Jackson Mac Low (1922–2004), Αναρχικός και ποιητής

Ο Jackson Mac Low πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 8 Δεκεμβρίου 2004. Αυτή η βαθιά απώλεια θα χρειαστεί πολλά χρόνια για να καταγραφεί σωστά, αλλά δεδομένου ότι οι New York Times έχουν συνοψίσει μόνο τη λογοτεχνική του συνεισφορά, είναι σημαντικό να σημειωθούν άλλες διαστάσεις της ζωής του, ιδίως οι πολιτικές του δραστηριότητες.

Μεγαλωμένος στα βόρεια προάστια, ο Mac Low ήταν παραγωγικός φοιτητής ποιητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο στα τέλη της δεκαετίας του 1930, σε μια εποχή που το Σικάγο ήταν καζάνι ριζοσπαστικής σκέψης. Φεύγοντας από τη σχολή, έφτασε στη Νέα Υόρκη και από το 1943 συμμετείχε σε αναρχικές και ειρηνιστικές συγκεντρώσεις [όπως αυτές στην αίθουσα συνάντησης των Ισπανών αναρχικών στο Broadway και τα πικνίκ και τους χορούς τα Σαββατοκύριακαστην αποικία Stelton]. Μαζί με τον Paul Goodman και άλλους, ο Mac Low ήταν ένας από εκείνους που έξω από το ομοσπονδιακό σωφρονιστικό ίδρυμα Danbury υποστήριζαν τους φυλακισμένους αντιρρησίες συνείδησης που έκαναν απεργία πείνας για να έχουν μια ολοκληρωμένη καφετέρια.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και μέχρι τη δεκαετία του ’50, όταν σταμάτησε να εκδίδεται, ο Mac Low ήταν ένας από τους συνεργάτες και συντάκτες της αναρχικής εφημερίδας της Νέας Υόρκης “Why?” (που αργότερα μετονομάστηκε σε “Resistance”). Ο Mac Low συνδέθηκε επίσης με τους αναρχικούς του Woodstock, Holley Cantine και Dachine Rainer, και έγραφε μουσικές κριτικές για το περιοδικό τους “Retort”.

Τον Ιούνιο του 1955, ο Mac Low συνελήφθη επειδή διαμαρτυρήθηκε για ασκήσεις πολιτικής άμυνας στο City Hall Park. Περιγράφηκε τότε από την εφημερίδα New York World-Telegram: “Οι διαδηλωτές ήταν μέλη των οργανώσεων The Catholic Workers, The War Resisters League και Fellowship of Reconciliation, καθώς και ένας άνδρας, ο Jackson Mac Low, 32 ετών, ο οποίος δήλωσε ότι δεν ήταν μέλος καμίας από αυτές τις ομάδες”. Εκτός από την Dorothy Day, τον Ammon Hennacy, τον Bayard Rustin και άλλους, συνελήφθησαν επίσης ο Julian Beck και η Judith Malina, μια εμπειρία που περιγράφει η ίδια στα δημοσιευμένα ημερολόγιά της εκείνης της εποχής που είχαν ήδη δημοσιευτεί.

Σε μια επεξηγηματική επιστολή προς τον Bayard Rustin, ο Mac Low περιγράφει τη διαφορά του από εκείνους που διαμαρτύρονταν για την κινδυνολογία των ασκήσεων πολιτικής άμυνας: “Πιστεύω ότι … ο κίνδυνος των ρωσικών επιδρομών με βόμβες Η στο άμεσο μέλλον είναι πολύ απομακρυσμένος, ενώ πιστεύω ότι … η πειραματική έκρηξη των βομβών Α, αλλά πολύ περισσότερο, των βομβών Η (θερμοπυρηνικών), αποτελεί κάτι περισσότερο από έναν “άμεσο κίνδυνο”, αλλά μάλλον είναι, περισσότερο από πιθανό, ένας πραγματικός σημερινός παραγωγός μεγάλης ζημιάς στην ανθρωπότητα και σε όλα τα έργα της”.

Σε μια δήλωση του 1940 με τίτλο “Επιστράτευση”, ο Mac Low καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να περιγράψει ότι ο πόλεμος δεν είναι ανήθικος μόνο για την καταστροφή της ζωής και του πολιτισμού, αλλά και για κάτι άλλο: “Τι γίνεται με εκείνους που μένουν “ζωντανοί” και “ολόκληροι”; Τι γίνεται με αυτό που συμβαίνει μέσα τους; Τι γίνεται με τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων των οποίων τα ιδανικά καταρρέουν, των οποίων η καλή θέληση θολώνει μαθαίνοντας να καταστρέφουν και να μισούν, βλέποντας τους συνανθρώπους τους να καταστρέφονται και την ιδιοκτησία τους, βλέποντας να τους μισούν;” Στη δεκαετία του ’60 και μετά, ο Mac Low συμμετείχε σε δεκάδες δράσεις, από μαραθώνιες ποιητικές αναγνώσεις μέχρι την αιώρηση του Πενταγώνου και όλα τα ενδιάμεσα. Στο συγγραφικό του έργο το ζήτημα της ελευθερίας αποτέλεσε ιδιαίτερο μέλημα. Όπως οι σύγχρονοί του Robert Duncan, Robert Creeley και άλλοι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως αναρχικοί ποιητές, ο Mac Low είζε αλληλογραφία με τον φυλακισμένο ποιητή Ezra Pound. Η επανακωδικοποίηση από τον Mac Low των παουντιανών (Poundian) κειμένων (και πολιτικών) οικονομιών, η εφαρμογή τους σε ευρύτερες μορφές μουσικής σημειογραφίας και οι διευρυμένες έννοιες της προσωδίας, συνιστούν ένα “θόλωμα” της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ ποίησης και μουσικής, όπως το έθεσαν οι New York Times στη νεκρολογία τους για τον Mac Low. Αυτή η χωρική και προσωρινή προσωδιακή έκρηξη του επέτρεψε να επανεξετάσει την “ύλη” με την οποία λειτουργούν, γίνονται και πώς γίνονται τα ποιήματα. Ριζοσπαστικοποιώντας, μέσω του αναρχισμού και της βουδιστικής μεταφυσικής, την έννοια του εγώ του ίδιου του ποιητή σε σχέση με τη σύνθεση ενός ποιήματος, το 1955 ο Mac Low δανείστηκε από τον συνθέτη Earle Browne τη χρήση του πίνακα τυχαίων ψηφίων της Rand Corp ως μία από τις πολλές λεγόμενες “τυχαίες” διαδικασίες. Μαζί με τον David Thoreau Wieck, μέλος των συντακτικών ομάδων των “Why?” και “Resistance”, ο Mac Low εισήγαγε τον John Cage στον αναρχισμό, αν και πολλοί έχουν συχνά μπερδέψει αυτή τη σχέση αντιστρέφοντάς την.

Το 1962, το έργο του “The Marrying Maiden” παρουσιάστηκε από το Living Theater. Έκτοτε, άσκησε μεγάλη επιρροή σε διαδοχικές γενιές ποιητών, καλλιτεχνών περφόρμανς και μουσικών. Αν και είχε προσκληθεί να διαβάσει σε όλες τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ευρώπη, ο Mac Low ήταν μια σταθερή παρουσία στις ποιητικές αναγνώσεις στο κέντρο της πόλης, όπου το πνεύμα και η ενέργειά του θα μας λείψουν πολύ.

Δεν ήταν όλα τα ποιήματά του τυχαία, όπως τα Light Poems της δεκαετίας του 1960. Ακολουθούν δύο από τη συλλογή “22 Light Poems” του 1968.

1ο ποίημα φωτός

Για την Ίριδα – 10 Ιουνίου 1962

Το φως μιας φοιτητικής λάμπας
ζαφειρένιο φως
λάμπει
το φως μιας λάμπας καπνoύ
Φως από τα νέφη του Μαγγελάνου
το φως μιας λάμπας Nernst
το φως μιας λάμπας νάφθας
φως από μετεωρίτες
Φως που εξαφανίζεται
αιθέρας
το φως ενός ηλεκτρικού λαμπτήρα
επιπλέον φως
Φως κιτρίνης
κινησιογραφικό φως
το φως μιας λάμπας Kitson
ευγενικό φως
Φως πάγου
ακτινοβολία
ανάφλεξη
φως βωμού
Το φως ενός προβολέα
μια ηλιαχτίδα
ανατολή του ήλιου
ηλιακό φως
φως μουστάρδας
καστανόχρωμο φως
το φως μιας φωτοβολίδας μαγνησίου
φως από μετεωρίτη
Φως που εξαφανίζεται
αιθέρας
φως από ηλεκτρική λάμπα
ένα επιπλέον φως
Συνηθισμένο φως
φωτισμός οργόνης
φως από λάμπα που καίει ελαιόλαδο
φως από οπάλιο
Ακτινισμός
φως ατομικής βόμβας
το φως μιας λάμπας αλκοόλης
το φως μιας λάμπας που καίει λάδι ανάντας

*

13ο ποίημα φωτός

Για την Judith Malina – 9 Αυγούστου 1962

Είναι δυνατόν να έχεις για φίλους σου τέρατα & βρικόλακες;
ρώτησε το μωρό
gargoyle
Ναι παιδί μου, σιωπή το φως της αυγής έρχεται. Οι κόκορες λαλούν στα αυτοσχέδια
κλουβιά τους στο παράθυρο του τελευταίου ορόφου της πολυκατοικίας απέναντι και κάτω
στο δρόμο, της πολυκατοικίας που κάποτε ήταν μια κομψή εβραϊκή πολυκατοικία σε αυτόν
τον πυκνοκατοικημένο Πορτορικανικό και σκοτεινό Αμερικάνικο δρόμο.
Ο ιδρώτας χύνεται από πάνω μου γιατί δεν έχω κοιμηθεί και μισώ
τους φίλους που αγαπώ
Και
φοβάμαι…
αντίθετα, ένα ελαφρό cd ξεχειλίζει από μένα
αν ήμουν ο Vinoba Bhave
ή ο Martin Buber
ή ο Ramana Maharshi
ή ο Sohaku Ogata ή –
Δεν είμαι.

*Απόδοση-Επιμέλεια: Ούτε Θεός Ούτε Αφέντης

Ατομική έκθεση εικαστικών το «Απάνεμο Καρτίνι» του ζωγράφου Θανάση Σκυλογιάννη

Ο πίνακας «Ναυπηγείο κόκκινο»

Γράφει η συγγραφέας και διεθνολόγος Κασσάνδρα Αλογοσκούφι

Η νέα ατομική έκθεση του Θανάση Σκυλογιάννη ονομάζεται «Απάνεμο καρτίνι» (Βαρελάς, 2024), το οποίο προέρχεται από το ποίημα «Kuro Siwo» του Νικόλα Καββαδία από τη ποιητική συλλογή «Πούσι» στα 1947 και ειδικά στην 5η στροφή:


«Η λαμαρίνα!… η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σαν μια ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι,
πώς παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι».

(Καββαδίας, 1947)

Καρτίνι ονομάζεται το τεταρτημόριο, που στην περίπτωσή μας αναφέρεται στη ναυτική πυξίδα που εν πλω και εν κινήσει αλλάζει καρτίνι με καρτίνι ένδειξη προσανατολισμού. Στην παρούσα φάση, «απάνεμο καρτίνι», αναφέρεται στον ίδιο τον δημιουργό που με κοινωνικές αξίες υπέρ ενός ανυπέρβλητου ανθρωπισμού παραμένει σταθερά αριστερού προσανατολισμού. Είναι έφεση του ίδιου να δέχεται αντιστεκόμενος όλους τους κακούς ανέμους, αλλά να προστατεύει αλλήλους θέτοντας τον πλησίον του στην προστασία της απανεμιάς δια της τέχνης -και όχι μόνο- μέσα από το ιερό τεταρτοκύκλιο ενός καλού κ’ αγαθού φυλαγμένου εσωτερικού κόσμου.

Ο Θανάσης Σκυλογιάννης απόφοιτος σχολής Μηχανικών στον Ασπρόπυργο έζησε για οχτώ χρόνια ψημένος σαν ναυτικός υπό τον διεθνή αντίκτυπο από θερμά επεισόδια στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, δηλαδή το αντιαποικιοκρατικό Κίνημα των Αδεσμεύτων (ΚτΑ) (Ρούσσος, 2015), την Εισβολή στην Κύπρο, ως αποτέλεσμα της μεγάλης προδοσίας εκ των έσω, τόσο απ’ τη Χούντα της Ελλάδας, όσο και μεταπολιτευτικά επί ημερών Κ. Καραμανλή (Κουίκ, 2023). Τα δε ταξίδια του συνέπεσαν με τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, την Ιρανική Επανάσταση, την Πετρελαϊκή Κρίση(73’&79’) και την πτώση της δυναστείας του Μπαχλαβί του 1979. Με αυτό το διεθνές πλαίσιο, ο Σκυλογιάννης εμβαπτίστηκε -δια πυρρός και σιδήρου- στην ελληνική ναυτοσύνη με κοφτερή κρίση και ανοιχτούς ορίζοντες με το καλύτερο που μπορούσε να δώσει στον εαυτό του, δηλαδή μία θέση στην Αριστερά, όπου και θα λειτουργούσε ο ίδιος πιο αποτελεσματικά σαν άνθρωπος και καλλιτέχνης.

Λόγω των ταξιδιών, η ενασχόληση με την τέχνη γίνεται περιστασιακά. Στη συνέχεια και μέχρι τη συνταξιοδότησή του ο Θανάσης απασχολείται ως μεταλλεργάτης στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος όντας ενεργός στο Συνδικάτο για δίκαιη διεκδίκηση κάθε εργασιακού δικαιώματος κοντολογίς για τρεις δεκαετίες. Η καθημερινότητα στη ζώνη αποτελείται από εναλλαγές λύπης και χαράς, θανάτου και ζωής, εργατικών ατυχημάτων και ευτυχημάτων συναδελφικών. Ο επιούσιος μόχθος σφυρηλατείται στον διαρκή αγώνα για κοινωνική αλλαγή. Οι αναμνήσεις από τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη και η μνημειώδης δύναμη του μεταλλεργάτη απεικονίζονται απαράμιλλα στον εκπληκτικό πίνακα του εναέριου εργάτη κεκαλυμμένου με προστατευτική φόρμα. Σε τουλάχιστον τρεις πίνακες του παρατηρείται μία γραμμή ορίζοντα της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης, που αποτελεί σημείο ρέμβης του καλλιτέχνη, αλλά και πανοραμικής επισκόπησης του εργατικού κινήματος.

Δε βιοπορίζεται ποτέ επαγγελματικά από τη ζωγραφική λόγω των πεποιθήσεων του-τύπου απάνεμο καρτίνι- περί καθαρής και ευαγούς τέχνης που δεν υποκύπτει στις πιέσεις που επιτάσσουν τα καπιταλιστικά γρανάζια.

Ο πίνακας «Φωτιά στο Λιμάνι»

ΠΙΝΑΚΑΣ «ΦΩΤΙΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ»

Η «Φωτιά στο Λιμάνι» είναι ένα εμβληματικό έργο του ζωγράφου Θανάση Σκυλογιάννη. Εκεί, που υποτίθεται υπάρχει ξηρά, εντοπίζονται τα χίλια χρώματα της πυράς, της φλεγόμενης γης των ανθρώπων. Το καράβι με τις καθετότητες παραπέμπει στον σωτήριο σταυρό, πλην όμως ο Σκυλογιάννης όντας αγνωστικιστής, μα περισσότερο ανθρωπιστής, θεωρεί πως σωτηρία για εκείνον είναι η κομμούνα στο κατάρτι, όπου ο ένας βοηθά τον άλλο για να ταξιδέψει το καράβι της κοινωνίας. Λόγω ναυτοσύνης, το μαύρο ιστιοφόρο συμβολίζει τον σωτήριο πόρο ελευθερίας και εξερεύνησης στο εβένινο χρώμα της σκληρής επιβίωσης, που επισκιάζει τον σύγχρονο άνθρωπο. Είναι το καράβι, με τον Οδυσσέα να περνάει από τις πιο επικίνδυνες ναυτικές οδούς, τη Χώρα των Λωτοφάγων, τις Συμπληγάδες Πέτρες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, αλλά εκείνος θα υψώνεται δεμένος με τα μάτια εικαστικού ορθάνοιχτα και τα αυτιά βουλωμένα από τις δυστοπικές σειρήνες της εποχής. Θα εκθλίβει με τον χρωστήρα του ανενόχλητος το ευοίωνο νέκταρ των Θεών και το έλαιο της αθανασίας. Η ευθεία που χωρίζει γη από θάλασσα ή θάλασσα από ουρανό είναι ελαφρώς διακεκομμένη υποδηλώνοντας ότι χρονικές στιγμές μπορεί να αποτελούν ορόσημα αλλαγής και ο Σκυλογιάννης όντας αριστερός τω φρόνημα, επιλέγει την κοινωνική αλλαγή στο τώρα και το αύριο, παρά μια υπόσχεση στατικής μεταθανάτιας παραδείσου.
Τέλος, ο πίνακας υπονοεί ότι για όλα ευθύνεται ο άνθρωπος. Απουσία ανθρώπου, όλα αφορούν τον άνθρωπο. Απουσία επανάστασης, όλα είναι επανάσταση. Είτε οι άνθρωποι αποφασίζουν συλλογικά ή ατομικά για επαναστατική αλλαγή κόντρα στην κοινωνική αδικία και την ανισότητα, η επανάσταση θα βρει τρόπο να τους βρει, στη φωτιά στο λιμάνι. Μια μέρα ξαφνικά, το ανθρώπινο σκαρί της ψυχής θα αξιολογήσει άπαντες στο γύμνασμα νου, καρδιάς και συνείδησης. Αν τους βρει πλεονάζοντες στο βάρος, θα πεταχτούν στο κύμα σαν σαβούρα και θα χαθούν στον καπνό. Αν τους βρει γυμνασμένους «σαν έτοιμους από καιρό, σαν θαρραλέους» (Καβάφης, 2024) τότε ο άνθρωπος στο νερό θα σωθεί ιδίαις δυνάμεις. Γιατί άνθρωπος το σκαρί, μα και άνθρωπος η λύση όλων των προβλημάτων.

…………………………………………………………………………………………………
ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ «ΑΠΑΝΕΜΟ ΚΑΣΤΡΙΝΙ» ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΣΚΥΛΟΓΙΑΝΝΗ
Τόπος: ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΕΓΗ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ(οδός: Πολυχρόνη Λεμπέση 32, Σαλαμίνα)
Εγκαίνια: Παρασκευή 16 Αυγούστου 2014, ώρα 20:30
Διάρκεια: 16 – 25 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2024
Ώρες επίσκεψης: Καθημερινές: 19:00 – 21:30 Σάββατο / Κυριακή: 10:30 – 13:30
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Ο πίνακας «Μεταλεργάτης»

«Οι υπομνήσεις ενός παιδιού που βρίσκει την καρδιά ακόμα ν’ αγαπάει»

Γράφει η Αφροδίτη Κατσαδούρη // *

Αθανασία Δρακοπούλου, «Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου», εκδόσεις Τύρφη.

Οι «αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου» είναι ένας τίτλος μιας συλλογής που δεν συναντάται συχνά στα λογοτεχνικά σαλόνια της κοσμικής ποίησης. Τίτλος ξεκάθαρα αντικοινωνικός, ασύμβατος, σχεδόν τρομακτικός, διαρρηγνύει εκκωφαντικά την αστική ευπρέπεια, ταράζει την καλά σταθμισμένη κοσμική σιγή, που διέπει τις αδιάφορες πια παρουσιάσεις και συστάσεις βιβλίων και, παράλληλα, σε προετοιμάζει, προειδοποιώντας σε υπόκωφα για εκείνη την ακατάπαυστη οδοντική μανία που ασταμάτητη κοχλάζει κάτω από τη γλώσσα σου, όπως συμβαίνει με τις αναρίθμητες βρισιές που εκτοξεύουμε κατά τον χαρακτηρισμό κάποιου ως κωλόπαιδο». Η λέξη «κωλόπαιδο» όμως έχει μια χαριτοδιπλωμένη και διττή σημασιολογία . Γεμάτη άλλωστε η λογοτεχνία από υπερβατικά σχήματα λόγου: την ίδια στιγμή που εκπορεύεται η ομολογουμένως αρνητική πρώτη αίσθηση που προκαλείται κατά τον χαρακτηρισμό κάποιου ως «κωλόπαιδο» σχηματίζεται αυτόχρημα και η εξαγνιστική διάστασή του.

Πείτε μου, ποιο κωλόπαιδο γράφει για τις ραγισμένες οθόνες αφής των κινητών;

Τα κορίτσια των πολυκατοικιών:

Τα κορίτσια των πολυκατοικιών περιμένουν νέα από το μέτωπο τον ήχο μιας σειρήνας. Όμως τα ανοιχτά μέτωπα είναι πολλά και κανείς μας δεν ξέρει αν προμηνύεται η λήξη ή η έναρξη του πολέμου σε μια ραγισμένη οθόνη αφής.

Τα ποιήματα της Δρακοπούλου είναι μικρά θεατρικά οικογενειακά τραπέζια, σύντομες και μικρές, αλλά ταυτόχρονα τόσο μεγάλες με την έννοια της διαχρονικότητας, αέναες και επαναφορτιζόμενες, οικογενειακές ιστορίες. Το σπίτι, η μάνα, ο πατέρας, το πεζοδρόμιο των παλιών ρηγμάτων, παιδική ηλικία, το ψωμί, το γλυκό στο ψυγείο, τα απορρυπαντικά των πιάτων, όλα εκείνα που μας ταλανίζουν πότε στο οικείο πια σαλονάκι της ψυχολόγου και πότε πλησίον του νεροχύτη, όταν τρέχει το ζεστό νερό και αφηρημένες ξεπλένουμε για κάνα τέταρτο τα πιάτα. Το πέρασμα της ποίησης στο κουζινάκι ή την κουζίνα σπάει υπερήφανο τα ταμπού και τα ελιτίστικα κλισέ που αγχωμένα δυσθυμούν όταν μαθαίνουν πως το ποιητικό υποκείμενο –αλλά και το αναγνωστικό κοινό– μπορεί να κλαίει υπερήφανο κάτω από τον απορροφητήρα, να φοράει ποδιά και ταυτόχρονα να σιγομαγειρεύει καλύτερα και από τον πιο πολυδιαφημιζόμενο γραφιά τις λέξεις λύσσα στο αλάτι.

Η ίδια, όπως και η ποίησή της, δεν διατηρεί καμία απόσταση από τα γραφόμενά της. Ποίηση βιωματική, αυτοπαθής, υπαρξιακή, σπαραχτική, αληθινή, ατόφια, κρίσιμη εν καιρώ κρίσης, γεμίζει τις σελίδες της με λέξεις και πυροβολεί τα μηνίγγια μας χωρίς καμιά διάθεση να μας σώσει. Όχι, μην τα συνδέετε. «Αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι κωλόπαιδο. Άλλωστε τα «κωλόπαιδα» ή καλύτερα τα κατ’ εξορκητικό ευφημισμό «κωλοπαίδια» είναι σε πολλές από τις περιπτώσεις τους οι τρυφερότεροι των τρυφερών, εκείνοι που επωάζουν φοβισμένοι την ευαισθησία τους κάτω από ένα περίβλημα απόρθητο και σκληρό για να μπορέσουν να υπάρξουν σ’ έναν κόσμο που αδυσώπητα μας συνθλίβει. «Μοιάζουν με αφρικάνικες μάσκες που ξορκίζουν το κακό και τον θάνατο» είχε πει κάποτε ο Σαχτούρης όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη δουλειά του κι έχω την αίσθηση ότι και η Δρακοπούλου, συνειδητά ή ασύνειδα, χρησιμοποιεί έναν τέτοιο ηχηρό τίτλο για να αντιμετωπίσει πάνοπλη τον κωλοπαιδισμό αυτού του κόσμου.

Η Δρακοπούλου ενσαρκώνει τα ποιήματά της στίχο τον στίχο – μεδούλι το μεδούλι. Η ίδια έχει το δικό της κεφάλαιο στις ιστορίες ανθρώπων που δεν επιδιώκουν τη δημοσιότητα, που αγνοούν με θάρρος τα φώτα της πόλης, που συνεχίζουν να κρύβονται στο καθημερινό τους πόστο, χαϊδεύοντας μας με αγιότητα στα διαλείμματα της δουλειά μας. Άτμητη, εκείνη μαζί με τα ποιήματά της, η Δρακοπούλου συγκινεί όπως ακριβώς μας συγκινούν και μας τραβάνε από το μανίκι οι λαμπεροί αδικημένοι, οι επισήμως ξεχασμένοι, εκείνοι οι φιλήσυχοι απόκληροι, που αποστρέφονται με θράσος τη στρογγυλεμένη αρτιότητα, τη σπουδαγμένη καθολοκληρία και την καλά σιγουρεμένη βεβαιότητα.

ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΑΛΟΓΑ

Ποιητής δεν ήμουν ούτε το ζήλεψα. Αυτοί βλέπουν μόνο πουλιά λευκά ή μαύρα στις μέσα, έξω, άνω και κάτω χώρες.

Η ποίηση, θα πει κανείς, δεν είναι κάτι υπερβατικό; Kάτι μεγαλειώδες και πολύ φιλολογικό, κάτι που αρδεύεται επιμελώς στα σαλόνια ειδικών και επαϊόντων; Όχι, η ποίηση δεν είναι αυτό. Η ποίηση δεν είναι φιλολογικός ορισμός, δεν είναι αποστειρωμένος ορισμός που διακινείται αυστηρώς στα μεγαλόσχημα γραφεία των επαγγελματιών γραφιάδων, ούτε η φιλεύσπλαχνη φιλοτεχνία των πονεμένων. Η ποίηση γεννάται ασύντακτη σε θολά νερά, αγαπάει με μητρική αγάπη τα λάθη, θέλγεται από το καθημαγμένο, βουτάει χωρίς μελετημένη ανάσα στο κενό, χαϊδεύει τα μαλλιά της τραγωδίας, αγκαλιάζει το ανθρώπινο εκκρεμές και σταλάζει τα νοήματά της στο κρυμμένο περιθώριο των λευκών της σελίδων. Η ποίηση, η αληθινή, η μεγίστη και η σπουδαία, σκάβει τα σύννεφα ακούραστη για την ελάχιστη χαραμάδα ουρανού.

Και εδώ εντοπίζεται το εξής ωραίο και αντιφατικό: πώς γίνεται να με διαλύει επισταμένα και συνταγμένα κάθε φορά η ποίησή της, όταν εκείνη, ομοούσια και αδιαίρετη δεν έχει την παραμικρή απόσταση από τις λέξεις που τόσο αγαπά, υπηρετεί και φροντίζει. Η φιλολογική μου ιδιότητα ίσως να θολώνει τα νερά και τις καθηγητικές αναλύσεις μιας και το αντικείμενο της διάλυσης περνάει σε άλλο επαγγελματικό κλάδο, ωστόσο, σαν μαθήτρια που γοητεύεται από τα γραπτά που ανοίγει αντάμα με τα τετράδιά της, χαίρομαι και απολαμβάνω τόσο πολύ αυτή την άλυτη άσκηση στο σπίτι. Αρράγητη και αρραγής, πιστή στα αδιέξοδα που μόνο η ποίηση συνθέτει, μακριά από τους κανόνες και τις φιλολογικές απομυζήσεις, η Δρακοπούλου μαζί με την κατοικίδια ποίησή της μας ξηλώνει κλωστή-κλωστή και ύστερα μας κεντάει με το βελονάκι της στην καρδιά, συνεχίζοντας εκείνο που μόνο οι πεπρωμένοι ποιητές ξέρουν -χωρίς διατυμπανισμούς- να κάνουν. Να φτιάχνουν, δηλαδή, σύμπαντα έκλυτα και άλλο τόσο μυστικοπαθή, να σε καρφώνουν στην πληγή αλλά παράλληλα να σε φροντίζουν, ν’ αποδίδουν στους αφανείς την ηρωικότητά τους και να γράφουν για να μην γίνει η ιστορία τους σιωπή.

Διαβάσεις Πεζών

ακούραστος εργάτης ο κότσυφας βιάζεται φύλλα να πληγώσει. Είναι το ιδρωμένο κόκκινο τριαντάφυλλο που τις φλέβες του ασύστολα χτυπούν οι μαύρες στρατιές τα πέντε χρόνια στο κέλυφος του εδάφους. Και πάντοτε της λάσπης οι ηττημένοι

Αναμφίβολα ο «κωλοπαιδισμός» αποτελεί συνιστώσα του αστικού πολιτισμού. Η αναρριχώμενη εξουσία των καθαρμάτων γεμίζει καθημερινά τα στόματά μας κάθε φορά που αφήνουμε να βγει απ’ το στόμα ένας τέτοιος χαρακτηρισμός. Πόσες φορές όμως, αποκαλούμε κάποιον χαριτολογώντας «κωλόπαιδο», όταν καταφέρνει να μας συγκινήσει; Εκείνα τα ευαίσθητα, λοιπόν, κωλόπαιδα, που καταφέρνουν να συνυπάρχουνε ανάμεσά μας, συγκινώντας μας και ταράζοντάς μας ξεσηκωτικά κάθε φορά με τις πυρωμένες αναμνήσεις και τις εξεγερτικές τους λέξεις είναι η μεγαλόστομη απάντηση στην Πατρίκια κατάφαση για το πώς η ποίηση μας βρίσκει. Και οι «αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου» είναι τελικά οι υπομνήσεις ενός παιδιού που βρίσκει την καρδιά ακόμα ν’ αγαπάει.

*Η Αφροδίτη Κατσαδούρη είναι φιλόλογος και συγγραφέας. Η τελευταία της ποιητική συλλογή έχει τον τίτλο «Η σάρκα στάζει στο μπαλκόνι», εκδόσεις Έναστρον, και μπορείτε να τη βρείτε σε κεντρικά βιβλιοπωλεία. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε εδω: https://www.fractalart.gr/oi-ypomniseis-enos-paidioy/

«ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΕ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ…» – ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ (5.8.1868 – 6.6.1916)


Η φωτογραφία αυτή του Μ.Μ., που κοσμεί τον τόμο του Περάνθη, τραβήχτηκε στην Κέρκυρα το 1894 και την απέστειλε ο ίδιος ο συγγραφέας στον Γιάννη Βλαχογιάννη.

Γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Στις 6 Ιουνίου του 1916, ο Μιχαήλ Μητσάκης πεθαίνει από περιπνευμονία στο Δρομοκαΐτειο. Από διετίας εξάλλου, «είχεν εξαφανισθή από τα κέντρα και ιδίως από τα γραφεία των πρωινών εφημερίδων των οποίων ήτο το στοιχειό όπου εκεί έγραφεν αλλόκοτους ελληνογαλλικούς στίχους».

Οι εφημερίδες της εποχής αντιμετωπίζουν το γεγονός του θανάτου του σαν αυτούς στα ποιήματά του «που φτιάχνουν τα κλειδιά, κόβουνε τα καπίκια».

Η χθεσινή μελαγχολική πομπή δεν ήτο αναμφιβόλως η κηδεία του, μολονότι μας ωδήγησεν εις το νεκροταφείον. Ειπέτε καλύτερα ότι ήτο μια επιμνημόσυνος δέησις, εις την οποίαν συνέβη τούτο το περίεργον, να έχωμεν μαζί μας και τον νεκρόν.

γράφει ο συνονόματός του Περάνθης στον τόμο για το έργο του.

Ο Μητσάκης γεννήθηκε το 1868 στα Μέγαρα και πήγε σχολείο στην Σπάρτη όπου και εξέδωσε την χειρόγραφη βραχύβια εφημερίδα «Ταΰγετος». «Τρελλούτσικος, μύωψ και αδύνατος, πολλά υπέφερε μικρός από τους συνομηλίκους του», έγραφε ο ίδιος, «ο αργός περιπατητής, πλάνης αδιάφορος που έσερνε το βήμα του το άσκοπον, ξένος προς την πέριξ κίνησιν ακολουθών των φευγαλέων σκέψεών του τον ειρμόν ή βυθισμένος εις τα σκότη των κενών του». Αν και φοίτησε για δύο έτη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στην δημοσιογραφία με αρκετές αποστολές, ταξιδεύοντας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και αποτυπώνοντας τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες.

Ακάθιστος και πολυπράγμων, συμμετέχει αρχικά στη σύνταξη της σατιρικού περιεχομένου εφημερίδας Ασμοδαίος, δημοσιεύει άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά των Αθηνών, εκδίδει τις ευθυμογραφικές εφημερίδες Θόρυβος και Πρωτεύουσα, υπογράφοντας με ψευδώνυμα μεταξύ των οποίων Ιξίων, Καιροσκόπος, Πλανόδιος, Κόθορνος, Κρακ, υπήρξε διευθυντής του Ελληνικού Ημερολογίου του Π. Δ. Σακελλαρίου, συνίδρυσε το σατιρικό Άστυ μαζί με τους Θέμο και Μπάμπη Άννινο.

Παράλληλα με τη δημοσιογραφική του ενασχόληση, ο Μητσάκης παράγει και έργο λογοτεχνικό, αφού κατά βάθος αυτά τα δύο ενυπήρχαν στον Μητσάκη χωρίς αυτοτελή προάσκηση στον έναν ή τον άλλο τομέα, συγκεράστηκαν στα κείμενά του, σε μια ιδιότυπη ισορρόπηση που θα δυσκόλευε τον οιονδήποτε ν’ αποφανθεί ποιος απ’ τους δυο άραγε ζημιώθηκε, ο δημοσιογράφος ή ο λογοτέχνης.

Άνθρωποι, χριστιανοί, αδελφοί, δεν γνωρίζετε να μου υποδείξετε κανένα θηριοδαμαστήν δι’ αυτά τα δύο αγρίμια, αυτόν τον πάνθηρα και αυτήν την τίγριν, άτινα φέρω εντός μου, κατασπαράσσοντα την σάρκαν μου – τον Εγκέφαλόν μου και την Καρδίαν μου;

Διηγήματα, χρονογραφήματα, κριτικά δοκίμια, επιγράμματα και ποιήματα, μπαλαντζάροντας «εις δυο γλώσσας» ενίοτε, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, σε μία Ελλάδα που έψαχνε να βρει τη γλώσσα της, κάποτε στην καθαρεύουσα και κάποτε στη δημοτική, όπως «Η θλίψις του μαρμάρου» που έγινε «παράπονο», ιδιαιτερότητα που οδήγησε τον Παλαμά να τον χαρακτηρίσει «Κάλβο του πεζού λόγου».

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΜΑΡΜΑΡΟΥ
(Αφιερώνεται εις τον αγαπητό μου Γεώργιο Καλοσγούρο.)

Με τα πόδια σπασμέν’ από το γόνατο, με τα χέρια κομμέν’ από τον άγκωνα, κοίτεται μέσα στο μουσείον το παλληκάρι το αρχαίο. Μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, είναι ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του, και φαίνεται ωσάν να κοιτάζη το ίδιο του το κορμί. Ακέρηο απ’ άκρη σ’ άκρη, το σώμα του τεντόνεται, σαν κατάλευκ’ ονειροφάντασμα ωραιότητας και γεροσύνης. Της γλυκειάς ωσάν κοριτσιού, της παλληκαρίσιας σαν ήρωα μορφής του το αλαφρό σήκωμα, βαστούνε, του εξαίσιου λαιμού του οι χαριτωμένες γραμμές. Από το σβέρκο του που σκύβει λιγάκι, φεύγουνε πίσωθε, ανοιχτές, οι δυνατές πλάτες του· μα από μπροστά, τα στήθια του ορθόνονται εύρωστα, σφιχτά, με φουσκωμένα, ξαναμμένα τα βυζά, σα ναν τ’ ανασηκόνη ο πλούσιος χυμός, που αναβράζει από μέσα τους. Η ράχη του μακριά, ίσια, κατεβαίνει, χωρισμένη με αυλάκι βαθύ, και τυλίγει, λες και το βλέπεις, αποκάτου από το δέρμα, το κανονικότατο φκιάσιμο των κοκκάλων και το αξεχώριστο δέσιμό τους. Απαλή, με τα πλευρά πλεγμέν’ αρμονικά, τώνα με τ’ άλλο, λυγίζεται η μέση του η λεπτή, που σε πάει μαλακά μαλακά, από το ανδρικό τέντωμα των στηθών του, εις της τρεμάμενης, της ανθισμένης σάρκας των πισινών του την αφροδίσια εμμορφιά, στα ρυθμικά μάγια των λαγαρών του. Λαμποκοπάει, γυαλιστερή σαν καθρέφτης, όλη, με ανεπαίσθητες ζάρες εδώ κ’ εκεί, η κοιλιά του, η πλατειά και η σύμμετρη αντάμα, και καταμεσής της χαμογελάει γλυκύτατα ο αφαλός του, που μόλις φαίνεται, και από κάτου της, ξέσκεπο, ελεύθερο, περίλαμπρο, ολόφωτο, το θείο βασίλειο της νειότης του υψόνεται. Ακμαία, γενναία, τορνευμένα, στρογγυλόνονται τα μεριά, και τραβούν κατά κάτου, ομαλά, ευθύγραμμα, για να βρουν τα κορδωμένα ντικλίνια. Δώθε και κείθε δίπλα εις το κορμί, ξεφυτρόνουν από τους ώμους του τα νευροδύναμα μπράτσα του, κι απάνω τους, χωρισμένοι, καθαρά καθαρά, καθ’ ένας από τον άλλον, μα κ’ ενωμένοι αξεκόλλητα εντούτοις, ήσυχοι, αξέννοιαστοι, ωσάν ν’ αναπαύονται με απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, προβάλλουνε οι μυώνες, καμαρωτοί και περήφανοι. Αλλά κει που με τον αγκώνα η πήχη θα εκαρφωνότανε στερεά στο μπράτσο, κει που η πανώρηα καμάρα της άντζας θα εκολλούσε σφιχτά με την ισάδα την τολμηρή του μεριού, σα μια πληγή ανώμαλη και βαθειά, με απότομα τα ξεπεταχτά της τα χείλια, μονάχη δείχνει, πού θα ήντουσαν τα στιβαρά χέρια, τα επιδέξια να ρίχνουνε το λιθάρι ή να κατεβάζουν τη γροθιά, πού θα ήντουσαν τα πόδια τα φτερωμένα, τα πόδια τα άφθαστα εις το τρέξιμο και τα ασύγκριτα εις το πήδημα. Σαν ναν την έχη δομένη παλάμη άγνωστη, οπού να προμελέτησε το χτύπημα, που να επροσχεδίασε το άδικο, τ’ άρπαξε, χέρια και πόδια, καθώς κατέβηκε, η βαθειά πληγή, και λείπουνε παρμένα. Όλο το άλλο του το σώμα, απείραχτο κι ανέγγιχτο και έμψυχο, παρουσιάζετ’ εμπρός σου, μονομιάς, σα ναν του χάρισαν, λες δεν επέρασε ακόμη στιγμή, το δώρο της ύπαρξης, σα να εφύσηξαν μέσα του, λες και δεν είνε στιγμή ακόμη, την πνοή της ζωής. Από τα σκέλια έως εις τα μαλλιά, από την κορφή έως τα ντικλίνια, τίποτα δε θολόνει το φάνταγμα του θαυμαστού του κορμιού, τίποτα δεν ατιμάζει τη μαγική του την όψη, τίποτα δεν ντροπιάζει την όψη του τη λαμπρή. Ούτε το μικρότερο τρίψιμο, ούτε το απλούστερο ράγισμα, ούτε το ελάχιστο χάλασμα, δε ζημιόνει καθόλου του παλληκαριού τη θωριά που σε θαμπόνει. Αλλά των μπράτσων του η πληγή, μα η πληγή των μεριών του, προβάλλει και χάσκει, άσπλαχνη, φρικτή, και κόβει με κακία στη μέση το κατάλευκ’ ονειροφάντασμα, και ξυπνάει το μάτι άξαφνα απ’ το μεθύσι του το γλυκό. Θάλεγες πως μοίρα κρυφή, θάλεγες πως εκδίκηση μυστική, που ή εφθόνησε η ίδια το τέλειο, το μοναδικό το κορμί, ή θέλησε να δουλέψη το άγριο μίσος εχθρού ζηλιάρη, επίτηδες άπλωσ’ απάνω του το βαρύ χέρι της, το χέρι της το αλύπητο, κ’ επίτηδες τ’ άφηκε ανέγγιχτο τ’ άλλο, κι επίτηδες του ’κοψε μονάχα τα άκρα του, για ναν του πάρη τη δύναμι να κινιέται, για ναν το κάμη ν’ απομείνη να σέρνεται, το φτωχό, πεντάμορφο, μα κολοβωμένο, για ναν το κάμη να βλέπη, ωσάν κατάδικος, τον εαυτό του παράλυτο, για ναν το κάμη να παρασταίνη αντάμα και τη μεγαλύτερη εμορφιά και τη μεγαλύτερη ασχήμια. Και ο νέος, κοίτεται τόρα, έτσι, εκεί πέρα, δίχως να μπορή ούτε στα χέρια του να βασταχθή, ούτε στα ποδάρια του να στηρίξη, δίχως να μπορή να σταθή ορθός, δίχως να μπορή να σηκωθή, σαν σακάτης σε κρεββάτι αρρώστιας. Την ασπράδα την άγγιχτη του κορμιού του, θλιβερά αγκαλιάζει η μαυρίλα του ξύλου, που είν’ απλωμένος, κι αποκάτου του ένα ψηφίο φανερόνει τη σειρά που τον έχουν βαλμένον. Απ’ των παραθυριών τα αψηλά τζάμια πέφτει χάμου, θαμπό το φως, και σκορπίζει πένθιμη λάμψι. Γύρω τριγύρω του, συντρόφια του εις τη συφορά του, σα ναν τα σώριασε η ίδια μοίρα, κι αυτά κει πέρα, παρόμοιας κατάρας θύματα, άθλια χαλάσματα της ζωής, οπού γυρεύουν ησυχίαν από τα πάθη… λείψανα τέτοιας τύχης οπού βρήκαν λιμάνι για να φύγουν τις μπόρες, να γλιτώσουν τα βάσανα ταραγμένης υπάρξεως με τον ίδιον τρόπο, απαράλλαχτ’ απάνω στα ξύλινα, απάνω στα μαύρα στηρίγματά τους, σα σε κρεββάτια ξαπλόνονται, γεμίζουν όλον τον τόπο, κοψοπόδαρα, ή κουλά, ή ραγισμένα, ή μισοσπασμένα, ή κατατσακισμένα, σα σε νοσοκομείου ζωγραφιά, λες κι ακαρτερούν το χειρούργο για να ιδή της πληγές τους, ένα σωρό κι άλλα κορμιά σαν αυτόν, ωσάν αυτόν κι άλλα κουφάρια ένα σωρό. Μέσα στην κρύα τη σάλα, τη στρωμένη με πλάκες, η σιωπή είνε απόλυτη, ανέκφραστο παράπονο βασιλεύει και μισοπεσμένο στο δεξί του πλευρό, γέρνοντας ζερβά λίγο το κεφάλι, το παλληκάρι το ωραίο, φαίνεται σαν να βλέπη το ίδιο του το κορμί, και σαν σύννεφο λύπης, που μόλις διακρίνεται, να σκεπάζη την καλή του μορφή, την παλληκαρίσια και τη γλυκειά. Αχ, δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια, αυτήν την τύχη, όταν, λεβέντης καμαρωμένος, εσυργιανούσε εις τις στοές και στα γυμναστήρια της παλαιάς πόλεως την ανεκδιήγητη δόξα των αψεγάδιαστων μελών του. Αχ, δεν εφανταζότανε βέβαια αυτήν την τύχη, όταν, στεφανωμένος αγωνιστής έρριχνε το λιθάρι στο Στάδιο, ή ενικούσε στο πάλαιμα, ή εκουβέντιαζε με τους φιλοσόφους, ή ανέβαινε στην Ακρόπολι, μπροστά μπροστά στα ιερά πανηγύρια. Δεν εφανταζότανε ποτέ βέβαια αυτήν την τύχη, όταν έβγαινε απ’ τα χέρια του γλύπτη του, όταν άστραφτε μέσα στ’ αργαστήρι του, από κάτου απ’ τον ολάνοιχτο ουρανό της Αθήνας, αποκάτω απ’ του ήλιου την ασκίαστη λάμψι, ανατριχιάζοντας όλος από δύναμη κι από αντρειά. Και δεν εφανταζότανε, —αχ, ποτέ βέβαια!— αυτήν την τύχη, όταν, θνητός αυτός, έβλεπε ναν τον στυλόνουνε στο ναό, για να παραστήση του Απόλλωνα ή του Ερμή το αθάνατο το είδωλο. Και σαν νικημένος πολεμιστής, με σπασμένα τα πόδι’ από το γόνατο, με κομμένα τα χέρι’ από τον άγκωνα, είναι ξαπλωμένο, ολόβολο, απάνω στο ξύλινο στήριγμά του. Ακίνητο, με τα μάτια του σταθερά, θάλεγες όμως πως τριγυρνάει το βλέμμα του από τους ώμους του τους νευρώδεις εις τα τορνευμένα του τα μεριά, από τη λυγερή του τη μέση εις το φούσκωμα των στηθών του, απ’ την τρεμάμενη, την ανθισμένη σάρκα των πισινών του στο θείο βασίλειο της γυμνής νειότης του. Καθώς σκύβει ελαφρά το λαιμό του, λες κ’ εξετάζει μονάχος του το σώμα του, και μελετάει τους μυώνες του και σπουδάζει το φκιάσιμό του. Και κάπου κάπου, στον κρυφό του περίπατο, το βλέμμα του φαίνεται σα να καρφόνεται, βαρύ, βαρύ, και εις των γονάτων του τις απότομες λαβωματιές, και εις τις σκληρές των αγκώνων του τις πληγές. Κι αν τον κοιτάξης ώρα πολλή, πολλή, πεσμένον έτσι, με της λύπης το σύννεφο το άφαντο, οπού σκεπάζει το μέτωπό του, θαρρείς πως —τάχα μονάχα σε γελάει το μάτι σου;— σιωπηλό δάκρυο λαμποκοπάει κάπου κάπου, μεσ’ απ’ τα πέτρινα ματόφυλλά του.

Το γεγονός πως μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού του έργου δεν κατάφερε να το εκδώσει, επέτεινε την απογοήτευσή του Μητσάκη και υπήρξε πηγή παθολογικών ιδεών περί καταδιώξεώς του από τους λογοτεχνικούς κύκλους. (Νωρίτερα, συμμετείχε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό το 1891 με εννέα ποιήματα σε ελεύθερο και ανομοιοκατάληκτο στίχο, τα οποία ο εισηγητής Άγγελος Βλάχος απέρριψε: «έχει προδήλως στιχουργικήν ευχέρειαν, ελέγχει δε ενιαχού και δύναμιν εκφράσεως, ήν όμως σπαταλά παλαίων κατά ανεμομύλων.») Το αποτέλεσμα ήταν να νοσηλευτεί τον Δεκέμβρη του 1894 στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας.

Παρ’ ημίν, μετά πεντηκονταετή από της συστάσεως του βασιλείου βίον, μόλις ήδη κατορθώθη να γίνη αισθητή η ανάγκη και η υπό του πολιτισμού επιβαλλομένη υποχρέωσις της υπάρξεως ενός ασύλου των δυστυχών τούτων… Παλαιόν οικοδόμημα και αυτό, μη κατηρτισμένον. Είναι αληθές, βεβαίως, συμφώνως προς πάσας της επιστήμης τας απαιτήσεις, μη δυνάμενον να χρησιμεύση ως υπόδειγμα τοιούτου φιλανθρωπικού καταστήματος… Και η θέα των εγκλείστων δεν παρέχει εκ πρώτης όψεως την ιδέαν εις τον παρατηρητήν ότι ευρίσκεται εν οικήματι τρελλών… Πολλοί συνομιλούν, τινές αναγιγνώσκουν, άλλοι ίστανται απλώς παρατηρούντες σιωπηλοί, άλλοι αποτελούσι πολυαρίθμους ομάδας, άλλοι περιπατούσι μακράν των λοιπών εν υπερηφάνω απομονώσει. Με τινάς εξ αυτών πρέπει να συνομιλήσης επί πολλήν ώραν δια να εννοήσης ότι είναι πράγματι παράφρονες… Επί δε της μορφής πάντες σχεδόν φέρουσιν αποτυπωμένην του παθήματός των την σφραγίδα, οφθαλμούς απλανείς, χρώμα ωχρόν, χείλη τρέμοντα… Τα προς ίασιν μέτρα φαίνεται ότι καθυστερούσιν… Το συνηθέστερον είναι το απλούστερον – το ξύλον…

Η ήδη υπάρχουσα ψυχική ταραχή του τον οδηγεί δύο χρόνια αργότερα στο Δρομοκαΐτειο με την διάγνωση της «φρενοπάθειας των εκφύλων». Ο ποιητής Ταγκόπουλος, και εκδότης ενός μέρους των ελληνικών του κειμένων το 1920 και το 1922, γράφει:

Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ μια τραγική μου συνάντηση. Ανέβαινα βράδι-βράδι προς το Σύνταγμα, όταν εκεί έξω από του Ζαχαράτου βλέπω τον Μητσάκη και κάτι λούστρους που τονέ σταυρώνανε. Ο Μητσάκης αγριεμένος έλεγε λόγια ασυνάρτητα, έβγαζε άναρθρες κραυγές και μ’ ένα μικρό μπαστουνάκι που κρατούσε, προσπαθούσε να αμυνθεί κατ’ αυτών των λύκων.

Κατά την δεύτερη εισαγωγή του στο ψυχιατρείο, στο βιβλίο εισαγωγών αναφέρεται ότι ο ασθενής βρισκόταν σε κατάσταση «ελαφράς ψυχοκινήτου διεγέρσεως» και παρουσίαζε αδυναμία των λειτουργιών της μνήμης. Ακόμη, βρισκόταν συνεχώς σε ταραχή και ήταν διαρκώς απορροφημένος από την έμμονη ιδέα να δραπετεύσει. Απαντούσε πάντα στη γαλλική γλώσσα στις ερωτήσεις. Δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι είναι σε νοσοκομείο. Επίμονα πίστευε ότι είχε έλθει μόνο και μόνο για να παντρευτεί την κυρία που τυχαία είχε ερωτευτεί και η οποία δέχτηκε, τη παρακλήσει των δικών του, να τον συνοδεύσει ως το άσυλο. Δεν συνειδητοποιούσε την παρούσα κατάσταση του και η γενική του συμπεριφορά ήταν παθολογική.

Μετά την έξοδο του από το ίδρυμα, τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, έπαψε να δημοσιεύει, όμως άρχισε να γράφει ποιήματα στα γαλλικά και στα «ελληνο-γαλλικά». Νωρίτερα, σε μία σειρά γραπτών του με τίτλο «Γιατί», καλούσε τους αληθινούς ποιητές και πεζογράφους, «στο να πάρουν από όπου μπορούν λέξεις», προσέχοντας να είναι ικανοί να τους εμφυσήσουν «την πνοήν την κινούσαν και την δονούσαν»:

— Γιατί ο Γκούτεμπεργ δεν εφεύρισκε καλλίτερα την ουσιογραφίαν ;
— Γιατί πολλοί προτιμούν και αυτήν την μητρομανίαν από την μετρομανίαν (του Παλαμά ή άλλου στιχουργού μας, αδιάφορο, διότι εγώ δεν αποπειρώμαι να τους εξευτελίσω και προσωπικώς, θεός φυλάξοι!);
— Γιατί ο αγαπητός φίλος Παλαμάς τού ήρθε ύστερα από τόσων χρόνων σωφροσύνη να προβάλη τελευταία και ως ιαμ…βιαστής και γιατί δεν καταδιώκεται ως πρέπει;

*

Όπως οι βαλανιδιές επάνω στα όρη
Που δεν φοβούνται ούτε τον άνεμο
Ούτε τα χτυπήματα του κεραυνού,
Ούτε τον πέλεκυ του δαίμονα,
Θα σε περιμένω με το πόδι σταθερό
Πάνω στο χώμα καρφωμένο,
Πνεύμα ταραχώδες, αρμονικό και τρελλό.

Οι παραπάνω στίχοι όπως και κάμποσοι άλλοι στα γαλλικά (μερικούς από τους οποίους μετέφρασε αργότερα ο ποιητής και ψυχίατρος Θανάσης Χατζόπουλος το 1989), βρέθηκαν το 1942 σε ένα παλαιοπωλείο, γραμμένοι στις σελίδες ενός τόμου της Ιλιάδας σε έκδοση του 1818, στα περιθώρια και επάνω στο κείμενο, από τον νευροχειρουργό Άγγελο Καράκαλο, ο οποίος τους κατέγραψε και τους δημοσίευσε το 1957. Χρόνια πριν, το 1935, ο Νικόλαος Ποριώτης είχε δημοσιεύσει και κάποια άλλα σκόρπια ποιήματα, από τα «χαρτιά» που είχε εγκαταλείψει στο δημοσιογραφικό του γραφείο ο Μητσάκης, ενώ ένα σημαντικό μέρος από αυτά συγκέντρωσε και ο Κατσίμπαλης.

Στον τόμο της Ιλιάδας αναγράφεται μονάχα μία ημερομηνία, αυτή της 25ης Μαρτίου 1903, σε κείμενο που τιτλοφορείται «Μemoires de guerre», («Πολεμικές αναμνήσεις») και μιλάει για τον Mitsaky στο πεδίο της μάχης.

Θα σου πω ωραίες ειδήσεις
Και ηχηρούς χρησμούς
Από το φως και τον αέρα θαμπωμένος
Και το αίμα μου νιώθοντας να φλογίζεται
Κάτω από τους ατμούς του δάσους,
Οι παλαιοί μύθοι των άφωνων βοσκοτόπων
Θα κάνω να ξαναγεννηθούν ανανεωμένοι
Με την ευκίνητη και λεπτοκαμωμένη χάρη τους
Από μια λαμπερή ακτίνα χρυσωμένοι
Μέσα από τα πεύκα και τις οξυές,
Θα με ακούσεις να σου μεταφέρω
Την τόσο απλή και τραχειά γλώσσα
Των χωρικών και των στρατοκόπων,
Με αγνές προθέσεις και χωρίς υστεροβουλία
Αυτή θα κυλήσει, θα γελάσει, θα βοήσει,
Απαλλαγμένη από κάθε καυστική σόδα.

«Κι αν δασύτριχο το δέρμα τους, τα μάτια μαύρα, κόκκινα τα στόματα», εβίβα σε αυτούς τους σοφούς των ασύλων που κινήθηκαν ανάμεσα στα όρια της ποιητικής σωφροσύνης και της άλλης! Κάτω από αυτό το φθαρμένο ένδυμα, το τραχύ και πρωτόγονο, θα φουσκώνει πάντοτε μια καρδιά τρελού για το άγριο φιλί.

Είμαι ο πρωτόγονος και περήφανος αλήτης.
Δεν ξέρω τι καταπίνω, δεν ξέρω που ξαπλώνω,
Δεν εκτιμώ τη δύναμη των εύρωστων μπράτσων μου.
Σκοντάφτοντας στους σάπιους τοίχους
Των πόλεων, που φυτοζωούν
Είμαι ο κτηνώδης και αδιόρθωτος κοντοτιέρος
Που η γενναιότητά του είναι ισάξια με την ικανότητά του.
Πουλιέμαι σαν τις γυναίκες σε λαούς και βασιλιάδες.

ΠΗΓΕΣ
Εφημερίδα Έθνος, 7 Ιουνίου 1916.
Ν. Ποριώτης, Ανέκδοτοι στίχοι του Μ. Μητσάκη, Νέα Γράμματα, τ. 1, 1935, σ. 86–99.
Γ. Κ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία Μιχαήλ Μητσάκη, Αθήνα 1942 (και Βιβλιογραφικά συμπληρώματα, Αθήνα, 1944).
Γ. Κ. Κατσίμπαλης, «Η ανέκδοτη σελίδα του Μητσάκη, Νέα Εστία, Ιαν. 1935, τ. 17, σ. 44.
Μιχαήλ Μητσάκης, Το έργο του, επιμέλεια Μ. Περάνθης, Εστία, 1956
Μ. Μητσάκης, Παρά τοις δούλοις. Τα Ιωάννινα, φιλολογική επιμέλεια Γ. Παπακώστας, Πατάκης, 2004.
Α. Καράκαλος, «Αναζητώντας τον Μιχαήλ Μητσάκη (1863-1916)», Η Λέξη, τ. 90, 1989, σ. 990-998.
Α. Καράκαλος, «Επιλογή από τα Γιατί», Η Λέξη, τ. 90 , Δεκ. 1989, σ. 1000-1003.
Μ. Μητσάκης, Πεζογραφήματα, (όπου και η αναφορά στη διήγηση του Δ. Π. Ταγκόπουλου), σύμβουλος έκδοσης Μ. Αναγνωστάκης, Νεφέλη, Αθήνα, 1988.
Μ. Μητσάκης, Εις τον οίκον των τρελλών, φιλολογική επιμέλεια Γ. Παπακώστας, Πατάκης, 2004.
Μ. Σ. Φαφαλιού. Ιερά Οδός 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαϊτειο, Κέδρος, 1991.
Δ. Ν. Πλουμπίδης, «Η γαλλική ποίηση του Μιχαήλ Μητσάκη», 24 γράμματα, 7/11/2012.
Μ. Mitsakis, Le suicide et autres textes, traduction G. Ortlieb, Editions Le temps qu’il fait, Cognac, 1997.
M. Μητσάκης, «Ποιήματα», μετάφραση Θ. Χατζόπουλος, Η Λέξη, τ. 90, 1989, 987-989.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://neoplanodion.gr/2024/06/16/michael-mitsakis/

Η ωφέλεια της αφέλειας

Μιχάλης Αλμπάτης, Η κατάλυση του χρόνου, εκδόσεις νήσος, Αθήνα 2024, ISBN:978-960-589-219-7.

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ στις 29/6/2024]

Μολονότι, κατά γενική ομολογία, η σύγκριση με το προηγούμενο βιβλίο του Μιχάλη Αλμπάτη είναι αναπόφευκτη και αμείλικτη, ορθώς ο συγγραφέας προτίμησε τη δύσκολη οδό στην Κατάλυση του χρόνου αναδεικνύοντας με ενάργεια ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Η στάση αυτή του συγγραφέα διόλου δεν θα πρέπει να θεωρηθεί αυτονόητη ή δεδομένη. Ας μας επιτραπεί μια υπόθεση εργασίας: κάποιος άλλος στη θέση του συγγραφέα του βιβλίου Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (εκδόσεις νήσος, Αθήνα 2022) εκμεταλλευόμενος στο έπακρο την επιτυχία του θα έγραφε τη συνέχεια της ιστορίας του Φανούρη (sequel το λένε οι νεώτεροι) εξασφαλίζοντας ενδεχομένως a priori μια καλή πορεία για το βιβλίο. Ο Αλμπάτης προβαίνει λοιπόν σε μια στρατηγική επιλογή: αποφεύγει την επανάληψη και υπερβαίνει κάθε είδους μανιέρα.

Η δράση του βιβλίου Η κατάλυση του χρόνου τοποθετείται σε μια κωμόπολη της Τσεχοσλοβακίας, το Νεμπόβιτσε, που ήταν «ξακουστή για τα εργαστήρια ωρολογοποιίας» (μν. έργ., σελ. 7) και τη βαριά μαύρη μπύρα της. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οι ναζί συγκεντρώνουν όλους τους Εβραίους της πόλης για να τους μεταφέρουν και να τους εξοντώσουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο μόνος που γλιτώνει από όλη την εβραϊκή κοινότητα είναι ο δεκατετράχρονος Γιόσουα Ζακάι, ένας ατίθασος νέος, που του άρεσε να ψαρεύει πέστροφες με τους φίλους του χάρη στη φροντίδα μιας γριάς μοδίστρας. Η τελευταία με χίλιες προφυλάξεις τον κρύβει στη σοφίτα του σπιτιού της, όπου ο μακαρίτης αδελφός της διατηρούσε μια πολυπληθή και ενημερωμένη (μέχρι το 1917) βιβλιοθήκη. Έτσι ξεκινάει για τον Γιόσουα ένα ταξίδι στη γνώση και στη μαθητεία μέσω της ανάγνωσης και των βιβλίων. Εδώ ίσως εστιάζεται και το μόνο σημείο σύμπτωσης με τους Νεκρούς: ο ήρωας είναι και πάλι νεαρός, που λόγω εκτάκτων συνθηκών του βίου αναγκάζεται πρόωρα και απότομα να ενηλικιωθεί και να ωριμάσει.

Η θεματολογία και η στοχοθεσία του βιβλίου είναι πολυεδρική και πολυπρισματική. Τα βασικά θέματα είναι η αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης, η σημασία του χρόνου και η σχέση του με την ιστορία, η επανάσταση, η ουτοπία και η τελική ματαίωση. Εδώ ο Αλμπάτης επιλέγει μια υβριδική γραφή μεταξύ λογοτεχνίας και δοκιμίου, όπου τα όρια των δυο ειδών δεν είναι πάντοτε ορατά και ευδιάκριτα. Το βιβλίο αποτελεί έναν ύμνο για την ανάγνωση, τη φιλαναγνωσία και τη βιβλιογνωσία. Σταχυολογούμε στη συνέχεια ελάχιστα μόνο ψήγματα και θραύσματα που προκύπτουν αβίαστα από την ανάγνωση του βιβλίου και αφορούν κάθε βιβλιόφιλο: η σαγήνη που προκαλεί η ανάγνωση∙ η εν δυνάμει ανέλιξη του αναγνώστη και των απαιτήσεων του∙ το κάλλος των βιβλίων και των βιβλιοθηκών και η μεταμορφωτική δύναμη της ανάγνωσης∙ η επίδραση της ανάγνωσης και η σιωπή των βιβλίων, για να θυμηθούμε τον George Steiner.

Από την άλλη πλευρά, τίθεται επί τάπητος το πολυσυζητημένο ζήτημα της σχέσεως χρόνου και ιστορίας και αναδεικνύονται καίριες πτυχές του με τον ιδιαίτερο τρόπο του συγγραφέα: η ενικότητα, το παρόν, η εσχατολογία, το παρελθόν, η ιστορικότητα και εν τέλει η κατάργηση του χρόνου από μια ομάδα αφελών νέων, που διαμορφώνουν την κομμούνα του Νεμπόβιτσε.

Είναι σαφές ότι η δύσκολη αυτή οδός, που συνειδητά επέλεξε ο συγγραφέας, συνιστά μεγάλο ρίσκο. Ο Αλμπάτης ανάμεσα στο σκόπελο της επανάληψης και στους υφάλους του μαξιμαλισμού επιτυγχάνει μια οιονεί πύρρειο νίκη: αποστασιοποιείται μεν δυναμικά από την προοπτική του προηγούμενου και ομολογουμένως λίαν επιτυχημένου βιβλίου του, όχι όμως και από τα αρνητικά σημεία του. Εξηγούμαι: ο αναγνώστης θα συναντήσει και στην Κατάλυση του χρόνου μια αδικαιολόγητη πληθώρα καλολογικών στοιχείων και μια γλώσσα λίαν επιτηδευμένη, που ενίοτε φτάνει στα όρια της υπερβολής, του ακκισμού και της αδολεσχίας (δείγματος χάριν συνάντησα το ρηματικό τύπο «έμνεσκε» τρεις φορές στο βιβλίο και κάμποσα άλλα οιονεί «άπαξ λεγόμενα», όπως το ουσιαστικό «ο ουδός» στη σελ.119, το καστοριαδικό «αλύσωση» στη σελ. 129 κ.α.π.).

Έτερο αρνητικό σημείο του βιβλίου είναι ο απροκάλυπτος, απροϋπόθετος και άγονος αντικληρικαλισμός, που φτάνει σε σημείο εμμονής και δεν εξυπηρετεί, παρά μόνο κατ’ επίφασιν, την πλοκή του έργου. Προβληματικό επίσης είναι το πέρασμα από την άγνοια του ήρωα στο πρόταγμα της επανάστασης. Θεωρώ ότι δεν σκιαγραφείται επαρκώς ο ήρωας, όπως στο προηγούμενο βιβλίο.

Υπάρχει προσέτι στο βιβλίο μια αδιανόητη πραγματολογική ανακρίβεια, που δεν δικαιολογείται εξαιτίας κάποιας λογοτεχνικής αδείας: σε δυο διαφορετικά σημεία του βιβλίου (βλ. σελ.12 και 75) ο συγγραφέας αναφέρει ότι οι ο Χριστός σταυρώθηκε από τους Εβραίους! Είναι πανθομολογούμενο ότι εσταυρώθη από τους Ρωμαίους. Δεν θα προβώ σε υποθέσεις για το τι μπορεί να εξυπηρετεί αυτή η ηθελημένη παρανάγνωση.

Θα μπορούσα να παραθέσω πάρα πολλά αποσπάσματα από το, κατά τα άλλα, καλογραμμένο βιβλίο. Κατέληξα στο ακόλουθο: «(…) Χρειάζεστε σκουπιδιάρηδες που να διαβάζουν Καντ, το είδος του όντος δηλαδή που εγώ μέσα από τη βασική εκπαίδευση πασχίζω μάταια να δημιουργήσω! Ίσως βέβαια τότε οι σκουπιδιάρηδες να μη χρειάζονται εσάς!» (σελ. 167).

Συνελόντι ειπείν, η αναμέτρηση του Αλμπάτη με τη μεγάλη φόρμα στέφεται και πάλι με επιτυχία στα σημεία, παρά τις επιμέρους εγγενείς αδυναμίες και εμμονές του.

Ηράκλειο Κρήτης, 9-12 Ιουνίου 2024


Γ. Μ. Βαρδαβάς

Η ποίηση ως αθεράπευτο τραύμα

[Παρέμβαση του Σωτήρη Λυκουργιώτη στην εκδήλωση για τον ποιητή Μήτσο Ζαρκάδα, που διοργανώθηκε από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες την περασμένη βδομάδα στην Θεσσαλονίκη]

Έλα απόψε
πριν προλάβω να σε κλείσω στο ποίημα
πριν σε φυλακίσω στον στίχο
και νυχτωθώ ένας άλλος
Έλα
πριν γίνεις μνήμη
μνήμη θολή
και διεκδικήσεις χώρο στη νοσταλγία
Έλα
πριν γίνουν λέξεις τα φιλιά
και τα διαβάσουν
χείλη που δε μάτωσαν
ούτε για μια στιγμή

Μου ήταν προσωπικά πολύ δύσκολο να μαζέψω αυτές τις σκέψεις για τον Μήτσο Ζαρκάδα. Παρότι όταν ο Χρήστος Μανούκας μου ζήτησε να συμμετάσχω σε αυτό το ραντεβού, δέχτηκα αμέσως. Όμως η φόρτιση, κάθε φορά που πήγαινα να βάλω τις λέξεις σε σειρά, με έπνιγε αλλά και η ευθύνη του να μιλήσω για έναν άνθρωπο τόσο ξεχωριστό και τόσο ιδιαίτερο για εμένα.

Το πλέον επίπονο ήταν ότι έπρεπε να συγκεραστώ τα λόγια μου με ένα αίσθημα διαρκούς απουσίας… βλέπετε από τότε που γνώρισα το Μήτσο, αν και εξ αιτίας των αποστάσεων που μας χώριζαν δεν κάναμε ποτέ εκ του σύνεγγυς στενή παρέα, εντούτοις εγκαινιάσαμε μια μακριά και διαρκώς βαθύτερη αλληλογραφία· μια συνεχή διανοητική ανταλλαγή ποιημάτων, κειμένων, δοκιμών, φωτογραφιών με στιχάκια που γράφαμε στους τοίχους με υπογραφές (εγώ δυο δυο δωντάκια σαν ωμέγα και ένα καπέλο σαν περισπωμένη και ο Μήτσος τρις τελείες) αλλά κυρίως ψυχαναλυτική ονείρων, που είχαμε την εμμονή να αναλύουμε.

Η απουσία του Μήτσου είναι διαρκής ακριβώς γιατί είναι σήμερα σπάνιο (αν όχι αδύνατον) να βρεις αληθινά πνευματικούς ανθρώπους. Πνευματικά υποκείμενα που χαρακτηρίζονται από μια αναμμένη φλόγα, με την ευρύτητα του πνεύματός τους να σπάει δεκάδες φορές τα στενά όρια της μια ακαδημαϊκής περιχαράκωσης και, ταυτόχρονα, η αγωνία τους να είναι μια ζωτικής σημασία αναζήτηση απαντήσεων· μια δίψα για ζωή και αλήθεια, και όχι μια επίδειξη εξυπνακισμού της θεωρίας (όπως οι περισσότεροι γύρω μας που καμώνονται δήθεν του πνευματώδεις).

Ο Μήτσος ήταν ο συνομιλητής που μπορούσε να συνδυάσει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που κάποτε ονομάζαμε homouniversalis. Ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος με ευρύτατους πνευματικούς ορίζοντες και, ταυτόχρονα, με μια διαρκή αγωνία για την πορεία του κόσμου. Είχε την ικανότητα να περνά στα μονοπάτια της φιλοσοφίας, της πολιτικής, της τέχνης, της επιστήμης και της ψυχανάλυσης, με την επιδεξιότητα ενός χορευτή. Ήταν ένας συγκλονιστικός συνομιλητής και ένας «βλεματικός» άνθρωπος, αφού, παρά την αστείρευτη επιθυμία του για επικοινωνία, η ματιά του έλεγε πάντα περισσότερα από το στόμα του.

Το ασυμφιλίωτο υποκείμενου και αντικειμένου στη διαλεκτική του παρόντος κόσμου (όπως έλεγε ο Αντόρνο, τον οποίο διάβαζε ο Μήτσος), το ασυμφιλίωτο επιθυμίας και πραγματικότητας, το χάσμα δηλαδή μεταξύ του κόσμου της πτώσης και του κόσμου της ουτοπίας, οδήγησε τον Μήτσο στην γλώσσα της ποίησης.

Δεν ήθελε να γίνει ποιητής, δεν μπορούσε απλά να κάνει διαφορετικά. Δεν μπορούσε, αυτός ο ζωτικά ευαίσθητος άνθρωπος, να επιτελέσει κανένα επάγγελμα, καμία τεχνικά ορθολογική δραστηριότητα χωρίς να στοχάζεται διαρκώς, χωρίς να αγωνιά και να πράττει με την αισθητική ηθική της ουτοπίας: αφού ο κόσμος δεν είναι έτσι όπως το θέλουμε, τόσο το χειρότερο γι’ αυτόν.

Ο Μήτσος έγινε ποιητής από ανάγκη, γι’ αυτό και δεν ανήκει στους ποιητές όπως τους ξέρουμε (συνήθως) σήμερα, όπως τους βλέπουμε γύρω μας. Ο Μήτσος ήταν / είναι από άλλη πάστα, από την ύλη των άστρων…. Αλλά τι σόι ποιητής είναι αυτός ο Ζακράδας;

Όσοι έχουν φλερτάρει, έστω και λίγο, με τον χώρο των λογοτεχνών, γοητευμένοι ίσως από την αίγλη της δημιουργίας, διαπιστώνουν, μετά από λίγο, το εξής τραγικό. Πώς οι περισσότεροι που καμώνονται τους ποιητές δεν είναι τίποτα παραπάνω από, λίγο έως πολύ, έντεχνοι στιχοπλόκοι, που κομπορρημονούν αμετροεπώς για τα γλωσσικά τους παίγνια και τις στιχουργικές εξυπνάδες, που πουλούν δήθεν για υψηλή τέχνη με ύψος χιλίων καρδιναλίων. Το ύψος, άλλωστε, είναι η απάντηση στα πάντα, έλεγε ο Μπουκόφσκι, και οι ποιητές του σήμερα, παράγουν τόνους ύψος μπας και μπορέσουν να καλύψουν το απόλυτο περιεχομενικό τους κενό.

Το βασικό όμως πρόβλημα της ποίησης σήμερα, δεν είναι η κακή ποιότητα των ποιημάτων που παράγονται και διαδίδονται, άλλωστε αυτό είναι εκτίμηση υποκειμενική και δεν αφορά κανέναν, αλλά η διαπίστωση πως αυτοί που γράφουν ποίηση δεν πάσχουν… δεν πονούν, δεν ματώνουν, δεν συνταράσσονται με αυτό που λένε.

Μοιάζουν περισσότερο με διαφημιστές, αυτάρεσκους τράπερς και ανιαρούς ποζέριδες που φλεξάρουν κατά το δοκούν όλη την παλέτα των συναισθημάτων (χαρά, δυστυχία, απόγνωση, οργή), έχοντας παρά μια επιδερμική σχέση μαζί τους.

Το “εγώ” τους είναι τόσο ναρκισσιστικά διογκωμένο, που αγγίζει τα όρια της ηδυπάθειας, ενώ ο ποιητικός τους παλμός τόσο προβλέψιμος, κλισεδιάρικος και ανιαρός που προκαλεί βαρεμάρα ακόμα και στους ίδιους. Αυτό είναι σήμερα η ποίηση. Διόρθωση: Αυτό ήταν πάντα…

Τις εποχές που έζησαν οι αγαπημένοι ποιητές του παρελθόντας μεσουρανούσαν ασημαντότητες της τρέχουσαν ανοησίας. Το ότι σήμερα δεν τους θυμόμαστε, απλά επιβεβαιώνει την λυτρωτική λειτουργία του χρόνου. Θυμάται κανείς σήμερα τον εντελώς ασήμαντο Αχιλλέα Παράσχο που κάποτε μεσουρανούσε στα τέλη του 19ου αιώνα επισκιάζοντας τον Κάλβο ή τον Καβάφη;

Ας είναι…

Απέναντι στην κυρίαρχη ποιητική του νέου ελληνισμού, απέναντι στην κυρίαρχη θριαμβική φωνή της φανφάρας και της τυμπανοκρουσίας, των εθνικών νόμπελ και των βραβείων Λένιν, υποβόσκει μια διαρκής ποιητική αντιπολίτευση που αντιμάχονται αυτό το πνεύμα.

Κάποιος φίλος είχε ονομάσει αυτή την αντιπολίτευση «καρυωτακική», αποδίδοντας στον φετιχισμό του καρυωτακικούcorpus την χαρακτηριστικότερη μορφή αυτής της ποιητικής παράταξης. Δεν έχει βέβαια σημασία, για εμάς εδώ, αν χαρακτηριστικότερος ήταν τελικά ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Λαπαθιώτης ή οποιοσδήποτε άλλος. Αυτό που έχει σημασία είναι το ίχνος της ίδιας αγωνίας: αυτών των λίγων ποιητών που μπορούν να συγκινούνται με το ταπεινό, που βλέπουν πίσω από ό,τι επισκιάζει το μέτρο του ανθρώπου: τις απάνθρωπες Μεγάλες Ιδέες, τα απαστράπτοντα οράματα, της γενικεύσεις και τους θριάμβους. Αυτούς που εστιάζουν στο μικρό και στο ασήμαντο, που ανακαλύπτουν όπως, έλεγε ο Λόρκα, έναν κόσμο ασύλληπτων αποστάσεων στο ποδαράκι μιας γάτας που πάτησε το αυτοκίνητο.

Τον Μήτσο Ζαρκάδα, ως συνολική ύπαρξη -όχι μόνο ως ποιητή-, μπορούμε να τον φανταστούμε ως το τελευταίο παράδειγμα αυτής της γενεαλογίας (αν και ο ίδιος, αφάνταστα ταπεινός, δεν θα μπορούσε να δεχτεί μια τέτοια συμπερίληψη) μιας πορείας, που μέσα στα χρόνια, περνώντας πίσω από το ποιητικό προσκήνιο του Νέου Ελληνισμού, μας έδωσε σπουδαίους ποιητές της μελαγχολικής αντιπολίτευσης: Από την ξεχασμένη γενιά του 20, έως τον Καρούζο, τον Λεοντάρη κ.α. (που τόσο αγαπούσε ο Μήτσος).

Κι όμως ο Μήτσος Ζαρκάδας στο μικρό, αποσπασματικό και ανεπιμέλητο (από τον ίδιο) έργο του, συμπυκνώνει καλύτερα ίσως από το καθένα ποιητή της γενιάς του αυτό που ονομάζω μεταστατική αγωνία της ποίησης… ένα διαρκές σαράκι που κατατρώει διαρκώς (με τις ασήμαντες δυνάμεις του) τα σπλάχνα του τέρατος· μια διαρκής κριτική υποψία που σαρώνει όλα τα επίπεδα του αισθητού κόσμου. Αλλά ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του. Για να μην κουράσω έχω στοιχειοθετήσει 4 βασικά σημεία της αγωνίας του Μήτσου Ζαρκάδα.

Το πρώτο σημείο θα μπορούσε να ορισθεί ως μια αίσθηση κατεπείγοντος. Σε ένα γράμμα προς τον Αντόρνο ο Βάλτερ Μπένγαμιν θα πει “φοβάμαι πως δεν έχουμε όσο χρόνο θα θέλαμε”. Για το Μήτσο αυτή αίσθηση πως περνάμε από μια στενωπό της ιστορίας και πώς για κάποιους τώρα (σήμερα το βράδυ) ίσως είναι η τελευταία τους ευκαιρία, είναι πανταχού παρούσα. Έλα γιατί τα Σάββατα μεθαύριο θα γίνουνε δεύτερες!. Γιατί απόψε κρυώνω μόνος με την Ποίηση χωρίς εσένα.. Έλα, λέω εγώ, γιατί αν δεν ξαναβρούμε σήμερα την ενότητα του κόσμου, πάνω στα σώματα μας, ο κόσμος μπορεί να καταστραφεί!

Η κατεπείγουσα αγωνία είναι η πρώτη πράξη αντίστασης. Απέναντι στην αδιαφορία και την αναμονή των βολεμένων που περιμένουν τις συνθήκες να ωριμάσουν (φοβούμενοι μην ωριμάσουν). Όπως έλεγε ο Χορκχάιμερ «αυτοί που λένε πως δεν είναι ακόμα ώριμες οι συνθήκες ξεχνούν πως για ορισμένους αυτές ακριβώς οι συνθήκες ήταν η τελευταία τους ευκαιρία»… Η κατεπείγουσα αισθητική αγωνία της ποίησης του Ζαρκάδα, είναι ταυτόχρονα πολιτική και ηθική πράξη.

Και αυτή η πράξη, αυτή η αγωνία, μας φέρνει σε επαφή και με το δεύτερο πυλώνα της ποίησης του Μήτσου. Την ερωτική επαφή ως νοσταλγία ενότητας του κόσμου. Το αναλύει ο ίδιος σε ένα σημείωμα που οι επιμελητές, πολύ ορθά, συμπεριέλαβαν σε αυτόν τον τόμο. Από την στιγμή που η ουτοπία απομακρύνεται και η γενικευμένη εξατομίκευση κατακερματίζει κάθε δεσμό μεταξύ των ανθρώπων, η ερωτική πράξη, ή, αν θέλετε, η νοσταλγία μια πρωταρχικής εκστατικής επανένωσης, προβάλει ως το τελευταίο καταφύγιο της ουτοπίας. Μεταφυσικό; προφανώς αλλά όπως έλεγε και ένας από τους αγαπημένους του Μήτσου «είμαστε με την μεταφυσική τη στιγμή της πτώσης της» και αυτή την λεπτή διαλεκτική, που οι μαρξιστές έχουν ξεχάσει, ο Ζαρκάδας την είχε συλλάβει ως βίωμα.

Γράφει ο Μήτσος, στο σημείωμά του, αναστοχαζόμενος σε δυο χωρία του Αντόρνο για την ποίηση:

Το να πει κανείς ότι καταγωγικός πυρήνας της Ποίησης και εν γένει της Τέχνης είναι η Θρησκεία είναι ως έναν βαθμό κοινότοπο αφού όλες σχεδόν οι ανθρωπολογικές μελέτες κατατείνουν με μεγάλο βαθμό επιστημονικής βεβαιότητας σε ένα τέτοιο συμπέρασμα

Όμως, ακόμα βαθύτερα, εγείρεται ένα θέμα κατανόησης της ποιητικής λειτουργίας συγκεκριμένα στην εποχή του καπιταλισμού.

Διότι αν η Τέχνη είναι το πένθος της Χαμένης Ενότητας την οριστική διάρρηξη της οποίας επιτέλεσε ο νεωτερικος δυτικός πολιτισμός, το Κράτος του δυτικού αυτού πολιτισμού είναι το εκκοσμικευμενο είδωλο αυτής της χαμένης ενότητας.

Η φιλοσοφική στοχαστικότατα, καβαφική αλλά ταυτόχρονο πολλαπλώς πολυμαθής, σε συνδυασμό με μια αυθεντική λαϊκή λαγνεία (ή καψούρα, αν προτιμάτε), είναι το τρίτο και τέταρτο χαρακτηριστικό της ποίησης του Μήτσου. Εδώ συναντά τον Καρούζο (που αγαπούσε) και μαζί του σέρνεται στα φτηνά στέκια της νυχτερινής Αθήνας ακούγοντας Κυριαζή και μιλώντας για τον Μάρξ, το Φόιερμπαχ, τον Μπαρτ.

Γράφει σε ένα σημείωμα, που μοιάζει περισσότερο με ποίημα:

«Τον Καρούιζο τον ανακάλυψα σε μια κλιμακτήριο ηλικία που ήμουν ακόμη εξαιρετικά γόνιμος σε πνευματικές επιρροές.

Συγκλονίστηκα βαθιά από τον αποκαλυψιακό χαρακτήρα της γραφής του και παρασύρθηκα για λίγο μαζί του στον άγριο ποιητικό βανδαλισμό τής γλώσσας σα να ήμουν εγώ ο Βάγκνερ και εκείνος ο Πρίγκηπας Μιχαήλ Μπακούνιν. Σύρθηκα απογεύματα στη Ναυαρίνου με μόνη συντροφιά έναν μαρκαδόρο και έγραψα στίχους του σε παγκάκια, παγκάκια ξύλινα, ημικατεστραμμένα, όπου το προηγούμενο βράδυ είχα φιληθεί με κορίτσια που έκαναν γιόγκα σε εναλλακτικά αυτοργανωμένα ημιυπόγεια και είχαν σκουλαρίκια στις μύτες και φτερά στα all star τους. Πήρα από την Εγνατία το λεωφορείο 11 και ανέβηκα στην Πυλαία και τα ακουστικά μού τριβίλιζαν τα αυτιά με τη φωνή του Δεσποινιάδη να απαγγέλλει “Θρίαμβο Χρόνου”. Κατέβηκα στην Αθήνα χαράματα και πέρασα έξω από το Νταντά στην Ασκληπιού μνημονεύοντας κι εγώ “εαρινό σαξώφονο και ματωμένες Βάκχες, οπώρες που μηδενίζουν έρωτες.” Έπειτα χώθηκα στα στενά του Γκύζη αναζητώντας την τελευταία του συνοικία μα με πλάνεψε ο αντίλαλος της τελευταίας κραυγής του Τσουτσουβή και βάλθηκα από τότε να εξάγω επί ματαίω πολιτικές ευρέσεις από το κυανό του κοβάλτιο..

Ο Μήτσος έχει το σπάνιο προσόν να ξέρει ακριβώς τι λέει όταν αναμετράται με τους μεγάλους δασκάλους, και επειδή ξέρει ακριβώς τι λέει και δεν είναι κάποιος εξυπνάκια που πετάει απλά διακειμενικές αναφορές για επίδειξη, δεν έχει κανένα πρόβλημα να το πει λαϊκά, με ένα ζεϊμπέκικο… τρανό παράδειγμα το μικρό αυτό τραγούδι που μελοποίησε ο Κώστας Γαλανόπουλος, ένα τραγούδι δείγμα όλων των ως άνω χαρακτηριστικών: της ψυχαναλυτικής και φιλοσοφικής του ευρυμάθειας, της ερωτικής και μεταστατικής του αγωνίας, της κατεπείγουσα αίσθησης για ένας τέλος που καταφθάνει σαν την ταχεία, και μια λαϊκότητας ενός τραγουδιού που αν και αυτοί που το τραγουδάνε δεν ξέρουν ποιο είναι ο Μπάρτ, ο Μαρκαντέρ ή ο Λέοντας, τι διάβολο παίζει ο Αντόρνο μαθηματικά και την είναι ο έρωτας ως απώθηση, μπορούν να τα τραγουδήσουν και να τον νιώσουν.

Τι να σου κάνει και ο Μπαρτ απ’ τη Γαλλία
όταν ο έρωτας πεθάνει εν ψυχρώ
όλο το σώμα σου μια σημειολογία
κι εγώ δεν βρίσκω χέρι να πιαστώ
Είναι η έλξη μας απώθησης παιχνίδι
όταν με πιάνεις με πετάς πιο μακριά
σφαίρα του ράγκμπι στο Αμέρικα Μιζούρι
κι ο Αντόρνο παίζει μαθηματικά
Στο Μεξικό ο Λέοντας με την αξίνα
πέφτει νεκρός κι ο Μαρκαντέρ χαμογελά
τι κι αν το κόμμα σαν καβούρι προχωρά
τέλος στη Βάρκιζα για να καεί όλη η Αθήνα

Γιατί σε τελική ανάλυση αυτό είναι η ουσία του ποιητή: να φέρνει στον κόσμο της φωτιά του προμηθέα (τη φωτιά της επανάστασης) με παλμό, και νόημα. Απέναντι στην κατασταλτική αργοπορία του κόμματος, να προτάξει την αίσθηση του κατεπείγοντος, να δει αποκαλύψει τον κόσμο υπό το φως της λύτρωσής του…

Στην Αχαρνών η μουσική να παίζει φούγγες του Μπαχ, αραβικά τραγούδια
στα πεζοδρόμια ολάνθιστα λουλούδια
μέσα της Άνοιξης τού θάνατου ο ήχος
Μέσα της Άνοιξης του θάνατου ο ήχος
κάλεσμα πένθιμο ο τελευταίος στίχος
ξέρεις ο θάνατος πως είναι ένας μύθος
πεθαίνουν μονό όσοι δεν χαθήκαν μες στο πλήθος
Όσοι μονάχα δεν χαθήκαν μες στο πλήθος·
στη διαδήλωση αγέρωχος βαδίζεις
τσιγάρο ουίσκι και γαρύφαλλο στο πέτο
σαν άλλοτε εμπρός σε ξαναβλέπω
την επανάσταση ξανά να λαμπυρίζεις
ή όμως έλεγε ο Αγαπημένος του Καρούζος στο ποίημα του για την Κροστάνδη

Μήτσο, εμείς Αληθεύουμε στην Επανάσταση!

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://infolibre.gr/2024/07/06/i-poiisi-os-atherapeyto-trayma-paremvasi-stin-ekdilosi-gia-ton-poiiti-mitso-zarkada/

Τέσσερα μη μεταφράσιμα σονέτα για τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον φρανκισμό

ΧΑΡΤΗΣ 66 {ΙΟΥΝΙΟΣ 2024}
{Μετάφραση} Κείμενα
του Κλάουδιο Ροντρίγκεθ Φερ

ΕΙ­ΣΑ­ΓΩ­ΓΗ-ΠΑ­ΡΟΥ­ΣΙΑ­ΣΗ-ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΗ
Νί­κος Πρα­τσί­νης

Στις 17 με 18 Ιου­λί­ου του 1936 εκ­δη­λώ­θη­κε το στρα­τιω­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα του στρα­τη­γού Φράν­κο, στην Ισπα­νία, ενα­ντί­ον της νό­μι­μα εκλεγ­μέ­νης κυ­βέρ­νη­σης του Λαϊ­κού Με­τώ­που. Τον Φράν­κο ακο­λού­θη­σε μέ­ρος του στρα­τού και με­γά­λο μέ­ρος του επι­χει­ρη­μα­τι­κού κό­σμου της χώ­ρας. Το γε­γο­νός πυ­ρο­δό­τη­σε τον Ισπα­νι­κό Εμ­φύ­λιο, που άφη­σε πί­σω του 500.000 θύ­μα­τα, και από τις δύο πλευ­ρές. Κα­θώς και μια Κοι­νω­νι­κή Επα­νά­στα­ση, υπο­στη­ρι­ζό­με­νη από τους αναρ­χι­κούς κα­τά βά­ση, στην Κα­τα­λο­νία, το Λε­βά­ντε, την Αρα­γο­νία, την Αν­δα­λου­σία, κα­τά κύ­ριο λό­γο. Ο Φράν­κο, με τη βο­ή­θεια της να­ζι­στι­κής Γερ­μα­νί­ας και της φα­σι­στι­κής Ιτα­λί­ας, κα­θώς και την πο­λι­τι­κή της «μη επέμ­βα­σης» των δη­μο­κρα­τιών της Αγ­γλί­ας και της Γαλ­λί­ας, επε­κρά­τη­σε το 1939. Πολ­λές δε­κά­δες χι­λιά­δων από την πλευ­ρά των ητ­τη­μέ­νων πέ­θα­ναν σε στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης, 500.000 πε­ρί­που ανα­γκά­στη­καν να πά­ρουν το δρό­μο της εξο­ρί­ας. Εί­χε αρ­χί­σει η μα­κρά νύ­χτα της φα­σι­στι­κής δι­κτα­το­ρί­ας του Φράν­κο.

Με τον θά­να­το του Φράν­κο, τον Νο­έμ­βριο του 1975, και βά­σει της φραν­κι­κής νο­μο­θε­σί­ας, η εξου­σία, σχε­τι­κά ομα­λά, με­τα­βι­βά­σθη­κε στον βα­σι­λιά Χουάν Κάρ­λος. Οι δη­μο­κρα­τι­κοί θε­σμοί απο­κα­τα­στά­θη­καν στα­δια­κά και, χά­ρη στον Νό­μο πε­ρί Αμνη­στί­ας του 1977, οι άν­θρω­ποι του Φράν­κο πα­ρέ­μει­ναν στις θέ­σεις τους, δί­χως συ­νέ­πειες, ακό­μη και οι υπεύ­θυ­νοι για εγκλή­μα­τα κα­τά την δια­δι­κα­σία της με­θο­δευ­μέ­νης με­τα­πο­λί­τευ­σης, όπως για τη Σφα­γή της Βι­τό­ρια (1975) από αστυ­νο­μι­κές δυ­νά­μεις και τη Σφα­γή στην Ατό­τσα (1977), από ακρο­δε­ξιούς τρο­μο­κρά­τες.

Πριν κά­ποια χρό­νια ξε­κί­νη­σε στην Ισπα­νία μια κί­νη­ση, η οποία αγκά­λια­σε ση­μα­ντι­κό μέ­ρος του πλη­θυ­σμού, με στό­χο την ανα­ψη­λά­φη­ση του πα­ρελ­θό­ντος, αρ­χής γε­νο­μέ­νης από την ανα­ζή­τη­ση των ομα­δι­κών τά­φων εκτε­λε­σθέ­ντων δη­μο­κρα­τι­κών και την ανα­γνώ­ρι­σή τους, και προ­χω­ρώ­ντας σε μια ανα­σύ­στα­ση και απο­κα­τά­στα­ση της ιστο­ρι­κής μνή­μης με­τά από από­πει­ρες δε­κα­ε­τιών να λη­σμο­νη­θεί. Ο Ρο­ντρί­γκεθ Φερ πρω­το­στα­τεί στην κί­νη­ση αυ­τή.

Ο Claudio Rodríguez Fer γεν­νή­θη­κε το 1956 στο Λού­γο της Γα­λι­κί­ας, στην Ισπα­νία. Εί­ναι εί­ναι ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας και δο­κι­μιο­γρά­φος, γρά­φο­ντας στα γα­λι­κια­νά, κα­θώς και με­λε­τη­τής της ισπα­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας, γρά­φο­ντας στα ισπα­νι­κά. Εί­ναι πρό­ε­δρος της Asociaociόn para la Dignificaciόn de las Víctimas del Fascismo en Galicia (Ένω­ση για την Από­δο­ση Σε­βα­σμού και Αξιο­πρέ­πειας στα Θύ­μα­τα του Φα­σι­σμού στην Γα­λι­κία). Κα­τέ­χει την έδρα Ποί­η­σης και Αι­σθη­τι­κής Valente στο πα­νε­πι­στή­μιο του Σα­ντιά­γο δε Κο­μπο­στέ­λα, διευ­θύ­νει την επι­θε­ώ­ρη­ση Moena και, από κοι­νού με την Carmen Blanco, τα τε­τρά­δια Uniόn Libre (Ελεύ­θε­ρη Ένω­ση). Έχει δι­δά­ξει ακό­μη σε πολ­λά μέ­ρη της Ευ­ρώ­πης, της Αμε­ρι­κής και της Αφρι­κής, έχει με­τα­φρα­στεί σε πολ­λές γλώσ­σες, το δε ποί­η­μά του «A Cabeleira» έχει με­τα­φρα­σθεί και έχει δη­μο­σιευ­θεί, δια­δι­κτυα­κά, σε εβδο­μή­ντα (με­τα­ξύ των οποί­ων και στα ελ­λη­νι­κά): https://​www.​aca​bele​ira.​com/​a_​cab​elei​ra_​mul​tili​nge.​html

Στα ελ­λη­νι­κά επί­σης έχει με­τα­φρα­στεί συλ­λο­γι­κά το δι­ή­γη­μά του Πε­τα­λού­δι­σέ με» https://​kon​stan​tino​s-​pal​eolo​gos.​blo​gspo​t.​com/​2017/​12/​bol​bore​tame-​de-​claudio-​rod​rigu​ez-​fer-​en.​html

Στα έρ­γα του κυ­ριαρ­χεί ο ερω­τι­κός βι­τα­λι­σμός, το «άνοιγ­μα» προς το δια­πο­λι­τι­σμι­κό στοι­χείο, η ελευ­θε­ρια­κή ου­το­πία, η ου­μα­νι­στι­κή ηθι­κή, η στρά­τευ­ση στον αντι­φα­σι­στι­κό αγώ­να, ο διά­λο­γος ανά­με­σα στις τέ­χνες και ο αι­σθη­τι­κός πει­ρα­μα­τι­σμός.

Έχει συ­γκε­ντρώ­σει τα ποι­ή­μα­τά του σε έναν τό­μο με τον τί­τλο Amores e clamores (Έρω­τες και κραυ­γές), τα πε­ζά σε άλ­λον, με τον τί­τλο Contos e descontos (Ιστο­ρί­ες και εκ­πτώ­σεις) και την οπτι­κή του ποί­η­ση στους τό­μους Cinepoemas (Κι­νο­ποι­ή­μα­τα), Cinepoética (Κι­νο­ποι­η­τι­κή) και Criptografías (Κρυ­πτο­γρα­φί­ες).

Με αφορ­μή την επέ­τειο της έναρ­ξης του Ισπα­νι­κού Εμ­φυ­λί­ου, τον επό­με­νο μή­να, και σε σχέ­ση με την κί­νη­ση της απο­κα­τά­στα­σης της ιστο­ρι­κής μνή­μης και του σε­βα­σμού στα θύ­μα­τα του φραν­κι­σμού, μας έστει­λε τέσ­σε­ρα οπτι­κά σο­νέ­τα μα­ζί με ένα ση­μεί­ω­μα σχε­τι­κά με την οπτι­κή ποί­η­ση, κα­τά την οπτι­κή του, κα­θώς και κά­ποια λό­για για τα σο­νέ­τα.

Aς δού­με λοι­πόν τι λέ­ει ο ίδιος για την οπτι­κή ποί­η­ση:

ΟΠΤΙ­ΚΗ ΠΟΙ­Η­ΣΗ ΚΑΙ ΟΙ­ΚΟΥ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΗ ΕΠΑ­ΝΑ­ΣΤΑ­ΣΗ

Η οπτι­κή μου ποί­η­ση γεν­νιέ­ται από την ίδια ανά­γκη για ολο­κλη­ρω­μέ­νη γνώ­ση και εκ­φρα­στι­κό πει­ρα­μα­τι­σμό, από την οποία γεν­νιέ­ται και η λε­κτι­κή, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας όμως μέ­σα που εί­ναι πιο οι­κου­με­νι­κά και λει­τουρ­γούν λι­γό­τε­ρο πε­ριο­ρι­στι­κά στην επι­κοι­νω­νία από ό,τι τα γλωσ­σι­κά.
«Η ποί­η­ση εί­ναι ει­κό­να». Μια ει­κό­να αξί­ζει πιο πο­λύ από χί­λιες λέ­ξεις. «Μια ποι­η­τι­κή ει­κό­να αξί­ζει πιο πο­λύ από χί­λιες οπτι­κές ει­κό­νες. Κλπ κλπ. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι κα­θα­ρό πως μια ει­κό­να έχει αξία πιο πολ­λή, και για πιο πο­λύ, από χί­λιες λέ­ξεις, εάν δε η ποί­η­ση εί­ναι ει­κό­να ή, έστω, αυ­τό επι­ζη­τεί να εί­ναι, για­τί να μην την πραγ­μα­τώ­νου­με άμε­σα και απευ­θεί­ας μέ­σω ει­κό­νων, όπως συμ­βαί­νει με την σου­ρε­α­λι­στι­κή τέ­χνη;

Η οπτι­κή ποί­η­ση, η οποία, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα υπάρ­χει από την αρ­χαιό­τη­τα, αν και, λό­γω των ελευ­θε­ρια­κών δυ­να­το­τή­των που προ­σφέ­ρει, βρί­σκε­ται σχε­δόν πά­ντα εκτός των κα­θο­ρι­σμέ­νων και ανα­γνω­ρι­σμέ­νων λο­γο­τε­χνι­κών κα­νό­νων, υπήρ­ξε πά­ντα ένα μέ­σο εκ των ων ουκ άνευ, στο οποίο κα­τέ­φυ­γαν όλες οι πρω­το­πο­ρί­ες, πα­ρό­τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει και κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο από μια εναλ­λα­κτι­κή επι­λο­γή, από την άπο­ψη της μορ­φής, ακό­μη δε και της ση­μειο­λο­γί­ας, για­τί τρο­πο­ποιεί τον τρό­πο σκέ­ψης αυ­τού που την δη­μιουρ­γεί, κα­θώς και αυ­τού που την βλέ­πει, εγ­γρά­φο­ντάς την σε έναν οι­κου­με­νι­κό κώ­δι­κα που εί­ναι ανοι­χτός στην ου­το­πία, δη­λα­δή στην επα­νά­στα­ση για τη ζωή.

Ας δού­με τώ­ρα τι λέ­ει για τα 4 οπτι­κά σο­νέ­τα που ακο­λου­θούν και τα οποία, όπως κα­τα­λα­βαί­νει κα­νείς, δεν χρειά­ζε­ται/γί­νε­ται να με­τα­φρα­στούν:

Tα τέσ­σε­ρα οπτι­κά σο­νέ­τα αντα­να­κλούν την ιστο­ρι­κή δια­δρο­μή του Εμ­φυ­λί­ου Πο­λέ­μου, της φραν­κι­κής δι­κτα­το­ρί­ας, κα­θώς και της ελ­πί­δας για απε­λευ­θέ­ρω­ση στην Ισπα­νία: το πρώ­το ανα­πα­ρι­στά τις βλέ­ψεις του αγω­νι­ζό­με­νου προ­λε­τα­ριά­του κα­τά την Δεύ­τε­ρη Δη­μο­κρα­τία μέ­σα από το ξύ­λι­νο μέ­τρο που χρη­σι­μο­ποιού­σε στη δου­λειά του ο πα­τέ­ρας μου, το δεύ­τε­ρο ανα­πα­ρι­στά τον πό­λε­μο και την δι­κτα­το­ρία μέ­σα από τα κά­γκε­λα της φυ­λα­κής και εί­ναι, συμ­βο­λι­κά, κόκ­κι­νο και μαύ­ρο, το τρί­το ανα­πα­ρι­στά τη μα­κρά νύ­χτα της τυ­ραν­νί­ας μέ­σα από τους ιστούς της αρά­χνης, το τέ­ταρ­το ανα­πα­ρι­στά την ελ­πί­δα για απε­λευ­θέ­ρω­ση μέ­σα από το πέ­ρα­σμα από το κε­νό στον σπό­ρο, από αυ­τόν στο βλα­στό που ξε­φυ­τρώ­νει, και από αυ­τόν στην αν­θο­φο­ρία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.hartismag.gr/hartis-66/metafrash/tessera-mi-metafrasima-soneta-ghia-ton-ispaniko-emfylio-kai-ton-frankismo?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR1vtrDL8_V715grUGn_223ucc4w84GF3evVMieMEJmVkJ-_-Sa0ddmVEQM_aem_AfQUy3vtrdw3juynVFy3XpJG_a0VsUF5Teb1-4Fj7ECmnkdepP_sSBc6MUEl9fbtOIH4YNrKfxXeatMkQ-k9Khw3

ΜΚΧ, Βουκαμβίλια ποπ

Απομαγνητοφώνηση μιας παρουσίασης εμπλουτισμένη με όσα το άγχος στέρησε σε πρώτο χρόνο.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση τότε θα ξεκινούσα με την αφηγηματικότητα της ποίησης της ΜΚΧ, για τις ιστορίες και τα στιγμιότυπα που απομονώνει από τον ζόφο και τη μαγεία της καθημερινότητας. Το κάθε ποίημα, τι και αν συνήθως άτιτλο, γίνεται το κάδρο μέσα στο οποίο μια μικρή πλοκή λαμβάνει χώρα, μια ιστορία από το λεωφορείο, τον δρόμο αργά τη νύχτα, το σχόλασμα από τη δουλειά, τις φίλες και τους συντρόφους, το mansplaining στη λαϊκή, την οπλισμένη με κλειδιά γροθιά, το μάλλον άχρηστο τηλέφωνο ανά χείρας. Οι εικόνες που γεννά δεν είναι αφηρημένες, δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους, δεν γίνονται εν απουσία του ποιητικού υποκειμένου θυσία σε μια απόμακρη και ιδιότροπη μούσα.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση τότε θα σας μιλούσα επίσης για την πολιτική διάσταση της ποίησης αυτής, που ανήκει στο σώμα της κουήρ, φεμινιστικής και ταξικής λογοτεχνίας. Θα έλεγα επίσης για την επιδέξια ακροβασία στο όριο της στρατευμένης λογοτεχνίας, σπεύδοντας, με κάποιο άγχος, να υπεραμυνθώ της λογοτεχνικής αξίας των ποιημάτων, την απουσία της συνήθως ξύλινης γλώσσας και των αφόρητων κλισέ, θα αναφερόμουν στον εσωτερικό ρυθμό του κάθε ποιήματος και στον συνολικό συντονισμό της συλλογής. Θα έκανα ειδική αναφορά στις λέξεις που η ΜΚΧ χρησιμοποιεί για να συνθέσει τα ποιήματά της. Λέξεις καθημερινές, φρέσκες, ζωντανές. Λέξεις από το εδώ και το τώρα της γλώσσας, μακριά από τα προπύργια του αναχωρητισμού σε μια χωροχρονική συντεταγμένη κατά την οποία, όσο ποτέ άλλοτε, η ποίηση μπερδεύεται με την ποιητικότητα και η επιτήδευση με το βάρος.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση θα έψαχνα στη φαρέτρα των ταπεινών περί ποίησης γνώσεών μου να εντοπίσω σχήματα λόγου και διακειμενικές αναφορές, θα τόνιζα με περισπούδαστο ύφος την ηθελημένη απουσία ρίμας και τον χαρακτήρα πεζοποιήματος, την έντονη προφορικότητα και τους κοφτούς στίχους. Θα έκλεινα ίσως με θετικές παρατηρήσεις γύρω από την καλαίσθητη έκδοση, το όμορφο εξώφυλλο και διάφορα άλλα κενά νοήματος αντίστοιχα σχόλια, μην ξεχνώντας να επισημάνω την αγωνία για το επόμενο βήμα, για το πάντοτε δύσκολο δεύτερο βήμα, φροντίζοντας ταυτόχρονα, ως λάτρης του πεζού λόγου, να προτρέψω τη ΜΚΧ να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στη μικρή φόρμα.

Όμως αυτή δεν είναι μια τυπική παρουσίαση όπως θα έχετε σίγουρα καταλάβει. Και δεν είναι μια τυπική παρουσίαση γιατί το υποκείμενο της ανάγνωσης φέρει προνόμια που το εξαιρούν από το κοινό στο οποίο αυτή η ποίηση πρώτιστα και κύρια απευθύνεται. Τα προνόμια αυτά, άλλωστε, με κράτησαν μακριά από την πρώτη παρουσίαση της συλλογής. Τα προνόμια αυτά ωστόσο με φέρνουν σε αυτή τη δεύτερη παρουσίαση με την ευκαιρία της δεύτερης έκδοσης της συλλογής. Τι μεσολάβησε αυτό το διάστημα, θα αναρωτηθείτε και θα έχετε δίκιο. Ας είμαι ειλικρινής. Ήθελα να έχω συμμετάσχει, αυτό σκεφτόμουν οδηγώντας σπίτι μετά την πρώτη παρουσίαση, ήθελα να είμαι στο πάλκο, εγώ που θεωρώ εαυτόν αγοραφοβικό, ήθελα να έχω πάρει λίγη από τη σκληρή ομορφιά της Ποπ βουκαμβίλιας, να αποτελέσω πιο ενεργό μέρος της γιορτής εκείνης που στήθηκε με μεράκι στα γρασίδια ενός πάρκου. Το είχα κιόλας μετανιώσει. Όχι, όμως, για τους πραγματικούς λόγους.

Ήταν τα προνόμιά μου που ένιωθα πως με κρατούσαν μακριά. Σαφέστατα μπορούσα να αντιληφθώ και να απολαύσω τις αρετές της ποίησης της ΜΚΧ, εκ του μακρόθεν ωστόσο και όχι με έναν τρόπο βιωματικό, χωρίς να νιώθω το συναίσθημα, συχνά ψευδές μα τόσο αναγκαίο στην ανάγνωση, πως οι στίχοι με περιλαμβάνουν στην από δω και όχι στην αποκεί πλευρά των προσώπων και της καθημερινότητας. Διάβαζα κάπου πρόσφατα πως μπορεί κανείς να αντιληφθεί πραγματικά τα προνομία του μόνο όταν συναντήσει κάποιον που με λιγότερα προνόμια κατάφερε να πετύχει περισσότερα, και νομίζω πως αυτή η διατύπωση αναφέρεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο στέκομαι απέναντι στα προνόμιά μου. Και αυτά τα προνόμια με έφεραν σήμερα να μιλήσω για τη συλλογή αυτή. Μοιάζει οξύμωρο, το ξέρω.

Διατηρώ λοιπόν το προνόμιο της εκ του ασφαλούς πρόσληψης. Τη δυνατότητα να μιλάω για σχήματα λόγου και ομορφιά, λυρισμό και συγχρονία, επιδεικνύοντας την αναγνωστική μου επάρκεια αλλά και την ποικιλομορφία των αναγνωσμάτων μου. Την απόσταση εκείνη που θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο επιτρέποντας μου να λυπάμαι την κακή τύχη του να είσαι γυναίκα, απλώνοντας εμπρός μου ένα πεδίο δόξης λαμπρό ώστε να ξετυλίξω τη γαματοσύνη του εαυτού, τη μεγαθυμία μου αλλά ταυτόχρονα να κρατώ και τις επιφυλάξεις μου, να μπορώ να σκέφτομαι πως υπάρχει το στοιχείο της υπερβολής αλλά και της εκμετάλλευσης της γυναικείας ιδιότητας, να ενοχλούμαι που η ποίηση της ΜΚΧ διεκδικεί και δεν αρκείται στη μοιρολατρεία που συχνά διακρίνει την κουήρ ή φεμινιστική γραφή, νιώθοντας άβολα, ίσως και θυμωμένα, που δεν ζητά απλώς και μόνο την παρηγοριά στην οποία με χαρά και έμφαση θα προσερχόμουν να δώσω, συνοδεύοντας τα λόγια με ένα γλυκό ταπ ταπ στην πλάτη.

Ας προσθέσουμε και αυτό γυρίζοντας στον πολιτικό χαρακτήρα της ποίησης της ΜΚΧ, τη διεύρυνση του τρόπου με τον οποίο αντανακλαστικά σκεφτόμαστε απέναντι στη βιωματική λογοτεχνία των λιγότερο προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, σε μια εποχή που κάποιοι ισχυρίζονται πως οι από κάτω έχουν καταλάβει τη λογοτεχνική αρένα στερώντας από εμάς τους λευκούς, στρέητ, χριστιανούς, δυτικούς άντρες την πρόσβαση που τόσους αιώνες απολαμβάναμε, έχοντας ντύσει τον κόσμο με τις δικές μας λέξεις, έχοντας εγκαθιδρύσει τον δικό μας κανόνα. Για μένα, η λογοτεχνία όπως αυτή που η ΜΚΧ παράγει, λειτουργεί διασταλτικά, οξύνοντας το βλέμμα μου καθώς σε κάθε ένσταση περί υπερβολικού μια φωνή μέσα μου αντηχεί: σκάσε τώρα και διάβαζε· ενώ, ταυτόχρονα, με κάνει να χαμηλώσω το βλέμμα. Δεν μπορώ και δεν θα μπορέσω ποτέ να νιώσω πώς είναι να είσαι γυναίκα σε ένα λεωφορείο ή αργά το βράδυ κατεβαίνοντας τη Συγγρού. Και αν ισχυριστώ κάτι τέτοιο θα είναι ψέμα, αν πω: ξέρω πώς νιώθεις.

Και είναι μια μάχη συνεχής, μια μάχη αποτελούμενη από διαρκείς και επαναλαμβανόμενες ήττες, ένα εκκωφαντικό τσαλάκωμα της γαματοσύνης, της μη εξαίρεσης του εαυτού από τον κανόνα του συνόλου που ανήκει. Γιατί ακόμα και τώρα που διαλαλώ τη συνείδηση με την οποία προσέρχομαι για να μιλήσω για την ποίηση της ΜΚΧ χρειάστηκε η παρέμβαση της Ε. για να μου υποδείξει πως μιλώντας για προνόμια ίσως να έπρεπε να διαλέξω το ποίημα της σελίδας εβδομήντα και όχι εκείνο της σελίδας δεκαοχτώ που αρχικά είχα επιλέξει. Θα σας διαβάσω και τα δύο για να καταλάβετε πόσο ακόμα δρόμο έχω να διανύσω:

(σελ. 18)

τα ρούχα των κοριτσιών
δεν έχουν τσέπες

*

οι τσέπες
στα αντρικά πουκάμισα
έχουν το κατάλληλο μέγεθος
για τις σερβιέτες

*

κυκλοφορώ
στο χωριό
με τις σερβιέτες
στην τσέπη
του αντρικού μου πουκαμίσου
και νιώθω
-ρε μάνα-
πως δεν πήγε χαμένη
η κουβέντα
την κυριακή εκείνη
που πρώτη φορά
έχανα μπάνιο στη θάλασσα
για το αίμα, την ντροπή
τους λεκέδες και τον πόνο

*

οι σερβιέτες
στην τσέπη
του αντρικού μου πουκαμίσου
τα βλέμματα
χαμηλώνουν
στο ύψος
του στήθους
λες και μεγάλωσε
δυο νούμερα
το σουτιέν
και περήφανη νιώθω
που γυναίκα
δεν έγινα
και κορίτσι
έμεινα για πάντα

(σελ. 70)

οι σύντροφοί μας
θυμώνουν
όταν τους λέμε ότι προτιμάμε
έναν νεκρό άντρα
από έναν παραβιαστικό
και λένε
καλό είναι να αποφεύγονται
οι γενικεύσεις
δεν είναι το ίδιο με τα αφεντικά
όμως
το ξέρουμε όλες
για τα αφεντικά
επιτρέπονται οι γενικεύσεις
τους εξηγούμε
πως όταν είσαι η μοναδική
ανάμεσα σε άντρες
στον νυχτερινό λεωφορείο
είναι σαν να φοράς χειροπέδες
μέσα στο τμήμα
την ώρα που οι μπάτσοι
παίζουν
με τα teaser τους
προσπαθούν λίγο να καταλάβουν
αλλά δυσκολεύονται
γιατί ο φόβος τους
είναι κατάσταση εξαίρεσης
σε αντίθεση
με το καθημερινό λεωφορείο
οι σύντροφοί μας
θέλουν
να χτίζουμε μια κοινή καθημερινότητα
ο αγαπημένος μου λέει
όποτε συμβαίνει αυτό στο λεωφορείο
ή κάποια άλλη παραβίαση
θέλω να μου τηλεφωνείς
χρησιμοποιεί
το ρήμα συμπεριλαμβάνω
είναι καλός στα λογοπαίγνια
η παραβίαση
δεν με περιλαμβάνει
ενώ η λέξη συμπερίληψη
είναι μια
θετική λέξη
για όλες μας
ο αγαπημένος μου
είναι σύμμαχος
όλων μας
γι’ αυτό τα βράδια
του διαβάζω
τις καταγγελίες
παραβίασης
μόνο καμιά φορά
ρωτάει
πώς ξέρουμε ότι όλες
λένε την αλήθεια
έχουν το ίδιο βλέμμα
μ’ εμένα
τη μέρα που την επόμενή της
μου έκανες δώρο τον σουγιά
απαντώ
και εκείνος
με αγκαλιάζει
προσπαθώντας να δημιουργήσει
αυτό
που ονομάζεται
ασφαλής χώρος
αλλά
είναι αδύνατο

Μακάρι ο στίχος εκείνος που λέει «πώς ξέρουμε ότι όλες/ λένε την αλήθεια» να μείνει να αντηχεί μέσα μου.

Εκδόσεις Τεφλόν

*Από εδώ: https://no14me.blogspot.com/search/label/%CE%A0%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

ΑΛ – ΑΓΩΝΙΑ: Έρωτας και Μηδενισμός στην Ποίηση του Ηλία Ν. Μέλιου

«Εγώ δεν είμαι ποιητής είμαι στιχάκι
είμαι στιχάκι της στιγμής
πάνω σε τοίχο φυλακής
και σε παγκάκι»

Νίκος Παπάζογλου (σύνθ.-ερμην.), «Εγώ δεν είμαι ποιητής», στίχ.: Λάζαρος Ανδρέου

Παρ’ όλο που, στην ουσία του, ο όρος ποιητική γενιά αποτελεί ένα είδος φιλολογικής σύμβασης ούτως ώστε να ομαδοποιούνται οι ποιητές και το έργο τους βάσει των πολιτισμικών και κοινωνικών καταβολών και επιρροών τους, έχει μια αξία χρήσης, συνήθως ταξινομητική, ιδίως όταν αντιμετωπίζουμε την ποιητική δημιουργία ως της αξίζει, ήτοι ομοούσια και αδιαίρετη. Η περίπτωση του Ηλία Μέλιου θα μπορούσε να ενταχθεί στην αμφιλεγόμενη ποιητική γενιά του 1980· εκείνην την γενιά που έλαβε την σκυτάλη από τις ηχηρές, περίφημες ποιητικές φωνές του 1970, για να στραφεί από την ουτοπία του κοινωνικού οράματος σε εκείνην του ιδιωτικού. Γεννηθείς το 1959 στην Καλαμάτα, μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα, κρατώντας πάντα την ποιητική του φωνή χαμηλή μα αυθεντική, εκεί όπου η ακατέργαστη δημιουργία φύεται, μακριά από την άκρατη ναρκισσιστική εμπορικότητα και τις λογοτεχνικές οχλήσεις. Θιασώτης καθώς είναι της ρήσης του Λωτρεαμόν πως η ποίηση πρέπει να γίνεται από όλους και όχι από έναν, έχει εκδώσει τις περισσότερες ποιητικές του συλλογές εκτός εμπορίου. Από καιρού εις καιρόν, πέρα από την ποίηση, έχει ασχοληθεί ή και ασχολείται με το πεζό, το δοκίμιο, την κριτική, το σχέδιο, το κολλάζ, την mail-art, την δημιουργία μικροβιβλίων τέχνης, την μουσική, την διαδικτυακή ραδιοφωνική παραγωγή, την επιμέλεια και την έκδοση βιβλίων και περιοδικών. Συμμετείχε στην έκδοση των φανζίν «Σε τόνους μινόρε» (1992) και «Δην» (1994-1999) και του υπερρεαλιστικού περιοδικού «Κλήδονας» (2006-2018). Υπήρξε εκδότης του περιοδικού λόγου «Δυτικές Ινδίες» (2000-2003) και μέλος Ελληνικού Κύκλου Χαϊκού. Συμμετέχει στις εργασίες της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών.

«πάλι γυμνός των ήχων που λιποταχτούν
δίχως μέρα εντός μου να γυρνά τη νύχτα
παγιδεύομαι στο ξημέρωμα»
Ηλίας Μέλιος, Εντός Μου, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.12)

Εάν ποίηση εστί πολιορκία του άφατου, τότε η ποίηση του Ηλία Μέλιου αποτελεί μιαν αδιάκοπη ακροβασία ανάμεσα στο άφατο της ύπαρξης (“κύκλος η ζωή/ ηρώον μνήμης και μνήμα συνείδησης”) και στο θνησιγενές του έρωτα (“και οι ουτοπίες δυστοπίες ομοιάζουν πόσω μάλλον οι έρωτες”). Σχοινί του ακροβάτη, ο Χρόνος:

«στο ρολόι συνεχώς αλλάζουν θέση οι ώρες
ανακύκληση αχρήστου υλικού και φορμαλισμός ακραίος
τόσα χρόνια περνούν κι ο μηχανισμός του
τα καταβροχθίζει ανελλιπώς
άλλοτε είναι ζωή κι άλλοτε ανυπαρξία
ή συγχρόνως και τα δύο
ο χρόνος αποτελεί παρελθόν
ενώ τώρα είναι η καλύτερη στιγμή του βίου μας»

Ο χρόνος ως σκευή όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον έσονται εις σάρκαν μίαν και συμπυκνώνονται σε εκείνο το σταθερό σημείο όπου κάθε ταχύτητα εκμηδενίζεται, στο σημείο του μηδενός (“και προηγείται το μηδέν σαν ένα να υπάρξει”). Σε στίχο ελεύθερο και, πολλές φορές, αιρετικό -καθώς δεν λείπουν μήτε οι λεξιπλασίες μήτε οι νεολογισμοί και οι στρεβλώσεις των λέξεων- οι ποιητικές του συνθέσεις βρίθουν υπερρεαλιστικών στοιχείων, ενώ το αδιόρατο νήμα που συνδέει τις περισσότερες εξ αυτών -όσο ετερόκλητες κι εάν είναι μεταξύ τους- βρίσκεται στην δίνη της ύπαρξης του ανθρώπου εν κόσμω.

«κι ας κυλάει σκληρή
σ’ εναγώνιες προσταγές η ζωή μας
κι ας σκληραίνει τη ματιά
στο ξεφύλλισμα των διαβάσεων»
Ηλίας Μέλιος, Γύρω-Γύρω, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.101)

«καρφώνεται η ζωή μας ασάλευτη έξω από τα σύνορα
αναποφάσιστη
να βασανίζεται από τη σιωπή
κι η αγωνία της να μας ανήκει […]
έρχεται η ζωή μας κρυφά με όλη της τη δύναμη στα χείλη
έτοιμη να παρασταίνει τον προφήτη
απελπιστικά να μοιάζει με στεναγμό
και ψεύτικη νοσταλγία
μόνο και που μπορεί η ζωή μας να βυθιστεί ευλαβικά
στις μνήμες των παιδικών μας χρόνων
ολότρελλη να προσπαθεί να λησμονήσει
την επιμονή της πτώσης μας […]
πάντα τέτοιαν ώρα – γύρω στις έξι το απόγευμα
χειμώνα Δυτικά των Αθηνών
προσπαθεί η ζωή μας να καταλάβει
τι ν’ απέγιναν οι φίλοι σύντροφοι και ποιητές
στο τέλος δεν αφήνει παρά να γεννηθεί αυτό που πεθαίνει…»
Ηλίας Μέλιος, Μια Ζωή Ένα Αφήγημα, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.102)

Παρ’ όλο που τα περισσότερα ποιήματά του κινούνται γύρω από τον άξονα του υπαρξισμού και καταπιάνονται με τις προαιώνιες, χαίνουσες πληγές του ανθρώπου: τον θάνατο, τον έρωτα, την φθορά του πανδαμάτορος χρόνου και την ύπαρξη εν κόσμω και λόγω, και, παρ’ όλο που αυτό συμβαίνει με μία εμφανή ροπή προς τον μηδενισμό, πρόκειται για ένα παράδοξο είδος ενεργόφιλου μηδενισμού· ενός μηδενισμού όπου “στις εσχατιές του μηδενός το ένα ξεπροβάλλει” και όπου “καλύτερα ένα αντί για μηδέν/ καλύτερα λίγο παρά καθόλου/ αν δεν υπάρχει το πολύ, υπάρχει έστω λίγο”· με την φωτιά πάντα να σοβεί σε καθετί σβησμένο, ως νόημα που μέλλει να αναζωπυρωθεί ακόμα κι απ’ τις στάχτες (“και τα σβηστά κάρβουνα χτίζουν φωτιές”). Έτσι, φαίνεται πως σε αυτήν την ιδιαίτερη διελκυστίνδα ανάμεσα στο νόημα και την απουσία αυτού (“δεν περιμένω παρά στο περίπου όπου υπομένω”), υπάρχουν φορές που αυτό χάνεται (“διαρκές το παιχνίδι στο μηδέν/ σβήνει μαρτυρίες των ονείρων ιστορίες”), σαν δεν βρίσκεται ή, μάλλον, δεν αναζητείται καν, με τον ποιητή σε λυρική σύμπλευση με τους Madrugada, limitless within his limitations (απεριόριστος εντός των ορίων του) γράφοντας:
“οριστικά εντός ορίων
εκτός οριζόντων
αορίστως
εξ ορισμού
εξόριστος
στα έσω όρια” ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.80)

«αφού είναι όλα κύκλος, επιστρέφω στο μηδέν
νερό στάζω στη χούφτα μου, να κορφιάσει υπομονή»

«Βυθίζεσαι στο μπλε της θάλασσας˙ κάνεις παιχνίδι. Συλλαβίζεις καθαρά: “ΠΕΡΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ!”. Κι έτσι συμπλέει ακαταπαύστως ο πνιγμός με τη φωνή σου. Αναπνέεις βαθιά! Ζωγραφίζεις τα χέρια ΚΑΘΑΡΑ».
Και ποιες είναι άραγε τούτες οι φευγαλέες στιγμές που ανεπαισθήτως ο ποιητής δεν κλείνεται έξω απ’ της ζωής τα τείχη και βρίσκει -έστω για να το χάσει ξανά μετά από λίγο μέσα στην “ΑΔΥΝΑΤΗ ΖΩΗ”- το νόημα της ύπαρξης; Θεραπείες, αντίβαρα -έστω και λειψά- τούτα που η χοϊκή φύση τ’ ανθρώπου γεννά ως αντιστάθμισμα στο αναπόφευκτο πέρας.

«έξω από ψιθύρους χαράς και καημούς
μια ανταύγεια είναι απόκρυφου θανάτου

κόκκινη σκοτεινή κι αμφίβολη
όμοια με την άρρυθμη ανάσα μας
στη δίψα των χειλιών»

Εν αρχή ην ο Έρως (“τα χείλη δεν διψάνε καθώς πίνουν από χείλη”) και ο Λόγος (“εξόχως κι’ εγώ με λόγον πνεύματος/ αντεπιτίθεμαι/ μη τυχόν και αποσοβήσω/ εν τέλει/ τον βέβαιον διαμελισμό μου”). Έννοιες που στην ποίηση του Ηλία Μέλιου, υπάρχουν ως μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα: “επειδή την ποίηση/ που κάνουν δυο/ δεν τη γράφει ο ποιητής” (ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ.71). Η εκστατική στιγμή της αντάμωσης των δύο εραστών φαίνεται να αφοπλίζει και να αχρηστεύει συλλήβδην το οπλοστάσιο της ποιητικής τέχνης, με τις λέξεις να πασχίζουν, έστω, να περιχαρακώσουν το άρρητο του έρωτος και της ηδονής που αυτός γεννά σαν τα δύο υποκείμενά του βρίσκονται ενώπιος ενωπίω.

«αποζητώ την εικοστή εβδόμη σου καμπύλη
της σάρκας σου τη γεωμετρία ανασαίνω
γυμνώνοντας μία-μία τις πλευρές της ζωής
αεί αρχιτέκτων εγώ αγεωμέτρητος»
Ηλίας Μέλιος, Η Εικοστή Εβδόμη Καμπύλη, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.35)

Ο ποιητής καταφέρνει να φθάσει στον πυρήνα της χαϊντεγκεριανής ύπαρξης (Dasein), γυμνώνοντας μία-μία τις πλευρές της ζωής, μέσα από την ενσώματη εμπειρία σε μία άκρως σωματική, ερωτική ποίηση, όπου ο Έρως προσφέρεται σαν άρτος και οίνος σπονδή στον Θάνατο, ως η μόνη υπέρβαση αυτού που διαρκώς μας υπερβαίνει (“κι εμείς οι μελλοθάνατοι μηχανικοί του χάους/ αλλάζοντας ταχύτητα στον θάνατο ξέθωροι”).

«στο δέρμα σου αντηχεί ελπίδα», ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ. 95

«θα τρυπήσω – διαρρήκτης
από της γης σου τον ομφαλό
να φθάσω (σ)το μυαλό σου
τις δικές σου σκέψεις να πιω
μήπως και οίνον ξεδιψάσω
αφού κορμί ψωμί να χορτάσω
δεν έχει

  • δεν έχεις», Όινος-Έρως, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ. 17

«ΟΛΑ ΠΙΑ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΜΑΤΑΙΑ ΚΙ ΑΝΟΗΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΥΝ
ΣΕ ΛΕΞΕΙΣ», Αλεξάντερ Σολζενίτσιν

Και εάν οι λέξεις μοιάζουν ανεπαρκείς να χτυπήσουν το κέντρο της υπάρξεως και του νοήματος, ολάκερη η ποίηση του Ηλία Μέλιου μοιάζει με μια αέναη διαπάλη ανάμεσα στην σιωπή και λόγο (“τα χείλη μου –το ξέρω– θα προσπαθούν για πάντα/ να χαράξουν πολύ πιο πέρα και απ’ τον άνθρωπο/ μιαν οπτασία”). Οι λέξεις μπορεί να είναι μονάχα η απομίμηση της ζωής ή, και, η προσομοίωσή της, ποτέ όμως δεν θα βρίσκονται εκεί όπου πάλλεται η ζωή, βίαιη και ζωογόνος:

«ψεύτικα μάτια οι λέξεις ζωγραφισμένες σε γυαλί
ίσως λησμονημένες
μόλις που πρόλαβαν να φυλακίσουν το χρώμα τους»

«αρκεί ό,τι δεν γράφεται κι ό,τι δεν κάνω είμαι
και μιαν αγάπη θαύμαζα δαιμονική ν’ αστράφτει
χαρτιά μελάνια φόβισε να καταπιεί βιβλία
με όλα τους τα γράμματα κι οι λέξεις μού ξεφύγαν
και μείναν τα σημεία τους της στίξης τα σημάδι»

«ησυχία ενός καθρέφτη που ασφυκτιά στο περίπου του χρόνου – τα γράμματα σαπίζουν κατά τη μορφή τη φωνή και τη σύνταξη – μαζί κι οι ομιλίες μας απόξενες φωτογραφίες»

Και όσο στερείται την δύναμη να ξεβράσει το μάγμα της ζωής ο Λόγος, δεν στερείται του εμβόλου του, σαν τρυπά και τέμνει εγκάρσια και την πιο άτρωτη πανοπλία (“ενίοτε ο πόνος των λέξεων/ είναι πιο πονεμένος/ κι απ’ τον σωματικό τον πόνο τον υλικό”), είτε με την παρουσία του είτε με την απουσία του.

Σε τούτη την πάλη μοιάζει η σιωπή να κερδίζει ως εργαλείο εκφοράς των όσων κείτονται εντός και πάλλονται, με την απουσία των λέξεων να συνιστά μια νέα παρουσία (“δεν υπάρχουν λέξεις/ μόνο η σιωπή τους υπάρχει”) και τον ήχο τους να συνθλίβεται ησύχως μέσα στο άρρητο (“ακόμη που δεν γράφονται διαβάζονται τα λόγια”).

Κι όλα τούτα τα γιοφύρια που χτίζει και γκρεμίζει με την ποίησή του, ανάμεσα στο ρητό και το άρρητο, στην σιωπή και την ομιλία, στις λέξεις ή στην απουσία αυτών, θα μπορούσαν να χωρέσουν στον πίνακα που φτιάχνει ένας μόνος στίχος του:
“τείχη γκρεμίζει η γραφή καράβι γλώσσα χτίζει”.

«στο ψέμμα που ’ναι η ζωή ο χρόνος δραπετεύει
αληθινός και άφοβος στο όνειρο διαφεύγει»
Μα όσο και εάν παλεύει ο ποιητής να αφήσει τις λέξεις κελύφη αδειανά κι αλλού το νόημα να βρει πάντα σε τούτες επιστρέφει σαν άσωτος υιός και καταφύγιο γυρεύει από του Χρόνου τις βροντές:

«απομίμηση της ψευδοζωής ο θάνατος
άρριζο δέντρο
σαν πληγωμένο θηρίο φοβισμένο μουγκρίζει
αδύναμος
λουφάζοντας μπρος στο χαμόγελο
που εκτρέφει την μέλλουσαν αθανασία»

«ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΘΕΝΤΟΣ
ΧΡΟΝΟΥ ΡΕΕΙ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΜΑΣ»

Σκαπανέας της μνήμης, “αυτής της σπουδαίας διαδρομής προς την εκεχειρία”, ξεθάβει την ζωή του μέσα απ’ την μελάνη και το χαρτί, μέσα από τις -όσο παντοδύναμες, άλλο τόσο και ανίσχυρες- λέξεις (“οι αναμνήσεις/ χαμένες στις τυπωμένες σελίδες/ παλεύουν να μάθουν/ τι διακινδυνεύεις τώρα”), εφάπτοντας το παρελθόν με το παρόν στην δίνη του αναστοχασμού· σε εκείνο το σταθερό σημείο όπου η ζωή είναι πάντα απούσα, σαν κάτι που επίκειται και φωλεύει μονάχα στην φαντασία (“κι εμείς;/ να ’μαστε πάλι/ χαρτί και μολύβι/ με το αύριο φαντασία τού σήμερα”).

«Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας
Κι ο γιος μου τ’ ανταλλακτικό
Θα ‘ναι εντάξει μια ζωή στη δούλεψή σας
Είναι από άριστο υλικό», Κιβωτός, Ελένη Βιτάλη

Το μοτίβο της σοβούσας έντασης, που αντί να ξεσπάσει και να διαχυθεί, συγκεντρώνεται σε ένα σταθερό σημείο αδράνειας, διατρέχει μεγάλο μέρος της ποίησης του Ηλία Μέλιου, καταδεικνύοντας την αλλοτρίωση που έχει υποστεί ο σύγχρονος άνθρωπος στους κόλπους της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Έτσι, όσο φρενήρεις και αν είναι οι ρυθμοί της κοινωνικής επιτάχυνσης δεν καταλήγουν παρά σε μία συστηματική ρουτινοποίηση της ζωής καθιστώντας τον βίο αβίωτο, συγκεντρώνοντας όλες αυτές τις αντίρροπες κινήσεις σε ένα ασάλευτο σημείο αδράνειας· την επανάληψη.

«ημιδιάφανοι
ζούμε τη ζωή μας στα κύματα
στα πλαστικά μπουκάλια στις διαφημίσεις
ζούμε σε όνειρο
συσκευασμένοι προσεκτικά»

«κάτι νούμερα άχρηστα να μαζεύω σπυρί νεκρό σπυρί
νούμερο κι εγώ λογιστικό στα νούμερα τσαλαβουτώντας»

«απέναντι στον τοίχο του λογιστικού γραφείου κρεμασμένος
μικροπίνακας διακοσμητικός θορυβεί ασυστόλως
τρέχουν τα νερά του στο πάτωμα
θα ορμήσω μέσα του με τα ρούχα
κι ας μην είναι καλοκαίρι»

Μόνη διέξοδος ή, λιγότερο βερμπαλιστικά, ένα είδος θεραπείας, έστω και προσωρινής, από την σισύφεια καθημερινότητα του βιοπορισμού και της σύγχρονης πραγματικότητας, που δεν κάνει άλλο από το να αποξενώνει όλο και περισσότερο μέσω της κίβδηλης διασύνδεσης παράλληλων μοναξιών, η Ποίηση. Εκείνος ο μαγικός τρόπος που μπορεί μια λέξη σαν σταθεί σιμά μιας άλλης, να ανάψει φως μες στα σκοτάδια, πόρτες στους τοίχους να ανοίξει:

«όλα τα ποιήματα είναι αποσπάσματα
το ποίημα είναι μια προσπάθεια να θυμηθείς
ακόμη μια νύχτα είναι
– μια προσπάθεια ν’ αρπάξεις μια καινούργια λέξη»

Ή με τους στίχους ενός άλλου αγαπημένου ποιητή:

«Ωωω! … Όχι!. Τις λυχνίες μου -Μάγος στρυφνός- θ’ ανάβω και -λίθο φιλοσοφική- θα βρω άλλον ρυθμό, και μια στιγμή, ανύποπτην ύλη θα σε συλλάβω επ’ αυτοφώρω: Σύνθημα, Σημείο ή Αριθμό …»

Γιάννης Σκαρίμπας, Φιδάκι

Εργογραφία:

«Μπαρόκ Παροιμίες» (ιδιόγραφη έκδοση εκτός εμπορίου, 1988), «Παραδείγματα» 1987 (ιδιόγρ. έκδ. εκτός εμπορίου, 1989), «Πώς να Ξεχάσεις την Κωνσταντινούπολη;» (ιδιόγρ. έκδ. εκτός εμπορίου, 1991), «Χεράτ» (ένθετο στο τχ. 16 του περιοδικού Ελί-τροχος, 1998), «Πνοές Ερώτων» (χαϊκού, 16σέλιδη αναδιπλούμενη εκτός εμπορίου έκδοση, Δυτικές Ινδίες, 2003), «Αλ-αγωνία» (Δυτικές Ινδίες, 2007), «9 Κολλάζ-1 Μήνυμα-8 Φράσεις» (κολλάζ και μονόστιχα, 2011) και «Φωνές γράφουν ’στορίες» (2023).

Η ποιητική συλλογή του Ηλία Ν. Μέλιου, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δυτικές Ινδίες, το 2007 σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Γρηγόρη Αποστολίδη.

*Από το http://medium.com