του λόγου, το φιλοσοφικό στοχασμό, την Ιστορία, τις θετικές επιστήμες, το καθημερινό βίωμα. Στα τοπία της ποίησής του, δεν θα γνωρίσεις την πλήξη και θα περιηγηθείς με το ίδιο εισιτήριο, από τις Μυκήνες και τον Αντιοχέα Μαρκούζε, ως το βυθό της σιωπής.

Αυτή η συνολική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία σπανίζει σήμερα καθώς κυκλοφορούμε χαμένοι και παγιδευμένοι στις ατραπούς της εξειδίκευσης, έλκει την καταγωγή της από τους προσωκρατικούς, όταν τα μαθηματικά ήταν συνδεδεμένα με τη φιλοσοφία και αυτή δεν είχε κατέβει ακόμα απ’ το άρμα της ποίησης. Θυμίζει, επίσης, την παράδοση των Νέων Χρόνων όταν οι επιστήμονες ήταν ταυτόχρονα φιλόσοφοι και καλλιτέχνες και συνέβαλαν να περάσουμε από τη μεσαιωνική θεολογική σκέψη, σε μια άλλη αντίληψη του κόσμου με οριακό έργο τις “Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας” του Νεύτωνα. ‘Ομως “ξέρετε στις μέρες μας να μετράει το θάμπος; ή απ’ τα princiria το μεγαλείο;”Μαθηματικός ο ίδιος, πελεκά θεωρήματα, φτιάχνει τη δική του άλγεβρα με μιαν άλλη ράτσα αριθμών που “μετρά τα πράγματα αλλιώς, με της σιωπής το παραλάλημα -μονάδα”. Ψηλαφεί το ένα “το Αιώνιο που χάρη στο σπέρμα του Αριθμού, θα σχίστηκε τουλάχιστο στα δυο κι έτσι θεσπίστηκε η αρχέγονη σχέση ανάμεσα σε τούτο και το άλλο”. Προχωρά την αριθμητική του έως τα έσχατα όρια όπου αρχίζει και τρίζει. Αναρωτιέται αν είναι ενάριθμο το Χάος. Η αναγνώριση αυτή του επιστημονικού λόγου δεν είναι βέβαια η άκριτη πίστη του Λωτρεαμόν, εκατόν είκοσι χρόνια πριν, ο οποίος θεωρούσε τα Μαθηματικά έκφραση της υπέρτατης αλήθειας και της αρμονίας του σύμπαντος.

Ο Έκτωρ Κακναβάτος, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Κοντογιώργη, γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά. Μεταξύ 1937 και 1941 σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατόπιν εργάστηκε ως καθηγητής στην ιδιωτική εκπαίδευση. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Το 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία και τη Μακρόνησο. Διετέλεσε διατελέσει σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας και αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων. Πρωτοεμφανίστηκε το 1943 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής του με τίτλο «Fuga». Το 1983 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης για τη συλλογή του In Perpetuum. Μεταξύ των έργων του είναι τα «Fuga» (1943), «Διασπορά» (1961), «Η κλίμακα του λίθου» (1964), «Τετραψήφιο» (1971), «Οδός Λαιστρυγόνων» 1978, «Τα μαχαίρια της Κίρκης» (1981), «In Perpetuum» (1983), «Κιβώτιο ταχυτήτων» (1987) «Οι ακισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός κ.ά.

Angela Costi, Honey and Salt (Five Islands Press, 2007)

Στη καθ’ όλα σημαντική και αξιόλογη αυτή ποιητική συλλογή της ποιήτριας Angela Costi (Αγγελική Κωστή) παρουσιάζονται εικοσιένα ποιήματα. Στο ποιητικό κοινό της Μελβούρνης αλλά και άλλων πόλεων της Αυστραλίας τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής είναι γνωστά, μιας και η ποιήτρια τα έχει παρουσιάσει συμμετέχοντας σε πλείστες ποιητικές και άλλες λογοτεχνικές και εν γένει καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, σε διαφορετικά μέρη, από θεατρικές σκηνές μέχρι αίθουσες μπαρ και παμπ.

Η Angela Costi παρουσιάζει ρωμαλέα και αισθησιακά ποιήματα, δημιουργώντας ιστορίες και εικόνες με συστατικά τη δυνατή μνήμη και την πολιτιστική συγγένεια που δίνουν ένα μίγμα ξεκάθαρης φωνής και ιστορικής συνάφειας. Η όλη ποιητική δουλειά της δεν είναι απλώς και μόνο μια ακόμα πένα στο πολυπολιτιστικό στερέωμα της Μελβούρνης αλλά ενέχει μια βαθιά πολιτιστική νότα, με προσωπικό όσο και συνολικό βάρος καθώς αποκαθιστά την ποσωπικότητα ατόμων και οικογενειών. Η ποίησή της είναι μια εξαίσια απεικόνιση, αλλά και ένα χρονικό των εμποδίων και του πόνου που προκαλεί μια μετανάστευση, κάτι που ένιωσαν οι μεταναστευτικές γενιές σ’ αυτή τη χώρα.

Η ποίηση της Angela Costi έχει μια ασυνήθιστη τόλμη όταν μέσα από τους στίχους της επιχειρεί να ανιχνεύσει τη μεταναστευτική εμπειρία της ίδιας της οικογενείας της. Μακριά από το να περιορίζεται σε μια απλή νοσταλγία, η ποίηση αυτή προσπαθεί να ιχνηλατίσει και να αναδείξει όχι μόνο το κάθε “μαύρο πρόβατο” της οικογένειας αλλά και να αγκαλιάσει όλα αυτά που παραπαίουν ανάμεσα σε άσχημα ή καθόλου κατανοητές παραδόσεις. Είναι μια ποίηση που μπορεί να ενδώσει στο αστείο της κάθε υπόθεσης, αλλά και που μπορεί να μιλήσει ξεκάθαρα για τις πλούσιες παιδικές αναμνήσεις ή να φέρει στην επιφάνεια τις αγαπημένες θύμησες του καθένα, μια ποίηση που δεν αφήνει τον αναγνώστη στα… κρύα του λουτρού.

Η ίδια λέει ότι όταν γράφει αντικρύζει πραγματικά τις εικόνες τις οποίες περιγράφει. Δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην ίδια και στον κόσμο που δημιουργεί στο χαρτί. Ανάμεσα στις πολλές επιρροές της περιλαμβάνονται ηχηρά ονόματα της ελληνικής ποίησης, από την Σαπφώ και τον Όμηρο μέχρι Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσο, αλλά και Ελληνοαυστραλούς όπως ο Π.Ο.

Η Angela Costi, όπως είναι ευρέως γνωστή στο αυστραλιανό κοινό, έλαβε χορηγία (Grant) από το Australian National Languages and Literacy Board το 1993 για να σπουδάσει Κλασικό Θέατρο στα αρχαία ελληνικά στην Ελλάδα. Επισκέφθηκε επίσης τη γενέτειρα των γονέων της στην Κύπρο. Με την επιστροφή της στην Αυστραλία, επιδόθηκε στο γράψιμο ποίησης και θεατρικών έργων, ενώ συνεργάστηκε σε διάφορα projects με κοινοτικές οργανώσεις, όπως το Relocated που τιμήθηκε με Βραβείο in Innovation and Excellence in Community το 2002. Έχει ακόμα εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Dinted Halos και Prayers For The Wicked (σε cd), ενώ ποιήματα και κείμενά της έχουν επανειλημμένα δημοσιευτεί στα πιο έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μεταδοθεί από ραδιοφωνικούς σταθμούς στην Αυστραλία, την Ελλάδα, την Κύπρο, τις ΗΠΑ και την Αγγλία. Η ίδια έχει, επίσης, συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα της εγχώριας ποιητικής και λογοτεχνικής σκηνής. Πρόσφατα επέστρεψε από την Ιαπωνία όπου με χορηγία των Australia Council for the Arts και Vic Arts παρουσίασε ποίησή της σε συνεργασία με το Stringraphy Ensemble και συγκρότημα που παίζει ένα αρχαίο κινέζικο μουσικό όργανο με το όνομα Sheng.

Το εξώφυλλο της παρούσας ποιητιής συλλογής είναι δουλειά της ζωγράφου Nevin Hirik που ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης Νέος Κόσμος στις 5 Μάρτη 2011.

 

Tom Petsinis My father’s tools (Arcadia)

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Στην ποιητική αυτή συλλογή (την έκτη στη σειρά) του Τομ Πετσίνη, αναδύονται οι σχέσεις μεταξύ πατέρα και γιου. Ο τίτλος της συλλογής αυτή αφορά ένα παλιό εργαλείο του πατέρα του ποιητή που σκούριαζε στην αποθήκη. Παρ’ ότι τα μικρά ποιήματα της εν λόγω συλλογής αποτελούν φαινομενικά ανεξάρτητα κομμάτια μεταξύ τους, η όλη τους αξία έγκειται στο ότι διαβάζονται μαζί σαν μια αδιάσπαστη ενότητα. Γιατί ως σύνολο η συλλογή απεικονίζει ένα πορτραίτο μιας πολύπλοκης σχέσης – πατέρα και γιού – αρχίζοντας με την επιφάνεια και προχωρώντας ολοένα προς την ουσία και τον πυρήνα της όλης σχέσης.

Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής ο αναγνώστης περιβάλλεται από αίσθημα λύπης και απώλειας. Με διάχυτη την ρυθμική μελαγχολία αλλά και την ομοιοκαταληξία, ο Πετσίνης μας μεταφέρει σε ένα συγκινησιακό ταξίδι αντανακλώντας τις εμπειρίες του και στις δικές μας σχέσεις με τους γονείς μας και συνακόλουθα και αναπόφευκτα ειδικά όταν δεν υπάρχει καμία προσδοκία. Ο Πετσίνης αρχίζει την περιδιάβαση με την πίεση που δημιουργούν τέτοιες προσδοκίες με το ποίημα Pencil, περιγράφοντας πώς βρήκε το στυλό του πατέρα του στην εργαλειοθήκη πριν αρχίσει την κυρίως ιστορία, δίνοντας το προφανές χάσμα μεταξύ του εμπόρου πατέρα και του συγγραφέα γιου, κάνοντας επιτακτική την ανάγκη για το συγγραφέα να συνάψει αμέσως σχέσεις και να μνημονεύσει την κληρονομιά του πατέρα του.

Προχωρώντας, έχουμε την σειρά εννέα ποιημάτων με τον τίτλο ‘Adze’, που αποτελεί ένα περίγραμμα ολόκληρης σχεδόν της ζωής του πατέρα του, αρχίζοντας από το χωριό στην ελληνική Μακεδονία, απεικονίζοντας τα καρδιοχτύπια των γονέων του όταν έστελναν τα παιδιά τους μακριά δίνοντας μ’ αυτόν το σύντομο τρόπο όλες σχεδόν τις πτυχές τους.

Σε όλη αυτή τη δυναμική ποιητική συλλογή, αλλά και όπως σε άλλα έργα του ποιητή και συγγραφέα,  οι αναφορές και παραπομπές – αισθηματικής ή άλλης υφής – τόσο στη θρησκεία όσο και τους Βαλκανικούς πολέμους συνεχίζουν να αναδύονται. Έτσι λοιπόν, όσο περισσότερο εισέρχεται κανείς στο ζουμί της συλλογής τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί τη βαριά και πολυκύμαντη αξία των εργαλείων αυτών ως στοιχείων μιας πολυκαιρισμένης αλλά ακόμα πολύ βαριάς παράδοσης, μεταφορικά εργαλεία λέξεων και φράσεων που ακόμα δεν έχουν ειπωθεί ακόμα μεταξύ πατέρα και γιού. Τα εργαλεία για τα οποία μας μιλά ο Πετσίνης στη συλλογή αυτή, όπως το πέταλο του αλόγου που ο ίδιος χρησιμοποιεί ως deadweight για το γραφείο του, αποτελούν συνεχείς αναθυμήσεις αλλά και προειδοποιήσεις για ένα βαρύ παρελθόν που συνεχίζεται μέσα από ένα αισθηματικό παρόν και ίσως ένα εξίσου αισθηματικό μέλλον.

Μια συλλογή που συνιστάται για μελέτη όχι μόνο από τους λάτρεις της ποίησης αλλά και από αναγνώστες που αναζητούν θέματα σχετικά με τη μετανάστευση και τα παιδιά των μεταναστών.

Το εξώφυλλο ανήκει στον άλλο Ελληνοαυστραλό καλλιτέχνη Τζιμ Παυλίδη.

Ο Πετσίνης, ο οποίος εκτός από ποίηση, έχει γράψει νουβέλα και θεατρικό, γεννήθηκε στη Μακεδονία το 1953 και μετανάστευσε στην Αυστραλία με την οικογένειά του ενώ ήταν 6 χρόνων. Πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Μελβούρνης και εργάστηκε στο πολιτειακό Υπουργείο Παιδείας της Βικτώριας. Εργάστηκε, επίσης, ως λέκτορας Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο Victoria αλλά και Δημιουργικξ΄Γραφή στο Πανεπιστήμιο Monash University. Τώρα διδάσκει Μαθηματικά στο Victoria University of Technology της Μελβούρνης. Έχει δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές συμπεριλαμβανομένων των Naming the Number; Four Quarters, a collection based on Australian Rules Football and winner of the Michel Wesley Wright Poetry Prize, and his most recent, My Father’s Tools (Arcadia, 2009). Η νουβέλα του The French Mathematician κυκλοφόρησε το 1997, ενώ δημοσίευσε και μια συλλογή σύντομων ιστοριών με τίτλο The Death of Pan. Το θεατρικό του έργο με τίτλο The Drought, απέσπασε το Βραβείο Wal Cherry Award (το 1993) για το καλύτερο σενάριο της χρονιάς for best play script of the year, κυκλοφόρησε το 1994 και ανεβάστηκε από το La Mama. Επιπλέον, έχει μεταφράσει από τα ελληνικά στα αγγλικά έργα όπως τα Ohrid: Cultural-Historical and Natural Region in the Catalogue of World’s Heritage (1987) και  Industrial Voices: Writing from the 1991 Greek Speakers’ Workshops (1991).

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβουρνης Νέος Κόσμος στις 5 Φλεβάρη 2011.

Dimitris Tsaloumas, A Voluntary Exile – Selected writings on his life and work (Owl Publishing, Μελβούρνη 1999)

Το σχεδόν 300 σελίδων αυτό βιβλίο είναι μια συλλογή άρθρων και κριτικών για το ποιητικό έργο του Δημήτρη Τσαλουμά, ενός από τους καλύτερους ποιητές που διαθέτει η ελληνική παροικία στην Αυστραλία, και ενός από τους τραγικά ελάχιστους που έχουν αναγνωριστεί για το τεράστιας σημασίας και ποιότητας ποιητικό τους έργο, συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, μεταφραστεί ευρέως και έχουν ήδη αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της γενικότερης αυστραλιανής λογοτεχνίας.

Το βιβλίο έχει επιμεληθεί η πανεπιστημιακός και εκδότρια Ελένη Νίκα και δημοσιεύονται σε αυτό κείμενα του ίδιου του Δημήτρη Τσαλουμά, καθώς και των πανεπιστημιακών, ποιητών και κριτικών Wendy Morgan, Sneja Gunew, Con Castan, Ελένης Νίκα, Μίμη Σοφοκλέους, Μιχάλη Τσιανίκα, Judith Rodriguez, R.F. Brissenden, Thea Belou, Philip Grundy, Elizabeth Perkins, David J. Tacey, Jena Woodhouse, Κωνσταντίνας Ντούνη, John Barnes, John Lukas, Matt Simpson, Gillian Bouras, Michael Murphy και Djelal Kadir.

Η γενικότερη γνώμη για το έργο του Δημήτρη Τσαλουμά και γενικότερα για την παρουσία και δράση των ελληνικής καταγωγής λογοτεχνών και ποιητών εκείνων που δημιουργούν στην Αυστραλία αποτυπώνεται, πιστεύω, σε απόσπασμα άρθρου του Αυστραλού ποιητή και κριτικού Kris Hemensley που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Aspect τον Ιούνιο του 1981 και που δημοσιεύεται στο βιβλίο: “… η ελληνική παροικία της Αυστραλίας έχει τη δυνατότητα να βγάλει μέσα από τους κόλπους της ένα Ρίτσο ή ένα Σεφέρη. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει, πρώτον, οι Έλληνες να γράψουν και να δημοσιεύσουν εδώ στην Αυστραλία στα Ελληνικά αλλά και σε μετάφραση και, δεύτερον, η αγγλο-αυστραλιανή λογοτεχνική κοινότητα να πάρει από τη φλόγα τους”.

Η φιλοσοφία αυτής της γνώμης και ελπίδας είχε βρει την αντανάκλαση και πραγμάτωσή της κυρίως στη δεκαετία του 1980 με την πολιτική του πολυπολιτισμού και έτσι είχαμε τις πρώτες δίγλωσσες  εκδόσεις και κυκλοφορίες. Έτσι τα βιβλία του Τσαλουμά έτυχαν μιας αρκετά πιστής μετάφρασης στα αγγλικά το 1983 από τον νεοελληνιστή Philip Grundy, ο οποίος πρώτα μετέφρασε τη συλλογή Το Παρατηρητήριο (The Observatory) και την εξέδωσε από τον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου Queensland (UQP), κάτι που συνεχίστηκε και με τις συλλογές του ίδιου Falcon Drinking (Γεράκι Στη Γούρνα), The Barge (Η Μαούνα), The Harbour (Το Λιμάνι) και το πιο πρόσφατο Helen Of Troy (Ελένη Της Τροίας).

Να πούμε εδώ ότι από το Owl Publishing έχει εκδοθεί, ακόμα, το βιβλίο Δίφορος Καρπός (2001) που αποτελείται από 40 μεταφρασμένα στα ελληνικά ποιήματα του Τσαλουμά από τις συλλογές Falcon Drinking, The Barge, The Harbour και Exile (Εξορία), ενώ από τις ίδιες Εκδόσεις σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Σοκόλη (από την Αθήνα) εκδόθηκε το 1995 το συγκεντρωτικό δίτομο έργο Το Ταξίδι.

Επίσης, πέρα από αυτά ο Τσαλουμάς έχει γράψει τις συλλογές: στα ελληνικά, Ανάσταση (1967), Τρίπτυχο Για Μια Δευτέρα Παρουσία (Αρίων 1974, Μελβούρνη), Το Σπίτι Με Τους Ευκαλύπτους (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1974), Παρατηρήσεις Ενός Υποχονδριακού (Αθήνα 1974), Ο Άρρωστος Μπαρμπέρης Και Άλλα Πρόσωπα (Ίκαρος, Αθήνα 1979), Ο Γιος Του Κυρ-Σάκη (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1979) και Το Βιβλίο Των Επιγραμμάτων (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη, 1981 – μεταφρασμένο από τον Philip Grundy The Book Of Epigrams, Brisbane UQP 1985). Πέρα από τα προαναφερθέντα στα αγγλικά έχουν εκδοθεί και τα: Portrait Of A Dog (UQP 1992), Six Improvisations On The River (Shoestring Press 1996), The Stoneland harvest (Shoestring Press 1999) New And Selected Poems (UQP 2000).

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης Νέος Κόσμος στις 19 Φλεβάρη 2011.

Γιώτα Κριλή, Τρίπτυχο/Triptych (Owl Publishing, Μελβούρνη 2003)

Σύμφωνα με την εκδότρια του βιβλίου Ελένη Νίκα, η συλλογή Τρίπτυχο περιλαμβάνει έργο πολλών ετών και στις δύο γλώσσες της συγγραφέα, τη μητρική της Ελληνική και την Αγγλική. Η ποιήτρια αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση μετανάστριας η οποία αν και έφθασε στην Αυστραλία σε μετασχολική ηλικία, κατάφερε να σπουδάσει και να μάθει τη γλώσσα της νέας χώρας σε βαθμό που να μπορέσει να εκφραστεί ποιητικά και σ’ αυτή, με την ίδια άνεση όπως και στη μητρική της.

Η Κριλή ανήκει σε μια μικρή ομάδα Ελλήνων συγγραφέων της πρώτης γενιάς στη διασπορά οι οποίοι γράφουν και εκδίδουν δίγλωσσα. Η δίγλωσση μορφή του έργου τους προσφέρει μια καινούργια διάσταση στην αγγλόφωνη λογοτεχνία της χώρας, εμπλουτίζοντας την πολιτισμικά και αισθητικά.

Οι τρεις ποιητικές ενότητες του Τρίπτυχου – Πάτσγουερκ/Patchwork, Θύμησες και Λάγια – εκφράζουν μια πολυποίκιλη εμπειρία ζωής. Η πρώτη ενότητα αποτελείται από ταξίδια, περιπέτειες, όνειρα, φύση, μνήμες, παρατηρήσεις, πορτραίτα. Η δεύτερη μας μεταφέρει στο παρελθόν απεικονίζοντας τη ζωή του χωριού σε όλες τις εκφάνσεις της και απαθανατίζοντας ανθρώπους και φυσικό περιβάλλον στον αιώνιο κύκλο της ζωής και της επιβίωσης. Η τρίτη μιλά για την εμπειρία της ξενιτιάς. Η ενότητα περιλαμβάνει και το θαυμάσιο αφηγηματικό ποίημα Πορτραίτο μιας γυναίκας όπου η συγγραφέας, μέσω της απεικόνισης της μητέρας της, μας μεταδίδει ολόκληρη την ιστορία της γυναίκας στην πατριαρχική κοινωνία.

Ένα από τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν την ποίηση της Κριλή είναι η ικανότητά της να εκφράζεται με εικόνες και μεταφορές, διαγράφοντας τις πολυποίκιλες εκείνες στιγμές της καθημερινότητας που φορτίζουν τη ζωή και της δίνουν ιδιαίτερο νόημα. Εκεί που αναφέρεται στα παλιά, δεν εξιδανικεύει το παρελθόν, αλλά το παρουσιάζει ως παρακαταθήκη και υπενθύμιση ότι δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Η συμβολή της δε στην απεικόνιση της γυναίκας, ως μητέρας και ως κόρης, καθιστά τα ποιήματα της πραγματικά αξιομνημόνευτα.

Λέει ο πανεπιστημιακός Βρασίδας Καραλής: «Η ποίηση της Κριλή είναι μια πράξη πίστης στην ικανότητα της φαντασίας να εξιδανικεύει την πραγματικότητα χωρίς όμως να κρύβει τις σκιές, τους φόβους, και τα μυστικά της… Τα ποιήματά της τονίζουν τη ρευστότητα της ζωής, το πέρασμα του χρόνου και εστιάζουν τη ζωτικότητα και την αισιοδοξία του οικουμενικού της οράματος για την ανθρωπιά, τη συμπόνια και την αμοιβαιότητα…  Αυτό που βαθειά μ’ εντυπωσίασε είναι η αλληλεξάρτηση των δύο κειμένων – αγγλικό και ελληνικό – … η συν-εξέλιξη της ποιητικής φαντασίας και επινοητικότητας της ποιήτριας και στις δύο γλώσσες».

Η συγγραφέας Anna Couani: «Η Θύμησες (η δεύτερη συλλογή στο Τρίπτυχο) αποτελεί ένα μαγευτικό μέρος του βιβλίου γεμάτο φωτεινές και διαυγείς εικόνες από τα παιδικά χρόνια της ποιήτριας στο χωριό…  όπου η βλάστηση της φύσης είναι άφθονη…»

Η κριτικός λογοτεχνίας και ποιήτρια Κωνσταντίνα Ντούνη: «Τα ποιήματα της Γιώτας Κριλή αρθρώνουν εκείνες τις εξαίσιες στιγμές  όπου οι αισθήσεις μας συγκλονίζονται από αγάπη».

Η ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά: «Η ικανότητά της να γράφει καλά και συγκινητικά σε δύο γλώσσες είναι χάρισμα μοναδικό…  ποίηση ζωντανή και δραματική.

Η κριτικός λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός και εκδότρια Ελένη Νίκα συμπληρώνει: «Στο ποίημα Το πορτραίτο μιας γυναίκας (στην τρίτη συλλογή του βιβλίου Λάγια) η Κριλή χρησιμοποιεί τη θύμηση ώστε να τιμήσει τις εμπειρίες της μάνας της, να επασυνδέσει το παρελθόν με το παρόν και την αστική ζωή με τη ζωή στην ύπαιθρο. Η δίγλωσση γραφή της Κριλή υπονομεύει τα αυστηρά όρια που θέτουμε για τη λογοτεχνία βασισμένα σε κρατικά, εθνικά ή γλωσσικά κριτήρια…  Οτιδήποτε που προκαλεί τα επινοημένα αυτά σύνορα δεν μπορεί παρά να βοηθήσει στη διεύρυνση του πεδίου της παγκόσμιας λογοτεχνίας».

* Tο κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα Νέος Κόσμος στις 12 Φλεβάρη 2011.