Dan Disney reviews the deciBels Series

decibels

These ten tiny tomes from Vagabond Press each speak (squawk, swoon, glitch, muse, lyricise, confess) of how there is something not ticking precisely inside the reality machine. Or perhaps these books shine light onto how we’ve all gone slightly spectral within our anthropocenic phantasmagorias, lost and unmoored in an experiment that’s become dreadfully strange. Some of these books turn exclusively toward the world, others perhaps come from particular critical engagements; each serves to extend conversation both on what poets do, and what poems are for. Collectively, they map the uncanny infrastructures of all-too-human behaviour and the results are bewilderments, unsettlings, detours and dérives across netherworlds to which most of us haven’t a set of keys. There is enough in this first pack of deciBels to generate joy, dissent, close (or distant) reading and, ultimately, celebration – another step by Vagabond Press into the future (wherever that may be), and led by the fleet-footed Pam Brown.

Thing & Unthing by Angela Gardner

Angela Gardner’s elegiac thing-poems act like ‘breathing the phenomenal / world to shadows, to speckle righted // on the retina’; indeed, these texts are tracking devices monitoring a perhaps delirious odyssey:

the day a broken head, the car a ship of fools

*
In this telling
the sky is weighted
we drive south into ochre and bruise
the hills just an outline fading

These lines – are they end-stopped or enjambed, or both? – jerk us through unstable weirdness, with Gardner modulating precisely. So often, these haunting and defamiliarising noirs trigger an immediate wish to re-read:

It is the end of the road.

Just beyond the hotel
the high tide has been obsessively collecting.

It throws up

a headless seal
plastic bottles
a car tire.

The woman behind the bar says

‘this weather will turn to crap later

We make beer rings on formica
and look out the window

Gardner’s explorations of immanence are startling, revelatory, the poet not so much punctuating as puncturing appearances mistaken as realities. So many of these images have an afterlife, returning semi-coherent and artefactual, resonating long after each page is turned. Yes, this is a book of careful engagements interrogating how ‘ideas start to cluster around objects’: the Queen Anne chairs have ‘firmly muscled legs’ and ‘sun shines closest to childhood, now remembered as longest, warmest’, but Thing & Unthing is also an existential meditation. While early in the book, ‘the body is incoherent’, and the poet showcases just how garbled our intimacies can be, in the final poems Gardner shifts her gaze skyward, apprehending the ‘Pull of air (collective sky)’ as if to scan not only the strangeness of a mundane world, but also beyond.
Continue reading →

Για την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου

11039408_10155209376410315_1580520227_n

Πάει καιρός που έλαβα την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου. Ξέρετε πως πάει, αν βλέπεις το βιβλίο ως κάτι ζωντανό, χαϊδεύεις τις διαστάσεις του, μυρίζεις προσεκτικά τα χαρτιά, κολλάς κανένα πεντάλεπτο στην προμετωπίδα, κι άλλα τέτοια γραφικά. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω, δε σταμάτησα πουθενά. Διάβασα με ενδιαφέρον μέχρι και τον κολοφώνα. Δεν ξέρετε τι βάσανο είναι αυτό για έναν άνθρωπο που σπάνια δημιουργεί αυστηρή δομή στο διάβασμά του, που μπορεί να πετάει από στίχο σε στίχο και από σελίδα σε σελίδα χωρίς να σέβεται τον κόπο του συγγραφέα.

Λοιπόν για αυτό εδώ το βιβλιαράκι, πρέπει να γράψω κάτι. Τι πέτρα έχω φάει; Πώς μπορεί να υπάρχει ένα κείμενο που να πλησιάζει τόσο πολύ την εικόνα που έχεις για τον έρωτα, έτσι που διαβάζοντάς το να σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αυτές οι σκέψεις ξεπηδάνε από το δικό σου κεφάλι;

zaketa

Το βράδυ εκείνο ένιωθα πως είχα πυρετό. Πάλευα να το εξηγήσω λογικά. Τα κείμενά μας και οι εμπειρίες μας. Κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Ένας Έλληνας που τον πνίγει η Ελλάδα, ένας άνθρωπος που γράφει, κάποιο περίεργο καράβι τον βγάζει στην Κύπρο, όπου αισθάνεται απόλυτα ξένος και απόλυτα ντόπιος, δουλεύει dj πίνοντας σε μπαρ της Λευκωσίας, εκδίδει βιβλία. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν με αυτή την πορεία εκτός από μας; Θα μπορούσαμε να έχουμε βρεθεί χιλιάδες φορές, να έχουμε πει απίστευτες αλήθειες πάνω στη ζαλάδα μας την ώρα που σβήνει η τελευταία μπαλάντα κι έχουν μείνει δυο-τρεις τρεκλίζοντας από αγάπη ή απόγνωση. Κι όμως, μία φορά ήταν να βρεθούμε και εγώ έφυγα πέντε λεπτά νωρίτερα, ενώ αυτός άργησε πέντε λεπτά. Δεν είναι λογοτεχνικό καπρίτσιο αυτό που γράφω, έγινε έτσι.
Πάλι όμως στραβοπατάνε οι σκέψεις μου, όλο ξεκινάω να πω για κείμενα και λέω για ανθρώπους.

Όλη η συλλογή είναι ένα σπαρακτικό βίωμα του έρωτα, όχι απλό ημερολόγιο ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, αλλά υπαρξιακή κατάθεση. Η Άννα είναι μία και μοναδική, και μαζί είναι όλες οι γυναίκες που αγαπήσαμε. 

Είπα λοιπόν να γράψω κάτι για την Άννα. Δεν έγραψα τίποτε. Την ξανάβαλα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Τι να γράψω; Ότι μου άρεσε το τάδε απόσπασμα; Αυτά είναι για άλλου τύπου συλλογές. Τελικά κάτι μήνες αργότερα, ξαναπερνώντας ανάμεσα από αυτές τις γραμμές, μου ήρθε να γράψω αυτό. Μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την Άννα, μπορεί και να έχει. 

*Δημοσιεύτηκε στο http://planitas.blogspot.com.au/2015/02/blog-post.html?spref=fb

«Ανεπίδοτα Γράμματα» και «Ο Οδυσσέας στο ποτάμι» του Μιχάλη Γρηγορίου πρώτη φορά ζωντανά

Γράφει o Σπύρος Αραβανής

Τρίτη, 17 Μάρτιος 2015

Τα «Ανεπίδοτα Γράμματα», η καντάτα του Μιχάλη Γρηγορίου πάνω στην ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, γράφτηκαν τα περισσότερα μέσα στο 1972-73, «αρχικά για φωνή και πιάνο», όπως τονίζει ο συνθέτης στο σημείωμα του cd, το οποίο επανακυκλοφόρησε το 2008 από τη Lyra (Ά έκδοση Απρίλης 1977). Τα τραγούδια αυτά ή ακολουθώντας τα γραφόμενα του συνθέτη «τα 7 μέρη της καντάτας», είναι ενορχηστρωμένα για γυναικεία φωνή (Αφροδίτη Μάνου) και για ένα βασικό σύνολο από κουιντέτο εγχόρδων και πιάνο με τις εναλλαγές των πνευστών προσθέτοντας μεταγενέστερα τα μέρη της αντρικής φωνής και του αφηγητή (Σάκης Μπουλάς). Τα ποιήματα του Αλεξάνδρου, γραμμένα κατά βάση στην εξορία (Μούδρος, Μακρόνησος, Άη Στράτης, 1948-1958) είναι ερωτικές κυρίως επιστολές προς μια γυναίκα, τη σύντροφό του, Καίτη Δρόσου.

Σύμφωνα με τον Γρηγορίου το έργο αυτό «αποτελεί για μένα μια πρώτη απόπειρα να αντιμετωπίσω σοβαρά ένα μεγάλο πρόβλημα: Πώς θα μπορούσε να υπάρξει ένα γεφύρωμα ανάμεσα σε μια μουσική που χαρακτηρίζεται σαν «σοβαρή»και σε μια μουσική που λειτουργεί «ελαφριά».

Είναι το ίδιο αγωνιώδες ερώτημα που θέτει ο ομοϊδεάτης του, μουσικά και πολιτικά, και βασικός συνεργάτης εκείνων των χρόνων, Θάνος Μικρούτσικος: «Θυμάμαι ότι το 1969 εμείς, ως νέα φουρνιά της αβάντ γκαρντ, είχαμε ένα τεράστιο δίλημμα. Από τη μία μεριά, η πειραματική μουσική έλεγε «Μην υπολογίζεις τίποτα, να σ’ ενδιαφέρει κάθε φορά το πρωτότυπο και το νέο». Από την άλλη, ως παιδιά της μαχόμενης αριστεράς, μας ενδιέφερε η επαφή με τον κόσμο». Ο Γρηγορίου μάλιστα, είχε αισθανθεί το έργο αυτό «σαν μια απάντηση στα “Πολιτικά τραγούδια” του Μικρούτσικου με τον οποίο εκείνα τα χρόνια συνεργαζόμασταν στενά».
Continue reading →

Philip Salom reviews Benedict Andrew’s Lens Flare

andrews

Lens Flare
by Benedict Andrews
Pitt Street Poetry, 2014

Lens Flare is a collection of poems – the first, as far as I can tell – written by a theatre director more accustomed to staging Chekhov in New York or Verdi in Denmark than to publishing poems in Australian journals. I opened the book expecting to find that slightly off-key poetry written by accomplished practitioners of an allied practice – this could also be song-writing, fiction, even painting – whose singular depth of involvement is unquestioned, but is not in poetry. Instead I found this:

I dreamed sister that you and I climbed, at night, the hill at Balhannah where ghost gums creaked, dark grasses blew, and the hooves of horses sounded in the shadows. Below, father wept in our warm stone house, its electric lights aglow like honey cells…
(from ‘Balhannah’)

The poems are precise and unforced. His poetry is serious (but seldom tonally heavy) and cleanly crafted – even crisp in its linguistic texture, with hardly a word or line that feels unnecessary. The poems in the first section of the book are generally lyric in impulse and style, with the poet and his lover present in poems of intimacy and closeness; but instead of dramatising the self these poems more often project the sensualities of place and experience and as such they provide agency over lyric centre. Many are set across time and place:

I woke in the dripping dawn while my friends still slept. Planted on a canvas chair in the clearing, I watched the after-burn of my dreams play against the horizon. I couldn’t remember your name or the place we lived or what I hoped for or custom or nation or law.
(from ‘Wapengo Lake’)
Continue reading →

Aidan Coleman 
revieww Jeri Kroll’s Workshopping the Heart: New and Selected Poems

kroll

Workshopping the Heart: New and Selected Poems
by Jeri Kroll

Wakefield Publishing, 2014

Workshopping the Heart brings together poems from Jeri Kroll’s five previous books of poetry, with thirty or so pages of new poems and the opening chapter of a verse novel. Her distinctive voice – lyric, tough and spare – is evident early. Take the poem ‘Genus and Species’, in which the speaker recounts visiting her grandfather as a young child:

He kissed hello too hard. Tasted pruney.
Stared a lot. At me.

(‘Genus and Species’)

Kroll’s concision and her talent for arresting imagery is apparent here and elsewhere:

A white lady opened her wound,
licked it shiny.
Slow hiss. The door.

(‘Genus and Species’)

Internal rhyme is used to particularly striking effect in the poem’s resolution, which is reminiscent of the childhood poems of Gwen Harwood and Elizabeth Bishop:

Grandfather bent like a weary dog
trying to mouth his prey.
He raised a limp paw as I flew out the door
drawing his good eye and father behind.

(‘Genus and Species’)

The book’s middle section focuses on the domestic and familial. Hamlet presents the world as a prison ‘in which there are many confines, wards and dungeons,’ similarly Kroll employs a deft conceit to tell us:

Every family is a life sentence.
The only things that change
are pictures on the prison walls
and the view from the window.
You make your peace with the system,
learn to play off the inmates …

(‘Parole’)

Her lyrics on motherhood are compelling and unflinchingly sharp – never collapsing into sentimentality. There are moments of tenderness, in which the speaker is besotted with the beauty of the infant:

His penis floats like a white-tipped asparagus,
his tummy swells like a melon.

(‘Bathtime’)

In other places, the demands of the present interrupt meditation and love battles with darker impulses, as the speaker struggles to retain sanity:

But today you came close.
I could easily have done you in.
The ambulance would have been too late
to save what’s left of my martyred patience.

(‘On watching a sleeping child’)

Such battles often end in a hard-won synthesis of dutiful, yet jaded, resignation:

… my voice rolling in like friendly fog
making you invisible till dawn.
The blind raps us awake
and sun begins to burn me off,
letting you confront the clear-cut day.

(‘Night Waking’)

In later poems the son’s childhood and his absence in adulthood are movingly evoked. I can recall few poets, in Australia, who have written, so consistently well on this theme.
The poet’s mother is central to the final part of the selection, as Kroll describes the effects of Alzheimer’s:

My mother is floating out to sea
without buoy or boat. She smiles as she drifts.

(‘Water to Water’)

The literal sea that the poet’s mother lives beside is now ‘dolphin-smooth’ and ‘[n]othing worth comment breaks the skin.’ These lines articulate a terrifying banality: dolphins – with all their mythical associations – are unremembered and unseen, nothing breaks the skin of the water and the speaker’s viewpoint fails to break the surface – fails to communicate.

Even the word sea means nothing
Because she becomes it.

‘My mother’ later becomes ‘the mother’ – as if she were shedding personhood; her degeneration increasingly harrowing for the speaker, who retains the consciousness the mother has lost:

The mother is a still pool,
waiting for me to ripple with my words

I stir and stir.
(‘Exercise 1: Similes’ from ‘The Mother Workshops’)

Aging and death are revisited in thirty pages of new poems. In ‘Skin’, ‘furrows … remind us that the past is getting closer’, and soon skin ‘is all we can remember’. The new work has a similar epigrammatic quality but these poems have not been through the same winnowing process and the weakest lack the interest and strangeness of metaphor so consistent throughout the rest of the collection.
The book concludes with the opening chapter of Vanishing Point, a forthcoming verse novel. If Kroll maintains the lyric intensity of this taster it is sure – as this New & Selected is – to be a great success.

*Aidan Coleman lives in Adelaide where he works as a speechwriter. His latest collection of poems Asymmetry (published by Brandl & Schlesinger) was shortlisted for the WA Premier’s Book Awards and the John Bray Poetry Award.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Οροπέδιο, Περιοδική Έκδοση Πολιτισμού, Τεύχος 14, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014

dtbook140315

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Είχα πρόσφατα την καλή τύχη να λάβω τεύχη του πολύ καλού λογοτεχνικού περιοδικού «Οροπέδιο» (συγκεκριμένα τα τεύχη 4, 12, 13 και 14), και θα ήθελα να σας συστήσω ανεπιφύλακτα να γίνετε συνδρομητές. Εκτός από το περιοικό η διεύθυνση προσφέρει και φτηνές και επιμελημένες εκδόσεις ποιητικών συλλογών και άλλων βιβλίων ως εκδόσεις «Οροπέδιο».

Το περιοδικό «Οροπέδιο» εκδόθηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2006, στη Νεμούτα Φολόης Ολυμπίας, από τον ποιητή και μεταφραστή, Δημήτρη Κανελλόπουλο, ο οποίος εξηγεί την επωνυμία του περιοδικού του στο πρώτο τεύχος, στην σελίδα του εκδότη που ονομάζει «Επί του όρους ομιλία»: «Οροπέδιο γιατί η Νεμούτα βρίσκεται στο οροπέδιο και από εκεί μπορούμε να επισκοπούμε όλη την Ηλεία, την πατρίδα μας, και όλον τον Μωριά και παραπέρα όλη την Ελλάδα και παραπέρα ακόμη όλον τον κόσμο, τον κόσμο μας».
Το «Οροπέδιο», σύμφωνα με το λογότυπό του, είναι περιοδικό: Για τις Τέχνες και τον Πολιτισμό. Το περιοδικό έχει παρουσιάσει αφιερώματα σε μεγάλες προσωπικότητες των ελληνικών Γραμμάτων: Γιάννης Σκαρίμπας, Τάσος Γαλάτης, Μιχάλης Κατσαρός κ. ά. Έχει δημοσιεύσει την αλληλογραφία μεταξύ Σεφέρη-Σινόπουλου και Γονατά-Καχτίτση και έχει αποτελέσει το βήμα νέων, αξιόλογων ποιητών και λογοτεχνών. Το 2012 το περιοδικό «Οροπέδιο» απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για την συμβολή του στην νεοελληνική λογοτεχνία.

Κεντρικό θέμα του 14ου τεύχους του περιοδικού «Οροπέδιο» είναι η εργασία της Πόλυς Χατζημανωλάκη με θέμα «Στον Πρόδρομο στον Ασέληνο, Τόποι και πάθη στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη». Ένας ενιαίος τίτλος για δυο εντελώς διαφορετικού ύφους και πνεύματος κείμενα. Το πρώτο είναι ένα «Οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη», κείμενα και φωτογραφίες σε μορφή ημερολογιακής καταγραφής. Ένα άλλο θέμα του τεύχους είναι ένα δοκίμιο για τα πάθη της Ταραντέλας (παλαιές τελετουργίες στη Νότια Ιταλία που σχετίζονται με το τσίμπημα της αράχνης) στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη. Μια ανθρωπολογική μελέτη και μια σκιαγράφηση των παθών και της συνθήκης των ηρωίδων του (στρίγγλες, χτυπημένες κλπ ) και της τυπολογίας των συμπεριφορών τους.

Στόχος η αναζήτηση επιβιώσεων του φαινομένου αυτού στην λογοτεχνική αφήγηση αλλά και σε παραδόσεις όπως η αιώρα (κούνια), η δαιμονοποίηση της αράχνης και η θεραπεία ψυχικά ασθενών στην Παναγιά την Κουνίστρα. Ακόμη οι αναγνώστες μπορούν ν’ απολαύσουν τα ποιήματα των: Νιόβης, Νατάσας Καρακατσάνη, Σωτήρη Παστάκα, Κούλας Ἀδαλόγλου: Ἔλυας Βερυκίου, Ἔλσας Κορνέτη, Χλόης Κουτσουμπέλη, Ελένης Κοφτερού, Γιάννη Σιδηροκαστρίτη, Saşa Pană, Πιὲρ Πάολο Παζολίνι, Else Lasker Schuller, Leah Goldberg, Vladimir Vysotsky, Σεργκέι Γιεσένιν. Επίσης ένα σπάνιο ντοκουμέντο: Σπύρος Ν. Παππάς: Ένα πρώιμο, ανέκδοτο πεζοτράγουδο του Θεόδωρου Ντόρρου: «Χωρίς Πατέρα» (1924). Και πολλά άλλα κείμενα, κριτικές και αφιερώματα.

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος γεννήθηκε το 1954 στην Νεμούτα Ηλείας, το 1958 μετοίκησε οικογενιακώς στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία-Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Babes Bolyai του Κλουζ Ναπόκα της Ρουμανίας. Εργάστηκε ως υπάλληλος εκδοτικών οίκων και ως φιλόλογος στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: «Ομίχλη Πέτρινη», «Σκυθικές Ερημίες», «Σιγή Ασυρμάτου» και «Κλίνη Σπόρου, Καλή». Έχει επιμεληθεί και δημοσιεύσει το βιβλίο «42 σύγχρονοι Έλληνες ποιητές», στο οποίο μετέφρασε γνωστά ελληνικά ποιήματα, που παρουσίασε το 1984 στο ρουμάνικο αναγνωστικό κοινό. Το 1982 επιμελήθηκε το αφιέρωμα στην ρουμανική λογοτεχνία του περιοδικού «Πολιορκία» (τεύχος 16). Το 1996 επιμελήθηκε το αφιέρωμα στον Ρουμάνο ποιητή Anatol Baconsky στο περιοδικό «Πλανόδιον» (τεύχος 24). Έχει δημοσιεύσει ποιήματα και άρθρα σε διάφορα περιοδικά: Εμβόλιμον, Λέξη, Παρέμβαση, Πλανόδιον, Πόρφυρας, Πολιορκία.

Για συνδρομές, επικοινωνία κ.λπ., απευθυνθείτε στον Δημήτρη Κανελλόπουλο στη διεύθυνση Καστοριάς 10, Άγιος Δημήτριος 173 42, Αθήνα, Ελλάδα (τηλ. 210 9915043, 6976 408 666).

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, σήμερα Σάββατο, 14 Μάρτη 2015.

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Με ύφος Ινδιάνου

6_-_linardakichrisyfiltzoglou

Όλοι έχουμε δει γουέστερν. Σ’ αυτά, οι Ινδιάνοι έχουν ένα μακάριο ύφος που δεν διαταράσσεται ούτε στην πιο άγρια μάχη. Φαίνονται πάντα ψύχραιμοι και απαθείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρατηρούν τα πάντα και δεν μετέχουν ενεργά στην ψυχή του κόσμου γύρω τους. Με τέτοιο ύφος, με ύφος Ινδιάνου, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γράφει τη νέα ποιητική του συλλογή, διατηρώντας αμείωτη τη δυναμική που είχε αναπτύξει στις προηγούμενες δύο. Γράφει σε στιλ που πιστεύω ότι είναι δηλωτικό μιας πολλά υποσχόμενης τάσης στη σύγχρονη ποίηση, καθώς δεν είναι ο μόνος που το υιοθετεί (βλ. Στίγκα, Ζησάκη, Πέτρου), είναι όμως από τους πιο επιτυχημένους: στο έργο του πυκνά νοήματα, απλές καθημερινές λέξεις, ωραίοι μα αναπάντεχοι συνδυασμοί νοημάτων μας ξανασυστήνουν τον κόσμο μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Σημαντικά μειωμένο σε πλήθος ποιημάτων (μόλις 18) συγκριτικά με την αμέσως προηγούμενη συλλογή του «Μισές αλήθειες», το «Με ύφος Ινδιάνου» βασίζεται στον τρόπο που μας έχει δείξει ξανά ο ποιητής, έναν τρόπο ο οποίος παράγει με ασφάλεια αποτελέσματα που ταράζουν και προβληματίζουν τον αναγνώστη: ενώ αφηγείται κάτι, παρεμβάλλει παρενθεντικά άλλες, απροσδόκητες εικόνες ή διαπιστώσεις, δείχνοντας το βάθος της ινδιάνικης και μη σοφίας του. Είναι κάτι που ο Συφιλτζόγλου το κάνει με άνεση, αποδεικνύοντας ότι το απροσδόκητο είναι απόλυτα συνυφασμένο με την πραγματικότητα και γι’ αυτό εντέλει οικείο.

Σε αυτή τη συλλογή, ο Συφιλτζόγλου προβληματίζεται πιο έντονα για το θέμα του θανάτου και του χρόνου απ’ ό,τι στο παρελθόν, της τρωτότητας επομένως που επιβάλλεται από εσωτερικά κατά κύριο λόγο αίτια. Και πιο τρωτός απ’ όλους είναι φυσικά ο ποιητής, μόνο που περιφέροντας τη δική του τρωτότητα έτσι απροσχημάτιστα, μας κάνει να φοβόμαστε κάπως λιγότερο τη δική μας.

Παράλληλα, μας ταξιδεύει σε χώρες του κόσμου ή προσφωνεί ξένα ονόματα. Κι όμως τα όσα περιγράφει θα μπορούσαν να αφορούν εμάς και τα ονόματα που προσφωνεί να ήταν τα δικά μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα από τα ποιήματά του γινόμαστε πολίτες του κόσμου, αλλά όχι θεωρητικά, με έναν καίριο και ουσιαστικό τρόπο, διαπιστώνοντας ότι τα πάθη του ανθρώπου είναι τα ίδια παντού. Ο πόνος και η αγωνία τελικά είναι απόλυτα μεγέθη. Το ίδιο και η ποίηση.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Φεβρουαρίου 2015 του vakxikon.gr

Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:

Συνοριακή γραμμή

σκοτάδι απ’ τη μια
σκοτάδι απ’ την άλλη
στο ενδιάμεσο λίγο λευκό

όταν πέφτει η στάθμη του νερού
τα φτυάρια κάνουν καλά τη δουλειά τους

στη μεθόριο υπάρχει πάντα εξοικείωση

– η λέξη “νηπενθή”
δεν έχει νόημα

κάτι αθόρυβο ευδοκιμεί εδώ
σαν να μην έγινε η πράξη

ένα αεράκι αγκαλιάζει
τα πλευρά
πριν σκεπαστούν
με χώμα

και σε ρωτώ

η ιστορία είναι ροή
ή μόνο οι στιγμές της;
– κάποιοι τις ονομάζουν
φλεγμονές

Το τελευταίο όνειρο του Σεβάτ

με τα βήματα του αστροναύτη
έρχομαι κοντά σου
με ρωτάς αν ερεθίζεται η βαρύτητα
σου δείχνω τις πυραμίδες

η απλή αριθμητική της αγάπης
είναι σαν μια Αιγύπτια μαθήτρια
– λίγοι ωμόπλινθοι κάνουν έναν τοίχο
το πάθος πάλι είναι σαν το ψωμί
τα υλικά, οι αναλογίες και
υψηλή θερμοκρασία

τα πνεύματα χτυπάν το τύμπανο τ’ ουρανού
με ρωτάς αν βρέχει
– με ύφος Ινδιάνου
επιστρέφω στη
χάρτινη σκηνή μου

από ‘κει σου απαντώ
με σήματα καπνού

Μεταναστευτικά πουλιά
πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο

αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
– εξάνθημα η φιλοξενία

μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα

είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο

το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν

τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές

το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σ’ έναν
κοκκινο
            λαίμη

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr

Xu Lizhi, Κατάπια ένα φεγγάρι φτιαγμένο από σίδερο

12389_10106000968158594_1419283603_n

*Μετάφραση, εισαγωγή – A ruthless critique
http://aruthlesscritiqueagainsteverythingexisting.wordpress.com

Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε μια σειρά ποιημάτων του Xu Lizhi, του τελευταίου εργάτη που αυτοκτόνησε στην Κίνα λόγω των συνθηκών εργασίας, όχι μόνο στο εργοστάσιο, αλλά γενικά στη κοινωνία, που έχει μετατραπεί σε μια απέραντη γραμμή συναρμολόγησης. Τα ποιήματα του απλά, περιγραφικά, γεμάτα από αυτήν την άρνηση, που τόσο ποθεί να ελευθερωθεί από το κεφάλαιο, που θέλει, εμφανώς και χωρίς αμφιβολίες να στραφεί ενάντια σε αυτό που έχει απογίνει. Μια σειρά λέξεων βγαλμένη από τις γραμμές συναρμολόγησης του παγκόσμιου καπιταλισμού, δείχνει με τρόπο άμεσο, την αλλοτρίωση και τους φετιχισμούς, το τι σκέφτονται οι άνθρωποι που έφτιαξαν τον υπολογιστή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Αυτή είναι η αρνητική ποίηση σε συνθήκες πραγματικής υπαγωγής. Και πόσο “βλάσφημο” και αντιφατικό είναι άραγε από πλευράς μας, να ονομάζουμε κατ’ αυτό τον τρόπο τη ποίηση του, που το μόνο που ήθελε είναι να ξεφύγει ακριβώς από αυτή την υπαγωγή, που ήταν ταυτόχρονα άρνηση στην υπαγωγή, μια ασφυξία στην εργασία ως υπαρκτή συνθήκη και ταυτόχρονα, ο όλος ο κόσμος κάθε λέξης. Ελπίζουμε, η προσπάθεια να μεταδώσουμε τη ποίηση του, και ότι αυτή φέρει μέσα της στο ελληνικό κοινό,καθώς και να την βάλουμε στο συγκείμενο που της αναλογεί, την άρνηση του κεφαλαίου, να είναι άξιο αντίβαρο της “βλασφημίας” μας.

Σημείωση του Μεταφραστή στα Αγγλικά: Τα παρακάτω ποιήματα του Xu είναι ένα δείγμα απλά των καλύτερων δουλειών του, σε αρχική μετάφραση από φίλους του Nao project. Τα ποιήματα είναι της περιόδου 2011-2014. Μέσα σε αυτά περιλαμβάνεται και το πρώτο του ποίημα. Με τη μετάφραση αυτών των ποιημάτων, θέλουμε να κρατήσουμε τη μνήμη του Xu ζωντανή,και να εγείρουμε να την προσοχή στο ζήτημα των σκληρών συνθηκών εργασίας στην Κίνα, για τους εργάτες που είναι εσωτερικοί μετανάστες από την επαρχεία (μεταξύ αυτών και στην Foxconn όπου και ο Xu εργαζόταν) Οι συνθήκες αυτές δεν έχουν αλλάξει παρά το γεγονός των 18 αποπειρών αυτοκτονίας στο εργοστάσιο το 2010, που είχαν σαν αποτέλεσμα 14 εργάτες νεκρούς. Κόσμος εκ των έσω αναφέρει ότι τα περιστατικά μειώθηκαν αισθητά (κυρίως λόγω του ότι η διοίκηση έβαλε δίχτυα γύρω από το εργοστάσιο με σκοπό να αποτρέπει τους εργάτες να πηδούν αλλά και γιατί αυξήθηκαν οι εργατικές αντιστάσεις), παρόλα αυτά, αυτοκτονίες συνεχίζουν, όπως αυτή του Xu Lizhi, τουλάχιστον ακόμα 8 τέτοια περιστατικά έχουν αναφερθεί στα ΜΜΕ από το 2010, αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι πολλά περιστατικά απλά δεν καταγράφονται. Ελπίζουμε ότι στο μέλλον, οι εργάτες στη Foxconn αλλά και αλλού, θα καταφέρουν να βρουν τρόπους να ξεπεράσουν αυτές τις τακτικές των επιχειρήσεων, όπως την στρατιωτική πειθαρχία και τη συνεχή επιτήρηση, και να βρουν ένα συλλογικό τρόπο να ξεφύγουν από το καπιταλιστικό κόσμο του θανάτου σε έναν κόσμο που να αξίζει να ζεις.

Λίγα λόγια για τον Xu Lizhi

Το 2010, Xu Lizhi πήγε να δουλέψει από το πατρικό του σπίτι στη Jieyang, Guangdong στο εργοστάσιο της Foxconn [εργοστάσιο ηλεκτρονικών συσκευών στο Shenzhen],και συγκεκριμένα εργαζόταν στη γραμμή συναρμολόγησης. Από το 2012 μέχρι το Φεβρουάριο του 2014, πάνω από 30 γραπτά του, δημοσιεύτηκαν στην εσωτερική εφημερίδα της Foxconn “Foxconn People” (富士康人),όπως ποιήματα, δοκίμια,κριτικές ταινιών, και σχολιασμούς της επικαιρότητας. Ο Xu πόσταρε τους τίτλους των γραπτών του σε ένα ποστ στο blog του με τίτλο “Η ωρίμανση μου μέσα από μια εφημερίδα” δείχνοντας την ευγνωμοσύνη του για την ευκαιρία που του δόθηκε να ασχοληθεί με τις φιλολογικές του ανησυχίες. Την πρώτη φορά που ο φίλος του, ο Zheng (ψευδώνυμο) διάβασε την ποίηση του Xu, εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι ήταν τόσο ταλαντούχος. Από τότε ο Zheng πάντα κοιτούσε τα ποιήματα στην εφημερίδα.Ο Zheng πίστευε ότι ο Xu ήταν ένα ντροπαλό άτομο γενικά, “λιγομίλητος αλλά όχι σιωπηλός” Ο Xu υποστήριζε ανοιχτά τις πεποιθήσεις του, αλλά ήταν μοναχικός.”Όταν ο Zheng έμαθε για την αυτοκτονία του Xu πέρασε όλη την εβδομάδα αργίας της επετείου της εθνικής ημέρας της Κίνας μέσα στο σπίτι του θρηνώντας.

Μετατρέποντας τα αισθήματα σε ποιήματα: φοβόταν ότι θα διαβαστούν από την οικογένειά του

Τα περισσότερα από τα ποιήματα του Xu είναι περιγραφές της γραμμής παραγωγής. Στο ποίημα “Εργαστήριο, η νιότη μου φυλακίστηκε εδώ,” περιέγραφε τις συνθήκες εργασίας και ζωής του: “πέρα από τη γραμμή παραγωγής,δεκάδες χιλιάδες εργάτες[dagongzhe]παρατάσσονται σαν λέξεις στο χαρτί, η μία πίσω απ’ την άλλη/ “Πιο γρήγορα! Πιο γρήγορα!”/ Καθώς στέκεται ανάμεσα τους, ακούω τον επιστάτη που γαβγίζει.” Ένοιωθε ότι “Με το που έμπαινε στο εργαστήριο/ η μόνη επιλογή είναι η υποταγή,” και ότι η νιότη του άδοξα και ψυχρά ξεγλιστρούσε και χανόταν, έτσι ώστε το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι “Να την βλέπει να ξεθωριάζει μέρα και νύχτα/ Συμπιεσμένη, γυαλισμένη, φορμαρισμένη /ανάμεσα από ανάξιες αμοιβές, τους υποτιθέμενους μισθούς”.

Στην αρχή, ο Xu Lizhi δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στην συνεχή αλλαγή μεταξύ πρωινής και βραδινής βάρδιας. Σε ένα άλλο ποιήμα, περιέγραψε τον εαυτό του στη γραμμή παραγωγής ως “στεκούμενος ίσιος σαν σίδερο,τα χέρια μου σαν να πετάω,” “πόσες νύχτες και πόσες ημέρες/ καθώς καθόμουν έτσι, κοιμήθηκα όρθιος;” περιέγραφε την δουλειά του ως εξουθενωτική, “Κυλάνε μέσα στις φλέβες μου, φτάνοντας τελικά στην άκρη του στυλό/ ριζώνουν στα χαρτιά/ αυτές τις λέξεις μπορούν να τις διαβάσουν μόνο οι μετανάστες εργάτες.” Ο Xu είχε δηλώσει ότι δεν έδειξε ποτέ την ποίηση του στους γονείς και τους συγγενείς του καθώς είναι κάτι που αντικατοπτρίζει πόνο, και δεν ήθελε να τους το δουν

Αποτυχημένες προσπάθειες να πιάσει δουλειά σχετιζόμενη με βιβλία

Παρόλο που ο Xu έζησε στο Shenzhen για μερικά χρόνια μόνο, ήταν βαθιά ταυτισμένος με τη πόλη. “όλοι εύχονται να ριζώσουν στη πόλη για πάντα,” εξηγούσε,αλλά οι περισσότεροι μετανάστες εργάτες [dagong] ποιητές, γράφουν για μερικά χρόνια, και μετά φεύγουν από τη πόλη και πάνε πίσω στις πατρίδες τους όπου παντρεύονται και κάνουν παιδιά. Ο Xu έλπιζε να μην έχει τέτοια μοίρα. Προσπάθησε να στήσει ένα πάγκο μαζί με ένα φίλο του στο δρόμο, αλλά απέτυχε. Επίσης προσπάθησε να μεταφερθεί από τη γραμμή συνερμολόγησης στα logistics όπου θα είχε μεγαλύτερη ελευθερία αλλά δεν τα κατάφερε επίσης. Κατανοούσε ότι πολύ λίγοι ποιητές μπορούν να γλιτώσουν “Πρέπει να αγωνιζόμαστε διαρκώς για την επιβίωση μας, είναι πολύ δύσκολο να πας πέρα από αυτό”. Το Φεβρουάριο του 2014, ο Xu παραιτήθηκε από τη δουλειά του στη Foxconn και μετακόμισε στο, Jiangsu. Ο φίλος του, εξήγησε ότι η κοπέλα του Xu δούλευε εκεί, και γιαυτό ήθελε να πάει εκεί αλλά τα πράγματα δεν πήγαν και πολύ καλά. Είπε στον Zheng ότι είχε πρόβλημα και δυσκολευόταν να βρει δουλειά, αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες.

Έξι μήνες μετά, μετακόμισε πίσω στο Shenzhen. Σε μια άλλη συνέντευξη, ο Xu είπε ότι αγαπά αυτή τη πόλη,και ότι του άρεσε να πηγαίνει πολύ στη κεντρική αγορά βιβλίου της πόλης και στη δημόσια βιβλιοθήκη.Αν ήταν να γυρνούσε στο πατρικό του [στο Jieyang], υπήρχαν μόνο μικρά βιβλιοπωλεία “και κάθε φορά που προσπάθησα να παραγγείλω βιβλία online δεν ερχόντουσαν σε τόσο απομακρυσμένη τοποθεσία” Λόγω της αγάπης του για τα βιβλία, η πρώτη αίτηση για δουλειά που έκανε στη πόλη ήταν  στη κεντρική αγορά βιβλίου. Ο Zheng θυμάται ότι ο Xu του είχε πει, όταν δούλευε στο εργοστάσιο, ότι το όνειρο του ήταν να γίνει βιβλιοθηκάριος. Δυστυχώς δεν του έδωσαν τη δουλειά και ο Zheng πιστεύει ότι αυτή ήταν μια από τις μεγάλες απογοητεύσεις. Δύο χρόνια νωρίτερα ο , Xu έκανε αίτηση για την εσωτερική βιβλιοθήκη της Foxconn για τους εργαζόμενους, καθώς είχαν για ένα διάστημα ανοίξει οι αιτήσεις, αλλά τελικά τον απέρριψαν. {…}

Γυρνώντας στο εργοστάσιο μια μέρα πριν το περιστατικό

Ο Xu είχε ξεμείνει από χρήματα, οπότε μετά από όλες αυτές τις αναποδιές, γύρισε ξανά στο Foxconn, ξεκινώντας να εργάζεται στις 29 Σεπτεμβρίου του 2014, στο ίδιο εργαστήριο που δούλευε και πριν. Αυτό θα ήταν ένα νέο ξεκίνημα αλλά τελικά δεν ήταν. Το ίδιο απόγευμα ανέφερε στον Zheng μέσω online chat ότι κάποιος του βρήκε δουλειά κάπου αλλού, οπότε ίσως αφήσει το εργοστάσιο ξανά, αλλά ο φίλος του ο Zheng δεν έδωσε σημασία καθώς υπέθεσε ότι δεν θα έφευγε πολύ σύντομα καθώς μόλις είχε επιστρέψει.Την επόμενη φορά που ο Zheng έμαθε νέα για τον Xu ήταν δύο μέρες αργότερα,όταν ο κόσμος άρχισε να συζητά για την αυτοκτονία του Xu μέσω του WeChat.Ο Zheng δεν μπορούσε να το πιστέψει: “Είχαμε μιλήσει πριν δυο μέρες” Αργότερα ο Zheng έμαθε ότι ο Xu αυτοκτόνησε αφού μίλησαν το ίδιο βράδυ τα ξημερώματα και όχι δυο μέρες μετά όπως είπαν τα ΜΜΕ.

Διαδίδοντας φήμες ότι ο Xu ήταν ορφανός

Αν και είχαν περάσει 10 μέρες από την αυτοκτονία, όταν αναφέρεται το περιστατικό, ο Zheng ακόμα δεν μπορεί να κρατήσει τα δάκρυα του. Πιστεύει ότι η αυτοκτονία του Xu οφείλεται σε εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες. τόσο οι συνεχείς απογοητεύσεις αλλά και ο ίδιος του ο χαρακτήρας έπαιξαν ρόλο. Μετά το θάνατο του,μερικές νεκρολογίες έλεγαν ότι όταν ήταν μικρό παιδί είχε μείνει ορφανός, και ζούσε στους αγνοημένος από τους πάντες μέχρι που μια φτωχή γυναίκα τον υιοθέτησε και τον μεγάλωσε. Αυτή η γυναίκα πέθανε πριν μερικά χρόνια αφήνοντας τον μόνο στο κόσμο. Ο Zheng διέψευσε τις φήμες λέγοντας ότι ο Xu στα γραπτά του αναφέρει συχνά τη μητέρα του και το πόσο του λείπει η πατρίδα του. Το δεύτερο του ποίημα που δημοσιεύτηκε στη Foxconn People για παράδειγμα, λεγόταν “καλοκαιρινός νόστος.” Η ποίηση του Xu είναι ψυχρή και σκεπτική, αντικατοπτρίζοντας μια ζωή γεμάτη μιζέρια. Τα ποιήματα του είναι ένα νήμα από τη μυρωδιά του θανάτου. Έτσι και αλλιώς είχε προβάρει το θάνατο εκατοντάδες φορές στα γραπτά του, η τελευταία του πράξη ήταν απλά λίγο πέρα απ’ τα όρια.
Continue reading →

Fiona Hile reviews Lionel Fogarty

Fogarty_front_cover_1024x1024-1

Eelahroo (Long Ago) Nyah (Looking) Möbö-Möbö (Future)
by Lionel Fogarty
Vagabond Press, 2014

Lionel G. Fogarty is an indigenous Australian poet who is recognised for the excavation of a poetic space in which, as Michael Brennan has written, ‘his community and culture is recuperated and asserted’ whilst ‘dominant discourses, both political and poetic’ are subverted and destabilised.1 These qualities make Fogarty’s work difficult to review in a context in which the status of indigenous literature remains, for some institutions at least, seemingly unapproachable.

Should it be assessed by the same criteria used to establish the literary value of books by people writing from within or through the dominant culture? Should it have its own awards, judged by indigenous cultural producers? Or would such a process work as a form of exclusion, a kind of interventionist management of ‘problem’ literature? Does the work of indigenous writers, with its access to the innate power of a specific historical situation, have an advantage over the work of writers faced with less urgent concerns? Or is justice, as certain western philosophers say, ‘for all or not at all’? The inconsistencies with which the matter of indigenous literature is approached show that the mechanisms of its reception are still in the process of being worked out.

For example, the Victorian Premier’s Literary Award includes the biennial Award for Indigenous Writing but unlike the awards as a whole there are no individual categories. Indigenous works of whatever form are lumped in together. Although indigenous-authored works may also enter the relevant categories of the main awards, it just doesn’t seem historically, politically or aesthetically reasonable to pit poetry, for instance, against fiction. The main awards also have a category for best book overall, however, so perhaps it’s all about equality. The Western Australian Premier’s Book Awards, like the Tasmanian Literary Prizes, will now be awarded biennially. Neither have a category for indigenous works. The Queensland Premier’s Literary Awards were done away with by their recently deposed namesake. The renamed Queensland Literary Awards, funded last year by donation, are in the process of formulating categories for 2015. It doesn’t take much investigation into the recipients of the smaller prizes and awards or the roll-call of reviewers and published poems in general before you need to remind yourself that, yet again, as Celan knew, ‘it all depends / on you’. ‘On inconsistencies rest’ is best. But who is ‘you’ in this situation? The writer, the woman, the sorry white person, the paid-up/paid-off member of the bourgeoisie? A recent poem by Sydney poet Pam Brown sums up the broader situation:

oodgeroo noonuccal
gave me back
the problem long
before I knew she did
whiteness then over
forty years ago
kevin gilbert told us
‘white australia’
should leave
‘black australia
alone.
he was right.
2
Continue reading →

Fiona Scotney 
reviews Angela Gardner’s The Told World

gardner

The Told World
by Angela Gardner

Shearsman, 2014

Angela Gardner’s The Told World is a collection that made me feel homesick for Brisbane. Gardner is a Brisbane poet, and while some of the lines in this book specifically reference the city, it is not actually a Brisbane book of poetry. Many of the poems are pastoral, but not grounded in a specific landscape, generally the ‘here’ could be anywhere. And yet, they provide a landscape of familiarity, a space for noticing and reflection, and sometimes, a longing for where you are from. Like in the collection’s second poem, ‘Metamorphoses.’

1
Street after street held back in unanimity
drowned in brick and tile containment
flat suburbs of white bread television stupor
droning and drowsing out to the rivermouth.

That paradoxical question from philosophy:

How to live?

Above, the sky is radiant with risk
turning shadows, luminous glances, break
throughs in motion, charge and discharge.

This poem traverses the general to the specific, from ‘white bread’ suburbia to ‘Mount Coot-tha staked with television masts’, an iconic Brisbane landmark and a sight familiar to me from living in western and southern Brisbane suburbs. The poem has an observational quality, ‘The morning air held, like breath, expectant / not even a distant lawnmower’ and there is an interchange in the narrative mode between first and second-person, shifting our perspective from the ‘I’ ‘On the driveway of my own house / looking forward rather than back’ to the ‘you’ who will ‘come to cliffs / with equipment laid out: ropes, harness, / other tackle and instruction / shouted from the rim.’ Gardner’s metaphorical language provides pleasurable little shocks: ‘radiant with risk’, ‘luminous glances’ and ‘cognate cloudburst’.
Continue reading →