The Last Word with Jennifer Compton

17643_10153347638319329_3970308208677514021_n1

Amanda Anastasi talks to Jennifer Compton about Now You Shall Know.

This collection contains observations about family and the various people you have encountered. There is the woman at Flinders St Station, the Dutch widow, a Frankston masseur. Has anyone recognised themselves in your poems?

No. I am thinking of going down the road though, and showing the Dutch widow her poem. I would have loved to have been a photographer. I should have been one.

The subtitle of your title poem Now You Shall Know mentions an aria sung by Maria Callas. Were you listening to this piece while you were writing this poem? Do you listen to music while you are writing?
I wasn’t, and no I don’t. There are enough sounds that surround us. I can’t take too much noise these days.

The Name Of The Street refers to Hope Street in Brunswick, where Jill Meagher was murdered. What kind of response did you receive to this poem?
Interestingly, there has been more interest in this poem overseas.

If you could choose the name of the street you lived in, what would it be called?
Bridge Street. I used to live in Bridge Street. The bridge between Australia and New Zealand, the bridge between page and stage, between men and women, between young and old. I like to be in the middle.

In Four Lines By Ezra Pound you touch on plagiarism. How difficult is it to be original?

It is difficult not to be original.

What is your favourite word?
Emeraude, a word I must have misread years ago in The Rime of the Ancient Mariner, because I can’t find it in any of the versions now. I thought I read – ‘as green as emeraude’.

Name the poetry collection you have kept referring to.
Selected Poems by Yevtushenko, in the Penguin Modern European Poets series. A poem I have read many times is Auden’s September 1, 1939.

Poetic self-portrait: in no more than seven words, describe Jennifer Compton.
First this, then that, then the other.

*Jennifer Compton’s book Now You Shall Know (Five Islands Press) is available from Collected Works.
**Taken from http://melbournespokenword.com/the-last-word-with-jennifer-compton/

Autumn Royal revieww Bel Schenk’s Every Time You Close Your Eyes

9781743053195

Every Time You Close Your Eyes
by Bel Schenk
Wakefield Press, 2014

Bel Schenk’s third poetry collection, Every Time You Close Your Eyes, is sparsely written, yet deeply self-aware. Taking the form of a verse narrative, the book is a series of poems exploring events commonly referred to as the ‘New York City blackouts of 1977 and 2003’, similar in circumstance, yet as Schenk demonstrates, vastly different due to the temporal space between them.

Schenk begins by introducing a power-less 1977 New York, a city already powerless against financial crisis, increase in crime, and at the beginning of a heatwave. The darkness of the blackout further distorts social boundaries already under question and rioting and looting is soon to breakout:

New York City
Summer, 1977

The lights go out just before dark.
There is a blackout in the city
and people blame lightning.
There are many different ways to tell this story.

This is one of them. (2)

The attention Schenk brings towards the act of fictional representation allows her poetry to allude to the similarities between the construction of history and myth. Schenk further highlights such connections between the historical and fictional by evoking a late twentieth-century milieu through the representation of two individuals greatly influencing American society at the time: actor Christopher Reeve and criminal David Berkowitz. Schenk’s references to Reeve and Berkowitz not only signify contemporary socio-political events of New York City in 1977, but gesture towards the type of anxieties a post-9/11 New York City in 2003 will experience.
Continue reading →

Γιώργος Δάγλας: Ξορκίζοντας έναν δαίμονα

δαγλας

Tου Γιώργου Αλεξάτου*

 Αυτοσυστηνόμενος στην τελευταία του συλλογή ως «ελάσσων Επτανήσιος ποιητής», ο Γιώργος Δάγλας δίνει το μέτρο του σεβασμού στη μεγάλη ποιητική παράδοση του τόπου του και συνάμα την υπόσχεση που για μια ακόμη φορά κρατάει: Οι «Καντάδες για ένα δαίμονα» αποτελούν έργο ποιητικό. Όπως και το πρώτο του εγχείρημα, πριν τριάντα τρία χρόνια, «Η μέρα των φωταγωγών». Όπως «Το μαύρο χιόνι» που ακολούθησε στο μέσο της περιόδου από την πρώτη μέχρι την τωρινή τρίτη ποιητική του συλλογή, το 1999. Δεκαεφτά χρόνια από το 1982, δεκάξι έως το 2015.

Γεννημένος στην Ιθάκη, απόφοιτος Ναυτικού Γυμνασίου, που όμως δεν ταξίδεψε τη θάλασσα, χωρίς να στερηθεί το ταξίδι. Πήρε από εκείνον τον Θιακό, τον πασίγνωστο στα πέρατα του κόσμου, τον Οδυσσέα, αλλά περιφέρθηκε σε πόλεις και συνοικίες, κάνοντας πολύχρονες αλλεπάλληλες στάσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Και πάλι στο Θιάκι και ξανά κάπου αλλού. Πολυμήχανος, όπως κι εκείνος, υπήρξε και οικοδόμος και ταβερνιάρης και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κάποιος, για να εξασφαλίζει κάθε φορά τη δυνατότητα να ζει λιτά αλλά με πάθος φρόνιμα καλυμμένο από νηφάλια αντιμετώπιση κάθε χαράς και αναποδιάς, ανάμεσα σε κόσμο της μέρας και της νύχτας. Κυρίως της νύχτας.

Ο Γιώργος Δάγλας είναι γέννημα της μεταπολιτευτικής αμφισβήτησης. Εκείνων των χρόνων που τα μηνύματα της εξέγερσης του Νοέμβρη του ’73 συναντούσαν, με κάποια καθυστέρηση, τα μηνύματα του Μάη του ’68, σε μια Ελλάδα που άλλαζε ραγδαία, αφήνοντας πίσω της τον μετεμφυλιακό πόνο για να κάνει παρέα με τη θλίψη νέων απογοητεύσεων και νέων διαψεύσεων. Όμως, όπως έλεγε κι ό ίδιος σε εκδήλωση για την Κατερίνα Γώγου, φίλη του αγαπημένη (όπως φίλοι του αγαπημένοι υπήρξαν και ο Νικόλας Άσιμος και ο Λεωνίδας Χρηστάκης και ο Αντώνης Πλούτης, ο «Ρέμπελος»), παρ’ όλα αυτά, «η ελπίδα είναι ότι εμείς συνεχίζουμε». Ότι «υπάρχει ελπίδα. Δεν χάνεται τίποτα. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα». Γιατί ο Δάγλας αναγνωρίζει οφειλές:

Σ’ αυτό το πιτσιρίκι
που κλωτσάει μια ψεύτικη μπάλα
σ’ ένα λασπωμένο στενό.
Στον αντάρτη που παραδίνει
δακρυσμένος το όπλο του.
Σ’ αυτή την παράξενη γυναίκα
που συνάντησες στο σταθμό ενός τρένου
και χάθηκε για πάντα.
Στις φλεγόμενες πολιτείες των εξεγερμένων.
Στα δειλινά των λυπημένων.
Στα ερείπια που ανθίζουν.
Στις νύχτες που σε τυλίγουν.
Στα κόκκινα μάτια.
Στα λυγισμένα σίδερα.
Στην άλλη μέρα, στην άλλη μέρα.
Παντού μπορείς να νιώσεις
την ομορφιά της έκρηξης
αν ελλοχεύει μέσα σου.
 
Ολιγογράφος (είπαμε, μόλις τρεις σχετικά μικρές ποιητικές συλλογές), με γραφή πυκνή και αφαιρετική, αλλά και με λόγο μεστό, με πλούτο εικόνων, με τη ζωντάνια που αναδύεται από την αίσθηση του «είμαι εδώ και το ζω», ο Δάγλας μεταφέρει την παρατήρηση της αλήθειας της κρυμμένης πίσω από τη λουστραρισμένη επιφάνεια του δήθεν. Ή του ντεμέκ, που άκουγε να λένε στη Θεσσαλονίκη:
 
Αυτός ο άνθρωπος
που περπατάει σκυφτός
στην άλλη άκρη του δρόμου,
φαίνεται πως κρυώνει.
Κι όμως,
δεν κοιτάζει ψηλά.
Ξέρει.
Κανένας δε θα τραβήξει την κουρτίνα του
να τον σκεπάσει.

Άλλωστε,

Αυτό το σπίτι
ήταν πάντα εκεί.
Πολλά χρόνια.
Παλιό. Μουντό. Γενναίο.
Κι ακόμα εκεί το βλέπω.
Χαμένο στο χρόνο, μόνο,
να αντέχει
 τον πόνο τόσων ανθρώπων
 που ζήσαν στα σωθικά του
 κι ακόμα να στέκει όρθιο,
 να επιμένει, ν’ ανοίγει και να κλείνει
τις πόρτες του
 σε μια αιωνιότητα
 που δεν θ’ αγαπήσει ποτέ.

#Η ποιητική συλλογή «Καντάδες για ένα δαίμονα» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Φίλντισι». 

*Από το Βαθύ Κόκκινο στο http://tsak-giorgis.blogspot.com.au/2015/05/blog-post_26.html

Σκοτάδι, ποίηση, Αλέξης Αντωνόπουλος, Εκδόσεις Ars Poetica 2013

_

Της Ασημίνας Ξηρογιάννη*

Το Σκοτάδι είναι το πρώτο βιβλίο του Αλέξη Αντωνόπουλου. Δεν λέω ποιητική συλλογή, γιατί δεν πρόκειται ακριβώς και μόνο για ποίηση. Είναι βασικά ένα μεικτό είδος, θα έλεγε κάποιος. Ο πεζός λόγος εναλλάσσεται με στίχους, αφορισμούς και διαλογικά μέρη. Υπάρχει ένα πρόσωπο που αφηγείται πράγματα και καταστάσεις, στιγμιότυπα ζωής, έρωτα, θανάτου  και φαντασίας. Ο αφηγητής είναι στοχαστικός, κυνικός, υβριστικός, ενίοτε τρυφερός, συχνά αντιφατικός. «Ονειρευτής», «ένα αιώνιο ον που αναζητεί απαντήσεις», στα διάφορα ερωτήματα φιλοσοφικής υφής που θέτει.

Η περσόνα του Αντωνόπουλου αγαπά το σκοτάδι, το λατρεύει σαν Θεό. Αλλά τί είναι ακριβώς το σκοτάδι, αν όχι επιλογή του ανθρώπου; O αφηγητής κάποιες φορές απευθύνεται στον αναγνώστη του βιβλίου ανιχνεύοντας συνάμα τις προθέσεις του. Τον προτρέπει να διαβάσει το έργο και να αφεθεί χωρίς να βιαστεί να το κατηγοριοποιήσει, να του βάλει μια ταμπέλα. Ακόμα, ο θαυμαστός αφηγητής  ζει μόνο στα όνειρά του (αλλά όχι στη ζωή του), όπως μας πληροφορεί. Πιστεύει πως τα  όνειρα  είναι πιο εύκολα από τη ζωή. Οι σκέψεις του περί της γραφής, του ρόλου και της σημασίας της, δεν λείπουν. Μας δίνει και τη δική του προσέγγιση για την Τέχνη, στην οποία οι Δαίμονες μεταμορφώνονται σε Αγγέλους. Ανιχνεύει την ανθρώπινη ψυχολογία, αλλά και διέπεται και από μεταφυσικές ανησυχίες. Μέσα του κρύβει έναν ήρωα που απεγνωσμένα ζητά επιτέλους να απελευθερώσει. Σαφής είναι η μοιραία σχέση -σχέση αγκάθι  με τη μητέρα του, την οποία θανάσιμα μισεί.

Eν ολίγοις, λόγος άμεσος, λιτός, με ζωντάνια και θεατρικότητα, απόλυτα πεζογραφικός, με αράδες δοκιμιακής υφής και μετρημένες ποιητικές εξάρσεις. Όμως, θεωρώ ότι το αξιόλογο υλικό – σημειώσεις του Αντωνόπουλου, δεν έχει διευθετηθεί με τη δέουσα οικονομία, ώστε να είναι εκατό τις εκατό λειτουργικό. Το ζητούμενο πάντα είναι το σωστό κόψιμο και ράψιμο, η επιθυμητή ύφανση, αφαιρετικότητα και υπαινικτικότητα, ώστε να επιτευχθεί το ανοίκειο αποτέλεσμα και η λογοτεχνικότητα εν τέλει.

*Από το Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr

Benjamin Solah reviews Jeltje Fanoy

princess-by-night

Princes by Night
by Jeltje Fanoy

Island Press, 2015

Jeltje Fanoy’s Princes by night is part poetry collection and part fragmented family history, peppered with glimpses of the Dutch colonial experience in Indonesia. Her fourth collection, Fanoy has explained that it’s partly influenced by her becoming aware of Australia’s own colonial history, and has been her ambition for many years.
Fanoy describes herself sometimes as a sound poet as well as a ‘migrant poet’, and performs under the name ‘jeltje,’ often using music, alliteration and onomatopoeia. Princes by night, however, seems very much written for the page. For the most part it is a poetics of simple and minimal language, interchanging narrative verse and prose poetry. Examples of this mode include shorter pieces such as ‘little jaap’, and one of the most strident poems in the collection, ‘Roaring Twenties tempat’:

A loudmouthed consortium of
sugar industry interests
defending their, reportedly,
immeasurable wealth of
lighting cigars from banknotes,
and in panic over impending losses,
promoted, through paid lobbyists
and significant ownership of the Press …

‘Roaring Twenties tempat’ is compact and potent, using practical language against itself. In its intention and politics it is in the style of Jeltje the performer, but linguistically it is at home on the page. Its words would not gain anything by being read aloud, other than the potential to be a mouthful.
Perhaps that could work. Fanoy comes from the same era as – and claims influence from – πo, also a migrant poet with a strong performance background and one known for using regular and practical language to great effect. Princes by night does maintain the spirit of the 9 to 5 poets from which Fanoy and πo have come: its poetics is accessible to the working class whilst not dumbing down content – the issue of Dutch colonialism is hardly familiar to most Australian readers.
Continue reading →

Τάσος Πορφύρης, Νεμέρτσκα, Ποιήματα 1961-2011, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 2013

Tasos_Porfyris_Nemertska

Γιάννης Παπακώστας

Ο Τάσος Πορφύρης, γνωστός, χρόνια τώρα, και από τον κύκλο των «Σημειώσεων» και τακτικός συνομιλητής του Βύρωνα Λεοντάρη, συγκέντρωσε σε έναν τόμο την ποιητική του παραγωγή πενήντα χρόνων με τον εμβληματικό τίτλο Νεμέρτσκα, όπου περιλαμβάνονται και οι έως πρόσφατα ευσύνοπτες συλλογές: Το εγκαταλειμμένο σπίτι, Τοπίο, Τα λαβωμένα και άλλες. Νεμέρτσκα είναι το βουνό της ιδιαίτερης πατρίδας του στo Πωγώνι της Ηπείρου. Το βουνό που τον συνδέει με τα πατρογονικά χώματα, με το σπίτι του, και παράλληλα συνιστά βίωμα και σύμβολο μαζί. Πηγή απ’ όπου αρδεύεται ζωογόνους χυμούς.

Ο Πορφύρης, μεταπλάθοντας ποιητικά τα υλικά της ιδιαίτερης πατρίδας του, το νερό, τον αέρα, το βράχο, την αετοφωλιά, τα σύννεφα, ψυχή όλα τούτα της Νεμέρτσκας του και βέβαια και του πατρικού σπιτιού του, ούτε που σκέφτηκε, προς τι άλλωστε, ότι θα μπορούσε να του αποδοθεί μια κάποια τάση προς μια παραδοσιακή θεματολογία. Απόκλιση, δηλαδή, από το νεοτερικό και το μοντέρνο.

Το αντίθετο μάλιστα. Από τις βαθιές ρίζες ξέρει και παραξέρει να αντλεί και να απομυζά το γνήσιο και πρωτότυπο και επίσης να συμπλέκει άνετα και ευέλικτα το παραδοσιακό με το μοντέρνο και να διαχειρίζεται εύστοχα τα εκφραστικά του μέσα. Ο κρουνός της ποιητικής του ευφορίας τον οδηγεί σε έναν αβίαστο, γνήσιο τρόπο έκφρασης, και σε μια ολομέτωπη συνομιλία με το τοπίο του τοπίου του με πλήθος άλλες συνυποδηλώσεις. Και κυρίως η αμεσότητα, η ειλικρίνεια, το νηφάλιο ύφος, χωρίς στόμφο και εκφραστικές εκζητήσεις. Η αίσθηση της αγάπης, της θλίψης, της μοναξιάς και τόσα άλλα συμπυκνώνονται στο πρώτο κιόλας ποίημα με τον τίτλο «Και Συ Ποίηση».

Ποίημα δηλωτικό για τον άμεσο τρόπο έκφρασης και συμπύκνωσης των συναισθημάτων του, ενώ παράλληλα διαπερνά το στίχο του και η έντονα αφυπνισμένη κοινωνική του συνείδηση, βασικό στοιχείο της ποίησης του Πορφύρη. Έχουμε έτσι μια συναίρεση ψυχικών εντάσεων και αντιφάσεων με έντονη την προβολή του κοινωνικού στοιχείου:

Θλίψη σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο λυγμούς
χαρά που σε βγάζουν περίπατο βαθειές ανάσες
μοναξιά ξεχασμένη στη γωνιά μιας πολύβουης σάλας
τρομοκρατημένη από τα χειροκροτήματα
αγωνία μου συγκεντρωμένη στην έξοδο της κάννης
του ντουφεκιού της νύχτας
ανησυχία ξαγρυπνισμένο καντήλι
στον ύπνο των πουλιών
και συ ποίηση ευλογημένη επανάσταση στο αίμα μου
πολύτιμο κλειδί για τις καρδιές του κόσμου.

Continue reading →

17 κολάζ πάνω σε 17 ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη

IMG_0551-600x600


17 κολάζ πάνω σε 17 ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, έκδοση πολυτελείας, Γιώργος Δρίζος, εκδόσεις Verlag an der Friedensgasse 2015

Πολλές φορές έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο ένα εικαστικό έργο να εμπνεύσει έναν ποιητή και να γραφτεί ένα πολύ όμορφο ποίημα και το αντίστροφο: Ένα όμορφο ποίημα να εμπνεύσει έναν ζωγράφο, να δημιουργήσει ένα όμορφο εικαστικό έργο. Η παραπάνω παρατήρηση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ποίηση και η ζωγραφική είναι τέχνες, όπου η μια συμπληρώνει την άλλη.

   Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε, να μελετήσουμε και να θαυμάσουμε το βιβλίο του Γιώργου Δρίζου 17 κολάζ πάνω σε 17 ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, μια πρόσμιξη ποίησης και ζωγραφικής με την τεχνική του κολάζ. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις ελβετικές εκδόσεις Verlag an der Friedensgasse, σε αποκλειστική διάθεση στην Ελλάδα από το Βιβλιοπωλείο του Βακχικόν.

   Από τη μια πλευρά έχουμε τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, όπου είναι ο πιο διαδεδομένος, ο πιο μεταφρασμένος και ο διαχρονικότερος Έλληνας ποιητής. Τα ποιήματά του έχουν εκδοθεί και ξαναεκδοθεί από πολλούς εκδοτικούς οίκους, έχουν κοσμήσει εικαστικά έργα, έχουν μελοποιηθεί, έχουν μεταφραστεί, ενώ αποσπάσματα έχουν χρησιμοποιηθεί σε αμέτρητα δοκίμια και άρθρα. Μέχρι πρόσφατα είδαμε να αναρτώνται στίχοι του Καβάφη στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς εντελώς αποσπασματικοί και δίνοντας άλλο νόημα από αυτό, που έδωσε στην πραγματικότητα ο ποιητής.

   Από την άλλη πλευρά έχουμε τον διακεκριμένο ζωγράφο Γιώργο Δρίζο, όπου τα έργα του κοσμούν μεταξύ άλλων την Εθνική Πινακοθήκη, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, υπουργεία, τράπεζες, μουσεία και διάφορες δημοτικές και ιδιωτικές συλλογές. Οι δύο πλευρές συναντιούνται και ως αποτέλεσμα έχουμε το παρόν βιβλίο.

   Το πιο βασικό στοιχείο, που παρατηρούμε είναι ότι ο Γιώργος Δρίζος στέκεται με απόλυτο σεβασμό απέναντι στα ποιήματα του Καβάφη. Δεν βάζει τους στίχους μέσα σε έργα ζωγραφικής, ούτε τους παρουσιάζει αποσπασματικά, αλλά παραθέτει ολόκληρο το ποίημα στην μια σελίδα και στην απέναντι το αντίστοιχο κολάζ. Έτσι και το νόημα του ποιήματος δεν αλλοιώνεται και ο αναγνώστης μπορεί να δει τόσο το ποίημα όσο και το κολάζ κοντά-κοντά. Τα ποιήματα, που περιλαμβάνονται είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά, όπως τα: Ιθάκη, περιμένοντας τους βαρβάρους, Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον, Τείχη, Θερμοπύλες, Η Πόλις, Κεριά, αλλά και ποιήματα, που είναι προσωπικές επιλογές του Γιώργου Δρίζου, όπου υποθέτουμε ότι τον ενέπνευσαν περισσότερο, όπως τα: Μάρτιαι Ειδοί, και Άγε, ω Βασιλεύ Λακεδαιμονίων.

   Όπως παρατηρεί και η κριτικός τέχνης Αθηνά Σχινά στον επίλογο του βιβλίου: «ο Γιώργος Δρίζος επέλεξε να συνομιλήσει με ορισμένα ποιήματα του Κ. Καβάφη, διαμορφώνοντας συνθέσεις, όχι με το πινέλο και τα χρώματα της παλέτας του, αλλά με τα collages του». Το υλικό, που χρησιμοποιήθηκε είναι κατάλληλα κομμένα φωτολιθογραφικά χαρτιά και όταν λέμε κατάλληλα εννοούμε, ότι δεν είναι απλές απεικονήσεις, ούτε πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι, αλλά ότι καταφέρνουν να αποδώσουν το νόημα του ποιήματος, ακόμα και τη λεπτή ειρωνεία ορισμένων ποιημάτων. Με αυτόν τον τρόπο, ο Γιώργος Δρίζος μας δείχνει ότι είναι πολύ καλός γνώστης της αφαιρετικής και θα ξεχωρίσουμε ιδιαίτερα το κολάζ, που βρίσκεται στο ποίημα: Ιθάκη. Το άγαλμα, που πετάει συμβολίζει το αέναο ταξίδι, τα τοπία, που εμφανίζονται συμβολίζουν τις διάφορες περιπέτειες του ταξιδιού, ενώ κάπου στο βάθος η φωτισμένη πόλη συμβολίζει την Ιθάκη, τον τελικό προορισμό.

   Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, σαν επίλογος του βιβλίου υπάρχει μιας εκτενής κριτική της κριτικού και ιστορικού τέχνης Αθηνάς Σχινά, όπου παραπέμπουμε, όποιον θα ήθελε να εντρυφήσει περισσότερο στον εικαστικό χαρακτήρα του έργου, ενώ στο τέλος υπάρχει και ένα σύντομο βιογραφικό του Γιώργου Δρίζου για όποιον δεν γνωρίζει το μέχρι σήμερα πολυσχιδές έργο του.

   Κλείνοντας, θα θέλαμε να συγχαρούμε τον Γιώργο Δρίζο για το πολύ σημαντικό αυτό έργο του και να συμπεράνουμε, πως όταν δυο πνευματικοί ογκόλιθοι συναντιούνται, τότε το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

*Από το Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr

Σπύρος Μοσκόβου: Οι Αφρικανοί του Γκρύνμπαϊν

Screen+Shot+2015-05-01+at+11.34.57+PM

Ο Ντουρς Γκρύνμπαϊν, ένας από τους γνωστότερους σύγχρονους Γερμανούς ποιητές, δημοσίευσε σε εφημερίδα ένα ποίημα για τους Αφρικανούς μετανάστες που ζουν όπως όπως σε πλατείες και πάρκα της Ευρώπης. 

Τα ναυάγια στη Μεσόγειο την περασμένη εβδομάδα, οι εκατοντάδες πνιγμένοι πρόσφυγες κάτω από τα γαλάζια κύματα, ο συνωστισμός του Τρίτου Κόσμου στα υγρά κράσπεδα των χωρών των Λωτοφάγων, όλα αυτά κατέκλυσαν και πάλι, προσωρινά αλλά επιτακτικά, τη δημόσια συζήτηση στην Ευρώπη. Τραγικές ιστορίες αναδύθηκαν στα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ, στατιστικά στοιχεία για την πολιορκία του φρουρίου μας από τα στίφη των πενόμενων αναψηλαφήθηκαν, οι ηγέτες της ΕΕ τήρησαν στις Βρυξέλλες ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των θυμάτων. 

Screen+Shot+2015-05-02+at+12.10.13+AM

Φυγή προς την Ευρώπη

Εκτός όμως από τη συμβολή της δημοσιογραφίας, της στατιστικής και της πολιτικής στην περιγραφή της νέας, μεγάλης μετανάστευσης των λαών, υπάρχει άραγε άλλη τέχνη που να προσφέρει κάποια άλλη προσέγγιση; Μια τέτοια δυνατότητα προσφέρει η ποίηση, κι ας είναι για τους περισσότερους απροσδόκητη. Ο Γερμανός ποιητής Ντουρς Γκρύνμπαϊν, παρατηρώντας μερικούς Αφρικανούς μετανάστες σ’ ένα πάρκο, έγραψε ένα ποίημα που δημοσιεύθηκε χωρίς επιτακτική αφορμή πριν από μερικές εβδομάδες στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung. Ας το διαβάσουμε:
Continue reading →

Φόρεσέ με, ποίηση, Άμαρτζιτ Τσάνταν, μτφρ. Χριστίνα Λιναρδάκη, Ανδρέας Πιτσιλλίδης, εκδόσεις Μανδραγόρας 2014

Άμαρτζιτ-Τσάνταν-Φόρεσέ-με

H Xριστίνα Λιναρδάκη και ο Αντρέας Πιτσιλλίδης μας γνωρίζουν το έργο του Άμαρτζιτ Τσάνταν. Επιλέγουν τα καλύτερα κατά την γνώμη τους ποιήματα από το σύνολο της δουλειάς του, τα μεταφράζουν και τα παρουσιάζουν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, με το βιβλίο Φόρεσέ με που κυκλοφορεί από της εκδόσεις Μανδραγόρας.

Στο κατατοπιστικό σημείωμα για τη μετάφραση, η Χριστίνα Λιναρδάκη μας αναλύει το σκεπτικό της έκδοσης του βιβλίου, καθώς επίσης αναφέρεται στη συνεργασία της με τον Αντρέα Πιτσιλλίδη αλλά και στην επικοινωνία της με τον Άμαρτζιτ Τσάνταν.

Ο ποιητής μας γεννήθηκε το 1946 και ζει στο Λονδίνο από το 1980. Έχει εκδώσει στα παντζάμπι επτά ποιητικές συλλογές και τρία βιβλία με δοκίμια. Έχει εκδώσει και δύο ποιητικές συλλογές στα αγγλικά. Έργα του είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά σε διάφορες χώρες του κόσμου, έχει λάβει διακρίσεις σε Αγγλία, Ινδία και Η.Π.Α. Ποίημά του έχει χαραχθεί στα παντζάμπι και τα αγγλικά, σε πλάκα γρανίτη ύψους 12 μέτρων και αναρτηθεί σε πλατεία της περιοχής Slough έξω από το Λονδίνο. Ποιητής που ζει στο σήμερα και διακατέχεται από μια θυμοσοφία, που όμως δεν μας παραπέμπει σε κάτι παλαιομοδίτικο ή ξεπερασμένο.

Τα ποιήματά του αποπνέουν μια αλήθεια και χαρακτηρίζονται από αμεσότητα. Η αλήθεια υπάρχει όπως είναι/δεν είναι ούτε καλυμμένη/ούτε γυμνή/η δημιουργία στέκεται μπροστά στον εαυτό της όπως ο εαυτός της. [Γιατί μεταφορές] Η φιλοσοφική τους χροιά είναι εμφανής. Σκέψη και ποίηση. Ποίηση και σκέψη. Παντρεύονται αρμονικά και λειτουργούν, αφού ερεθίζουν την ψυχή του σύγχρονου αναγνώστη. […]Το αύριο είναι ό,τι δεν είναι παρόν./Το αύριο είναι ένα όνειρο που θα μοιραστούμε/μέσα σε μια στιγμή./Το αύριο είναι η μέρα που όλα τα ρολόγια θα διαλυθούν/Ό,τι πρόκειται να συμβεί είναι το αύριο./Το αύριο είναι ο θάνατος/Το αύριο είναι η ζωή [Το Αύριο]

Απαλή η υφή των ποιημάτων, ποίηση διαυγής που κοινωνεί τα νοήματά της με τρόπο αβίαστο: […]Τα κάδρα είναι παράθυρα/που ανοίγουν προς τα μέσα το τοπίο του νου. [Κάδρα] […]Κι όταν ακόμα δεν υπήρχε χαρτί, υπήρχε η ποίηση./Κι όταν ακόμα δεν υπήρχε άνθρωπος, η ποίηση πάλι υπήρχε. [Το χαρτί] […]Όλα ζουν και πεθαίνουν/στη μητρική μου γλώσσα. [Μητρική γλώσσα] […]Μείνετε εναργείς… πάντα να θυμάστε το Άχρονο. [Μουσείο ρολογιών στο Den Gamle By στο Αarhus της Δανίας] […]…αφού όλα υπάρχουν όπως είναι/δεν μπορούν να είναι σαν κάτι άλλο. [Γιατί μεταφορές] Για “ουσιαστική λιτότητα” της ποίησής του κάνει λόγο και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ που προλογίζει το βιβλίο. Ακόμα γράφει χαρακτηριστικά: Αυτό που επίσης κατορθώνει ο Άμαρτζιτ Τσάνταν είναι να εκφράζει την πολύπλοκη διανοητική του σκέψη απλά, αρμονικά, με φυσικότητα αναπνοής.

Ποίηση που σε φέρνει σε επαφή με τις εσώτερες πτυχές του εαυτού σου και σε κάνει να αναστοχαστείς την αξία και την αφή των πραγμάτων. Κοιτάς κατάματα το φως χωρίς να τυφλώνεσαι και αναλογίζεσαι την επίδρασή του στην ψυχή σου. Μελετάς τις σκιές και συμφιλιώνεσαι μαζί τους. Κάνεις σπουδή στο εύθραυστο του κόσμου τούτου, ανοίγεσαι, απλώνεσαι, υπάρχεις. Tα όνειρα μαθαίνουν να αντέχουν τα σκιρτήματα της φαντασίας. Τα ποιήματα γίνονται βλέμματα και στόματα που φιλούν τα πράγματα γύρω τους.

Και είναι μαγικό όταν ο ποιητής αναποδογυρίζει το ποίημα. Ή όταν το ξεφλουδίζει σαν πορτοκάλι. […]Ο ποιητής ξεφλουδίζει το ποίημα σαν πορτοκάλι./Το μέσα είναι πιο όμορφο/Είναι γλυκό σαν το φιλί του ήλιου./Υπάρχει ένας σπόρος εκεί/του μέλλοντος/του θανάτου/της αμφιβολίας. [Ο Ποιητής]

Ασημίνα Ξηρογιάννη

*Αναδημοσίευση από το Βακχικόν http://www.vakxikon.gr