David Dick reviews Stu Hatton’s glitchings

glitching

glitchings
by Stu Hatton

(outer) Publishing, 2014

‘Glitching,’ sharp and immediate, is a – word that sounds like it belongs to this modern internet and computer age: moments of fracture as a website struggles to load, fragmented by popups, weird demands of your exact location and the failure of Flash to connect properly. It suggests twitching and distorting monitors, the crackle of an old modem and illogical videogame surrealism, frustrations and interruptions ‘Not of substance but of form’ (‘entheogen’).

Stu Hatton’s book, glitching, is true to this contemporary sense of the word, laying bare a poetry that often seems to have been ground through the blunt binary language of computer programming. Like the 1s and 0s of binary code, Hatton’s poems are largely visual, his language jerking between, even through, various grammatical signs – dashes and slashes, ellipses and parentheticals, question and quotation marks. The effect is a sense of broken transmission, often leading the reader to moments of distracted or disappointed insight:

who’s impersonating who
here? / who’s mindblowing

who (she too
is edgy / & interior

/ late-night
drip-crack /

(‘coupling’)

The question – pertaining perhaps to a sense of poetic tradition – dissolves, the slashes acting like internal line-breaks, as the speaker evasively resorts to non-sequiturs and blunt, ‘coupled’ syllables. Whatever is being projected belongs to the poem: ‘hedges & trades (they | ride within / the system.’
Continue reading →

Για τον ”δικό μου” Χρήστο Γκέζο

thumbnail

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

Τον Γκέζο τον αγαπώ από τη πρώτη στιγμή που είδα γραπτό του, τυχαία. Με άγγιξε, είδα τη δύναμη να σταθεί και να ξύσει μπογιές και πληγές, είδα μια δική του ”προφορική” γραφή που φτάνει με θάρρος και καταχτημένη τεχνική, στα άκρα. Είμαι ευτυχής που τον ξέρω λίγο, είμαι πολύ ευτυχής που παρουσίασε το ασήμαντο βιβλιαράκι μου, είμαι ευτυχής κυρίως σαν τον διαβάζω, κάθε φορά.

Χαίρομαι για την πλατιά αποδοχή του, ”κρατική” ή μη, ακόμη και για την είσοδό του στον μικρό εκείνο κύκλο της επίσημης προβολής, όπως τον καθορίζουν συγκροτήματα σαν τον ΔΟΛ. Γιατί αξίζει τον κόπο να διαβαστεί έστω κι έτσι ο Γκέζος, πλάι στους… Χωμενίδηδες και τις Τριανταφύλλου, που επί χρόνια οι ίδιοι, προβάλλουν πιεστικά. Κριτική, προβολή, κάποιος συνδυασμός τους, είναι υποκειμενικά και ποτέ ”αθώα ουδέτερα” ασφαλώς. Ο καθένας κρατάει-γεννάει με αφετηρία μια δημιουργία, το ”δικό του παιδί”.

Το παιδί του ΔΟΛ, Σάββατο και ιδίως Κυριακή 14-15 Φεβρουαρίου 2015, με αφορμή το έξοχο πεζό του (μυθιστόρημα στη φόρμα, πεζοποίημα για μένα) ”η Λάσπη”, είναι σαφές: Ο δημιουργός τάχα ”λέει”, πως όλα είναι εσωτερικά, ψυχαναλυτικής αφετηρίας οικογενειακών πραγμάτων & τραυμάτων, το κοινωνικό ”είναι” είναι απλά ένα ντεκόρ, περίπου…(από -έναν εμφατικά επαναλαμβανόμενo- ”μετανάστη” από την Βόρειο ‘Ηπειρο, την περίοδο της κρίσης). Να σημειώσω πως δεν αναφέρω τις εύκολο ν’ αναζητηθούν, υπογραφές κριτικών-παρουσιαστών, μιας και αφ ενός δεν τους γνωρίζω, αφ ετέρου δεν με αφορά η ταυτότητα αλλά οι θέσεις.

Και ακόμη να τονίσω πως ο ίδιος ο Χρήστος στην παρουσίαση του βιβλίου του 3/12, είχε πει -κάνοντάς με να χαμογελάσω με μια ”φιλική διαφωνία”- πως το έργο αυτό, ”δεν είναι κυρίως πολιτικό, αλλά υπαρξιακό”. Όμως το δικό τους παιδί, αυτό που φοβάμαι πως προβάλλουν αντί για την ίδια τη ”Λάσπη”, πάει χιλιόμετρα μακριά…

Φοβούμαι πως προβάλλεται ένα πακέτο ”Βορείου Ηπείρου” και όσων θα παρατεθούν αυτούσια παρακάτω, ενώ ασκείται μια ήπια αρνητική κριτική, στο νευρικό σύστημα των γραπτών του Χρήστου, τον ”παραληρηματικό του λόγο”.

Παραθέτω λοιπόν…”.Παρεμπίτουσα,ωστόσο, παράμετρος στο μυθιστόρημα του Γκέζου δεν είναι μόνο η κρίση, αλλά και το ίδιο το κοινωνικό και οικονομικό status του μετνάστη. Η κακοδαιμονία του ήρωα, η συνεχής ροπή του προς την καταστροφή και την αυτοκαταστροφή, η πλήρης αδυναμία του να ισορροπήσει δεν είναι αποτέλεσμα του αποκλεισμού του από την κοινωνία. αλλά προιόν ενός παραλυτικού εγκλωβισμού στην κόλαση του εαυτού του. Το οικογενειακό παρελθόν θα πάρει εδώ το πάνω χέρι αποκομμένο σε μεγάλο βαθμό από το εξωτερικό πρόβλημα του αγώνα για επιβίωση είτε στον γενέθλιο τόπο είτε στην Ελλάδα…” και εντελώς όμοια κι αυξανόμενη, ιδεολογικά συνέχεια…

Απόψεις- το είπαμε, προβολή αυτών που θέλουμε, εδώ επί χρόνια προβάλλεται ένας ανύπαρκτα ”φιλο-θάνατος” Καρυωτάκης. Αυτό κάνει ανεξάρτητα των όσων εγώ πιστεύω και δεν παραθέτω ως αδιάφορα και φανερή την ποιότητα του Γκέζου και το ενδιαφέρον για κάθε δημιουργία του…αξίζει πάντα ο κόπος να διαβάζεται πλατιά.

Υ.Γ.:
– Για να μην παρεξηγηθώ, δυο διευκρινήσεις: -Όποιος δημιουργός, έχει απέναντί του, με όποια πρόθεση κι αν προβάλλεται,μια κριτική έργου του, απαντά μόνον με το ίδιο το έργο του (…μόνον εάν είναι ”επαγγελματίας καυγατζής”, σαν τον γράφοντα, τα βάζει με τον θετικά διακείμενο κριτικό του- βλέπε περίπτωση ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟΥ το 2013)

– Η Βόρειος Ήπειρος, εθιμικά κρατώντας το όνομα που είναι εθνικιστικό όσο το ”δυτική τούρκικη Θράκη”, ή ”η τσάμικη νότια Ήπειρος”, κατοικείται από ΄Ελληνες. Όπως και στη Θράκη υπάρχουν Τούρκοι και κάπου-κάπου στη Μακεδονία ελάχιστοι πια Σλαβομακεδόνες… όπως επίσης και ο τσάμικος ”εθνικός μας” χορός με τον καλαματιανό, δεν είναι απλή συνωνυμία με το …Τσάμηδες, παρά όσο η καταγωγή του Ανδρούτσου που δεν μιλούσε-δεν ήξερε ελληνικά ,για παράδειγμα (…αυτά)

*Από το http://www.biblionet.gr/author/105010/%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%91%CF%81%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%93%CE%BA%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CF%82

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ανδρέας Κολλιαράκης, Καθαρά σεντόνια

unnamed

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα από τα τελευταία βιβλία, που εκδόθηκαν το 2014 είναι και η ποιητική συλλογή του Ανδρέα Κολλιαράκη: «Καθαρά Σεντόνια», που κυκλοφορεί σε αυτοέκδοση.

Αν και τα ποιήματα της συλλογής είναι μόλις δεκαπέντε, τα θεωρούμε αρκετά και είναι προτιμότερο να εκδίδονται μικρές ποιητικές συλλογές σε σχέση με κάποιες αρκετά μεγαλύτερες, όπου πολλές φορές συναντάμε μερικά καλά ποιήματα και μερικά άτεχνα, που στριμώχτηκαν μαζί για να φαντάζει πιο μεγάλο το βιβλίο.

Η ποίηση του Ανδρέα Κολλιαράκη είναι κυρίως υπαρξιακή με κοινωνικές πινελιές. Μια ελαφριά ειρωνεία διαπερνά τους στίχους και πολλές φορές τους τίτλους των ποιημάτων του, ενώ ο έρωτας χάνεται μέσα στα κοινωνικά αδιέξοδα για να βρεθεί σε ένα εφηβικό χαμόγελο. «Οι καλημέρες που δε σου χάρισα ποτέ, / τσαλακωμένες στην τσέπη του παντελονιού μου», γράφει ο Ανδρέας Κολλιαράκης και αλλού: «Κι εμείς, οι εραστές της νύχτας, αποτυχημένοι και ποιητές, / με ξενυχτισμένα βλέμματα και αισθήσεις, / θα κουρνιάζουμε μέσα στο μεγάλο εφηβικό σου χαμόγελο».

Η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή τον κάνει να νιώθει μοναξιά και να δηλώνει μετανάστης. Ένας μετανάστης, που δεν εξαναγκάζεται να πάει σε άλλη χώρα διωγμένος από πολέμους και καταδιώξεις, αλλά αναγκάζεται να φεύγει διαρκώς διωγμένος από τον ίδιο του τον εαυτό: «Μετανάστης στη μέσα μου γη».

Όμως, ένας ποιητής, όσο απογοητευμένος και αν είναι, όσο και αν νιώθει ότι η φωνή του είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω, δεν παύει να ονειρεύεται μια άλλη κοινωνία, που την εκφράζει με νότες και ποιήματα: «Με ρωτάς το όνομά μου. / Όχι το βαφτιστικό, αυτό που φέρω στα όνειρα».

Το βιβλίο τελειώνει με ένα λιτό και χιουμοριστικό βιογραφικό σημείωμα, που λέει πολύ περισσότερα από ορισμένους συγγραφείς, που φέρουν βαρύγδουπα βιογραφικά μόνο και μόνο για επίδειξη.

Κλείνοντας θα θέλαμε να συγχαρούμε τον Ανδρέα Κολλιαράκη για την ποιητική του συλλογή «Καθαρά Σεντόνια», περιμένοντας τις νέες πνευματικές του δημιουργίες.

Angela Costi, Lost in Mid-Verse, Owl Publishing 2014

dtbook210215


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Όπως υποσχέθηκα το προηγούμενο Σάββατο, παρουσιάζω εδώ εν συντομία τη νέα ποιητική συλλογή της Angela Costi (Αγγελική Κωστή) “Lost in Mid-Verse”, που παρουσιάστηκε τον τελευταίο Νοέμβρη μαζί με το “Winter Journey” του Δημήτρη Τσαλουμά. Η ίδια η ποιήτρια, μάλιστα, παραβρέθηκε σ’ αυτή την εκδήλωση και διάβασε κάποια ποιήματα από τη συλλογή αυτή.

Η Angela Costi, η οποία γεννήθηκε στο Σίδνεϊ από Ελληνοκύπριους γονείς μετανάστες, αλλά μεγάλωσε και διαμένει με την οικογένειά της και εργάζεται στη Μελβούρνη, είναι μία από τις πλέον κατασταλαγμένες και ελπιδοφόρες ποιήτριες της πόλης μας, η οποία, βέβαια, εκφράζεται στην αγγλική γλώσσα. Ίσως να μην είναι τόσο γνωστή στην ευρύτερη ελληνική παροικία, είναι, όμως, αρκετά γνωστή στους γενικότερους αυστραλιανούς ποιητικούς και, γενικά, λογοτεχνικούς κύκλους της Αυστραλίας, έχοντας ήδη δώσει σημαντικά δείγματα της εμβληματικής ποιητικής –και όχι μόνο– δουλειάς της, αλλά και έχοντας στο ενεργητικό της την παραγωγή, οργάνωση και παρουσίαση ανάλογων εκδηλώσεων και γεγονότων όλα αυτά τα χρόνια.

Η εν λόγω συλλογή περιλαμβάνει επτά νέα ποιήματα της Costi, τα οποία δεν έχουν περιληφθεί σε προηγούμενη δουλειά της. Όπως γράφει ο Peter Lyssiotis στην εισαγωγή του –και τείνω να συμφωνήσω μαζί του–, τα ποιήματα αυτά σηματοδοτούν ένα είδος μιας κάποιας “στροφής” ή επανεκκίνησης της ποιητικής τέχνης της Costi υπό την έννοια ότι επιχειρείται ένα πέρασμα, μια μετάβαση από την ποίηση που είναι για ζωντανή παρουσίαση μπροστά σε ένα κοινό (perfomance poetry) στην ποίηση που τείνει να στοχεύσει στην ανάγνωσή της ως στοχασμού, ως ιστορικού γεγονότος και –γιατί όχι;– ως φιλοσοφικής στάσης απέναντι σε ζητήματα στα οποία φαίνεται ότι πατά γερά η ποιήτρια, αντλώντας από αυτά, όπως η μετανάστευση, η σχέση μεταξύ δύο πατρίδων, το χάσμα και ίσως η γεφύρωσή του τώρα ή στο μέλλον.
Η Angela Costi σέρνει πίσω της την κάθε μορφής μετανάστευση και τα όποια παρεπόμενά της, που είναι κεντρικό, κομβικό σημείο σε όλη της την έως τώρα ποιητική δουλειά. Επίσης, η ίδια είναι μία από τις πιο “πεπειραμένες” performance poetesses στην πόλη μας, γνωρίζοντας πολύ καλά πώς να “δώσει” ένα ποίημα και γιατί.

Από το 1994, η Angela Costi δημοσιεύει και παρυσιάζει την ποίησή της στην Αυστραλία και το εξωτερικό. Το 1995 ταξίδεψε στην Ελλάδα για να διδαχθεί αρχαία ελληνικά και να παίξει σε αμφιθέατρα ως μέρος του Australian National Languages and Literacy Board. Η ποίηση, τα πεζά και τα κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε μια σειρά έντυπων και ηλεκτρονικών περιοδικών και επιθεωρήσεων, όπως τα Southerly, Meanjin, Cordite και άλλα. Έως τώρα έχει παρουσιάσει τρεις ποιητικές συλλογές, τις Dinted Halos (Hit&Miss Publications, 2003), “Prayers for the Wicked” (Floodtide Audio, 2005, που είναι cd) και “Honey and Salt” (Five Islands Press, 2007). Η συλλογή “Honey and Salt” προτάθηκε για βράβευση στον έγκριτο Ποιητικό Διαγωνισμό Mary Gilmore Poetry Prize 2008. Έχει επίσης γράψει οκτώ θεατρικά έργα. Σπούδασε Νομικά και τώρα εργάζεται στο Victoria Legal Aid, όπου ειδικεύεται στη νομική εκπαίδευση νεοφερμένων κοινοτήτων στην Αυστραλία.

Η συλλογή αυτή είναι μια ακόμα έκδοση των Owl Publishing και για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.owlpublishing.com.au

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, Σάββατο, 21 Φλεβάρη 2015.

Alexis Lateef
 reviews Rachael Mead’s The Sixth Creek

mead

The Sixth Creek
by Rachael Mead

Picaro Press, 2013

Rachael Mead is part of a fine group of contemporary Australian poets writing about nature in nuanced and resonant ways. She brings her own slant to the genre with her first collection, The Sixth Creek, while doffing her hat to celebrated writers like Mary Oliver, Thoreau, and Judith Wright. Part I of the collection opens with a quotation from Oliver, and the first poem is a homage to ‘Wild Geese’:

Does it surprise you how it seems good
this world, viewed from your knees?
Just look. You are not repenting anything …

Mead reiterates Oliver’s stance that even when downtrodden, lonely and forced to your knees, you have the natural world to offer you a shoulder. She also presents the idea that nature is something we can read, or find hard to read; she writes that ‘I’m sure your assumptions are the same as mine;/ our teachers reading from the same books/ on the how, but illiterate/ to the italics of rain …’ Mead boldly asks if we have lost the ability to read the land, a recurring question, for example in the poem ‘Geology’:

Earth drifts beneath our attention/doing the real work
… our surface lives flicker in fast motion
not reading in the rip of gorge or cliff
what stone, with slow enunciation, suggests.

Continue reading →

Mark Roberts
 reviews Tim Thorne’s The Unspeak Poems and other Verses

thorne

The Unspeak Poems and other Verses
by Tim Thorne

Walleah Press, 2014

I first came across Tim Thorne’s work through his fifth book of poetry The Atlas, published in 1983. I was struck by the cover – a globe featuring Tasmania at its centre, huge, and taking up more than half of the earth. The rest of Australia stretches away in the distance, small, a fraction of the size. As for the rest of the world, I could only assume that it was crammed away on the dark side of the Earth.

The book consisted of a single poem, ‘The Atlas’, which begins with Thorne’s childhood in Tasmania and slowly moves out to expand on the personal, political social and artistic elements that had shaped his life to that point. At the end of that book he writes:

The ideal atlas would have
a decade of blank pages
on which to be your own cartographer

But after the ideal comes
the man who goes after the real.
After the accurate maps
have pinned the rivers, walled the cities
in clean circles, after the breath has caught
at the sheer closeness of the contour lines,
there is the need to study the underlying
trends, the tensions and contentions
and to chart what we have learned
with attention to detail as if
each statistic was a breve or rhyme.
‘Envoi’

Continue reading →

Philip Levine, 1928–2015

philip-levine

Philip Levine was one of the leading poetic voices of his generation, “a large, ironic Whitman of the industrial heartland,” according to Edward Hirsch. The son of Russian-Jewish immigrants, Levine was born and raised in industrial Detroit, where he began working in the auto factories at the age of 14. As a young boy in the midst of the Great Depression of the 1930s, he was fascinated by the events of the Spanish Civil War. His heroes were not only those individuals who struggled against fascism but also ordinary folks who worked at hopeless jobs simply to stave off poverty. Noted for his interest in the grim reality of blue-collar work and workers, Levine resolved “to find a voice for the voiceless” while working in the auto plants of Detroit during the 1950s. “I saw that the people that I was working with … were voiceless in a way,” he explained in Detroit Magazine. “In terms of the literature of the United States they weren’t being heard. Nobody was speaking for them. And as young people will, you know, I took this foolish vow that I would speak for them and that’s what my life would be. And sure enough I’ve gone and done it. Or I’ve tried anyway.”

Levine earned his BA from Wayne State University in 1950 and began attending writing workshops at the University of Iowa, as an unregistered student, in 1953. He took classes with Robert Lowell and John Berryman, and would later pay tribute to Berryman’s teaching influence on his development as a poet. Levine officially earned an MFA from the University of Iowa in 1957, and later that year won a Jones Fellowship at Stanford University. Shortly thereafter, he began teaching at the University of California, Irvine, where he would remain until 1992. Levine also taught at Columbia, Princeton, NYU, Brown, the University of California at Berkeley, and Tufts.

Though Levine did not return to live in Detroit, its people and economy would remain central concerns of his poetry. Critic Herbert Leibowitz, commenting on Levine’s 1980 National Book award and National Books Critics Circle award-winning collection Ashes: Poems New and Old, wrote: “Levine has returned again and again in his poems to the lives of factory workers trapped by poverty and the drudgery of the assembly line, which breaks the body and scars the spirit.”
Continue reading →

“Μισές αλήθειες” του Κυριάκου Συφιλτζόγλου

mises+aleth

Αν οι λέξεις είναι το όχημα της ποίησης και το όχημα δημιουργεί την πρώτη εικόνα, τι εντύπωση δίνει άραγε ένας ποιητής που μεταχειρίζεται λέξεις καθημερινές, απλές, άμεσες; Που τολμά να γράφει ποίηση χωρίς να χρησιμοποιεί βαρύγδουπα και πολυποίκιλτα επίθετα; Που αφήνει τον Χο Τσι Μινχ να ξεχορταριάσει τη λέξη «ακράδαντα»; Που με αυτόν τον τρόπο παράγει ειλικρίνεια και ταυτόχρονα ένα αποτέλεσμα αμιγώς ποιητικό; Προφανώς την καλύτερη. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που, δύο χρόνια μετά την έκδοση της τελευταίας του συλλογής « Μισές αλήθειες», ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου εξακολουθεί να συζητείται και που οι πιο αξιόλογοι σύγχρονοι ποιητές ορκίζονται στο όνομά του.

Καθόλου άδικα, οφείλω να ομολογήσω. Δεν πάει πολύς καιρός που διάβασα τις «Μισές αλήθειες», αφού λίγες μέρες νωρίτερα είχα φάει κατσάδα, όταν σε σχετική ερώτηση παραδέχτηκα ότι δεν τον γνωρίζω. Και ορθώς με κατσάδιασαν, γιατί πράγματι ο Συφιλτζόγλου αξίζει και είναι άδικο να μην είναι περισσότερο γνωστός. Είναι σπάνιο να καταφέρνει ένας ποιητής με τα πρώτα κιόλας ποιήματα της συλλογής του, κάτι που για άλλους μένει όνειρο απατηλό ακόμη και μετά από τόνους μελάνι: να κερδίσει τον αναγνώστη. Τον κερδίζει, επειδή του δίνει τον τρόπο να καταλάβει την αλήθεια της εμπειρίας που διαβάζει και να την ενστερνιστεί. Κι ας είναι αυτή η αλήθεια μισή, όπως ευθαρσώς δηλώνει στον τίτλο.
Continue reading →

Graeme Miles reviews Tim Wright and Rob Wilson

wright

The night’s live changes
by Tim Wright

Rabbit Poets, 2014

Free Will and the Clouds
by Rob Wilson

Grand Parade Poets, 2014

For all their contemporaneity, both of these books work with themes, or better, anxieties, that have always been at the heart of lyric poetry. In different ways, they are concerned with avoiding easy comfort in language and shying away from time and mortality.

Both books use the old trick (and a good one) of starting with a quietly atmospheric poem. Tim Wright’s The night’s live changes begins with: ‘sky currently gold’. Despite the suggestion of a romantic soft-focus in the title, the poem itself sparely and rapidly sketches the surroundings in which the rest of the book unfolds:
the room links into place
a light

where it wasn’t; tv
-buzz,
rooves, a shuttle of air
weighs
on a fringe
it’s
the usual –

walking
the long way around
dense
not porous blocks –
remember how

the sound of the band
would carry
in each time the door opened
to the beer garden

Continue reading →

Dimitris Tsaloumas, A Winter Journey / Χειμερινό Ταξίδι, Owl Publishing 2014

Tsaloumas - cover

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Με το βιβλιάριο (chapbook) αυτό (καθώς και με το βιβλιάριο της Angela Costi, Lost in Mid-Verse – που θα παρουσιάσω την επόμενη βδομάδα), οι Owl Publishing εγκαινίασαν, τον περασμένο χρόνο, μια νέα σειρά ολιγοσέλιδων εκδόσεων με σκοπό να δώσουν τόσο στο ελληνόφωνο, αλλά και στο γενικότερο αυστραλιανό κοινό ενδεικτικά αποσπάσματα του έργου Ελληνοαυστραλών ποιητών που έχουν να παρουσιάσουν μια αξιόλογη παρουσία στα Γράμματα της πόλης και της χώρας που ζούμε.

Έτσι με το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλιαράκι (40 σελίδων) δίνεται στο αναγνωστικό κοινό η ενότητα ποιημάτων του Δημήτρη Τσαλουμά A Winter Journey / Χειμερινό Ταξίδι, σε μια αυτοτελή έκδοση και στις δύο γλώσσες, αγγλικά και ελληνικά. Η ενότητα “A Winter Journey” γράφτηκε από τον Τσαλουμά στα αγγλικά και ως τέτοια είδε το φως της δημοσιότητας ως μέρος του βιβλίου Helen of Troy and Other Poems, που εκδόθηκε το 2007 από το University of Queensland Press (UQP). Στη συνέχεια μεταφράστηκαν από τον ίδιο τον Τσαλουμά στα ελληνικά ο οποίος και τα εμπιστεύτηκε στην υπεύθυνη των Owl Publishing, Ελένη Νίκα. Έτσι, ευελπιστώ να (ανα)δημοσιεύσω μερικα ή όλα απο αυτά τα ποιήματα στο δικό μου ιστολόγιο Το Κόσκινο στη διεύθυνση https://tokoskino.wordpress.com
Continue reading →