Έκτωρ Κακναβάτος, Ποιήματα 1943-1974 (Άγρα)

* Το κείμενο δεν είναι ακριβώς δικό μου, απλώς συνέραψα διάφορα αποσπάσματα από άλλα κείμενα. Στη μορφή αυτή εδώ δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης Νέος Κόσμος στις 18 Δεκέμβρη 2010.

Ο υπερρεαλισμός του οποίου θερμός υπερασπιστής είναι ο Έκτωρ Κακναβάτος διευρύνει και υπερβαίνει μια πραγματικότητα που τείνει να μας επιβληθεί ως μοναδική. Είναι μια άσκηση ελευθερίας και επιστροφή στην αρχέγονη αθωότητα. Η ποίησή του με την υπερρεαλιστική του τόλμη, προσπαθεί να συλλαβίσει “το μη λεγόμενο”, το άγλωσσο Χάος, για να “δεις τα σχήματα που είναι ανίδωτα ν’ ακούσεις λέξεις που εντός τους κλείστηκαν αρχαία τζιτζίκια και που σωπαίνουν από μόνες τους μη γίνουν λόγος και μόνον in hyperbola ηχούν”, αφού τα πράγματα με την έξοδό τους στην επιφάνεια του λόγου, απ’ τη σιωπή όπου ωριμάζουν, καταργούνται τη στιγμή που ονοματίζονται, διαρρέει η περίσσεια των σημασιών τους και οι λέξεις γίνονται τα καχεκτικά σκέλεθρα του ανείπωτου. Γι’ αυτό και η αγωνία της ποίησης, στη μάχη της με τη γλώσσα, να βρει την κερκόπορτα του άρρητου. Ερωτεύεται την ουσία, πλαγιάζει με τη σκιά της. Αγωνίζεται με υπαινιγμούς και παραβολές σε μια διαρκή πάλη με το ανέφικτο. Ο έρωτας, ως αξία ζωής και δύναμη λυτρωτική, διατρέχει το σύνολο του έργου του.

Η ποιητική του Κακναβάτου υπερβαίνοντας τα τείχη της διάκρισης, συναιρεί στο ενοποιημένο πεδίο του λόγου, το φιλοσοφικό στοχασμό, την Ιστορία, τις θετικές επιστήμες, το καθημερινό βίωμα. Στα τοπία της ποίησής του, δεν θα γνωρίσεις την πλήξη και θα περιηγηθείς με το ίδιο εισιτήριο, από τις Μυκήνες και τον Αντιοχέα Μαρκούζε, ως το βυθό της σιωπής.

Αυτή η συνολική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία σπανίζει σήμερα καθώς κυκλοφορούμε χαμένοι και παγιδευμένοι στις ατραπούς της εξειδίκευσης, έλκει την καταγωγή της από τους προσωκρατικούς, όταν τα μαθηματικά ήταν συνδεδεμένα με τη φιλοσοφία και αυτή δεν είχε κατέβει ακόμα απ’ το άρμα της ποίησης. Θυμίζει, επίσης, την παράδοση των Νέων Χρόνων όταν οι επιστήμονες ήταν ταυτόχρονα φιλόσοφοι και καλλιτέχνες και συνέβαλαν να περάσουμε από τη μεσαιωνική θεολογική σκέψη, σε μια άλλη αντίληψη του κόσμου με οριακό έργο τις “Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας” του Νεύτωνα. ‘Ομως “ξέρετε στις μέρες μας να μετράει το θάμπος; ή απ’ τα princiria το μεγαλείο;”Μαθηματικός ο ίδιος, πελεκά θεωρήματα, φτιάχνει τη δική του άλγεβρα με μιαν άλλη ράτσα αριθμών που “μετρά τα πράγματα αλλιώς, με της σιωπής το παραλάλημα -μονάδα”. Ψηλαφεί το ένα “το Αιώνιο που χάρη στο σπέρμα του Αριθμού, θα σχίστηκε τουλάχιστο στα δυο κι έτσι θεσπίστηκε η αρχέγονη σχέση ανάμεσα σε τούτο και το άλλο”. Προχωρά την αριθμητική του έως τα έσχατα όρια όπου αρχίζει και τρίζει. Αναρωτιέται αν είναι ενάριθμο το Χάος. Η αναγνώριση αυτή του επιστημονικού λόγου δεν είναι βέβαια η άκριτη πίστη του Λωτρεαμόν, εκατόν είκοσι χρόνια πριν, ο οποίος θεωρούσε τα Μαθηματικά έκφραση της υπέρτατης αλήθειας και της αρμονίας του σύμπαντος.

Ο Έκτωρ Κακναβάτος, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Κοντογιώργη, γεννήθηκε το 1920 στον Πειραιά. Μεταξύ 1937 και 1941 σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατόπιν εργάστηκε ως καθηγητής στην ιδιωτική εκπαίδευση. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Το 1947 εξορίστηκε στην Ικαρία και τη Μακρόνησο. Διετέλεσε διατελέσει σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας και αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων. Πρωτοεμφανίστηκε το 1943 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής του με τίτλο «Fuga». Το 1983 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης για τη συλλογή του In Perpetuum. Μεταξύ των έργων του είναι τα «Fuga» (1943), «Διασπορά» (1961), «Η κλίμακα του λίθου» (1964), «Τετραψήφιο» (1971), «Οδός Λαιστρυγόνων» 1978, «Τα μαχαίρια της Κίρκης» (1981), «In Perpetuum» (1983), «Κιβώτιο ταχυτήτων» (1987) «Οι ακισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός κ.ά.

Angela Costi, Honey and Salt (Five Islands Press, 2007)

Στη καθ’ όλα σημαντική και αξιόλογη αυτή ποιητική συλλογή της ποιήτριας Angela Costi (Αγγελική Κωστή) παρουσιάζονται εικοσιένα ποιήματα. Στο ποιητικό κοινό της Μελβούρνης αλλά και άλλων πόλεων της Αυστραλίας τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής είναι γνωστά, μιας και η ποιήτρια τα έχει παρουσιάσει συμμετέχοντας σε πλείστες ποιητικές και άλλες λογοτεχνικές και εν γένει καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, σε διαφορετικά μέρη, από θεατρικές σκηνές μέχρι αίθουσες μπαρ και παμπ.

Η Angela Costi παρουσιάζει ρωμαλέα και αισθησιακά ποιήματα, δημιουργώντας ιστορίες και εικόνες με συστατικά τη δυνατή μνήμη και την πολιτιστική συγγένεια που δίνουν ένα μίγμα ξεκάθαρης φωνής και ιστορικής συνάφειας. Η όλη ποιητική δουλειά της δεν είναι απλώς και μόνο μια ακόμα πένα στο πολυπολιτιστικό στερέωμα της Μελβούρνης αλλά ενέχει μια βαθιά πολιτιστική νότα, με προσωπικό όσο και συνολικό βάρος καθώς αποκαθιστά την ποσωπικότητα ατόμων και οικογενειών. Η ποίησή της είναι μια εξαίσια απεικόνιση, αλλά και ένα χρονικό των εμποδίων και του πόνου που προκαλεί μια μετανάστευση, κάτι που ένιωσαν οι μεταναστευτικές γενιές σ’ αυτή τη χώρα.

Η ποίηση της Angela Costi έχει μια ασυνήθιστη τόλμη όταν μέσα από τους στίχους της επιχειρεί να ανιχνεύσει τη μεταναστευτική εμπειρία της ίδιας της οικογενείας της. Μακριά από το να περιορίζεται σε μια απλή νοσταλγία, η ποίηση αυτή προσπαθεί να ιχνηλατίσει και να αναδείξει όχι μόνο το κάθε “μαύρο πρόβατο” της οικογένειας αλλά και να αγκαλιάσει όλα αυτά που παραπαίουν ανάμεσα σε άσχημα ή καθόλου κατανοητές παραδόσεις. Είναι μια ποίηση που μπορεί να ενδώσει στο αστείο της κάθε υπόθεσης, αλλά και που μπορεί να μιλήσει ξεκάθαρα για τις πλούσιες παιδικές αναμνήσεις ή να φέρει στην επιφάνεια τις αγαπημένες θύμησες του καθένα, μια ποίηση που δεν αφήνει τον αναγνώστη στα… κρύα του λουτρού.

Η ίδια λέει ότι όταν γράφει αντικρύζει πραγματικά τις εικόνες τις οποίες περιγράφει. Δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην ίδια και στον κόσμο που δημιουργεί στο χαρτί. Ανάμεσα στις πολλές επιρροές της περιλαμβάνονται ηχηρά ονόματα της ελληνικής ποίησης, από την Σαπφώ και τον Όμηρο μέχρι Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσο, αλλά και Ελληνοαυστραλούς όπως ο Π.Ο.

Η Angela Costi, όπως είναι ευρέως γνωστή στο αυστραλιανό κοινό, έλαβε χορηγία (Grant) από το Australian National Languages and Literacy Board το 1993 για να σπουδάσει Κλασικό Θέατρο στα αρχαία ελληνικά στην Ελλάδα. Επισκέφθηκε επίσης τη γενέτειρα των γονέων της στην Κύπρο. Με την επιστροφή της στην Αυστραλία, επιδόθηκε στο γράψιμο ποίησης και θεατρικών έργων, ενώ συνεργάστηκε σε διάφορα projects με κοινοτικές οργανώσεις, όπως το Relocated που τιμήθηκε με Βραβείο in Innovation and Excellence in Community το 2002. Έχει ακόμα εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Dinted Halos και Prayers For The Wicked (σε cd), ενώ ποιήματα και κείμενά της έχουν επανειλημμένα δημοσιευτεί στα πιο έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μεταδοθεί από ραδιοφωνικούς σταθμούς στην Αυστραλία, την Ελλάδα, την Κύπρο, τις ΗΠΑ και την Αγγλία. Η ίδια έχει, επίσης, συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα της εγχώριας ποιητικής και λογοτεχνικής σκηνής. Πρόσφατα επέστρεψε από την Ιαπωνία όπου με χορηγία των Australia Council for the Arts και Vic Arts παρουσίασε ποίησή της σε συνεργασία με το Stringraphy Ensemble και συγκρότημα που παίζει ένα αρχαίο κινέζικο μουσικό όργανο με το όνομα Sheng.

Το εξώφυλλο της παρούσας ποιητιής συλλογής είναι δουλειά της ζωγράφου Nevin Hirik που ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης Νέος Κόσμος στις 5 Μάρτη 2011.

 

Tom Petsinis My father’s tools (Arcadia)

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Στην ποιητική αυτή συλλογή (την έκτη στη σειρά) του Τομ Πετσίνη, αναδύονται οι σχέσεις μεταξύ πατέρα και γιου. Ο τίτλος της συλλογής αυτή αφορά ένα παλιό εργαλείο του πατέρα του ποιητή που σκούριαζε στην αποθήκη. Παρ’ ότι τα μικρά ποιήματα της εν λόγω συλλογής αποτελούν φαινομενικά ανεξάρτητα κομμάτια μεταξύ τους, η όλη τους αξία έγκειται στο ότι διαβάζονται μαζί σαν μια αδιάσπαστη ενότητα. Γιατί ως σύνολο η συλλογή απεικονίζει ένα πορτραίτο μιας πολύπλοκης σχέσης – πατέρα και γιού – αρχίζοντας με την επιφάνεια και προχωρώντας ολοένα προς την ουσία και τον πυρήνα της όλης σχέσης.

Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής ο αναγνώστης περιβάλλεται από αίσθημα λύπης και απώλειας. Με διάχυτη την ρυθμική μελαγχολία αλλά και την ομοιοκαταληξία, ο Πετσίνης μας μεταφέρει σε ένα συγκινησιακό ταξίδι αντανακλώντας τις εμπειρίες του και στις δικές μας σχέσεις με τους γονείς μας και συνακόλουθα και αναπόφευκτα ειδικά όταν δεν υπάρχει καμία προσδοκία. Ο Πετσίνης αρχίζει την περιδιάβαση με την πίεση που δημιουργούν τέτοιες προσδοκίες με το ποίημα Pencil, περιγράφοντας πώς βρήκε το στυλό του πατέρα του στην εργαλειοθήκη πριν αρχίσει την κυρίως ιστορία, δίνοντας το προφανές χάσμα μεταξύ του εμπόρου πατέρα και του συγγραφέα γιου, κάνοντας επιτακτική την ανάγκη για το συγγραφέα να συνάψει αμέσως σχέσεις και να μνημονεύσει την κληρονομιά του πατέρα του.

Προχωρώντας, έχουμε την σειρά εννέα ποιημάτων με τον τίτλο ‘Adze’, που αποτελεί ένα περίγραμμα ολόκληρης σχεδόν της ζωής του πατέρα του, αρχίζοντας από το χωριό στην ελληνική Μακεδονία, απεικονίζοντας τα καρδιοχτύπια των γονέων του όταν έστελναν τα παιδιά τους μακριά δίνοντας μ’ αυτόν το σύντομο τρόπο όλες σχεδόν τις πτυχές τους.

Σε όλη αυτή τη δυναμική ποιητική συλλογή, αλλά και όπως σε άλλα έργα του ποιητή και συγγραφέα,  οι αναφορές και παραπομπές – αισθηματικής ή άλλης υφής – τόσο στη θρησκεία όσο και τους Βαλκανικούς πολέμους συνεχίζουν να αναδύονται. Έτσι λοιπόν, όσο περισσότερο εισέρχεται κανείς στο ζουμί της συλλογής τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί τη βαριά και πολυκύμαντη αξία των εργαλείων αυτών ως στοιχείων μιας πολυκαιρισμένης αλλά ακόμα πολύ βαριάς παράδοσης, μεταφορικά εργαλεία λέξεων και φράσεων που ακόμα δεν έχουν ειπωθεί ακόμα μεταξύ πατέρα και γιού. Τα εργαλεία για τα οποία μας μιλά ο Πετσίνης στη συλλογή αυτή, όπως το πέταλο του αλόγου που ο ίδιος χρησιμοποιεί ως deadweight για το γραφείο του, αποτελούν συνεχείς αναθυμήσεις αλλά και προειδοποιήσεις για ένα βαρύ παρελθόν που συνεχίζεται μέσα από ένα αισθηματικό παρόν και ίσως ένα εξίσου αισθηματικό μέλλον.

Μια συλλογή που συνιστάται για μελέτη όχι μόνο από τους λάτρεις της ποίησης αλλά και από αναγνώστες που αναζητούν θέματα σχετικά με τη μετανάστευση και τα παιδιά των μεταναστών.

Το εξώφυλλο ανήκει στον άλλο Ελληνοαυστραλό καλλιτέχνη Τζιμ Παυλίδη.

Ο Πετσίνης, ο οποίος εκτός από ποίηση, έχει γράψει νουβέλα και θεατρικό, γεννήθηκε στη Μακεδονία το 1953 και μετανάστευσε στην Αυστραλία με την οικογένειά του ενώ ήταν 6 χρόνων. Πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Μελβούρνης και εργάστηκε στο πολιτειακό Υπουργείο Παιδείας της Βικτώριας. Εργάστηκε, επίσης, ως λέκτορας Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο Victoria αλλά και Δημιουργικξ΄Γραφή στο Πανεπιστήμιο Monash University. Τώρα διδάσκει Μαθηματικά στο Victoria University of Technology της Μελβούρνης. Έχει δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές συμπεριλαμβανομένων των Naming the Number; Four Quarters, a collection based on Australian Rules Football and winner of the Michel Wesley Wright Poetry Prize, and his most recent, My Father’s Tools (Arcadia, 2009). Η νουβέλα του The French Mathematician κυκλοφόρησε το 1997, ενώ δημοσίευσε και μια συλλογή σύντομων ιστοριών με τίτλο The Death of Pan. Το θεατρικό του έργο με τίτλο The Drought, απέσπασε το Βραβείο Wal Cherry Award (το 1993) για το καλύτερο σενάριο της χρονιάς for best play script of the year, κυκλοφόρησε το 1994 και ανεβάστηκε από το La Mama. Επιπλέον, έχει μεταφράσει από τα ελληνικά στα αγγλικά έργα όπως τα Ohrid: Cultural-Historical and Natural Region in the Catalogue of World’s Heritage (1987) και  Industrial Voices: Writing from the 1991 Greek Speakers’ Workshops (1991).

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβουρνης Νέος Κόσμος στις 5 Φλεβάρη 2011.

Dimitris Tsaloumas, A Voluntary Exile – Selected writings on his life and work (Owl Publishing, Μελβούρνη 1999)

Το σχεδόν 300 σελίδων αυτό βιβλίο είναι μια συλλογή άρθρων και κριτικών για το ποιητικό έργο του Δημήτρη Τσαλουμά, ενός από τους καλύτερους ποιητές που διαθέτει η ελληνική παροικία στην Αυστραλία, και ενός από τους τραγικά ελάχιστους που έχουν αναγνωριστεί για το τεράστιας σημασίας και ποιότητας ποιητικό τους έργο, συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, μεταφραστεί ευρέως και έχουν ήδη αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της γενικότερης αυστραλιανής λογοτεχνίας.

Το βιβλίο έχει επιμεληθεί η πανεπιστημιακός και εκδότρια Ελένη Νίκα και δημοσιεύονται σε αυτό κείμενα του ίδιου του Δημήτρη Τσαλουμά, καθώς και των πανεπιστημιακών, ποιητών και κριτικών Wendy Morgan, Sneja Gunew, Con Castan, Ελένης Νίκα, Μίμη Σοφοκλέους, Μιχάλη Τσιανίκα, Judith Rodriguez, R.F. Brissenden, Thea Belou, Philip Grundy, Elizabeth Perkins, David J. Tacey, Jena Woodhouse, Κωνσταντίνας Ντούνη, John Barnes, John Lukas, Matt Simpson, Gillian Bouras, Michael Murphy και Djelal Kadir.

Η γενικότερη γνώμη για το έργο του Δημήτρη Τσαλουμά και γενικότερα για την παρουσία και δράση των ελληνικής καταγωγής λογοτεχνών και ποιητών εκείνων που δημιουργούν στην Αυστραλία αποτυπώνεται, πιστεύω, σε απόσπασμα άρθρου του Αυστραλού ποιητή και κριτικού Kris Hemensley που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Aspect τον Ιούνιο του 1981 και που δημοσιεύεται στο βιβλίο: “… η ελληνική παροικία της Αυστραλίας έχει τη δυνατότητα να βγάλει μέσα από τους κόλπους της ένα Ρίτσο ή ένα Σεφέρη. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει, πρώτον, οι Έλληνες να γράψουν και να δημοσιεύσουν εδώ στην Αυστραλία στα Ελληνικά αλλά και σε μετάφραση και, δεύτερον, η αγγλο-αυστραλιανή λογοτεχνική κοινότητα να πάρει από τη φλόγα τους”.

Η φιλοσοφία αυτής της γνώμης και ελπίδας είχε βρει την αντανάκλαση και πραγμάτωσή της κυρίως στη δεκαετία του 1980 με την πολιτική του πολυπολιτισμού και έτσι είχαμε τις πρώτες δίγλωσσες  εκδόσεις και κυκλοφορίες. Έτσι τα βιβλία του Τσαλουμά έτυχαν μιας αρκετά πιστής μετάφρασης στα αγγλικά το 1983 από τον νεοελληνιστή Philip Grundy, ο οποίος πρώτα μετέφρασε τη συλλογή Το Παρατηρητήριο (The Observatory) και την εξέδωσε από τον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου Queensland (UQP), κάτι που συνεχίστηκε και με τις συλλογές του ίδιου Falcon Drinking (Γεράκι Στη Γούρνα), The Barge (Η Μαούνα), The Harbour (Το Λιμάνι) και το πιο πρόσφατο Helen Of Troy (Ελένη Της Τροίας).

Να πούμε εδώ ότι από το Owl Publishing έχει εκδοθεί, ακόμα, το βιβλίο Δίφορος Καρπός (2001) που αποτελείται από 40 μεταφρασμένα στα ελληνικά ποιήματα του Τσαλουμά από τις συλλογές Falcon Drinking, The Barge, The Harbour και Exile (Εξορία), ενώ από τις ίδιες Εκδόσεις σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Σοκόλη (από την Αθήνα) εκδόθηκε το 1995 το συγκεντρωτικό δίτομο έργο Το Ταξίδι.

Επίσης, πέρα από αυτά ο Τσαλουμάς έχει γράψει τις συλλογές: στα ελληνικά, Ανάσταση (1967), Τρίπτυχο Για Μια Δευτέρα Παρουσία (Αρίων 1974, Μελβούρνη), Το Σπίτι Με Τους Ευκαλύπτους (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1974), Παρατηρήσεις Ενός Υποχονδριακού (Αθήνα 1974), Ο Άρρωστος Μπαρμπέρης Και Άλλα Πρόσωπα (Ίκαρος, Αθήνα 1979), Ο Γιος Του Κυρ-Σάκη (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1979) και Το Βιβλίο Των Επιγραμμάτων (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη, 1981 – μεταφρασμένο από τον Philip Grundy The Book Of Epigrams, Brisbane UQP 1985). Πέρα από τα προαναφερθέντα στα αγγλικά έχουν εκδοθεί και τα: Portrait Of A Dog (UQP 1992), Six Improvisations On The River (Shoestring Press 1996), The Stoneland harvest (Shoestring Press 1999) New And Selected Poems (UQP 2000).

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης Νέος Κόσμος στις 19 Φλεβάρη 2011.

Γιώτα Κριλή, Τρίπτυχο/Triptych (Owl Publishing, Μελβούρνη 2003)

Σύμφωνα με την εκδότρια του βιβλίου Ελένη Νίκα, η συλλογή Τρίπτυχο περιλαμβάνει έργο πολλών ετών και στις δύο γλώσσες της συγγραφέα, τη μητρική της Ελληνική και την Αγγλική. Η ποιήτρια αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση μετανάστριας η οποία αν και έφθασε στην Αυστραλία σε μετασχολική ηλικία, κατάφερε να σπουδάσει και να μάθει τη γλώσσα της νέας χώρας σε βαθμό που να μπορέσει να εκφραστεί ποιητικά και σ’ αυτή, με την ίδια άνεση όπως και στη μητρική της.

Η Κριλή ανήκει σε μια μικρή ομάδα Ελλήνων συγγραφέων της πρώτης γενιάς στη διασπορά οι οποίοι γράφουν και εκδίδουν δίγλωσσα. Η δίγλωσση μορφή του έργου τους προσφέρει μια καινούργια διάσταση στην αγγλόφωνη λογοτεχνία της χώρας, εμπλουτίζοντας την πολιτισμικά και αισθητικά.

Οι τρεις ποιητικές ενότητες του Τρίπτυχου – Πάτσγουερκ/Patchwork, Θύμησες και Λάγια – εκφράζουν μια πολυποίκιλη εμπειρία ζωής. Η πρώτη ενότητα αποτελείται από ταξίδια, περιπέτειες, όνειρα, φύση, μνήμες, παρατηρήσεις, πορτραίτα. Η δεύτερη μας μεταφέρει στο παρελθόν απεικονίζοντας τη ζωή του χωριού σε όλες τις εκφάνσεις της και απαθανατίζοντας ανθρώπους και φυσικό περιβάλλον στον αιώνιο κύκλο της ζωής και της επιβίωσης. Η τρίτη μιλά για την εμπειρία της ξενιτιάς. Η ενότητα περιλαμβάνει και το θαυμάσιο αφηγηματικό ποίημα Πορτραίτο μιας γυναίκας όπου η συγγραφέας, μέσω της απεικόνισης της μητέρας της, μας μεταδίδει ολόκληρη την ιστορία της γυναίκας στην πατριαρχική κοινωνία.

Ένα από τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν την ποίηση της Κριλή είναι η ικανότητά της να εκφράζεται με εικόνες και μεταφορές, διαγράφοντας τις πολυποίκιλες εκείνες στιγμές της καθημερινότητας που φορτίζουν τη ζωή και της δίνουν ιδιαίτερο νόημα. Εκεί που αναφέρεται στα παλιά, δεν εξιδανικεύει το παρελθόν, αλλά το παρουσιάζει ως παρακαταθήκη και υπενθύμιση ότι δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Η συμβολή της δε στην απεικόνιση της γυναίκας, ως μητέρας και ως κόρης, καθιστά τα ποιήματα της πραγματικά αξιομνημόνευτα.

Λέει ο πανεπιστημιακός Βρασίδας Καραλής: «Η ποίηση της Κριλή είναι μια πράξη πίστης στην ικανότητα της φαντασίας να εξιδανικεύει την πραγματικότητα χωρίς όμως να κρύβει τις σκιές, τους φόβους, και τα μυστικά της… Τα ποιήματά της τονίζουν τη ρευστότητα της ζωής, το πέρασμα του χρόνου και εστιάζουν τη ζωτικότητα και την αισιοδοξία του οικουμενικού της οράματος για την ανθρωπιά, τη συμπόνια και την αμοιβαιότητα…  Αυτό που βαθειά μ’ εντυπωσίασε είναι η αλληλεξάρτηση των δύο κειμένων – αγγλικό και ελληνικό – … η συν-εξέλιξη της ποιητικής φαντασίας και επινοητικότητας της ποιήτριας και στις δύο γλώσσες».

Η συγγραφέας Anna Couani: «Η Θύμησες (η δεύτερη συλλογή στο Τρίπτυχο) αποτελεί ένα μαγευτικό μέρος του βιβλίου γεμάτο φωτεινές και διαυγείς εικόνες από τα παιδικά χρόνια της ποιήτριας στο χωριό…  όπου η βλάστηση της φύσης είναι άφθονη…»

Η κριτικός λογοτεχνίας και ποιήτρια Κωνσταντίνα Ντούνη: «Τα ποιήματα της Γιώτας Κριλή αρθρώνουν εκείνες τις εξαίσιες στιγμές  όπου οι αισθήσεις μας συγκλονίζονται από αγάπη».

Η ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά: «Η ικανότητά της να γράφει καλά και συγκινητικά σε δύο γλώσσες είναι χάρισμα μοναδικό…  ποίηση ζωντανή και δραματική.

Η κριτικός λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός και εκδότρια Ελένη Νίκα συμπληρώνει: «Στο ποίημα Το πορτραίτο μιας γυναίκας (στην τρίτη συλλογή του βιβλίου Λάγια) η Κριλή χρησιμοποιεί τη θύμηση ώστε να τιμήσει τις εμπειρίες της μάνας της, να επασυνδέσει το παρελθόν με το παρόν και την αστική ζωή με τη ζωή στην ύπαιθρο. Η δίγλωσση γραφή της Κριλή υπονομεύει τα αυστηρά όρια που θέτουμε για τη λογοτεχνία βασισμένα σε κρατικά, εθνικά ή γλωσσικά κριτήρια…  Οτιδήποτε που προκαλεί τα επινοημένα αυτά σύνορα δεν μπορεί παρά να βοηθήσει στη διεύρυνση του πεδίου της παγκόσμιας λογοτεχνίας».

* Tο κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα Νέος Κόσμος στις 12 Φλεβάρη 2011.

 

Παναγιώτης Λυσσιώτης, Το Πουλί, Το Καμπαναριό (Owl Publishing)


Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ
Η ποιητική αυτή συλλογή αυτή κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση στη Μελβούρνη το 2005, αφού πρώτα είχε κυκλοφορήσει σε μικρό σχήμα από τον ίδιο το συγγραφέα μόνο στην αγγλική γλώσσα. Η μετάφραση, αλλά και η εισαγωγή και επιμέλεια, οφείλονται στο Δημήτρη Βαρδουλάκη και η έκδοση στην Ελένη Νίκα.
Σύμφωνα με το μεταφραστή, το βιβλίο αυτό είναι πρωτοποριακό. Κι αυτό μπορεί κανείς να το δει από το εξώφυλλο ακόμα, όπου το μόνο που υπάρχει είναι μια φωτογραφία-μοντάζ άλλων, ενώ δεν αναγράφεται ούτε όνομα συγγραφέα ούτε και τίτλος.
Ο Παναγιώτης Λυσσιώτης είναι βασικά πειραματικός φωτογράφος που έχει συνεργαστεί κατά καιρούς με άλλους καλλιτέχνες και έχει δώσει αρκετά δείγματα της πρωτοποριακής του δουλειάς.
Πρωτοποριακή είναι και η ίδια η ποιητική του αυτή συλλογή, που είναι αποτέλεσμα παλαιών επισκέψεων και παραμονής του συγγραφέα στην Κύπρο απ’ όπου και κατάγεται, το 1973-1974 και το 1980. Η εκεί επαφή του με τόσα ξένα γι’ αυτόν στοιχεία, σε συνδυασμό με την αδυναμία της τέχνης της φωτογραφίας –μιας και ο Λυσσιώτης είναι βασικά φωτογράφος– να απεικονίσει και να δώσει ζωή στις εμπειρίες αυτές, τον οδήγησαν στη σύνθεση τόσο των λυρικών ποιημάτων όσο και των πεζών ποιημάτων που παρουσιάζονται εδώ.
Το βιβλίο αποτελείται από πέντε ενότητες. Στην πρώτη ενότητα παρουσιάζονται ποιήματα που γράφτηκαν ως αποτέλεσμα των συνθηκών που συνάντησε στην Κύπρο ο συγγραφέας, αντανακλώντας το πνεύμα της συγκεκριμένης εποχής. Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από πεζά ποιήματα που γράφτηκαν μετά την επιστροφή του στην Αυστραλία και αποτελούν στοχασμούς του πάνω στην τέχνη του. Η τρίτη ενότητα αποτελείται από ποιήματα στα οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να ανιχνεύσει περαιτέρω τη σχέση του με τη φωτογραφική. Στην τέταρτη ενότητα παρουσιάζονται φωτογραφίες ή καλύτερα μοντάζ φωτογραφιών, με βάση κυρίως αγάλματα. Η εισχώρηση μιας τέτοιας ενότητας στην οποία δεν υπάρχει καμία λέξη αποτελεί μια προσπάθεια του συγγραφέα να μετατρέψει το κείμενο σε εικόνα δίνοντας έτσι μια άλλη πρωτοποριακή διάσταση στο βιβλίο. Στην πέμπτη και τελευταία ενότητα του βιβλίου έχουμε και πάλι πεζά ποιήματα τα οποία γράφτηκαν στη Μελβούρνη και φανερώνουν την ενεργή συμμετοχή του Λυσσιώτη στην πειραματική ποιητική και γενικότερα καλλιτεχνική σκηνή της Μελβούρνης κυρίως μέσα από τη σφόδρα πολιτικοποιημένη ποιητική ομάδα 925 η οποία κυκλοφορούσε το ομώνυμο περιοδικό. Τα πεζά ποιήματα αυτά δεν αποτελούν μερικά ακόμα ωραία δημιουργήματα αλλά πολιτικές πράξεις.
Ο Παναγιώτης Λυσσιώτης έχει εκθέσει το έργο του σε διάφορες γκαλερί, αλλά έχει επίσης καταπιαστεί με την παραγωγή βιβλίων ως μορφή τέχνης. Καρπός αυτής της πρακτικής είναι μερικά γνωστά στο αυστραλιανό κοινό βιβλία: Journey of a Wise Electron and Other Stories, (1981), Three Cheers For Civilisation (1982), Industrial Woman (1986), The Harbour Breaths (1989, σε συνεργασία με την ποιήτρια Anna Couani), Absence (1990, σε συνεργασία με την ποιήτρια Αντιγόνη Κεφαλά), και το CDs and Other Things (1995, σε συνεργασία με τον Gyorgy Scrinis).
Από εκεί και πέρα ο Λυσσιώτης έχει εκδώσει ή επιμεληθεί την έκδοση ενός μεγάλου αριθμού καλλιτεχνικών βιβλίων σε περιοσμένο αριθμό αντιτύπων, από τα οποία όλα έχουν εκδοθεί ή πρόκειται να εκδοθούν από την Masterthief Enterprises, που είναι η προσωπική εκδοτική εταιρεία του Παναγιώτη Λυσσιώτη.

Στην πραγματοποίηση του εν λόγω βιβλίου, εκτός φυσικά από τον Λυσσιώτη, την ελληνική μετάφραση, όπως είπαμε, έκανε ο Δημήτρης Βαρδουλάκης, την ελληνική μετάφραση της εισαγωγής ο Αντώνης Φουκαράκης, ενώ την πολύτιμη βοήθειά τους προσέφεραν οι Δημήτρης Τσαλουμάς και Στάθης Γκόντλετ.

* Δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης Νέος Κόσμος, το Σάββατο, 26 Φλεβάρη 2011.