Maria Takolander Reviews Bronwyn Lea

9780807616260_p0_v1_s260x420

The Deep North by Bronwyn Lea
, George Braziller, New York, 2013

It is a tribute to the quality and readability of Bronwyn Lea’s poetry that a selection of her work forms the second volume in the new George Braziller series (edited by Paul Kane), which aims to introduce contemporary Australian poets to American readers. True to lyric poetry, Lea’s poems are musical in their composition, and they can be intimate in their subject matter. However, Lea’s work is never just about crafting agreeable verse, and it is never just about her personal experience. What makes Lea’s poetry so striking and meaningful is its acknowledgement of a wider and worldly context: historical, geographical, biological, political. In fact, Lea’s poetry might be said to enact an ironic rejection of the claustrophobic potential of autobiographical verse by continually fleeing from it to something else. This might be typical of contemporary post-Romantic poetry generally, though in Lea’s poetry—highlighting the importance of gender to the work—that flight is often symbolised by the rejection of the trappings of romantic love for a liberating movement into ‘a vantage point … a vista’ (as we read in ‘Driving into Distance’). This makes Lea’s work reminiscent of Emily Dickinson’s restless verse, with Dickinson’s presence apparent in the exquisite poem ‘Insufficient Knowledge.’

Continue reading

The PEN Ten with Karen Emmerich

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

The PEN Ten is PEN America’s biweekly interview series curated by Lauren Cerand. This week Lauren talks to Karen Emmerich, a translator of Greek poetry and prose, and an Assistant Professor of Comparative Literature at the University of Oregon. Her recent and forthcoming books include poetry by Miltos Sachtouris, Yannis Ritsos, and Eleni Vakalo, and fiction by Sophia Nikolaidou, Amanda Michalopoulou, Ersi Sotiropoulos, Margarita Karapanou, and Vassilis Vassilikos. She is the recipient of translation grants and honors from PEN, the NEA, and the Modern Greek Studies Association; her translation of Sachtouris’s POEMS (1945-1971) was a finalist for a National Book Critics’ Circle Award in 2006.

When did being a translator begin to inform your sense of purpose?

I somehow find it much easier to switch those terms, and to say that a sense of purpose has always informed my translating, from the very first book I translated, Margarita Karapanou’s novel Rien ne va plus. It was actually the first book I ever read in Greek, when I was eighteen, and it gutted me. Of all the books I’ve translated, it’s the one I’ve gotten the most emails from strangers about. Knowing that her work now affects people in English as it did me in Greek—that provides an incredible sense of purpose. And of course now that Greece is constantly in the news, portrayed in frustratingly distorted and unfair ways, I feel an increased sense of obligation to keep bringing across as much Greek literature as I can, to counter these media representations and misrepresentations.

Whose work would you like to steal without attribution or consequences?

Well, as a translator, I’m always “stealing,” in a sense, and yet acutely aware of the ethical implications of what I do. I’m also a professor, which makes me sort of a stickler for proper citation.

Continue reading

Stephen Edgar Launches Jakob Ziguras

Chains-of-Snow

From time to time, a genuinely exciting poetry discovery arrives – I was going to say in the letterbox, but more usually now in the email inbox. So it was when Jakob Ziguras first sent me some of his poems, nearly two years ago now. He told me that he had been writing for some fifteen years but had made few attempts to publish his work. I could hardly reconcile the second fact with the first.

It was immediately apparent, when I began to read what he had sent me, that I was not dealing with a mere beginner. Here was someone who had not only pretty well mastered the technical skills of formal verse but could employ them – and this does not always follow – to compose poetry. He was already writing with authority and a clearly individual voice. I urged him to begin sending out his work as widely as possible. His poetry soon began to appear in print and be shortlisted for prizes – and indeed to win the Harri Jones Memorial Prize, which is offered by the University of Newcastle for an outstanding body of work by a younger poet (Ziguras was born in Poland in 1977). And now we have Chains of Snow, his first collection.

Continue reading

Αγγέλα Γαβρίλη, “Iridium” (εκδ. Momentum)

BKS.0155001

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στις μέρες μας, που υπάρχει μια πληθώρα εκδόσεων ποιητικών συλλογών, δύσκολα βρίσκει κανείς κάτι, που θα τον εντυπωσιάσει ευχάριστα και αν ακόμα βρει, συνήθως, η όμορφη εντύπωση περιορίζεται σε δυο – τρία ποιήματα. Ευτυχώς, υπάρχουν και μερικές εξαιρέσεις, όπου ολόκληρη η ποιητική συλλογή είναι αξιόλογη και οι όποιες αδυναμίες είναι λίγες και περιορισμένες.

Μια τέτοια εξαίρεση συναντάμε και στην ποιητική συλλογή της Αγγέλας Γαβρίλη: “Iridium”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Momentum”. Ξεκινώντας, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι ολόκληρη η ποιητική συλλογή περιέχει έξυπνους συμβολισμούς, ενώ ορισμένες υπερρεαλιστικές εικόνες δίνουν στα ποιήματα της Αγγέλας Γαβρίλη μια αίσθηση, που ξαφνιάζει ευχάριστα τον αναγνώστη.

Στα ποιήματα της ποιητικής συλλογής “iridium” συναντάμε μια κοινωνική διαμαρτυρία, όπου μιλώντας σε πρόσωπο α΄ πληθυντικό η Αγγέλα Γαβρίλη συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό της στα όσα κατηγορεί: «Αλλά κατά κάποιο τρόπο, / εμείς παραμένουμε ασφαλείς, / σχεδόν ικανοποιημένοι. / Κι η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να βρω, / είναι ότι είμαστε νεκροί. / Αλλά για γραφειοκρατικούς λόγους / δεν μας έχουν ακόμα ενημερώσει» .

Και που μπορούμε να βρούμε καταφύγιο απ’ όλα αυτά, που καθημερινά νιώθουμε να μας βαραίνουν; Στην ποίηση, που δεν έχουμε παρά να τη βρούμε στα δέντρα της Πλατείας Συντάγματος: «που υπάρχουν / που αντέχουν / που δεν κόπηκαν / που δεν κάηκαν / που δεν πέθαναν από αηδία. / Που δεν σηκώθηκαν να φύγουν, περπατώντας στις ρίζες τους».

Όμως, υπάρχει ελπίδα; Υπάρχει αν προσπαθήσουμε να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας, όπως το κοριτσάκι, που πουλάει στο δρόμο «αναπτήρες, χαρτομάντιλα, στιλό, / μισοπεθαμένα λουλούδια».

Η Αγγέλα Γαβρίλη στέκεται αλληλέγγυα στο μικρό κοριτσάκι: «Γιατί θα έρθει η μέρα που δεν θα είσαι πια κοριτσάκι. / Και τότε εσύ και οι βιτρίνες αυτού του κόσμου, / θα κλείσετε τους λογαριασμούς σας.» Αλλά, πέρα από την κοινωνική διαμαρτυρία, στην ποιητική συλλογή της Αγγέλας Γαβρίλη “iridium” υπάρχει και η υπαρξιακή διαμαρτυρία, όπου το ερώτημα γιατί να σκοτώνονται νέα παιδιά, εκφράζεται στο συγκλονιστικό ποίημα «Τάλιθα Κούμι», όπου ένα μικρό κοριτσάκι πνίγεται και κανείς δεν υπάρχει για να το σώσει: «Μόνο το νερό σε σκέφτηκε / κι έπνιξε κι άλλους. / Τουλάχιστον, μιαν αγκαλιά στο βυθό θα την έχεις.» Κλείνοντας, θα θέλαμε να συγχαρούμε την ποιήτρια για τα μηνύματα, που κατάφερε να μας μεταδώσει μέσα από την ποιητική της συλλογή “Iridium”, γιατί, όπως η ίδια αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου της: «Η ποίηση από τέτοιο υλικό είναι φτιαγμένη: υλικό προορισμένο να αντέχει, να γεννά χρώματα και να ταξιδεύει, μεταφέροντας μηνύματα».

Outcrop: radical Australian poetry of land

Outcrop final front cover

Review by James Stuart*


Outcrop: radical Australian poetry of land
Jeremy Balius and Corey Wakeling, eds
Black Rider Press, 2013

As I write this review, sunlight filtered through a pall of smoke casts a dull orange glow over my kitchen bench. The Blue Mountains are burning. Sydney’s haze resembles downtown Beijing’s and it’s only October. Such an apocalyptic scene – part of the ‘Australian experience’ I am assured by our Prime Minister – provides context for the world into which Outcrop and its ‘radical poetry of land’ emerges. This is not to suggest that the anthology’s outlook is primarily environmental, but that alternative ways of examining land are sorely needed.

On the whole, Outcrop, compiled by Corey Wakeling and Jeremy Balius, is experimental – a distinct and welcome contrast to an often straight-forward field. Sadly, Wakeling’s editorial lacks the clarity of the subtitle’s territorial claim. His scholarly credentials are not in question, but his opening remarks resound with statements so close in meaning that a PhD seems necessary to distinguish their nuances. At times his stated territory becomes so inclusive as to seem self-contradictory, for example:

‘Moreover, the ecological itself disturbs the primacy of the figural image when its concerns are micro as well as macro, disguised as well as visible, and subsistent as well as existent.’
But this does not detract from the importance of the works, all of which invariably, as Wakeling notes, ‘express[es] a crisis in relation to land.’ He continues, more directly:
‘This collection believes in not only poetry’s potential for critique and dissent, but too the possibility of recuperation and efflorescence of land’s multiplicity in a theatre of language. This theatre of language may entail utopia or dystopia, realism or surrealism, but I feel more so that this collection in its radicalism welcomes the gamut of these contrary forces.’

Continue reading

David Edelstadt, αναρχικός ποιητής και προπαγανδιστής

1480705_649300971758987_547883590_n

“Ένας μεγάλος ποιητής και ένας από τους καλύτερους τύπους αναρχικών που έζησε ποτέ”
Emma Goldman

Ο David Edelstadt γεννήθηκε στις 9 Μάη 1866 στην Kaluga της Ρωσίας. Επηρεάστηκε βαθιά από τη ζωή του πατέρα του που στρατολογήθηκε με τη βία στο στρατό του Τσάρου και υπηρέτησε 25 χρόνια. Αυτό το είδος βίαιης στρατολογίας χρησιμοποιείτο από το ρωσικό στρατό συχνά κατά των Εβραίων.

Ενώ τα ρωσικά ήταν η μητρική του γλώσσα, τα Yiddish ήταν η γλώσσα επικοινωνίας και προπαγάνδας του και αυτή τη γλώσσα για να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1882.

Συμμετείχε στην πρώτη εβραϊκή αναρχική ομάδα της Νέας Υόρκης, The Pioneers of Liberty (Πρωτοπόροι της Ελευθερίας). Η σύλληψη και καταδίκη των αναρχικών του Haymarket του Σικάγου ήταν που οδήγησε στο σχηματισμό της ομάδας αυτής. Στις πρώτες δεκάδες εργαζομένων που ίδρυσαν την ομάδα προστέθηκαν σύντομα ο Edelstadt και άλλοι ταλαντούχοι συγγραφείς και προπαγανδιστές, όπως οι Saul Yanovsky, Roman Lewis, Hillel Solotaroff, Moshe Katz και J.A. Maryson.

Continue reading

Η συλλογή ποιημάτων «Βλέπω» του Γιώργου Βέη

b192297

ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ

Γιώργος Βέης, «Βλέπω», εκδόσεις Ύψιλον, 139 σελ. Τιμή 10 ευρώ.

Η συλλογή ποιημάτων «Βλέπω» του Γιώργου Βέη εστιάζει σ’ ένα πολύ ισχυρό αισθητήριο. Στο μάτι. Κι αυτό το μάτι είναι το εργαλείο της εξακτίνωσης του βλέμματος παντού στη φύση, μέσα και έξω, ψηλά και χαμηλά, κοντά και μακριά. Ένα καλειδοσκόπιο που μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τι γίνεται εδώ, εκεί και παντού, αλλά στο βάθος τι, μέσα από αυτή τη διάσπαση, νιώθει ο ποιητής.

Το θέμα της συλλογής είναι πολλά θέματα – χωρίς σειρά και τάξη, έτσι, ατάκτως ερριμμένα, γιατί αυτή η αταξία υποκρύπτει, πιστεύω, τη συναισθηματική φόρτιση, όπως και όποτε προκύπτει, χωρίς να καλουπώνεται σε ορθολογιστικά κουτάκια και ταξινομήσεις. Ο Καβάφης είχε αποκαλέσει «ρομαντικούς» τους ποιητές της Αθήνας με τις πολύ γλυκερές περιγραφές και τις λυρικές εξομολογητικές διαθέσεις τους, επιλέγοντας για τον εαυτό του το είδος, το λιτό και συγκρατημένο, το παρά κάτι πρόζα. Ανάλογα και ο Βέης δεν τραβάει τελείως τον πέπλο που σκεπάζει τα μυστικά του, μας επιτρέπει να εικάσουμε μόνο από μικρά ανοίγματα που δημιουργούν τα διακειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε. Και είναι το διακείμενό του θησαυρός.

Ο ποιητής, λοιπόν, άλλοτε βλέπει από κοντά τη φύση και συνομιλεί μαζί της κι άλλοτε στέλνοντας το βλέμμα του στα άστρα –στην Πούλια, τη Βερενίκη, τη Μεγάλη Άρκτο– παρακολουθεί την αλυσίδα της ζωής, κεντρίζεται, αισθάνεται, στοχάζεται.

Continue reading

Δημήτρης Νανούρης, Στου πουθενά τη μέθη, εκδ. «Βιβλιοπέλαγος»

στο31409

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν από λίγο καιρό έφτασε στα χέρια μας το βιβλίο του Δημήτρη Νανούρη: «Στου πουθενά τη μέση». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος». Στον υπότιτλο ο ίδιος ο ποιητής μας πληροφορεί ότι η συλλογή περιέχει 28 ποιήματα και 5 σφηνάκια, δηλαδή 5 ακροστιχίδες, που τα αρχικά τους βγάζουν ονόματα ποτών.

Το πρώτο, που παρατηρούμε, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Νανούρη «Στου πουθενά τη μέθη» είναι ότι δεν περιορίζεται σε μια θεματική. Έτσι έχουμε ποιήματα κοινωνικά, ερωτικά, νοσταλγικά, υπαρξιακά. Ποίηση, που χρησιμοποιεί τον απλό καθημερινό λόγο, χωρίς λεκτικές ακροβασίες. Ο ποιητής εκφράζεται τόσο στον παραδοσιακό όσο και στον ελεύθερο στίχο, ενώ σε κάποια από τα ποιήματά του συναντάμε και λίγες υπερρεαλιστικές πινελιές.

Ορισμένα από τα ποιήματα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής εκφράζουν μια κοινωνική διαμαρτυρία. Ο ποιητής θυμάται τον Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και παραμένει ρομαντικός επαναστάτης. Παρά την πικρή διαπίστωση ότι: «Όλα στο πεζοδρόμιο καταλήγουν», ο Δημήτρης Νανούρης δεν το βάζει κάτω και γράφει: «Επαναδιαπραγματευόμαστε / το τομάρι μας / μόνο που αυτή τη φορά / θα το πουλήσουμε πολύ ακριβά».

Ο έρωτας, στην ποίηση του Δημήτρη Νανούρη, είναι ένα μεθύσι. Ένα μεθύσι αλλιώτικο, που κάνει τον άνθρωπο να ξεχνά για λίγο τις σκοτούρες της ζωής για να επιστρέψει δυνατότερος: «Σ’ έβλεπα αντάρτισσα του τίποτα / σερί να πίνεις τα ηδύποτα / στου πουθενά τη μέση / κι ο κόσμος μέσα στο ποτήρι σου / στροβιλιζόταν για χατίρι σου / ώσπου να γίνει φέσι».

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα στη Ναξιώτικη διάλεκτο, ενώ στο ποίημα «Κρεμμυδαρού» αναφέρονται με νοσταλγική διάθεση όλοι οι μεγάλοι ρεμπέτες με ειδική μνεία στη θρυλική «Τετράδα του Πειραιώς».

Κλείνοντας θα θέλαμε να συγχαρούμε τον Δημήτρη Νανούρη και να τονίσουμε ότι ελπίζουμε, όπως ο ίδιος αναφέρει σε ένα ποίημα του, να γράψει στίχους: «επικινδύνως περισσότερους από άλλοτε!»

*Ελλείψει φωτογραφίας του εξωφύλλου του βιβλίου στο διαδίκτυο, δημοσιεύεται αφίσα εκδήλωσης παρουσίασης του βιβλίου στη Νάξο, νωρίτερα αυτό το χρόνο, όπου περιλαμβάνεται και το εξώφυλλο του βιβλίου.

Καταλονία

Σε περιμένω στα Προπύλαια
παρέα με τους μικροπωλητές
και τους απεργούς πείνας·
ξαπλωμένος στο χορτάρι
διαβάζοντας
για την κοινωνική επανάσταση
στην Ισπανία.
Μεταμορφώνομαι στον Φρανθίσκο Ασκάσο
που όταν ήμουν εξόριστος
και κυνηγημένος
δίσταζες να με συναντήσεις.

Σε περιμένω στα Προπύλαια
παρέα με τους ταραχοποιούς
και τους μπαχαλάκηδες·
ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι
ανεβασμένος στον ιστό
οι σφαίρες σφυρίζουν
δαιμονισμένα τριγύρω του
κι αυτός εμψυχώνει τα πλήθη.
Μετουσιώνομαι στον Ντουρούτι
που όταν σε προσκαλούσα
στις ελευθεριακές χίμαιρες
με αποστόμωνες επαναλαμβάνοντας
“ας πάρουμε πρώτα το πτυχίο”.

Σε περιμένω στα Προπύλαια
δίπλα στη Φεδερίκα Μοντσένι.
Οι φλόγες της εξέγερσης
πυρπολούν τις καρδιές μας
κι εμείς τις δυνάμεις καταστολής,
συντηρώντας τις φωτιές
στα οδοφράγματα
με τα συντρίμμια
ερώτων ατελέσφορων
και ηδονών εξατμισμένων.

Σε περιμένω στα Προπύλαια
ξαπλωμένος στο γρασίδι
διαβάζοντας
παρέα με τους μικροπωλητές
και τους απεργούς πείνας.
Σε βλέπω να τρέχεις
χαμογελαστή
προς το μέρος μου.
Σηκώνομαι και φεύγω.

*Το ενδεικτικό ποίημα “Καταλονία” που περιλαμβάνεται στη συλλογή του Δημήτρη Νανούρη αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου http://theoharrispapadopoulos.blogspot.gr/2013/10/blog-post_20.html

Χρήστος Αρμάνδος Γκέζος – Μια κριτική παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Κυριακίδη “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”

%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%B9+%CE%BC%CE%B5+%CE%BC%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1+%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B1+%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF

Την ποιητική συλλογή «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα» τη διάβασα σαν μια συλλογή σύντομων διηγημάτων ή και στιγμιότυπων, την αναπαρέστησα στο κεφάλι μου και την παρακολούθησα με συγκίνηση και συμπόνια σαν καρέ μιας ασπρόμαυρης ταινίας του ιταλικού νεορεαλισμού, εκεί γύρω στο ‘40 με ‘50, με πρωταγωνιστές ερασιτέχνες ηθοποιούς, ανθρώπους του μόχθου από τη μία και την άλλη γειτονιά της δοκιμαζόμενης ή ενίοτε σπαρασσόμενης πόλης, που παλεύουν να τα φέρουν πώς και πώς πέρα ενάντια στη φτώχια και καμιά φορά η μοίρα τούς φέρνει να συναντηθούν στο χωμάτινο σταυροδρόμι και να ανταλλάξουν δυο κουβέντες.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερις ενότητες, οι οποίες σαν τις τέσσερις εποχές του χρόνου όχι μόνο ενισχύουν την αίσθηση αυτού του διαρκούς της καθημερινής βιοπάλης, αλλά και λειτουργούν ως σώμα πάνω στο οποίο υλοποιείται μια σειρά συμβάντων, ροών, αντιθέσεων και επαναλήψεων: πολύ συχνοί διάλογοι μεταξύ των προσώπων –γιατί τουλάχιστον οι κουβέντες είναι τσάμπα ακόμα και όταν δεν μπορείς να φας το αμέσως πιο ζωτικό πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να ανταλλάξεις λόγια με κάποιον που ανασαίνει το ίδιο όπως κι εσύ–,  συζητήσεις τις πιάτσας, μόρτικες καμιά φορά,  κουβέντες για «γκόμινες», ένας ανεξιχνίαστος φόνος, μια συνάντηση στην τουαλέτα, μια λεκτική περιπλάνηση μεταξύ ερωτευμένων, η ταλαιπωρία ενός ναυτικού στη θάλασσα (σύμβολο ελευθερίας αλλά και βασάνου/τρόμου μπροστά στο άγνωστο) όλα συνθέτουν μια αδιάπτωτη σερνόμενη με τα γόνατα πορεία από το ’20 στο ’50 μετά στο ’80 και τέλος μέχρι το ’10, με το σάουντρακ από πίσω να τρεμοπαίζει για αρχή νωχελική τζαζ και να σβήνει τέλος σε ένα τραχύ ρεμπέτικο, το Πέραμα να κατεδαφίζεται ολοσχερώς και να παίρνει τη θέση του αυτοστιγμεί μια ανοίκεια Νέα Ορλεάνη.

Με γλώσσα τις περισσότερες φορές απλή, αφηγηματική, χωρίς εξάρσεις, πού και πού μάγκικη, πού και πού ελαφρώς και ανεπιτήδευτα διανοητική, σε συνήθως εκτεταμένα ποιήματα με τίτλους φιλοπαίγμονες και σαρκαστικούς, και γενικά ένα ύφος φρέσκο και δυναμικό, ο Κυριακίδης πραγματεύεται πρωτίστως το θέμα της φτώχιας και της εξαθλίωσης με τρόπο ιδιαίτερο, όχι συναισθηματικά εκβιαστικό και εντυπωσιακίστικο –κάτι που θα ήταν εξαιρετικά εύκολο αλλά και ανέντιμο τόσο δεδομένης της ίδιας της φύσης της φτώχιας όσο και της ειδικής συγκυρίας που όλοι μας πια λίγο πολύ βιώνουμε– αλλά με μια αποστασιοποιημένη νηφαλιότητα που δεν στερείται ωστόσο σκληρότητας και αναπαραστατικής δύναμης.

Continue reading

Graham Robb, Αρθούρος Ρεμπώ

arthouros-rembo-exofyllo-small

ΜΤΦΡ.: ΙΝΩ ΡΟΖΟΥ
ΕΠΙΜ.: ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΟΥΓΚΟΣ «ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟΣ»

Είναι αλήθεια ότι αυτή η πρώτη, τόσο ουσιαστική βιογραφία της σαρωτικής, ποιητικής φωνής του προπερασμένου αιώνα, και όχι μόνο, που άκουγε στο όνομα Αρθούρος Ρεμπώ, γραμμένη από τον Αγγλο συγγραφέα και μελετητή της κλασικής, γαλλικής λογοτεχνίας Γκράχαμ Ρομπ (1958), μπορεί να προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις.

Κατ’ αρχάς, να τονίσω ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά διεισδυτικό, βιογραφικό δοκίμιο, έστω και αν διακινδυνεύει πολλά στην εξαγωγή αρνητικών συμπερασμάτων για το δίπτυχο ζωή/έργο εκείνης της τόσο ταραγμένης και προφητικής φυσιογνωμίας των παγκόσμιων γραμμάτων, που κυριολεκτικά ταύτισε την αισθητική του παραγωγή με το βίο του.
Οι κριτικές που ήδη έχει πάρει στο εξωτερικό το ανά χείρας βιβλίο είναι μάλλον θετικές, αν και δεν λείπουν κάποιες ενστάσεις για τη χρήση πολλών πηγών και την υπερβολική ειρωνεία του βιογράφου σε ορισμένα σημεία της μελέτης του πάνω σε όψεις ζωής και συμπεριφοράς του Ρεμπώ.

Continue reading