Με ύφος Ινδιάνου: Αξιοπρεπές πένθος

659l


Του Γιάννη Στρούμπα

Στα σύνορα του χρόνου, προϊστορίας κι ιστορίας, πρωτογονισμού και πολιτισμού, κατανόησης και παρανόησης, εκεί που συναντιούνται οι επικράτειες της ζωής και του θανάτου, ακόμη και τα σύγχρονα όμορα κράτη, στήνει το σκηνικό και τοποθετεί τους ήρωές του ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου στην τρίτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Με ύφος Ινδιάνου». Κεντρικά πρόσωπα του ποιητικού μύθου είναι ο Σεβάτ κι η Ρεϊχάν, δύο πρόσφυγες που κλείνουν τον κύκλο της ζωής τους πριν καν ολοκληρώσουν την τρίτη δεκαετία της και που θα μπορούσαν να αποτελούν προσωπεία του ποιητή – ιδίως ο Σεβάτ, καθώς μάλιστα εμφανίζεται γεννημένος το 1983, το ίδιο δηλαδή έτος με τον Συφιλτζόγλου. Άλλωστε ο πρώτος στίχος της συλλογής «Εγώ – Σεβάτ» συναινεί στη συγκεκριμένη ταύτιση.

Η πινακοθήκη των αναγκεμένων προσφύγων, των λαθραίων μεταναστών και του δράματός τους, την οποία συνθέτει ο Συφιλτζόγλου, αξιοποιεί εξαρχής το εύρημα της παράθεσης μίας υποτιθέμενης σειράς πινάκων στην Εθνική Πινακοθήκη. Στο ομότιτλο ποίημα («Εθνική Πινακοθήκη»), εναρκτήριο της συλλογής, οι απτές μορφές των προσφύγων και τα τοπία του περιβάλλοντός τους μετασχηματίζονται σε αφηρημένες έννοιες ή χώρους, που περιγράφουν την απόφαση των ηρώων για μετοικεσία και τη μεταναστευτική τους πορεία, σε μια προϊούσα, κλιμακούμενη διαδικασία, μέχρι το άδοξο τέλος τους, συνέπεια της οδυνηρής τους περιπέτειας. Η αποτελεσματικότητα της ποιητικής λειτουργίας δεν κρίνεται τόσο στην –ούτως ή άλλως δραστική ποιητικά– εξεικόνιση των αφηρημένων εννοιών, όσο στα υλικά της αναπαράστασης, που αποδίδουν το δράμα όχι μόνο σαν τεχνικές ζωγραφικής αποτύπωσης, μα και σαν καταγραφή εσωτερικών, ψυχικών διεργασιών: «Απόφαση. Εγκαυστική σε ξύλο», γιατί η απόφαση της μετανάστευσης δεν ζωγραφίζεται μόνο με λιωμένο κερί πάνω στο ξύλο αλλά καίει και την ψυχή· «Δάκρυα. Κάρβουνο και υδρόχρωμα σε χαρτί», γιατί η μαύρη ψυχή δεν αποδίδεται μόνο στο χαρτί από το κάρβουνο του ζωγράφου, αλλά μαυρίζει επίσης από τον πόνο και την ταλαιπωρία· ή «Όχθη. Μονωτικό πανί, λαδόχρωμα, πηλός», γιατί μια από τις πιο τελειοποιημένες μορφές «στεγανοποίησης» αναπτύσσεται στις όχθες ποταμών-συνόρων μεταξύ κρατών. Πρόκειται για το «οπλισμένο σκυρόδεμα», που δεν είναι μονάχα το οικοδομικό υλικό κάποιας υπερυψωμένης σκοπιάς σε συνοριακό στρατιωτικό φυλάκιο, παρά και οι οπλισμένοι φύλακες των συνόρων, που υπηρετούν τη θητεία τους στο φυλάκιο αυτό.
Continue reading

Πάνος Κυπαρίσσης, Τα τιμαλφή, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013

110

Του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

 Πάνος Κυπαρίσσης
(Τα τιμαλφή, εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013)
Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κανείς ότι το παρελθόν διαδραμάτιζε πάντα βαρύνοντα ρόλο στην ποίηση και στη διαμόρφωση της ποιητικής του Πάνου Κυπαρίσση. Από τη συλλογή Καπνοπόλεμος (1977) ως τα ανά χείρας Τιμαλφή, τα πάντα μοιάζει να συντελούνται κάτω από τον θαλερό ίσκιο προσώπων και πραγμάτων του παρελθόντος, διαπερασμένα από ριπές της μνήμης και της νοσταλγίας και, κυρίως, εμπλουτισμένα με ψήγματα σπασμένων -πλην αναγνωρίσιμων- εικόνων της σχετικά πρόσφατης, μεταπολεμικής, ιστορίας, όπως αυτή βιώθηκε σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, ως «πράξη» και ως απόηχος. Λειτουργεί, όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, σαν ένας στιγμιογράφος που κρατάει σπαραγμένες εικόνες, όπως τις ανασύρει από την προσωπική του «πινακοθήκη», προκειμένου να τις εναποθέσει στο σώμα του ποιήματος, με συνειρμικές διαστολές και αναγνωρίσιμα σύμβολα, ώστε ο λόγος του αποκτά μια υποκειμενική καθολικότητα.


Αυτές τις σπαραγμένες εικόνες, αυτά τα πολύτιμα τιμαλφή μιας ζωής κερδισμένης μέσα από οδυνηρές απώλειες και ματαιώσεις, τα ανασύρει από τα περασμένα με το ζωντανό και κάποτε επίβουλο δίχτυ των λέξεων από τα ορυχεία επουλωμένων και ανεπούλωτων πληγών• από τόπους όπου η υπαρξιακή αγωνία του ποιητικού υποκειμένου συμφύρεται ή εναλλάσσεται με την αγωνία του μπροστά σε ένα σημαδεμένο από σημαντικές απουσίες και ελλείψεις παρόν. Τα ανασύρει πραγματοποιώντας καταβυθίσεις στις εσχατιές του χρόνου, με την ενδόμυχη επιθυμία αφενός να κάνει να πνεύσει ένας φρέσκος άνεμος -ένα αεράκι εφεδρικό- στον ζωτικό του χώρο και αφετέρου να ανανεώσει το υλικό της προσωπικής και της συλλογικής του μνήμης, προκειμένου να επιχειρήσει, στη συνέχεια, τον αναζωογονητικό, της πάντα άγρυπνης διάθεσής του για ζωή, επαναπροσδιορισμό του, απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του και απέναντι στους άλλους – κυρίως μπροστά στο απαιτητικό και πολύπαθο σώμα της Ιστορίας, η οποία αξιώνει μονίμως και επίμονα να δρα και να λειτουργεί σε δύο επίπεδα: Να ιστορεί τα πάθη της με προσήνεια και νηφαλιότητα, αλλά παράλληλα και να ιστορείται, από τους σημαντικούς ή ασήμαντους, πραγματικούς ή νομιζόμενους φορείς των όποιων συνεπειών της, με την έπαρση του νικητή ή, το συνηθέστερο, με το πάθος και την οδύνη του νικημένου.


Ο ποιητής, εν προκειμένω, μοιάζει να βρίσκεται στο κέντρο μιας επίβουλης έκτασης ή, μάλλον, μοιάζει να είναι αυτός ο ίδιος το σημείο όπου, ακατάπαυστα, διασταυρώνονται μνήμες από ένα δράμα που ερήμην του παίχτηκε, μαζί με μνήμες προσφιλών του «χαμένων». Μνήμες που όλες μαζί συνθέτουν μία μαύρη λάβα ακατάσχετη, πλην όμως που ορίζεται και συγκρατείται στο πεδίο της ποίησης, γεγονός που τον κάνει να απορεί και να αναρωτιέται: «Πώς κρατάς τέτοιο καμίνι / όσο να βγει;». Μνήμες που πιάνονται σπαρταριστές στις λέξεις δολώματα και λέξεις που πλέκουν το ασφαλέστερο νήμα-οδηγό στα έγκατα της βιωμένης ατομικά και συλλογικά ιστορίας.

Εκεί όπου ο ποιητής ψαύει σχήματα και μορφές αγαπημένες, αποτίοντας φόρο ευλάβειας και τιμής σε όλους όσοι, με τη θυσία τους, τον δίδαξαν την προσωπική του αλήθεια. Γιατί, πράγματι, «αντέχουν οι λέξεις• / και βουβές μπορούν / αυτό που χάνεται να το γυρίσουν», ταυτισμένες απόλυτα με τα πράγματα, τα αισθήματα και τις έννοιες που δηλώνουν, θάλποντας τη μνήμη και χρήζοντας αυτόν που ανεπιφύλακτα αφήνεται στην παραμυθία τους απολογητή όσων έφυγαν ηττημένοι από τη ζωή, ζώντας την ιστορία ως το κόκκαλο, ώσπου «τους πήρε άδικη μοίρα».
Αν αυτά -και πολλά άλλα- είναι τα στοιχεία που προσδιορίζουν και συνέχουν την ατμόσφαιρα των δύο πρώτων ενοτήτων της συλλογής («Η πύλη» και «Η αυλή» αντιστοίχως), τα πράγματα αλλάζουν άρδην στην τρίτη και τελευταία ενότητα, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η σιγή», όπου τα λόγια, οι χειρονομίες, οι διακριτικές χειραψίες και οι εν γένει καταστάσεις περιβάλλονται, επικαλύπτονται μάλλον, από έναν γοητευτικό, συναισθηματικά ιριδίζοντα, λυρισμό.

Βρίσκεται κανείς μπροστά σε συνεχή, κυματοειδή και λυρικότροπα βυθίσματα, που συμβάλλουν στη μετάλλαξη της πραγματικότητας σε οικείες ονειρικές εκδοχές, καθώς και σε εικαστικές αναπαραστάσεις μιας μουσικά εκδηλωνόμενης διάθεσης του ποιητή να γίνει εξομολογητικός, απολογητικός και συνάμα απολογιστικός για τα πεπραγμένα της ζωής του αλλά και για τη ζωή όλων αυτών που έφυγαν σημαδεύοντάς τον δια βίου. Και όλ’ αυτά με διαχυμένη την αίσθηση μιας καταπραϋντικής γυναικείας παρουσίας -ίσως και απουσίας-, που δρα σαν απαύγασμα σιωπής, αλλά μιας σιωπής μονίμως ομιλητικής.

“μ_other poem” του Βασίλη Αμανατίδη

amanatidis

Για το μ_other poem του Βασίλη Αμανατίδη γράφτηκαν και θα γράφονται -του το εύχομαι και το ελπίζω- πολλά. Και δικαίως. Είναι από τα βιβλία που σε κάθε σελίδα του καταφάσκει μέσα σου η ποίηση, μία ποίηση που δεν θέλεις να τελειώσει και ας σε γκρεμίζει. Σε κάθε σελίδα.

Μ_other poem, λοιπόν. Ήδη ο τίτλος από μόνος του λέει αρκετά: αξίζει, πρώτα απ’ όλα, να προσέξουμε τη λέξη “μάνα” που πάει να γραφτεί -την παύλα ας την δούμε σαν το σημείο που αναβοσβήνει στον υπολογιστή καθώς εκκρεμεί η συνέχεια της λέξης, εκκρεμότητα που ενέχει ασφαλώς αγωνία με την επίμονη ρυθμικότητα του κέρσορα στο κενό- και ήδη στην αρχή της ακόμη ακυρώνεται. Βλέπουμε τον ποιητή να μαγκώνεται: γυρίζει το πληκτρολόγιο στα αγγλικά, σε μία γλώσσα λιγότερο φορτισμένη, εικάζω, για εκείνον συγκινησιακά, και προσθέτει το θανατερό “other”, με μία διάθεση σοβαρού παιγνίου : αυτό που θα διαβάσουμε, λέει, είναι το ποίημα μίας άγνωστης μητέρας, ένας λόγος μόνο, ομολογεί ο ποιητής, που ξέρει τα όριά του ως προς τη δυνατότητα να φθάσει την αλήθεια (έστω και τη δική του) ή να οδηγήσει στην κάθαρση, πολύ περισσότερο δε όταν είναι μονόλογος και άρα, από τη φύση του, σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικός (ποιου είναι τελικά ο μονόλογος είναι ένα ωραίο θέμα που μπορεί να ιδωθεί με τους φακούς των πολιτισμικών σπουδών δίνοντας κάποια ωραία συμπεράσματα πάνω σε θέματα αφήγησης/ υποκειμενικότητας/ ταυτότητας).

Το μ_other poem είναι ένα συνθετικό ποίημα, σπόνδυλοι σε μια τσακισμένη σπονδυλική στήλη από ένα χέρι που την διηγείται, ψηλαφίζει το τραύμα, ζητά λόγο για ό,τι την τσάκισε. Κάθε ποίημα είναι και ένα βήμα πιο κοντά προς το οικογενειακό έγκλημα όπου κυριαρχεί η (μητρική) φιγούρα η οποία, έχοντας σκοτώσει τους υπόλοιπους, έχει απομείνει μόνη, ραγισμένη μπροστά από το μεγάλο μυστικό, σαν τη φωτογραφία του εξωφύλλου.
Continue reading

Θωμάς Γκόρπας: Αφιέρωμα

229179_142018885871657_3116051_n

Την 1η Απριλίου 2003 πέθανε ο Θωμάς Γκόρπας στο σπίτι του της οδού Αχαρνών. “Ήρεμα”, γράφει χαρακτηριστικά η σύζυγός του, Άρτεμις Θεοδωρίδου, χωρίς να προσδιορίζει την αιτία, στο εξαίρετο “Χρονολόγιο Θωμά Γκόρπα σε τρίτο και σε πρώτο πρόσωπο”, που κατήρτισε με αποσπάσματα από δικά του γραπτά και τη βοήθεια του αρχείου του, παρεμβάλλοντας περιγραφές και εκμυστηρεύσεις από τα γράμματα που κάποτε της έστελνε. Ένα χρονολόγιο, που μοιάζει με προσκλητήριο ζώντων και νεκρών, όπου απογράφονται συντροφιές και στέκια, εκδοτικοί οίκοι και έντυπα, γειτονιές της Αθήνας και τα συμβαίνοντα στην ποίηση.

Τέλος του ’54, ο Γκόρπας κάνει τους τρεις πρώτους φίλους της Αθήνας: τον Φάνη Παπαδάκο, ποιητή, τον Γιάννη Μαντά, “μανιακό με την προκλασική μουσική αλλά και το ρεμπέτικο”, και τον Παναγή Στούπα, ποιητή. Συχνάζει στο καφενείο “Ακρόπολις”, στην πλατεία Καρύτση, όπου συναντάει τον ποιητή Καπετάν Μοντεσάντο…

Ο Τάσος Παππάς τον μπάζει στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας του Μάριου Βαγιάνου, τότε στην Ακομινάτου. Εκεί συναντιέται με τους Ορέστη Λάσκο, Πέτρο Κυριακό, Ζωή Καρέλλη, Βασίλη Λιάσκα, Γιωργή Κότσιρα, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Γιώργο Ιωάννου, Μανόλη Γιαλουράκη, Λέοντα Κουκούλα, Ναπολέοντα Παπαγιωργίου, Γιώργο Γουναρόπουλο, Πάνο Παναγιωτούνη, Απόστολο Μαγγανάρη, Ζέφη Δαράκη, Νίκο Βόκοβιτς, Αθηνά Κασαβέτη, Βύρωνα Λεοντάρη, Λίλλη Μπίτα… Ο ποιητής Γιάννης Κουφός τον φέρνει σ’ επαφή με τους λογοτέχνες του Πειραιά Κώστα Γαρίδη, Στέλιο Γεράνη, Γιώργο Περιστέρη, Νίκο Βελιώτη, Κώστα Θεοφάνους, Γρηγόρη Θεοχάρη, Νίκο Παΐζη, Αργύρη Κωστέα…
Continue reading

Noëlle Janaczewska
 reviews Dominique Hecq’s Stretchmarks of Sun

stretchmarks

Stretchmarks of Sun
by Dominique Hecq

re.press Books, 2014

At primary school we had a class called Scrapbook. We drew, coloured, traced, glittered, and glued material cut from magazines, to create new pictures uniquely our own.
           
I scrapbook.
           
You scrapbook.
           
S/he scrapbooks.
           
We may have made the noun into a verb, but it still has chalk-mark of the hobby or junior project.
   
Unlike collage, montage, even bricolage – those vaguely French-sounding words associated with literature, film and fine art.
           
‘Collage, the art of reassembling fragments of pre-existing images in such a way as to form a new image, was the most important innovation in the art of the twentieth century.’ That’s Charles Simic quoted by David Shields in Reality Hunger, a book made up largely of quotations from other texts.
  Continue reading

Dan Disney reviews the deciBels Series

decibels

These ten tiny tomes from Vagabond Press each speak (squawk, swoon, glitch, muse, lyricise, confess) of how there is something not ticking precisely inside the reality machine. Or perhaps these books shine light onto how we’ve all gone slightly spectral within our anthropocenic phantasmagorias, lost and unmoored in an experiment that’s become dreadfully strange. Some of these books turn exclusively toward the world, others perhaps come from particular critical engagements; each serves to extend conversation both on what poets do, and what poems are for. Collectively, they map the uncanny infrastructures of all-too-human behaviour and the results are bewilderments, unsettlings, detours and dérives across netherworlds to which most of us haven’t a set of keys. There is enough in this first pack of deciBels to generate joy, dissent, close (or distant) reading and, ultimately, celebration – another step by Vagabond Press into the future (wherever that may be), and led by the fleet-footed Pam Brown.

Thing & Unthing by Angela Gardner

Angela Gardner’s elegiac thing-poems act like ‘breathing the phenomenal / world to shadows, to speckle righted // on the retina’; indeed, these texts are tracking devices monitoring a perhaps delirious odyssey:

the day a broken head, the car a ship of fools

*
In this telling
the sky is weighted
we drive south into ochre and bruise
the hills just an outline fading

These lines – are they end-stopped or enjambed, or both? – jerk us through unstable weirdness, with Gardner modulating precisely. So often, these haunting and defamiliarising noirs trigger an immediate wish to re-read:

It is the end of the road.

Just beyond the hotel
the high tide has been obsessively collecting.

It throws up

a headless seal
plastic bottles
a car tire.

The woman behind the bar says

‘this weather will turn to crap later

We make beer rings on formica
and look out the window

Gardner’s explorations of immanence are startling, revelatory, the poet not so much punctuating as puncturing appearances mistaken as realities. So many of these images have an afterlife, returning semi-coherent and artefactual, resonating long after each page is turned. Yes, this is a book of careful engagements interrogating how ‘ideas start to cluster around objects’: the Queen Anne chairs have ‘firmly muscled legs’ and ‘sun shines closest to childhood, now remembered as longest, warmest’, but Thing & Unthing is also an existential meditation. While early in the book, ‘the body is incoherent’, and the poet showcases just how garbled our intimacies can be, in the final poems Gardner shifts her gaze skyward, apprehending the ‘Pull of air (collective sky)’ as if to scan not only the strangeness of a mundane world, but also beyond.
Continue reading

Για την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου

11039408_10155209376410315_1580520227_n

Πάει καιρός που έλαβα την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου. Ξέρετε πως πάει, αν βλέπεις το βιβλίο ως κάτι ζωντανό, χαϊδεύεις τις διαστάσεις του, μυρίζεις προσεκτικά τα χαρτιά, κολλάς κανένα πεντάλεπτο στην προμετωπίδα, κι άλλα τέτοια γραφικά. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω, δε σταμάτησα πουθενά. Διάβασα με ενδιαφέρον μέχρι και τον κολοφώνα. Δεν ξέρετε τι βάσανο είναι αυτό για έναν άνθρωπο που σπάνια δημιουργεί αυστηρή δομή στο διάβασμά του, που μπορεί να πετάει από στίχο σε στίχο και από σελίδα σε σελίδα χωρίς να σέβεται τον κόπο του συγγραφέα.

Λοιπόν για αυτό εδώ το βιβλιαράκι, πρέπει να γράψω κάτι. Τι πέτρα έχω φάει; Πώς μπορεί να υπάρχει ένα κείμενο που να πλησιάζει τόσο πολύ την εικόνα που έχεις για τον έρωτα, έτσι που διαβάζοντάς το να σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αυτές οι σκέψεις ξεπηδάνε από το δικό σου κεφάλι;

zaketa

Το βράδυ εκείνο ένιωθα πως είχα πυρετό. Πάλευα να το εξηγήσω λογικά. Τα κείμενά μας και οι εμπειρίες μας. Κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Ένας Έλληνας που τον πνίγει η Ελλάδα, ένας άνθρωπος που γράφει, κάποιο περίεργο καράβι τον βγάζει στην Κύπρο, όπου αισθάνεται απόλυτα ξένος και απόλυτα ντόπιος, δουλεύει dj πίνοντας σε μπαρ της Λευκωσίας, εκδίδει βιβλία. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν με αυτή την πορεία εκτός από μας; Θα μπορούσαμε να έχουμε βρεθεί χιλιάδες φορές, να έχουμε πει απίστευτες αλήθειες πάνω στη ζαλάδα μας την ώρα που σβήνει η τελευταία μπαλάντα κι έχουν μείνει δυο-τρεις τρεκλίζοντας από αγάπη ή απόγνωση. Κι όμως, μία φορά ήταν να βρεθούμε και εγώ έφυγα πέντε λεπτά νωρίτερα, ενώ αυτός άργησε πέντε λεπτά. Δεν είναι λογοτεχνικό καπρίτσιο αυτό που γράφω, έγινε έτσι.
Πάλι όμως στραβοπατάνε οι σκέψεις μου, όλο ξεκινάω να πω για κείμενα και λέω για ανθρώπους.

Όλη η συλλογή είναι ένα σπαρακτικό βίωμα του έρωτα, όχι απλό ημερολόγιο ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, αλλά υπαρξιακή κατάθεση. Η Άννα είναι μία και μοναδική, και μαζί είναι όλες οι γυναίκες που αγαπήσαμε. 

Είπα λοιπόν να γράψω κάτι για την Άννα. Δεν έγραψα τίποτε. Την ξανάβαλα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Τι να γράψω; Ότι μου άρεσε το τάδε απόσπασμα; Αυτά είναι για άλλου τύπου συλλογές. Τελικά κάτι μήνες αργότερα, ξαναπερνώντας ανάμεσα από αυτές τις γραμμές, μου ήρθε να γράψω αυτό. Μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την Άννα, μπορεί και να έχει. 

*Δημοσιεύτηκε στο http://planitas.blogspot.com.au/2015/02/blog-post.html?spref=fb

«Ανεπίδοτα Γράμματα» και «Ο Οδυσσέας στο ποτάμι» του Μιχάλη Γρηγορίου πρώτη φορά ζωντανά

Γράφει o Σπύρος Αραβανής

Τρίτη, 17 Μάρτιος 2015

Τα «Ανεπίδοτα Γράμματα», η καντάτα του Μιχάλη Γρηγορίου πάνω στην ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, γράφτηκαν τα περισσότερα μέσα στο 1972-73, «αρχικά για φωνή και πιάνο», όπως τονίζει ο συνθέτης στο σημείωμα του cd, το οποίο επανακυκλοφόρησε το 2008 από τη Lyra (Ά έκδοση Απρίλης 1977). Τα τραγούδια αυτά ή ακολουθώντας τα γραφόμενα του συνθέτη «τα 7 μέρη της καντάτας», είναι ενορχηστρωμένα για γυναικεία φωνή (Αφροδίτη Μάνου) και για ένα βασικό σύνολο από κουιντέτο εγχόρδων και πιάνο με τις εναλλαγές των πνευστών προσθέτοντας μεταγενέστερα τα μέρη της αντρικής φωνής και του αφηγητή (Σάκης Μπουλάς). Τα ποιήματα του Αλεξάνδρου, γραμμένα κατά βάση στην εξορία (Μούδρος, Μακρόνησος, Άη Στράτης, 1948-1958) είναι ερωτικές κυρίως επιστολές προς μια γυναίκα, τη σύντροφό του, Καίτη Δρόσου.

Σύμφωνα με τον Γρηγορίου το έργο αυτό «αποτελεί για μένα μια πρώτη απόπειρα να αντιμετωπίσω σοβαρά ένα μεγάλο πρόβλημα: Πώς θα μπορούσε να υπάρξει ένα γεφύρωμα ανάμεσα σε μια μουσική που χαρακτηρίζεται σαν «σοβαρή»και σε μια μουσική που λειτουργεί «ελαφριά».

Είναι το ίδιο αγωνιώδες ερώτημα που θέτει ο ομοϊδεάτης του, μουσικά και πολιτικά, και βασικός συνεργάτης εκείνων των χρόνων, Θάνος Μικρούτσικος: «Θυμάμαι ότι το 1969 εμείς, ως νέα φουρνιά της αβάντ γκαρντ, είχαμε ένα τεράστιο δίλημμα. Από τη μία μεριά, η πειραματική μουσική έλεγε «Μην υπολογίζεις τίποτα, να σ’ ενδιαφέρει κάθε φορά το πρωτότυπο και το νέο». Από την άλλη, ως παιδιά της μαχόμενης αριστεράς, μας ενδιέφερε η επαφή με τον κόσμο». Ο Γρηγορίου μάλιστα, είχε αισθανθεί το έργο αυτό «σαν μια απάντηση στα “Πολιτικά τραγούδια” του Μικρούτσικου με τον οποίο εκείνα τα χρόνια συνεργαζόμασταν στενά».
Continue reading

Philip Salom reviews Benedict Andrew’s Lens Flare

andrews

Lens Flare
by Benedict Andrews
Pitt Street Poetry, 2014

Lens Flare is a collection of poems – the first, as far as I can tell – written by a theatre director more accustomed to staging Chekhov in New York or Verdi in Denmark than to publishing poems in Australian journals. I opened the book expecting to find that slightly off-key poetry written by accomplished practitioners of an allied practice – this could also be song-writing, fiction, even painting – whose singular depth of involvement is unquestioned, but is not in poetry. Instead I found this:

I dreamed sister that you and I climbed, at night, the hill at Balhannah where ghost gums creaked, dark grasses blew, and the hooves of horses sounded in the shadows. Below, father wept in our warm stone house, its electric lights aglow like honey cells…
(from ‘Balhannah’)

The poems are precise and unforced. His poetry is serious (but seldom tonally heavy) and cleanly crafted – even crisp in its linguistic texture, with hardly a word or line that feels unnecessary. The poems in the first section of the book are generally lyric in impulse and style, with the poet and his lover present in poems of intimacy and closeness; but instead of dramatising the self these poems more often project the sensualities of place and experience and as such they provide agency over lyric centre. Many are set across time and place:

I woke in the dripping dawn while my friends still slept. Planted on a canvas chair in the clearing, I watched the after-burn of my dreams play against the horizon. I couldn’t remember your name or the place we lived or what I hoped for or custom or nation or law.
(from ‘Wapengo Lake’)
Continue reading

Aidan Coleman 
revieww Jeri Kroll’s Workshopping the Heart: New and Selected Poems

kroll

Workshopping the Heart: New and Selected Poems
by Jeri Kroll

Wakefield Publishing, 2014

Workshopping the Heart brings together poems from Jeri Kroll’s five previous books of poetry, with thirty or so pages of new poems and the opening chapter of a verse novel. Her distinctive voice – lyric, tough and spare – is evident early. Take the poem ‘Genus and Species’, in which the speaker recounts visiting her grandfather as a young child:

He kissed hello too hard. Tasted pruney.
Stared a lot. At me.

(‘Genus and Species’)

Kroll’s concision and her talent for arresting imagery is apparent here and elsewhere:

A white lady opened her wound,
licked it shiny.
Slow hiss. The door.

(‘Genus and Species’)

Internal rhyme is used to particularly striking effect in the poem’s resolution, which is reminiscent of the childhood poems of Gwen Harwood and Elizabeth Bishop:

Grandfather bent like a weary dog
trying to mouth his prey.
He raised a limp paw as I flew out the door
drawing his good eye and father behind.

(‘Genus and Species’)

The book’s middle section focuses on the domestic and familial. Hamlet presents the world as a prison ‘in which there are many confines, wards and dungeons,’ similarly Kroll employs a deft conceit to tell us:

Every family is a life sentence.
The only things that change
are pictures on the prison walls
and the view from the window.
You make your peace with the system,
learn to play off the inmates …

(‘Parole’)

Her lyrics on motherhood are compelling and unflinchingly sharp – never collapsing into sentimentality. There are moments of tenderness, in which the speaker is besotted with the beauty of the infant:

His penis floats like a white-tipped asparagus,
his tummy swells like a melon.

(‘Bathtime’)

In other places, the demands of the present interrupt meditation and love battles with darker impulses, as the speaker struggles to retain sanity:

But today you came close.
I could easily have done you in.
The ambulance would have been too late
to save what’s left of my martyred patience.

(‘On watching a sleeping child’)

Such battles often end in a hard-won synthesis of dutiful, yet jaded, resignation:

… my voice rolling in like friendly fog
making you invisible till dawn.
The blind raps us awake
and sun begins to burn me off,
letting you confront the clear-cut day.

(‘Night Waking’)

In later poems the son’s childhood and his absence in adulthood are movingly evoked. I can recall few poets, in Australia, who have written, so consistently well on this theme.
The poet’s mother is central to the final part of the selection, as Kroll describes the effects of Alzheimer’s:

My mother is floating out to sea
without buoy or boat. She smiles as she drifts.

(‘Water to Water’)

The literal sea that the poet’s mother lives beside is now ‘dolphin-smooth’ and ‘[n]othing worth comment breaks the skin.’ These lines articulate a terrifying banality: dolphins – with all their mythical associations – are unremembered and unseen, nothing breaks the skin of the water and the speaker’s viewpoint fails to break the surface – fails to communicate.

Even the word sea means nothing
Because she becomes it.

‘My mother’ later becomes ‘the mother’ – as if she were shedding personhood; her degeneration increasingly harrowing for the speaker, who retains the consciousness the mother has lost:

The mother is a still pool,
waiting for me to ripple with my words

I stir and stir.
(‘Exercise 1: Similes’ from ‘The Mother Workshops’)

Aging and death are revisited in thirty pages of new poems. In ‘Skin’, ‘furrows … remind us that the past is getting closer’, and soon skin ‘is all we can remember’. The new work has a similar epigrammatic quality but these poems have not been through the same winnowing process and the weakest lack the interest and strangeness of metaphor so consistent throughout the rest of the collection.
The book concludes with the opening chapter of Vanishing Point, a forthcoming verse novel. If Kroll maintains the lyric intensity of this taster it is sure – as this New & Selected is – to be a great success.

*Aidan Coleman lives in Adelaide where he works as a speechwriter. His latest collection of poems Asymmetry (published by Brandl & Schlesinger) was shortlisted for the WA Premier’s Book Awards and the John Bray Poetry Award.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au