David Edelstadt, αναρχικός ποιητής και προπαγανδιστής

1480705_649300971758987_547883590_n

“Ένας μεγάλος ποιητής και ένας από τους καλύτερους τύπους αναρχικών που έζησε ποτέ”
Emma Goldman

Ο David Edelstadt γεννήθηκε στις 9 Μάη 1866 στην Kaluga της Ρωσίας. Επηρεάστηκε βαθιά από τη ζωή του πατέρα του που στρατολογήθηκε με τη βία στο στρατό του Τσάρου και υπηρέτησε 25 χρόνια. Αυτό το είδος βίαιης στρατολογίας χρησιμοποιείτο από το ρωσικό στρατό συχνά κατά των Εβραίων.

Ενώ τα ρωσικά ήταν η μητρική του γλώσσα, τα Yiddish ήταν η γλώσσα επικοινωνίας και προπαγάνδας του και αυτή τη γλώσσα για να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1882.

Συμμετείχε στην πρώτη εβραϊκή αναρχική ομάδα της Νέας Υόρκης, The Pioneers of Liberty (Πρωτοπόροι της Ελευθερίας). Η σύλληψη και καταδίκη των αναρχικών του Haymarket του Σικάγου ήταν που οδήγησε στο σχηματισμό της ομάδας αυτής. Στις πρώτες δεκάδες εργαζομένων που ίδρυσαν την ομάδα προστέθηκαν σύντομα ο Edelstadt και άλλοι ταλαντούχοι συγγραφείς και προπαγανδιστές, όπως οι Saul Yanovsky, Roman Lewis, Hillel Solotaroff, Moshe Katz και J.A. Maryson.

Continue reading →

Η συλλογή ποιημάτων «Βλέπω» του Γιώργου Βέη

b192297

ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ

Γιώργος Βέης, «Βλέπω», εκδόσεις Ύψιλον, 139 σελ. Τιμή 10 ευρώ.

Η συλλογή ποιημάτων «Βλέπω» του Γιώργου Βέη εστιάζει σ’ ένα πολύ ισχυρό αισθητήριο. Στο μάτι. Κι αυτό το μάτι είναι το εργαλείο της εξακτίνωσης του βλέμματος παντού στη φύση, μέσα και έξω, ψηλά και χαμηλά, κοντά και μακριά. Ένα καλειδοσκόπιο που μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τι γίνεται εδώ, εκεί και παντού, αλλά στο βάθος τι, μέσα από αυτή τη διάσπαση, νιώθει ο ποιητής.

Το θέμα της συλλογής είναι πολλά θέματα – χωρίς σειρά και τάξη, έτσι, ατάκτως ερριμμένα, γιατί αυτή η αταξία υποκρύπτει, πιστεύω, τη συναισθηματική φόρτιση, όπως και όποτε προκύπτει, χωρίς να καλουπώνεται σε ορθολογιστικά κουτάκια και ταξινομήσεις. Ο Καβάφης είχε αποκαλέσει «ρομαντικούς» τους ποιητές της Αθήνας με τις πολύ γλυκερές περιγραφές και τις λυρικές εξομολογητικές διαθέσεις τους, επιλέγοντας για τον εαυτό του το είδος, το λιτό και συγκρατημένο, το παρά κάτι πρόζα. Ανάλογα και ο Βέης δεν τραβάει τελείως τον πέπλο που σκεπάζει τα μυστικά του, μας επιτρέπει να εικάσουμε μόνο από μικρά ανοίγματα που δημιουργούν τα διακειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε. Και είναι το διακείμενό του θησαυρός.

Ο ποιητής, λοιπόν, άλλοτε βλέπει από κοντά τη φύση και συνομιλεί μαζί της κι άλλοτε στέλνοντας το βλέμμα του στα άστρα –στην Πούλια, τη Βερενίκη, τη Μεγάλη Άρκτο– παρακολουθεί την αλυσίδα της ζωής, κεντρίζεται, αισθάνεται, στοχάζεται.

Continue reading →

Δημήτρης Νανούρης, Στου πουθενά τη μέθη, εκδ. «Βιβλιοπέλαγος»

στο31409

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν από λίγο καιρό έφτασε στα χέρια μας το βιβλίο του Δημήτρη Νανούρη: «Στου πουθενά τη μέση». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος». Στον υπότιτλο ο ίδιος ο ποιητής μας πληροφορεί ότι η συλλογή περιέχει 28 ποιήματα και 5 σφηνάκια, δηλαδή 5 ακροστιχίδες, που τα αρχικά τους βγάζουν ονόματα ποτών.

Το πρώτο, που παρατηρούμε, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Νανούρη «Στου πουθενά τη μέθη» είναι ότι δεν περιορίζεται σε μια θεματική. Έτσι έχουμε ποιήματα κοινωνικά, ερωτικά, νοσταλγικά, υπαρξιακά. Ποίηση, που χρησιμοποιεί τον απλό καθημερινό λόγο, χωρίς λεκτικές ακροβασίες. Ο ποιητής εκφράζεται τόσο στον παραδοσιακό όσο και στον ελεύθερο στίχο, ενώ σε κάποια από τα ποιήματά του συναντάμε και λίγες υπερρεαλιστικές πινελιές.

Ορισμένα από τα ποιήματα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής εκφράζουν μια κοινωνική διαμαρτυρία. Ο ποιητής θυμάται τον Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και παραμένει ρομαντικός επαναστάτης. Παρά την πικρή διαπίστωση ότι: «Όλα στο πεζοδρόμιο καταλήγουν», ο Δημήτρης Νανούρης δεν το βάζει κάτω και γράφει: «Επαναδιαπραγματευόμαστε / το τομάρι μας / μόνο που αυτή τη φορά / θα το πουλήσουμε πολύ ακριβά».

Ο έρωτας, στην ποίηση του Δημήτρη Νανούρη, είναι ένα μεθύσι. Ένα μεθύσι αλλιώτικο, που κάνει τον άνθρωπο να ξεχνά για λίγο τις σκοτούρες της ζωής για να επιστρέψει δυνατότερος: «Σ’ έβλεπα αντάρτισσα του τίποτα / σερί να πίνεις τα ηδύποτα / στου πουθενά τη μέση / κι ο κόσμος μέσα στο ποτήρι σου / στροβιλιζόταν για χατίρι σου / ώσπου να γίνει φέσι».

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα στη Ναξιώτικη διάλεκτο, ενώ στο ποίημα «Κρεμμυδαρού» αναφέρονται με νοσταλγική διάθεση όλοι οι μεγάλοι ρεμπέτες με ειδική μνεία στη θρυλική «Τετράδα του Πειραιώς».

Κλείνοντας θα θέλαμε να συγχαρούμε τον Δημήτρη Νανούρη και να τονίσουμε ότι ελπίζουμε, όπως ο ίδιος αναφέρει σε ένα ποίημα του, να γράψει στίχους: «επικινδύνως περισσότερους από άλλοτε!»

*Ελλείψει φωτογραφίας του εξωφύλλου του βιβλίου στο διαδίκτυο, δημοσιεύεται αφίσα εκδήλωσης παρουσίασης του βιβλίου στη Νάξο, νωρίτερα αυτό το χρόνο, όπου περιλαμβάνεται και το εξώφυλλο του βιβλίου.

Καταλονία

Σε περιμένω στα Προπύλαια
παρέα με τους μικροπωλητές
και τους απεργούς πείνας·
ξαπλωμένος στο χορτάρι
διαβάζοντας
για την κοινωνική επανάσταση
στην Ισπανία.
Μεταμορφώνομαι στον Φρανθίσκο Ασκάσο
που όταν ήμουν εξόριστος
και κυνηγημένος
δίσταζες να με συναντήσεις.

Σε περιμένω στα Προπύλαια
παρέα με τους ταραχοποιούς
και τους μπαχαλάκηδες·
ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι
ανεβασμένος στον ιστό
οι σφαίρες σφυρίζουν
δαιμονισμένα τριγύρω του
κι αυτός εμψυχώνει τα πλήθη.
Μετουσιώνομαι στον Ντουρούτι
που όταν σε προσκαλούσα
στις ελευθεριακές χίμαιρες
με αποστόμωνες επαναλαμβάνοντας
“ας πάρουμε πρώτα το πτυχίο”.

Σε περιμένω στα Προπύλαια
δίπλα στη Φεδερίκα Μοντσένι.
Οι φλόγες της εξέγερσης
πυρπολούν τις καρδιές μας
κι εμείς τις δυνάμεις καταστολής,
συντηρώντας τις φωτιές
στα οδοφράγματα
με τα συντρίμμια
ερώτων ατελέσφορων
και ηδονών εξατμισμένων.

Σε περιμένω στα Προπύλαια
ξαπλωμένος στο γρασίδι
διαβάζοντας
παρέα με τους μικροπωλητές
και τους απεργούς πείνας.
Σε βλέπω να τρέχεις
χαμογελαστή
προς το μέρος μου.
Σηκώνομαι και φεύγω.

*Το ενδεικτικό ποίημα “Καταλονία” που περιλαμβάνεται στη συλλογή του Δημήτρη Νανούρη αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου http://theoharrispapadopoulos.blogspot.gr/2013/10/blog-post_20.html

Χρήστος Αρμάνδος Γκέζος – Μια κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Κυριακίδη “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”

%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%B9+%CE%BC%CE%B5+%CE%BC%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1+%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B1+%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF

Την ποιητική συλλογή «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα» τη διάβασα σαν μια συλλογή σύντομων διηγημάτων ή και στιγμιότυπων, την αναπαρέστησα στο κεφάλι μου και την παρακολούθησα με συγκίνηση και συμπόνια σαν καρέ μιας ασπρόμαυρης ταινίας του ιταλικού νεορεαλισμού, εκεί γύρω στο ‘40 με ‘50, με πρωταγωνιστές ερασιτέχνες ηθοποιούς, ανθρώπους του μόχθου από τη μία και την άλλη γειτονιά της δοκιμαζόμενης ή ενίοτε σπαρασσόμενης πόλης, που παλεύουν να τα φέρουν πώς και πώς πέρα ενάντια στη φτώχια και καμιά φορά η μοίρα τούς φέρνει να συναντηθούν στο χωμάτινο σταυροδρόμι και να ανταλλάξουν δυο κουβέντες.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερις ενότητες, οι οποίες σαν τις τέσσερις εποχές του χρόνου όχι μόνο ενισχύουν την αίσθηση αυτού του διαρκούς της καθημερινής βιοπάλης, αλλά και λειτουργούν ως σώμα πάνω στο οποίο υλοποιείται μια σειρά συμβάντων, ροών, αντιθέσεων και επαναλήψεων: πολύ συχνοί διάλογοι μεταξύ των προσώπων –γιατί τουλάχιστον οι κουβέντες είναι τσάμπα ακόμα και όταν δεν μπορείς να φας το αμέσως πιο ζωτικό πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να ανταλλάξεις λόγια με κάποιον που ανασαίνει το ίδιο όπως κι εσύ–,  συζητήσεις τις πιάτσας, μόρτικες καμιά φορά,  κουβέντες για «γκόμινες», ένας ανεξιχνίαστος φόνος, μια συνάντηση στην τουαλέτα, μια λεκτική περιπλάνηση μεταξύ ερωτευμένων, η ταλαιπωρία ενός ναυτικού στη θάλασσα (σύμβολο ελευθερίας αλλά και βασάνου/τρόμου μπροστά στο άγνωστο) όλα συνθέτουν μια αδιάπτωτη σερνόμενη με τα γόνατα πορεία από το ’20 στο ’50 μετά στο ’80 και τέλος μέχρι το ’10, με το σάουντρακ από πίσω να τρεμοπαίζει για αρχή νωχελική τζαζ και να σβήνει τέλος σε ένα τραχύ ρεμπέτικο, το Πέραμα να κατεδαφίζεται ολοσχερώς και να παίρνει τη θέση του αυτοστιγμεί μια ανοίκεια Νέα Ορλεάνη.

Με γλώσσα τις περισσότερες φορές απλή, αφηγηματική, χωρίς εξάρσεις, πού και πού μάγκικη, πού και πού ελαφρώς και ανεπιτήδευτα διανοητική, σε συνήθως εκτεταμένα ποιήματα με τίτλους φιλοπαίγμονες και σαρκαστικούς, και γενικά ένα ύφος φρέσκο και δυναμικό, ο Κυριακίδης πραγματεύεται πρωτίστως το θέμα της φτώχιας και της εξαθλίωσης με τρόπο ιδιαίτερο, όχι συναισθηματικά εκβιαστικό και εντυπωσιακίστικο –κάτι που θα ήταν εξαιρετικά εύκολο αλλά και ανέντιμο τόσο δεδομένης της ίδιας της φύσης της φτώχιας όσο και της ειδικής συγκυρίας που όλοι μας πια λίγο πολύ βιώνουμε– αλλά με μια αποστασιοποιημένη νηφαλιότητα που δεν στερείται ωστόσο σκληρότητας και αναπαραστατικής δύναμης.

Continue reading →

Graham Robb, Αρθούρος Ρεμπώ

arthouros-rembo-exofyllo-small

ΜΤΦΡ.: ΙΝΩ ΡΟΖΟΥ
ΕΠΙΜ.: ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΟΥΓΚΟΣ «ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟΣ»

Είναι αλήθεια ότι αυτή η πρώτη, τόσο ουσιαστική βιογραφία της σαρωτικής, ποιητικής φωνής του προπερασμένου αιώνα, και όχι μόνο, που άκουγε στο όνομα Αρθούρος Ρεμπώ, γραμμένη από τον Αγγλο συγγραφέα και μελετητή της κλασικής, γαλλικής λογοτεχνίας Γκράχαμ Ρομπ (1958), μπορεί να προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις.

Κατ’ αρχάς, να τονίσω ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά διεισδυτικό, βιογραφικό δοκίμιο, έστω και αν διακινδυνεύει πολλά στην εξαγωγή αρνητικών συμπερασμάτων για το δίπτυχο ζωή/έργο εκείνης της τόσο ταραγμένης και προφητικής φυσιογνωμίας των παγκόσμιων γραμμάτων, που κυριολεκτικά ταύτισε την αισθητική του παραγωγή με το βίο του.
Οι κριτικές που ήδη έχει πάρει στο εξωτερικό το ανά χείρας βιβλίο είναι μάλλον θετικές, αν και δεν λείπουν κάποιες ενστάσεις για τη χρήση πολλών πηγών και την υπερβολική ειρωνεία του βιογράφου σε ορισμένα σημεία της μελέτης του πάνω σε όψεις ζωής και συμπεριφοράς του Ρεμπώ.

Continue reading →

«Στον Αρχαίο Κόσμο Βραδιάζει Πια Νωρίς», της Χλόης Κουτσουμπέλη

66489_388080184561786_1419712469_n

«…όσο μεγαλώνω
διαλέγω πιο αιχμηρούς κονδυλοφόρους».

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη «Στον Αρχαίο Κόσμο Βραδιάζει Πια Νωρίς» ο κονδυλοφόρος της μπορεί να είναι πιο αιχμηρός – ο χρόνος ακονίζει πάντα τον ποιητικό οίστρο και τον διατηρεί κοφτερό – όμως η ποίησή της, τραυματισμένη ίσως από την ίδια της την αιχμηρότητα, είναι μια ποίηση βαθιάς ευαισθησίας.

Από τα ποιήματα ξεχώρισα ιδιαίτερα:

Το «Είδωλο» που ζει τη μοναχική του ζωή μέσα στον καθρέφτη και ουρλιάζει μήπως το ακούσουν κάποια ευαίσθητα αυτιά.
«Η Σκιά μου» που κρύβει μια μελαγχολική φιλοσοφική διάθεση.
«Η Σφίγγα» που πετρώνει και διαλύεται μπροστά στον απελπισμένο θνητό.
«Ο Θησέας» που φέρει το πένθος του ακόμα και στις στιγμές της χαράς.
«Η Παραίτηση» με έναν Οδυσσέα που ο χρόνος αδιόρατα τον έχει μετατρέψει σε Κανένα.
«Της Νεκρής Πριγκίπισσας» όπου καθετί εύθραυστο κινδυνεύει μέσα στο σκληρό μας κόσμο.
«Η Αιώνια Προδοσία» με τους προδότες-σύμβολα του συλλογικού μας ασυνείδητου.
«Η Συγγνώμη» που είναι μια πληγή που δεν λέει το όνομα της.
«Η Πηνελόπη ΙΙΙ» όπου οι άνθρωποι χάνονται μέσα σ’ ένα κόσμο πολύπλοκο που δεν μπορούν να διαχειριστούν.
«Σε Αγαπώ», ( εξαιρετικό το εύρημα) με την αγάπη να ξεδιπλώνεται αργά και δύσκολα και στο τέλος να θριαμβεύει.
«Αγαπά» (ή «Αγάπα»;) όπου το σκοτεινό θήλυ Λίλιθ με ό,τι ακατάληπτο και φοβερό σέρνει μαζί του είναι ο βαθύς πόθος του άνδρα.
«Οι Άδειες Μέρες», όπου ο μακελλάρης χρόνος σκοτώνει μέρα με τη μέρα την άδεια ζωή μας.
«Ο Τελευταίος Λουόμενος» με μια καταπληκτική τελευταία εικόνα ενός κόσμου που πεθαίνει.
«Αντιγόνη ΙV», μια εξαιρετική ψυχογραφία-πινελιά της γυναίκας.

Αναφέρω σκόρπιους στίχους με ξεχωριστό ποιητικό κάλλος:
«…κάποια βράδια το ίδιο το νησί
ξεκολλούσε από το σώμα της
και χανόταν στη μαύρη θάλασσα που άχνιζε»
(Πηνελόπη ΙV).

«…οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά ενώ βρέχει σκοτάδι
(Φωτογραφία)

«…σήμερα δεν είναι παρά ένα δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής»
(Οδός Αριστοτέλους).

«Αφήνουν πάντα το κλειδί κάτω απ’ την ψάθα
Και μία μπαλκονόπορτα ανοιχτή
μήπως κάποιος θελήσει να πηδήξει»
(Οι Ευγενικοί Ξένοι Της Οδού Καραολή).

«Τώρα στο σώμα της κυλάει ο χρόνος
συχνά διαστέλλονται οι στιγμές
και την πονούν»
(Η Γυναίκα –Κλεψύδρα).

Συνολική εκτίμηση: Έχουμε εδώ αυθεντική ποίηση.

*Συγνώμη, αλλά αγνοώ τον/την συγγραφέα του κειμένου αυτού. Ωστόσο, μου άρεσε και το (ανα)δημοσιεύω εδώ. Όποιος/α ήθελα να με διαφωτίσει…

Κλείτος Κύρου, Εν όλω – Συγκομιδή 1943-1997 (εκδ. Άγρα)

dtbook051013

Έχουμε εδώ όλο το ποιητικό έργο του Θεσσαλονικιού ποιητή Κλείτου Κύρου (Θεσσαλονίκη 1921-2006)
“Η διαρκής παρουσία της μνήμης στο έργο του Κύρου, η δύναμη με την οποία εισβάλλει, δίνοντας τη δική της, καθόλου ψυχρή ή ουδέτερη, άποψη, η αναίρεση που πραγματοποιεί ενός κόσμου φαινομενικά εφησυχασμένου, η αγρύπνια που φέρνει μαζί της, η τύψη και η ενοχή, όλα αυτά δίνουν μια άλλη διάσταση στην προβληματική του. Η ποίησή του δεν αρκείται στο να αναπαράγει τον αρχέγονο μύθο της πτώσης, αλλά πυργώνει τη φυλακή, όπου το υποψιασμένο σύγχρονο άτομο είναι υποχρεωμένο να εκτίσει μια ισόβια ποινή, εξοφλώντας χρέη για τα οποία επιπλέον δεν είναι βέβαιο πως είναι αυτό το ίδιο υπεύθυνο … τόσο τα ερεθίσματα που γονιμοποιούν τη φαντασία του όσο και οι απολήξεις τους, παρουσιάζουν ένα φάσμα, στην έκταση του οποίου περικλείονται όλα τα στάδια μετάβασης, από μια μορφή υποκειμενισμού, σε μιαν άλλου είδους θεώρηση του ατομικού και του καθολικού συνάμα προβλήματος. Ξεκινώντας από έναν συναισθηματικό νεοσυμβολισμό, φτάνουν στην έστω και εν ‘συνδυασμώ’ προσέγγιση του γενικότερου θέματος της ανθρώπινης φύσης. Με όλες τις ενδιάμεσες κλίμακες της ιδεολογικής μετατόπισης, από την πίστη ως την αμφιβολία, από τον ενθουσιασμό ως την απογοήτευση … ο Κύρου από ένα σημείο και πέρα δίνει διαστάσεις ντοκουμέντου της ανθρώπινης περιπέτειας, όπως αυτή βιώνεται στους ταραγμένους καιρούς μας. Και συγχρόνως φορτίζει με μια ένταση τραγικού κύρους το λόγο του”. Αυτά έγραψε ο ποιητής Θανάσης Κωσταβάρας (περιοδικό “Η Λέξη” Νο 38).

Continue reading →

Ο ποιητής Σπύρος Μεϊμάρης – Beat και άλλες διαδρομές μιας κεντρικής μορφής

48836-108213

Της Ευγενίας Μίγδου

Σαλαμίνα. Σημείο μηδέν για τον επαναπροσδιορισμό της ποιητικής πορείας του Σπύρου Μεϊμάρη. «Αινιγματική» και μεμονωμένη περίπτωση στο χώρο της ποίησης στην Ελλάδα, διακριτή φυσιογνωμία, μιας που οι περιστάσεις το θέλησαν να είναι ο κεντρικός σύνδεσμος της θρυλικής Beat Generation στον ελληνικό χώρο. Προσωπικός και διαχρονικός φίλος των Άλεν Γκίνσμπεργκ, Γκρέγκορι Κόρσο, Ουίλιαμ Μπάροουζ, Χάρολντ Νορς, Πολ και Τζέιν Μπόουλς, Σίνκλερ Μπέιλς και πολλών άλλων, αποτύπωσε το πνεύμα και τα μηνύματά τους στην Ελλάδα, έχοντάς τα ήδη ενστερνιστεί από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60. Ταυτισμένος με τα ποιητικά πρότυπα μιας άλλης χώρας (ΗΠΑ), ανένταχτος και ιδιαιτέρως χαμηλού προφίλ, αποδέχεται –σχηματικά και μόνο– την ένταξή του στο αθηναϊκό Underground.

Το 1951 βγαίνει στην Αμερική το βιβλίο «Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ, το 1955 το «Ουρλιαχτό» του Άλεν Γκίνσμπεργκ. Και τα δύο τάραξαν τα λογοτεχνικά ύδατα, αλλά και τα κοινωνικά δεδομένα στην Αμερική. Πότε έρχεσαι σε επαφή με το «πνεύμα» των beat;
Το 1959 ήταν μία χρονιά συγκλονιστική στην Αμερική. Τα γεγονότα, πολιτικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά, ήταν φοβερά. Έχει γραφτεί και σχετικό βιβλίο. Βρίσκομαι λοιπόν εκείνη τη χρονιά, σε ηλικία 17 ετών, για πρώτη φορά εκεί, κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, χάρη σ’ ένα πρόγραμμα ανταλλαγής σπουδαστών. Πέφτω, δηλαδή, πάνω σε μια χρονική στιγμή όπου ο αντίκτυπος αυτών των δύο έργων είναι τεράστιος. Με το που τα διάβασα άνοιξε ο ουρανός για μένα. Βρήκα σε αυτά μια καθαρά προσωπική γραφή και ποίηση, κάτι το οποίο δεν είχα ξανασυναντήσει σε τέτοιο εύρος. Διάβασα το «Ουρλιαχτό» στο πρωτότυπο, γιατί είναι γραμμένο σε μια γλώσσα καθημερινή. Εάν προσπαθούσα εκείνη την εποχή να διαβάσω τους αναγνωρισμένους ποιητές των ΗΠΑ, Ρόμπερτ Φροστ, Άρσιμπαλ Μακ Λις, οι οποίοι ήταν καθιερωμένοι και ακαδημαϊκοί, ως ένα βαθμό, δεν θα τους καταλάβαινα. Αυτή ήταν μια μεγάλη επανάσταση στα αμερικανικά γράμματα: η ποίηση να μπορεί να απαγγέλλεται, να ακούγεται, όχι μόνο να διδάσκεται στο πανεπιστήμιο ή στο σχολείο.

Ποια ήταν η δική σου σχέση με την ποίηση μέχρι την αποκαλυπτική εκείνη στιγμή που διάβασες το «Ουρλιαχτό»;
Με την ποίηση δεν είχα καθόλου σχέση. Στα γυμνασιακά μου χρόνια είχα διαβάσει δύο ποιητές, λίγο Καβάφη, λίγο Καρυωτάκη. Είχα διαβάσει, επίσης, σε μετάφραση Μποντλέρ και Ουόλτ Ουίτμαν. Η ζωγραφική και η μουσική με απασχολούσαν πολύ περισσότερο. Η ζωγραφική, ιδίως, ήταν η μεγάλη μου αγάπη. Κι αυτό φάνηκε με τις σχέσεις που είχα στην πορεία με ζωγράφους. Με τον Αλέξη Ακριθάκη, τον Αλέξη Ταμπουρά. Μπορούσα πάντα να συμμετέχω στην πραγματικότητα που έβλεπαν οι ζωγράφοι. Κάποια στιγμή, όμως, στην Αμερική, αφού είχα ζωγραφίσει δύο πίνακες, συνειδητοποίησα ότι δεν κάνω για ζωγράφος κι έτσι την άφησα. Παραμένω λάτρης, θιασώτης. Όπως και με τη μουσική. Τι είχε συμβεί; Επηρεασμένος βαθιά από τη γραφή αυτών των ανθρώπων, αποφάσισα να γράψω κι εγώ. Επειδή ήθελα αυτό που θα γράψω να το διαβάσει κάποιος και να μου πει τη γνώμη του, έπρεπε να γράψω στα αγγλικά, που όμως ήταν περιορισμένα. Έτσι προέκυψε μια σειρά από ποιήματα στα αγγλικά, τα οποία τα έδειχνα στους φίλους μου που τους άρεσαν και με ενθάρρυναν.

Continue reading →

Ο Αλέξης Αντωνόπουλος μιλάει στο Καινό για το “Σκοτάδι”

Σκοτάδι+τελικό

Πριν λίγο καιρό έπεσε στα χέρια μου το «Σκοτάδι» του Αλέξη Αντωνόπουλου. Ξεκινώντας το, δεν το πήρα και πολύ στα σοβαρά. Ήταν η απαισιοδοξία που μου έβγαζε; Ήταν η φαινομενικά μη συνοχή του; Δεν ξέρω τι ήταν. Ξέρω όμως ότι λίγο λίγο με κέρδιζε και με κέντριζε ταυτόχρονα. Αναρωτιόμουν ποιος είναι αυτός που εξυμνεί το σκοτάδι; Τι είδους άνθρωπος είναι που περιγράφει τον πόνο τόσο έντονα; Αισθάνεται άραγε και ο ίδιος τόσο κενό μέσα του;
Όταν έμαθα ότι θα ερχόταν στην Κουρούτα για την παρουσίαση του βιβλίου του, θέλησα να τον γνωρίσω από κοντά. Εξεπλάγην με το νεαρό της ηλικίας του και τη συμπεριφορά του. Συνάντησα ένα νέο παιδί πολύ φιλικό, προσιτό και ευγενικό, πράγμα που μου φάνηκε πολύ αντιφατικό με το είδος γραφής του. Του ζήτησα λοιπόν να μου απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις ώστε να τον καταλάβω καλύτερα κι αυτός, με πολύ χαρά, δέχτηκε αμέσως. Θέλετε να τον γνωρίσετε κι εσείς;

1. Είσαι πολύ νέο παιδί, από ποια ηλικία γράφεις;
Οι μόνες μου αναμνήσεις στις οποίες δεν γράφω είναι πριν μάθω να διαβάζω. Θυμάμαι να είμαι τεσσάρων χρονών, να βλέπω γράμματα, να μην ξέρω τι σημαίνουν και ν’ αναρωτιέμαι για την εμπειρία της ανάγνωσης: Πώς είναι να διαβάζεις; Ακούς μια φωνή που σου διηγείται; Πώς γίνεται να καταλαβαίνεις τόσα πολλά απ’ αυτές τις μικρές ζωγραφιές; Το πρώτο μου ‘‘βιβλίο’’ το έγραψα όταν ήμουν οχτώ χρονών. Αφορούσε μια παρέα ζουζουνιών που έπρεπε να σώσουν μια πασχαλίτσα από ένα κακό γεράκι. Το είχα χαρίσει στη μητέρα μου και η χαρά της μου αρκούσε ως επιβράβευση. Πριν μερικούς μήνες, ανακάλυψα στην αποθήκη μια σελίδα- λογικά είχα γράψει σε αυτήν λίγο αφού έμαθα να γράφω. Το μόνο που μπορούσα να καταλάβω είναι πως η ιστορία αφορούσε μια μαϊμού- από κει και πέρα δεν μπορούσα να βγάλω νόημα. Αυτό που προσπαθώ να πω με τα παραπάνω σαχλά παραδείγματα είναι πως η γραφή ανέκαθεν με αφορούσε. Άρχισα όμως να συνειδητοποιώ πως αυτή θα είναι η ζωή μου αφού έκλεισα τα 19. Γεγονότα με έφερναν συνεχώς αντιμέτωπο με χαρτί και στυλό. Η συγγραφή γινόταν ένα μέσο για να δημιουργώ, να επικοινωνώ και ν’ ανακαλύπτω.

Continue reading →