Graeme Miles
 Reviews Chris Wallace-Crabbe’s, my feet are hungry

cwc-feet

my feet are hungry
by Chris Wallace-Crabbe

Pitt Street Poetry, 2014

Readers of Australian poetry will expect a new collection from Chris Wallace-Crabbe to be a work of erudition and wit. In this they will not be disappointed. Wallace-Crabbe is entirely in command of his craft and possessed of intelligence that does not waste itself in trivialities. The ends of lives and civilisations are often on the edges of these poems, sometimes at their centres. They are, though, consistently playful. For all the seriousness of the literary and philosophical ghosts who haunt this book (Plato and Freud among them) there is nothing ponderous about it.

The book begins with one of these historical revenants in the brief ‘After Bede’: ‘Our lives are built upon unlikelihood, / their poignancy oddly fragile / at the best of times / like snow that falls softly / into a ravaging bushfire.’ The fire and snow appear to come from the most famous passage of Bede’s Ecclesiastical History (II.13), where ‘one of the king’s chief men’, likens human life to the flight of a sparrow through a fire-lit hall, passing ‘from winter to winter’. These basic elements are reworked to an even starker image of impermanence.

Continue reading

Philip Mead Reviews Corey Wakeling

goad-omen

Goad Omen
by Corey Wakeling

Giramondo Publishing, 2013

How do you hear the title to this volume of poems by Corey Wakeling? Goad Omen: two words that really slow you down as a reader, make you dwell on their unnatural pairing. Three dipthongal, molasses-slow syllables. They sound like a slip of the tongue, a conversational mishearing, or typo that should have been Good Omen perhaps. ‘Goad’ is a really old word, ambivalent here as it’s readable as either a noun or a verb, material and abstract at the same time – stick, prod, anku; impel, incite, drive. ‘Omen’ is another kind of referential flip-flop, signifying either a good or bad prognostication, black or white. Nothing in the extruded binary of this title, though, can resolve or clarify these indeterminacies. The meaning they produce is an estranging nimbus of uncomfortableness and unknowable fate.

Turns out this is emblematic of the ontology of words in Goad Omen’s poetic domain, and also of the off- and near-meanings they organise. Wakeling has a remarkably consistent voice, or voices, despite the arpeggio-like range of his shifts and changes. He delights in ironic adaptation/quotation, Malleyesque bathos, shifts between everyday idiom and graphic insistence (‘Pert nark’), alliterative burbling (‘their there-there shenanigan’), mock-seriousness (titles like ‘The Renaissance’), all kinds of surreal jump-cuts, and an Audenesquely arcane vocabulary – sopor, quidam, cryptomeria, bascule deglutition – unapologetically unAustralian, this. His language effortlessly avoids the tried and worn bromides of the poetic – predictable attitudes of the lyric ‘I,’ similes (a few only), deep imagery, rhetorical trajectories that reproduce affective curves – and yet with a mostly steady kind of syntactical plainness as structuring underlay.

Continue reading

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: Ένας εκπρόσωπος πρωτοπορία της γενιάς της κρίσης

156368-theoharris-papadopoulos

Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος αποτελεί μια από τις πιο άρτιες ποιητικές μορφές της νεώτερης γενιάς. Εντάσσεται στη γενιά της κρίσης (όρος που θα επιβεβαιωθεί ή θα απορριφθεί στο μέλλον από τους κριτικούς), παρά το γεγονός ότι τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα προηγούνται της οικονομικής κρίσης. Η ένταξή του σε τούτη είναι όχι μόνο με ηλικιακά κριτήρια, αλλά κυρίως λόγω θεματολογία. Αποτελεί ένα αναπόσπαστο τμήμα της τόσο λόγω κοινών βιωμάτων όσο και του κοινωνικού προβληματισμού που εκθέτει.

Μέχρι σήμερα μετρά ήδη έξι ποιητικές συλλογές: Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση, 1997), Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014).

Με πυκνή και χειμαρρώδη γραφή διακρίνεται από μία μοναδική ικανότητα να συνθέτει άλλοτε σε δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο, άλλοτε ομοιοκατάληκτα κι άλλοτε σε ελεύθερο στίχο. Διαυγής κι αφηγηματικός ο στίχος του διαρρέει ένα κρυστάλλινο νόημα/μήνυμα, χωρίς περιθώρια για απορίες, δίχως παρερμηνείες.
Η γλώσσα του δίχως στολίδια, λιτή με έμφαση στην αφήγηση με έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά και προφορικότητα. Ο τίτλος του συνήθως είναι ένα προσηγορικό ουσιαστικό (άναρθρο ή έναρθρο) χωρίς να απουσιάζουν οι εξαιρέσεις ρηματικών τίτλων ή ονοματικών συνόλων. Ο τίτλος αποτελεί όμως αναπόσπαστο τμήμα του ποιήματος χωρίς να προδιαθέτει μόνος του για το θέμα του έργου.

Continue reading

Κ. Φ. Καβάφης, Τα Αποκηρυγμένα, εκδ. Βακχικόν, Σεπτέμβρης 2013

dtbook280614

Το εν λόγω βιβλίο μόλις το πήρα στα χέρια μου. Είναι μια επετειακή έκδοση για το Έτος Καβάφη (που γιορτάστηκε πέρυσι 2013), σε επιμέλεια, πρόλογο και σημειώσεις του ποιητή και μεταφραστή, Γιώργου Μπλάνα. Το βιβλίο μπορεί να είναι μικρό (56 μόνο σελίδες), αλλά είναι άκρως σημαντικό από την άποψη του ότι αποδεικνύει πως η “Ιστορία της ποίησης είναι γεμάτη με παραδείγματα αποκηρυγμένων ποιημάτων. Νεανικές αδεξιότητες, συναισθηματικές εκτροπές, ιδεολογικές αστοχίες… υπάρχουν χίλιοι δυο λόγοι για τους οποίους ένας ποιητής που ενδιαφέρεται για την εικόνα του έργου του μπορεί να οδηγηθεί στην αποκήρυξη ορισμένων συνθέσεών του” όπως γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στον πρόλογό του. Για τις εκδόσεις Βακχικόν, η εν λόγω έκδοση έγινε και για έναν άλλο λόγο: συμπεριλαμβάνεται σε αυτή το ποίημα “Βακχικόν” από όπου προήλθε και το όνομα της ποιητικής και λογοτεχνικής αυτής πλατφόρμας http://vakxikon.gr (η οποία συνδυάζει περιοδικό, εκδόσεις και ραδιόφωνο) και το οποίο φιλοξενείται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου καθώς και στη σελίδα 15.

Έτσι, λοιπόν, «Τα αποκηρυγμένα» ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη κυκλοφόρησαν ως συμβολή στη μνήμη του μεγάλου Αλεξανδρινού.

Το λιτό, αλλά απέριττο εξώφυλλο του βιβλίου αυτού κοσμείται από φωτογραφία των νεανικών χρόνων του Καβάφη (βγαλμένη πιθανόν το 1890) και η υπογραφή είναι Κ. Φ. Καβάφης, δηλαδή Κωνσταντίνος Φωτιάδης Καβάφης, τα ποιήματα του οποίου αποκήρυξε ο Κωνσταντίνος Πέτρου Καβάφης, λέγοντας … χωρίς άλλες εξηγήσεις, ότι ανήκαν σε κάποιον εξάδελφό του.

Όπως συνεχίζει στον πρόλογό του ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας, “ακόμη και οι μεγαλύτεροι ποιητές μπορούν να κάνουν λάθη. Φυσικά, δεν χάθηκε ο κόσμος αν μερικά ποιήματα ξαστοχήσουν. Η ποίηση είναι τέχνη και μια τέχνη δεν μαθαίνεται ποτέ μονομιάς. Ένας σπουδαίος ποιητής πρέπει να ωριμάσει αργά, κατά προτίμηση ακολουθώντας τη ράθυμη κριτική. Τα αποκηρυγμένα του, μάλιστα, μπορούν να αποθηκευτούν ως τεκμήρια του σπουδαίου αγώνα που έδωσε για να πλουτίσει τη γλώσσα”.

Φυσικά και σε αυτά τα ποιήματα ο συνδυασμός λεκτικής και δραματικής ειρωνείας είναι μοναδικός. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ήταν και είναι γνωστός για την ειρωνεία του, ένα μοναδικό συνδυασμό λεκτικής και δραματικής ειρωνείας. Πολλοί όμως από τους αλλόγλωσσους ομότεχνους και αναγνώστες του (π.χ. Όντεν, Φόρστερ κ.ά.) αρχικά γνώρισαν και αγάπησαν τον ερωτικό Καβάφη.

Στο βιβλίο φιλοξενούνται εν όλω 27 ποιήματα τα οποία συνοδεύονται, όπως είπαμε από επεξηγηματικές σημειώσεις του ποιητή Γιώργου Μπλάνα.

Παραθέτω ένα δείγμα:

Ώραι μελαγχολίας

Οι ευτυχείς την Φύσιν βεβηλούσι.
Της λύπης είναι τέμενος η γη.
Αγνώστου πόνου δάκρυ στάζει η αυγή,
Αι ορφαναί εσπέραι αι χλωμαί πενθούσι.
Και ψάλλει θλιβερά η εκλεκτή ψυχή.

Ακούω στεναγμούς εν τοις ζεφύροις.
Βλέπω παράπονον επί των ίων.
Αισθάνομαι του ρόδου αλγεινόν τον βίον,
μυστηριώδους λύπης τους λειμώνας πλήρεις,
κ’ εντός του δάσους του πυκνού λυγμός ηχεί.

Τους ευτυχείς οι άνθρωποι τιμώσι.
Και τους υμνούσι ψευδοποιηταί.
Αι πύλαι, πλην, της Φύσεως είναι κλεισταί
εις όσους αδιάφοροι, σκληροί γελώσι,
γελώσι ξένοι εν τη πατρίδι δυστυχεί.

(1895)

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, το Σάββατο, 28 Ιούνη 2014.

Justin Clemens
 reviews Paul Magee’s Stone Postcard

stone-postcard

Stone Postcard
by Paul Magee
 John
Leonard Press, 2014

Unlike the recent Australian governmental fervour for signs of title (British, monarchist, hierarchical) and their accompanying anathemas contra entitlement (Australian, social democratic, welfarist), poetry titles struggle with self-authorization and singularisation. A poet’s title is not ‘Lord’ or ‘Lady,’ nor a state certificate legitimating territorial possession, but established by the fiat of the verse itself. Nor are poetry titles like those of narrative fiction. As Franco Moretti proves in ‘Style, Inc.: Reflections on 7,000 Titles (British Novels, 1740-1850),’ reprinted in Distant Reading (London: Verso, 2013): the ‘major metamorphosis of eighteenth-century titles is simple: in the space of two generations, they become much, much shorter … they also become much more similar to each other.’ With the development of a significant publishing ecology, novel titles no longer needed to be explanatory, but brief, attention-grabbing and memorable. Yet for poetry a title must be neither governmental nor novelistic. It must be impossible.

So, then – Stone Postcard? Magee’s previous book (John Leonard, 2006) bore a strongly oxymoronic title: Cube Root of Book. A striking phrase, drawing its provenance from a mathematical operation patently misapplied to the wrong kind of material and medium altogether: poetry as category error. As Jen Webb put it in Text (October 2008): ‘Cube root of book … in mathematical terms, roots are the inverse or opposite of powers.’ Poetry’s powers derive from its burrowing into the radicles of impotence.

Continue reading

Dan Disney 
Reviews Christopher Barnett’s when they came/ for you elegies/ of resistance

barnett

when they came/ for you elegies/ of resistance

by Christopher Barnett,
Wakefield Press, 2013

Christopher Barnett is an enigmatic figure: an exile and outsider, an active and proud Socialist, Australian but long based in Europe because of feeling, as Mark Roberts asserts in the book’s foreword, ‘profound disillusionment with Australian society’ (ix). This deeply aggrieved, political book is a 300-page anti-paean purporting to eulogise Furkan Doğan, the North American teenager killed alongside eight others by Israeli forces storming the Gaza Peace Flotilla in 2010.

But this book also contains the perceptions of an ageing poet grieving the loss of their own youth. Barnett’s memorialising is in the mode of a musical manifesto, in which the dramatis personae (Faust, Marx, Althusser, Apollinaire, Dick Cheney, Jeremiah, Trần Đức Thảo, Gregory Peck, et al) traverse either ideological or remembered space (Leningrad, Golgotha, Wangaratta, Babylon, Haiphong, Jerusalem, Salzburg, etc) in an effort for the poet to better display the ‘state of things// things of state’ (287) by which we are interpellated, instrumentalised, and commodified or, worse, in the way of monstrous and mobilised forces.

Continue reading

Δημήτρης Δημηρούλης, Η ανάγνωση του Καβάφη, μελέτη, Εκδόσεις Gutenberg 2013

67377-149891

Της Άτης Σολέρτη

Πρόκειται για μια εκτενή και αξιέπαινη μελέτη πάνω στο ζήτημα της ανάγνωσης του Καβάφη, του κλασικού αυτού ποιητή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, εξετάζοντας τη διαδικασία μέσα από πολλές πτυχές.
 
Βασικός στόχος του βιβλίου είναι να κατανοήσει ο αναγνώστης τον ποιητή και το έργο του, διαβάζοντας πρωτίστως τον αναγνώστη Καβάφη κι έπειτα τον ποιητή Καβάφη ο οποίος με την αλήθεια του έργου του χρίζει τον αναγνώστη του ερμηνευτή του.
 
Γιατί ο Καβάφης υπήρξε ποιητής της βιβλιοθήκης, όπως πολύ εύστοχα τονίζει ο συγγραφέας. Αφηγείται ιστορίες που διάβασε, τις περιγράφει με περισσή μαεστρία και μας μυεί στο ιστορικό παρελθόν που γίνεται ωστόσο γοητευτικό παρόν διδάσκοντάς μας τη σοφία κάθε εποχής τόσο αλλοτινής όσο και τωρινής.
 
Είναι αδύνατον το αίσθημα τιμής κάθε αναγνώστη να μην τον αφήσει να θαυμάσει την πολυεπίπεδη γραφή του ποιητή και να μην τον ωθήσει να παρασυρθεί από τη συγκίνηση των νοημάτων που η ίδια φέρει.
 
Η ικανότητά του Καβάφη, υπό το πρίσμα των αναγνώσεών του, να διεισδύει στα πιο βαθιά και μύχια ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, να γίνεται αφηγητής των διαπιστώσεών του, μαχητής του χρόνου και κατά συνέπεια καίριος σχολιαστής, αξιοθαύμαστος φιλόσοφος τον καθιστά τον ιδανικό αναγνώστη του βιβλίου της ανθρωπότητας. Αυτό άλλωστε συνιστά και τη διαχρονικότητα της γραφής του.

*Αναδημοσίευση από το Βακχικόν http://www.vakxikon.gr

 
 
 

Tom Petsinis, Breadth for a Dying Word, Arcadia 2013

dtbook140614

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Είναι η έβδομη ποιητική συλλογή του Τομ Πετσίνη, στην οποία ο ποιητής μεταθέτει το ενδιαφέρον του από την προσωπική ιστορία -η οποία δόθηκε με τόση μαεστρία στη βραβευμένη συλλογή Four Quarters (μια πρωποριακή δουλειά που βασίστηκε εξ ολοκλήρου στους κανονισμούς και τις φάσεις του αυστραλιανού φούτμπολ)- καθώς και στην άκρως συναισθηματικά φορτισμένη συλλογή My Father’s Tools.

Στη νέα αυτή ποιητική του συλλογή, η οποία αποτελείται από τρία μέρη υπό τους τίτλους Nouns, Adjectives και Verbs, ο Τομ Πετσίνης θα ενσωματώσει το πρώτο ενικό πρόσωπο στο γενικό και “απροσδιόριστο” “εσύ¨ (you). Η διάσταση του δευτέρου ενικού προσώπου περιπλέκει τα όρια μεταξύ ποιητή και αναγνώστη, κάνοντάς τα εντέχνως δυσδιάκριτα, τοποθετώντας τον δεύτερο (τον αναγνώστη) στο κέντρο κάθε ποιήματος, κάνοντάς τον συμμέτοχό του. Μέσα από την επιτιδευμένα καλλιεργημένη περιέργεια και τα αντανακλαστικά της ποιητικής φόρμας που χρησιμοποιεί ο Πετσίνης, υποβάλει ερωτήματα σε “σένα”, τον αναγνώστη, στέλνοντάς σε κατευθείαν σε μια διαδρομή αναζήτησης του πρότερου ρήματος, του φευγαλέου τέταρτου χρόνου, των νέων μεταφορικών εννοιών για το θάνατο, των νέων εκείνων ήχων που είναι ικανοί να εμψυχώσουν και να μορφοποιήσουν το κάθε ποίημα και τη σημασία του και, πέρα και πάνω από όλα, στα ουσιώδη και καθοριστικά όρια της γλώσσας, εκεί όπου ο λόγος περιπλέκεται και συγχέεται με τη μουσικότητα και την παραδοξότητα.

Τα ποιήματα που συγκροτούν τη συλλογή Breadth for a Dying Word είναι μεν λεπτά και χαρακτηρίζονται από μια έντεχνα δοσμένη λιτότητα, ωστόσο, είναι προσβάσιμα, παρέχουν μια παιχνιδίζουσα στοχαστικότητα, αλλά και εκπέμπουν μια θετικότητα όσον αφορά την ίδια τους την υπόσταση, την ύπαρξή τους. Στη συλλογή αυτή αποδεικνύεται ότι όταν η ποίηση αυτού του συγκεκριμένου είδους διατρέχει τον κίνδυνο να στερηθεί καυσίμων, δηλαδή της πρώτης ύλης της έμπνευσής της, ανατρέχει στο συγκεκριμένο, διατηρώντας τη σύντμηση ήχου – εικόνας – μεταφοράς.

Άλλωστε, ο Πετσίνης μας έχει συνηθίσει σε μια αυστηρή εμμονή σε μια επιλεγμένη από τον ίδιο ποιητική φόρμα, η οποία δεν είναι καθόλου σκηνοθετημένη, εμφανίζοντας, αντίθετα, μια εξαιρετικά οικεία και απλή δυναμική έκφρασης. Και καθώς ο ίδιος είναι μαθηματικός η ποίησή του χαρακτηρίζεται απο μια κομψότητα μαθηματικού τύπου, με σαφήνεια, χιούμορ και συγκίνηση.

Ο Tom Petsinis γεννήθηκε στο ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας και έφτασε στην Αυστραλία με την οικογένειά του όταν ήταν έξι χρόνων. Αν και τα Αγγλικά έγιναν η πρώτη του γλώσσα, τα Ελληνικά και τα Σλαβομακεδόνικα μιλιώνταν ακόμα στο σπίτι και η χώρα προέλευσης παρέμενε μια ακλόνητη πηγή έμπνευσης και καθορισμού. Ο ίδιος αργότερα δήλωσε ότι ονομάζει ως “τέταρτή του γλώσσα, τη γλώσσα των Μαθηματικών. Ο Tom Petsinis εκτός από ποίηση έχει γράψει νουβέλες και θεατρικά έργα και διδάσκει Μαθηματικά στοVictoria University of Technology της Μελβούρνης. Τα Μαθηματικά κατέχουν κεντρικό ρόλο τόσο σε νουβέλες του –ειδικά στη The French Mathematician (1997), που αφορά τη ζωή και το έργο μιας από τις ιδιοφυίες των Μαθηματικών του Γάλλου Évariste Galois, κατά τον 18ο αιώνα- όσο και ποιητικών του συλλογών ειδικά της Naming the Number (1998). Διατηρεί την ιστοσελίδα http://tompetsinis.com

*Το κείμενο δημοσιεύεται στη βιβλιογραφική μου στήλη στην ομογενειακή εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, σήμερα Σάββατο, 14 Ιούνη 21014.

Bridget Vincent reviews Robert Gray’s Daylight Saving: a selection of poems by Robert Gray

daylight-saving

Daylight Saving: a selection of poems by Robert Gray
by Robert Gray.
Paul Kane, ed. George Braziller, 2013

In ‘Minima’, Robert Gray writes that ‘the senses can mislead us, / … when we rely on only one of them.’ Gray himself is in no danger of being misled. The dimension of synaesthesia in his perceptions has been widely noted, but it manifests itself in this collection as something both chronologically prior to, and conceptually broader than, the apprehension of one sense through another. In these poems, the synasthaesic crossover is on a continuum with other comparative and synthetic impulses: not only does he compare, for instance, ‘bird-song’ to ‘wandering lines of wet paint’, he also observes how the same shapes emerge in objects of different substance and scale, how the same ordering principles work in divergent contexts: ‘the wind paths, beyond the breakers, run out / across the water, / sinuous and spreading, like the arms / of the open eucalypts.’

In his forenote, Paul Kane explores the Buddhist inflections of Gray’s figural thinking, reflecting that the work of juxtaposition, apposition and comparison in his poetry is grounded in a Buddhist sense of underlying shared qualities. Rather than creating externally-imposed connections, his poems are ‘moments of revelation or unconcealment’. While the collection is aimed at American readers, this sense that the comparisons he draws existed prior to their poetic articulation is part of the book’s particular power for readers familiar with the places described.

Continue reading

Challenging Archetypes: Shirley Lu reviews Outcrop: ‘Radical Australian Poetry of Land’

outcrop-1

Outcrop: Radical Australian Poetry of Land
Edited by Jeremy Balius and Corey Wakeling
Black Rider Press 2013

Corey Wakeling’s introduction to Outcrop: Radical Australian Poetry of Land, is a heavy read. It was written for connoisseurs of poetry, and I am not one, so most of it went over my head. I am a lover of poetry, though. Poems that are conventional in shape and yet linguistically complex resonate with me. I am also a lover of land. This land. I roadtrip often. I chase art exhibitions in Canberra and Melbourne and I visit friends who live upstate. In fact, I completed my first reading of Outcrop while on a roadtrip from Melbourne to Sydney. I followed the A1, which took me passed Eden, Bega, and Ulladulla. I could not help but see the poems in the land and the land in the poems. In Pete Spence’s poems, especially his upturned sonnet ‘Season’, I saw Melbourne’s alleyway chirpiness. In John Mateer’s ‘Auguries’, I heard birdsong and soft borders. In Peter Minter’s ‘Faecebook’, I saw sunbeams and calloused feet. And in Tim Wright’s ‘cleanskin’, I saw the peeling paint of a lakeside house in Bermagui.

Astrid Lorange’s ‘Grubs’ took me from a muddy river bank near Milton to a gum-ridden motel room in Eden. Kate Fagan’s ‘Circa 1927: Realising Belief’ made me think of the purple wildflowers that spilled over the side of the highway near Nowra, nature defying human design. John Kinsella’s ‘gentle geometry’, Louis Armand’s ‘precision’, Sam Langer’s ‘mission to divide and disorientate’ – in all of that I saw straight stretches of road, bellying with hills and buckling with sky.

Continue reading