Για την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου

11039408_10155209376410315_1580520227_n

Πάει καιρός που έλαβα την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου. Ξέρετε πως πάει, αν βλέπεις το βιβλίο ως κάτι ζωντανό, χαϊδεύεις τις διαστάσεις του, μυρίζεις προσεκτικά τα χαρτιά, κολλάς κανένα πεντάλεπτο στην προμετωπίδα, κι άλλα τέτοια γραφικά. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω, δε σταμάτησα πουθενά. Διάβασα με ενδιαφέρον μέχρι και τον κολοφώνα. Δεν ξέρετε τι βάσανο είναι αυτό για έναν άνθρωπο που σπάνια δημιουργεί αυστηρή δομή στο διάβασμά του, που μπορεί να πετάει από στίχο σε στίχο και από σελίδα σε σελίδα χωρίς να σέβεται τον κόπο του συγγραφέα. Λοιπόν για αυτό εδώ το βιβλιαράκι, πρέπει να γράψω κάτι. Τι πέτρα έχω φάει; Πως μπορεί να υπάρχει ένα κείμενο που να πλησιάζει τόσο πολύ την εικόνα που έχεις για τον έρωτα, έτσι που διαβάζοντάς το να σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αυτές οι σκέψεις ξεπηδάνε από το δικό σου κεφάλι;

Το βράδυ εκείνο ένιωθα πως είχα πυρετό. Πάλευα να το εξηγήσω λογικά. Τα κείμενά μας και οι εμπειρίες μας. Κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Ένας Έλληνας που τον πνίγει η Ελλάδα, ένας άνθρωπος που γράφει, κάποιο περίεργο καράβι τον βγάζει στην Κύπρο, όπου αισθάνεται απόλυτα ξένος και απόλυτα ντόπιος, δουλεύει dj πίνοντας σε μπαρ της Λευκωσίας, εκδίδει βιβλία. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν με αυτή την πορεία εκτός από μας; Θα μπορούσαμε να έχουμε βρεθεί χιλιάδες φορές, να έχουμε πει απίστευτες αλήθειες πάνω στη ζαλάδα μας την ώρα που σβήνει η τελευταία μπαλάντα κι έχουν μείνει δυο-τρεις τρεκλίζοντας από αγάπη ή απόγνωση. Κι όμως, μία φορά ήταν να βρεθούμε και εγώ έφυγα πέντε λεπτά νωρίτερα, ενώ αυτός άργησε πέντε λεπτά. Δεν είναι λογοτεχνικό καπρίτσιο αυτό που γράφω, έγινε έτσι. Πάλι όμως στραβοπατάνε οι σκέψεις μου, όλο ξεκινάω να πω για κείμενα και λέω για ανθρώπους.

zaketa

Όλη η συλλογή είναι ένα σπαρακτικό βίωμα του έρωτα, όχι απλό ημερολόγιο ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, αλλά υπαρξιακή κατάθεση. Η Άννα είναι μία και μοναδική, και μαζί είναι όλες οι γυναίκες που αγαπήσαμε.
Είπα λοιπόν να γράψω κάτι για την Άννα. Δεν έγραψα τίποτε. Την ξανάβαλα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Τι να γράψω; Ότι μου άρεσε το τάδε απόσπασμα; Αυτά είναι για άλλου τύπου συλλογές. Τελικά κάτι μήνες αργότερα, ξαναπερνώντας ανάμεσα από αυτές τις γραμμές, μου ήρθε να γράψω αυτό. Μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την Άννα, μπορεί και να έχει.

*Αναδημοσίευση από το http://planitas.blogspot.com.au/2015/02/blog-post.html

Tα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου – Ο ποιητής Κ.Π. Καβάφης ως αναγνώστης της Ιστορίας

images


Γεωργία Λαδογιάννη

Η φράση «τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου» είναι ο τελευταίος στίχος από το ποίημα «Μάρτιαι Ειδοί» (1906, 1910). Μας χωρίζουν περισσότερα από 100 χρόνια από τη σύλληψη και τη δημοσίευση του ποιήματος. Ο Καβάφης όμως έκανε την ποίηση να μην έχει σύνορα. Ούτε στον χρόνο ούτε στον τόπο. Στο ποίημα «Μάρτιαι Ειδοί» στοχάζεται να μιλάει στον Ιούλιο Καίσαρα και να του λέει το μοιραίο του λάθος: ότι η δολοφονία του από τον Βρούτο και τον Κάσσιο δεν θα είχε γίνει αν έδινε σημασία στον σοφιστή Αρτεμίδωρο και στα λόγια του, που τον προειδοποιούσαν να προσέχει την ημέρα των Μάρτιων Ειδών.

Όμως, η ιστορία του Καίσαρα, με τον τρόπο που την φωτίζει ο Καβάφης, μιλάει για την εποχή μας. Υπάρχουν και στη δική μας εποχή, οι περιώνυμοι άνθρωποι, οι απορροφημένοι από την άσκηση της εξουσίας που αδιαφορούν για τα ουσιαστικά πράγματα· έχουν χάσει το μέτρο της ζωής. Αναρωτιόμαστε πόσο αυτοί «ακούνε» τον Αρτεμίδωρο, το τι δηλαδή τους λέει ο άνθρωπος, από τα βάθη της Ιστορίας του. Ο ποιητής (και εμείς μαζί του) φοβάται τες φιλοδοξίες της εξουσίας κάθε εποχής, αυτές που οδήγησαν τον Καίσαρα στη Σύγκλητο (όπου έγινε ο φόνος), γι’ αυτό φωνάζει δυνατά τη φράση-στίχο, με την οποία ξεκινά το ποίημα: τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Για τον Καβάφη η Ιστορία δεν είναι χρονική ακολουθία που απομακρύνει τις εποχές και τα γεγονότα αλλά απόθεμα από ισοδύναμες δράσεις. Η ποιητική του όραση ασκεί την ευαισθησία της και οξύνει την κρίση της –να μην ξεχνάμε τις δύο βασικές εκδηλώσεις του Καβάφη: του αισθητή και του σοφιστή– μελετώντας τον άνθρωπο, πάνω στη δράση του. Έτσι η Ιστορία γίνεται μελέτη βίου. Μέσα στην Ιστορία βλέπει τον άνθρωπο να αντιμετωπίζει ξανά ερωτήματα που είχαν τεθεί στο παρελθόν ή να ηττάται με τρόπο μοιραίο, ενώ ήταν στη δική του επιλογή να σωθεί και να αποφύγει την ήττα.

Διαβάζοντας σήμερα την ποίησή του, έχουμε μια εικόνα της Ανθρώπινης Περιπέτειας. Η ίδια η ζωή εξάλλου του Καβάφη, σε εποχή κρίσιμη και τόπο σημαδεμένο από την ιστορία, του έδινε αρκετά κίνητρα για έναν αναστοχασμό πάνω στο ξετύλιγμα της ζωής λαών και πολιτισμών που είχαν περάσει και είχαν ζήσει στον ίδιο τόπο, από την αρχαία εποχή μέχρι τις δικές του μέρες.

Κι ήταν ακόμη οι προσωπικές δυσκολίες, κυρίως εξαιτίας της ερωτικής του αίρεσης· τις αντιμετωπίζει μέσα από μια θεωρία βίου, που είναι μια αναγκαία περιφρούρηση της δικής του θέσης. Αναστατώσεις από μεταβολές συμβαίνουν και στη ζωή της οικογένειας. Μετά το θάνατο (1870) του πατέρα Πέτρου Καβάφη, ο ποιητής βιώνει την σταδιακή παρακμή του εμπορικού οίκου βάμβακος και έχει να λύσει το πρόβλημα του βιοπορισμού του, που το κάνει με την εξασφάλιση της θέσης του Υπαλλήλου στην Αγγλική Εταιρεία Υδάτων, όπου εργάστηκε ως το τέλος.
Αλλά και οι πόλεις που γνώρισε και έζησε στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια είναι πόλεις με φορτία Ιστορίας και ηγεμονικές μνήμες: Αλεξάνδρεια, Λονδίνο, Κωνσταντινούπολη και ξανά Αλεξάνδρεια, για μόνιμη εγκατάσταση. Είναι οι πόλεις της οικογενειακής του μετοικεσίας που κράτησε περίπου 15 χρόνια. Επειτα, στον τόπο της μόνιμης εγκατάστασης, βιώνει τα ανοιχτά προβλήματα της σύγχρονης αποικιακής Αλεξάνδρειας, μιας πόλης που καταφέρνει, ωστόσο, να διατηρεί τη μνήμη του ελληνιστικού της παρελθόντος, όπως και την πολιτισμική της ταυτότητα, που είναι μια ταυτότητα του κράματος.
Continue reading →

Θεόδωρος Μπασιάκος, Αγγούρια και μαργαρίτες

mpasiak

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ, “ΑΓΓΟΥΡΙΑ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ,
ΑΠΑΝΤΑ Τ. 1/2015”,
ΕΚΔΟΣΗ ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Είμαι βέβαιος πως αν ο Θοδωρής Μπασιάκος αποφάσιζε να εγκαταλείψει τούτη την άνοστη εποχή μας, κι αν αποτολμούσε μέσω μιας συμπαντικής σκουληκότρυπας να μεταφερθεί κάπου στον ελληνιστικό κόσμο, τότε σίγουρα τα ποιήματά του θα τα διαβάζαμε εμείς τώρα ανθολογούμενα στην “Παλατινή Ανθολογία”, και μάλιστα δίπλα δίπλα, παρέα με μια κανάτα κρασί ως την αυγή, με τα ποιήματα του εξαίρετου Παλλαδά. 

Αν κάτι χαρακτηρίζει ειδικότερα τον λόγο του Μπασιάκου, πέρα από ότι μπορούμε να βρούμε και αλλού, δεν είναι μόνο η περιπαικτική και σκωπτική του διάθεση, παρά, και κυρίως, η λεπταίσθητη και τρυφερή βοημική ματιά του για ότι τον (και μας) περιβάλει.

Κι ενώ στα χρόνια που διανύουμε όλοι μας αποφεύγουμε, σχεδόν φοβούμαστε ως περιοχή “ποιητικού θανάτου” , τις αυτοεκδόσεις (διότι όντως έχει υπερχειλίσει η αυτοέκδοση από εντελώς αδύναμες προσπάθειες γραφής) και προστρέχουμε στην (εντέλει και πάλι αμφίβολη) θαλπωρή των εμπορικών εκδόσεων, ο Θεόδωρος Μπασιάκος (είμαι βέβαιος, σίγουρος για τον εαυτό του και άρα ανόθευτος ταπεινών ελατηρίων) αποτολμά να εκδίδει τα πολύ καλά ποιήματά του μόνος του και να τους δίνει την (γεμάτη ρώμη και υγεία) χαρά να μοιράζονται από χέρι σε χέρι. Απλώς αναζητήστε τα!

*Αναδημοσίευση από τη Θράκα στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2015/06/04.html

Nάσος Αθανασίου, Εν υπνώσει

11538968_854215224616072_2707656290927968107_o

Νέα Κυκλοφορία
ΕΝ ΥΠΝΩΣΕΙ
Εξώφυλλο: Πίνακας του Odilon Redon
νεοελληνική ποίηση
44 σελίδες,
6,39 ευρώ, e-book: 3,59 ευρώ

Άστεγος ξανά μα φωτεινός, στο ίδιο παγκάκι
χωρίς παλτό και πλάτη ξέσκεπη
βλέπω πια τα πεφταστέρια να προσπαθούν να μάθουν σημάδι.
Συνειρμικά θυμήθηκα ένα παλιό κόλπο
που κάνουν οι ιδιοκτήτες σπιτιών σε μελλοντικούς ενοικιαστές.
Για να κρύψουν τη μούχλα από την υγρασία
περνούν τους τοίχους δεύτερα και τρίτα χέρια μπογιά.
Δεύτερα και τρίτα χέρια μπογιά.
Μαζί και ταυτόχρονα.

*O Νάσος Αθανασίου γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε Εφαρμοσμένη Στατιστική και εργάζεται ως μαθηματικός στη Μέση Εκπαίδευση. Η ποιητική συλλογή ‘Εν υπνώσει’ είναι το πρώτο του βιβλίο.
Preview του βιβλίου:http://www.vakxikon.gr/content/view/2267/4678
Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο του Βακχικόν, Ασκληπιού 17 Αθήνα.
Διακίνηση: Αχιλλέας Σίμος, Μαυροκορδάτου 9 Αθήνα.
Και σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία.

“φλέβα που σπάει” του Γιώργου Μπουρλή και “πλαστική άνοιξη” της Στέργιας Κάββαλου

Ξεκινώ ομολογώντας ότι είναι άδικη η σύγκριση. Όμως διάβασα αυτές τις δύο συλλογές τη μία μετά την άλλη και ήταν αναπόφευκτη.

plastiki

Πρώτα διάβασα την “πλαστική άνοιξη” της Στέργιας Κάββαλου. Είναι ένα συμπαθές ποιητικό βιβλίο. Μια ποιήτρια με δυνατότητες. Αλλά δεν ξετρελλάθηκα. Ας κρύβονται πίσω από τους στίχους της σπασμένα παιδικά παιχνίδια, η παιδική ηλικία (ένα θέμα που πάντα με δονεί), καραμέλες, ζαχαρωτά και δόντια χαλασμένα από τη ζάχαρη. Είναι ο τρόπος που κλείνει τα ποιήματά της με μια, μάλλον άστοχη, ερώτηση (βλ. για παράδειγμα το ποίημα «12 εβδομάδων») ή με έναν στίχο που αντιστρατεύεται το προηγούμενο ποίημα χωρίς να το ανατρέπει ωραία («Α7», «πλαστική άνοιξη», «υπέρ υγείας») ή ίσως είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα ποιήματά της είναι τόσο μικρά που δεν προλαβαίνουν να αναπτυχθούν όσο θα έπρεπε και φαίνονται ανολοκλήρωτα. Σίγουρα πάντως κάτι φταίει που το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που θα περίμενε κανείς. Φυσικά, η συλλογή περιλαμβάνει και ορισμένα πολύ ωραία ποιήματα («χρόνια πολλά», “it’s a sin”, «ξανά και πάλι», «της μοίρας σου», καθώς και το «ή να μη ζει;», αν δεν τελείωνε όπως τελειώνει, δηλ. με πολύ φτωχό κι αδύναμο τρόπο γι’ αυτό που επιχειρείνα πει), αλλά δυστυχώς δεν αρκούν για να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα πραγματικά καλό ποιητικό βιβλίο.

fleba

Και μετά από αυτό, άνοιξα το «φλέβα που σπάει» του Γιώργου Μπουρλή. Και χωρίς να έχω ούτε καν φτάσει στη μέση αναφώνησα: «Επιτέλους!» και ρούφηξα το υπόλοιπο χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί πράγματι πρόκειται για ποίηση καλή, απόλυτα ανθρώπινη, που – επιτέλους – νιώθω ότι με αφορά. Είναι ποίηση γραμμένη από έναν άνδρα με πολύ υψηλό EQ, ο οποίος γνωρίζει πολλά για την ανθρώπινη κατάσταση, για τον μέσα του κόσμο, για την αρσενική ψυχή και την ψυχή γενικά. Και όλα αυτά που γνωρίζει μας τα φανερώνει με μεγάλη δύναμη και δυναμική, με τόλμη, αποφασιστικότητα, πάθος και…ναι, λοιπόν, μπράβο! Όχι δεν με έχουν ματιάσει, εγώ είμαι που τα λέω όλα αυτά, εγώ που έγραψα και την πιο πάνω παράγραφο. Εξαιρετικά είναι τα ποιήματα για και προς την κόρη του («Γυναίκα πια», «Νανουρίζοντας την κόρη μου»), συγκλονιστικά τα ερωτικά του (ιδίως το «Γέννα είναι… γέννα», “Le vent nous portera”, «Κάποιοι πολύ τυχεροί») και, ακόμη και αν υπάρχουν μερικά όχι τόσο καλά ποιήματα μέσα σε όλα, δεν είναι τόσο «ηχηρά» ώστε να αλλοιώσουν τη συνολική εντύπωση που αφήνει το βιβλίο, η οποία είναι πως πρόκειται για πολύ καλή ποίηση (ψιθυρίζω, ευλαβικά σχεδόν, έναν στίχο του: «να είσαι λάμπα πυρακτωμένη και να ζητάς να σ΄ αγγίξουν»)!

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παραθέτω λίγα ποιήματα και από τις δύο συλλογές:

της Στέργιας Κάββαλου

ξανά και πάλι

φιλιά πεσμένα στο πάτωμα.

με χλωρίνη καθάρισα,
τις γλώσσες προσπέρασα.

σε καυτές μασέλες γλιστρίζω.

και με καταπίνουν τα παρελθόντα,
και με θάβει το σπίτι.
και μου τα έλεγε η μαμά,
να μαζεύω τα παιχνίδια μου από κάτω,
μη σκοτωθώ.

***

της μοίρας σου

τρύπησαν τα σκουπίδια στο σαλόνι,
σημάδι το πήρα κι άρχισα

να πίνω το ληγμένο γάλα
να μασουλάω τα τσόφλια,
να αλείφομαι τηγανισμένο λάδι.
βρήκα και κάτι μικρά ρούχα,
τα φόρεσα κι αυτά
κι έγινα από βάτραχος πριγκίπισσα.

όταν ήρθε το σκουπιδιάρικο,
μάζεψε την άδεια σακούλα.
καθόλου δεν με αναγνώρισε.

του Γιώργου Μπουρλή

Κάποιοι πολύ τυχεροί

Μπήκα σ’αυτόν τον έρωτα
μ’ ένα μπουκάλι κρασί στο χέρι
και τα μαλλιά γεμάτα αγριόχορτα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.
Αυτή; Η πιο όμορφη ιστορία του κόσμου.
Με θυμάμαι να της πλέκω με
τις λέξεις μου σκεπάσματα. Και κρυφά, την ώρα που
κοιμόταν, ν’ αγγίζω φοβισμένος τα χείλια,
τις φλέβες στο λαιμό της, τις ρώγες της,
και να μετρώ τα κόκκαλα στα
πλευρά της να δω αν είναι άνθρωπος.
Ήταν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ.
Κι ήταν οι πιο μυρωδάτες οι μέρες και οι ώρες κι όλα τα
δευτερόλεπτα τότε. Ένας πλανήτης
χωρίς καμιά ισορροπία.
Θυμάμαι την πόλη να βάζει τα
ξυπνητήρια της πρωί πρωί να μας
χορτάσει. Εμείς τ’ ακούγαμε και γελούσαμε.
Οι δρόμοι αγριεμένοι από τη ζήλεια
κι ο χειμώνας έκανε πως κορόιδευε,
η νύχτα έλιωνε μόνη τ’ αστέρια της,
καθώς μανάδες ξεχνούσαν τα
παιδιά τους στα σούπερ μάρκετ.
Εγώ; Οξειδωμένο μέταλλο
κι ένα ξεθωριασμένο κομμάτι ρούχο,
έτσι τσακισμένος.
Πληγή καλυμμένη με μια βρώμικη γάζα,
έτσι δοσμένος.
Μπήκα σ’ αυτόν τον έρωτα
με την πιο μεγάλη μου ανάσα. Και δεν βγήκα.
Ένας άσχημος κι ασήμαντος ποιητής. Μα ποιητής.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr/search/label/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82%20%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BB%CE%AE%CF%82

Miodrag Pavlovic, Ο τυφλός βασιλιάς στην εξορία

632483223845806

Σας γράφω απ’ την πρωτεύουσα του κόσμου.
Κάθομαι εδώ μπρός στο παράθυρο εγώ,
ο βασιλιάς επισκέπτης
κι ακούω το θόρυβο του δρόμου πίσω από τους τοίχους,
το κουβεντολόι εκείνων που γυμνάζουν τα γεράκια
και τις κραυγές στα ικριώματα.
Το πρωί γονάτισα στο μαρμάρινο πάτωμα
και το βράδυ θ’ ακούσω τους ψαλμούς της μετανοίας.
Δειπνώ με γυναίκες που ευωδιάζουν
κι έτσι ζω εξόριστος σε τούτη την αυτοκρατορική πόλη
αν κι είμαι κοντά σε τόσα διαφορετικά μέρη του κόσμου.
Θα μπορούσα να ‘χα δει μυθικά πράγματα εδώ
αν δεν μου ‘χαν βγάλει στη χώρα μου τα μάτια.
Πρέπει να επιστρέψω εκεί να ψάξω για το φως μου
όμως τυφλός εγώ πώς να ‘βρω πού είναι η χώρα μου;
Γνωρίζω μόνον τους δρόμους
που βρίσκονται βαθιά στον πυθμένα της μνήμης,
δρόμοι χαραγμένοι από ψαλμούς που από το χέρι μ’ οδηγούν
όπως τα σύννεφα από τη μια στην άλλη όχθη.
Αν με καθήσουν οι αγγελιαφόροι στη σέλα του αλόγου,
αν οι γρήγορες άμαξες μ’ οδηγήσουν μακριά
μπορεί κανένας να μου πει σε τί θρόνο θα με βάλουν να καθήσω;
Πώς να κυβερνήσω ένα αόρατο βασίλειο;
Μόνον υπηρέτης μπορώ να ‘μαι,
ζητιάνος μπρος σ’ αμπαρωμένες πόρτες·
ο πατέρας μου που στον κόσμο αυτό με τύφλωσε
μπορεί στον επόμενο κόσμο να με γιατρέψει.
Στο γιο μου αφήνω τις μάχες,
το στέμμα και το διπλό όραμα.
Ας χτυπήσει σκληρότερα τους ξένους με το σκήπτρο του
κι όσο για μένα θα φύγω ήσυχος να ψάξω για το φως μου.

Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του Σέρβου λόγιου ποιητή Miodrag Pavlovic.

Γεννηθείς το 1928 στο Novi Sad, γιατρός ως προς το επάγγελμα, συνέδεσε το όνομά του με τη μοντέρνα ποίηση στη χώρα του, ενώ υπήρξε πολυγραφότατος με πολλά δοκίμια, κριτικές, ανθολογίες και οδοιπορικά από τα ταξίδια του ανά τον κόσμο. Υπήρξε διαπρεπές μέλος της Σέρβικης Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών καθώς και της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Ποίησης. Πολυβραβευμένος για την ποιητική του δημιουργία, δις υποψήφιος για το Νομπέλ Λογοτεχνίας, μεταφράστηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και στη χώρα μας κυκλοφόρησε το 1981 ο τόμος «Ποιήματα», από τις εκδόσεις Μαυρίδη και σε μετάφραση της Νέλλα Πέτριτς Ρέσλερ.

Στο συλλογικό έργο «Η ποίηση του κράματος» η Ξένια Μαρίτσκι Γκατζάνσκι αναφέρει χαρακτηριστικά: «στην ποίηση του Μ. Πάβλοβιτς, αν και δεν αναφέρεται απευθείας σε ιστορικά γεγονότα, όπως στον Καβάφη, είναι παρούσα η προειδοποίηση του σοφού ποιητή. Η ποιητική του είναι γεμάτη στοχασμούς για το εφήμερο, τη ματαιότητα του κόσμου και του ανθρώπου και έχει τη συνείδηση του μεσογειακού ανθρώπου για τις αιώνιες διαπολιτισμικές επιδράσεις γλωσσών και λαών». Ο μεγάλος Σέρβος λογοτέχνης, ο οποίος έτρεφε πολύτιμα αισθήματα εκτίμησης και σεβασμού για τη χώρα μας, απεβίωσε τον Αύγουστο του 2014. Το ήθος, η ευρυμάθεια και η συνεισφορά του στην ποιοτική διεύρυνση της συλλογικής γνώσης του αναγνωστικού κοινού, είναι ευθέως ανάλογα με το μέγεθος της απώλειας.

*Αναδημοσίευση από το http://invisiblelighthouse.wordpress.com/2015/05/29/%CE%BF-%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%8C%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/

Southern Sun, Aegean Light—The poetry of second-generation Greek-Australian poets

6148504-16x9-700x394

Wednesday 27 May 2015 11:05AM
Image: (© Getty Images / Greg Burke)

Against the backdrop of Greece’s rich history of language and ideas, there’s been a great modern tradition of writing from across the Greek diaspora. This was especially so amongst the first generation of Greek migrants who took their birthright of poetry and prose with them to new lands, and especially to Australia. They used words to articulate their connectedness and their remoteness. There was a certain melancholy assurance of who they were and where they’d come from.

But for the second generation there is none of that visceral sense of belonging. Memories are received, culture is inherited, but all of it is second-hand.

Southern Sun, Aegean Light is a diverse collection of poems from second generation Greek-Australians. They are full of the poignancy of longing for an identity and a sense of place, but the range of works shows that the term ‘Greek-Australian’ fails to describe the disparate nature of the second generation experience.

Supporting Information

List of poems:
The Sea Urchin
 by Efi Hatzimanolis
Inheritance
 by Nick Trakakis
Prayer At Midnight 
by Nicholas Kyriacos
Widows Of The Sun 
by Chrisoula Simos
The Bird In The Belltower
 by Peter Lyssiotis
32 Davis St, East Burwood
 by Peter Lyssiotis
Peloponnese Sunset 
by Angela Costi
The Man Who Knew To Smile 
by Nicholas Kyriacos
I Hate, Hate
 by Luka Haralampou
Sparing Lives
 by Phillip Constan
Pencil
 by Tom Petsinis
Mind
 by Salome Argyropoulos
The Lucky Country
 by George Athanasiou

Relevant link: http://www.abc.net.au/radionational/programs/earshot/southern-sun-aegean-light/6148500

Listen to the program here: http://www.abc.net.au/radio/programitem/pgzEGJY0P7?play=true

Robert Wood Reviews Duncan Hose,Jean Kent and Alyson Miller

A Book of Sea Shantey by Duncan Hose
Bulky News Press, 2014

tumblr_inline_neuopgrkkH1sjiuqh

The Hour of Silvered Mullet by Jean Kent
Pitt Street Poetry, 2015

kent-silver

Dream Animals by Alyson Miller
Dancing Girl Press, 2014

dreamanimalscover_1024x1024

In the library of Australian poetry animals occupy many pages. There are poems on kangaroo, frog, platypus and bandicoot; pig, dog, possum and cow; sheep, fox, dugong and crocodile; and an aviary of birds from budgies and pelicans to magpies and herons. There is lyrebird upon lyrebird upon lyrebird to name just one select, totemic mascot. Michael Farrell’s celebrated 2014 work ‘A lyrebird’ is simply the latest in a long line of the same subject. With its repetition and meta-commentary, Farrell’s poem seems apposite to our moment, engaged in a dialogue with history, ecology and poetry in an altogether affecting and complicated portrait. I tip my beak to his eye.

We could, then, be forgiven for thinking that enough had been said on our relationship to friends and foes in our shared scientific kingdom, lyrebirds among them. But animals are like love in that they make an inexhaustible subject for poets. In addition, if we respond to Philip Mead’s assessment that there is a comparative dearth of critical Australian poetics scholarship, an animal poetics seems to warrant further exploration. Animal poems show no sign of becoming extinct in the pages of journals, chapbooks and books, despite decimated populations of insects, fish, mammals and more all around the globe. In thinking about poetry and our relationship to animals though, we might want to think through the ethical, moral and political demands as they are expressed aesthetically. What does it mean to write a formally constrained sonnet against live baiting in the greyhound industry? Is that sonnet as much of an ideological intervention as a free verse or spoken word rendering of the same content? Can we project onto animal poetry a whole host of concerns that are relevant for other poetries, despite the fact that it demands its own thinking and has its own logic and points of reference?
Continue reading →

Στο Μαύρο Δάσος – Ο Κώστας Δεσποινιάδης διαβάζει Μάρκο Μέσκο

page

(Ο Κώστας Δεσποινιάδης διαβάζει Μάρκο Μέσκο. Ο ποιητής διαβάζει ποιητή. Περιγράφει έναν άνθρωπο σε λίγες προτάσεις, την εμπειρία μιας ψυχής σε λίγες σελίδες, ένα τοπίο σε λίγες λέξεις. Οπλίζει, σημαδεύει, και βρίσκει “μαύρο δάσος”. Μπάστα. Και το πιο σημαντικό, ακούει τον εαυτό του, δίνει σημασία στην δική του “φωνή”, δεν ντρέπεται από τον εαυτό του και δεν τρομάζει από ασυνήθιστους ήχους)

ΚΩΣΤΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗΣ

Στο Μαύρο Δάσος του Μάρκου Μέσκου.
Μια προσωπική ανάγνωση

Μνήμη μπαρμπα-Σταύρου Στόικου (1916-2005)

Συμβαίνει συχνά κάποια πράγματα που διαβάζουμε –κυρίως όταν είμαστε νέοι– να μας σημαδεύουν και να μας συνοδεύουν –χωρίς να μας ζητάνε την άδεια– σε όλη μας τη ζωή.

Το όνομα του Μάρκου Μέσκου το συνάντησα για πρώτη φορά όταν τα πρώτα και κρίσιμα, από κάθε άποψη, χρόνια της εφηβείας μου πρωτοδιάβασα το βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου με τίτλο «Η ρωμιοσύνη στον παράδεισο». Στον επίλογο αυτού του μικρού σε όγκο βιβλίου –για το οποίο δεν είναι η ώρα να μιλήσω και να αξιολογήσω το πώς και πόσο με επηρέασε– ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, ρωτούσε ποια μπορεί να είναι η άμυνα μέσα στον ερμαφροδιτισμό των ημερών, και η απάντηση που ο ίδιος έδινε ερχόταν μέσα από έναν στίχο του Μάρκου Μέσκου: «Όσα είπαμε παλιά, ισχύουν».
Ο στίχος αυτός έκτοτε νιώθω συχνά να με ακολουθεί νοερά, να τον έχω κατά κάποιον τρόπο επάνω μου, όπως έχει κανείς ένα τατουάζ ή μια ουλή. Αμέσως έγινε κάτι σαν συνθηματικό νεύμα στον στενό κύκλο μιας μικρής παρέας –τα μέλη της οποίας τότε ξεκινούσαν την λίγο-πολύ «λοξή» διαδρομή της ζωής τους.

Τι ήταν αυτό που τόσο με είχε γοητεύσει σε αυτόν τον στίχο δεν μπορώ ακόμα να το προσδιορίσω. Θυμάμαι όμως ότι αμέσως έσπευσα να προμηθευτώ τα βιβλία του Μάρκου Μέσκου κι έτσι, σταδιακά, ήρθα σε επαφή και με το υπόλοιπο έργο του, ποιητικό, πεζογραφικό αλλά και δοκιμιακό.

Με έκπληξη έμαθα ότι ο ποιητής κατάγεται από το χωριό Γραμματικό –Γραμματίκοβο για τους παλιότερους- του νομού Πέλλας, η δε μητέρα του καταγότανε   από τους Πύργους, την παλιά Κατράνιτσα δηλαδή, από όπου κρατά και η δική μου καταγωγή, η οποία Κατράνιτσα μάλιστα μνημονεύεται και σε ένα ποίημα του Μέσκου καθώς και στο πεζό του με τίτλο Μουχαρέμ.
Με αυτή την αφορμή, πήγα στον παππού μου ένα από τα βιβλία του Μέσκου, την Κομμένη γλώσσα, ο οποίος αφού το διάβασε μου διηγήθηκε, εμφανώς συγκινημένος, πολλά και διάφορα για την ιστορία του τόπου και των ανθρώπων του. Νιώθω πως εκείνη η διήγηση του παππού μου, που ασφαλώς τίποτε το «φιλολογικό» δεν περιείχε, με βοήθησε εμμέσως να καταλάβω, ή αν προτιμάτε να «νιώσω», ένα από τα «κλειδιά» με τα οποία, σύμφωνα με την δική μου ανάγνωση, μπορεί να εισέλθει κανείς στον ποιητικό κόσμο του Μέσκου.

Ποιο ήταν αυτό;

Αυτό που θα ονόμαζα «γενέθλιο τραύμα» του ποιητή, ευνουχισμό βίαιο και απάνθρωπο από αυτούς που οι εξουσίες όταν παραφρονούν (αλήθεια, πότε δεν παραφρονούν;) επιβάλουν στους ανθρώπους. Το «τραύμα» αυτό εγώ θα το συμπύκνωνα σε δυο στίχους. Ο ένας, βρίσκεται στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μουγκό» από τη συλλογή Μαυροβούνι:

«Η μάνα μου δεν ξέρει ελληνικά
καμία γλώσσα του κόσμου δεν μιλεί»

και ο άλλος βρίσκεται στη συλλογή Στον ίσκιο της γης:

« θ’ ανταμώσουμε πάλι στη στάχτη.
μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα»

Έκτοτε κατάλαβα πολύ καλά –επιτέλους- γιατί όποτε οι παππούδες μου μιλούσαν τα «δικά τους», τα ντόπια όπως τα λέγανε, χαμήλωναν ασυναίσθητα τον τόνο της φωνής τους. Κατάλαβα, επίσης, ποιοι ήταν όλοι αυτοί οι απλοί, βασανισμένοι άνθρωποι με τα παράξενα ονόματα, που παρελαύνουν στα γραπτά του Μέσκου και περπάτησα στα παράξενα τοπωνύμια που ορίζανε την μοίρα τους:

Ο Ντίνκος, η Λένκα, η Μίικα, η Τσότσα, η Σίικα, η Γκίτσα, ο Τσάλιος, η Ρίνκα, η Μίτσα, ο Ίτσιος, ο Γκίτος, ο Τάσκος και πολλοί άλλοι, καθώς και οι τόποι τους: Βλάντοβο, Ντρούσκα, Γκούγκσβο, Τέιβο, Κροντσέλιβο, Ρουσίλοβο, Πότσεπ και τόσα άλλα, συνιστούν το πονεμένο σύμπαν του ποιητή.

(Αλήθεια, σκέφτομαι, ποιος ριζωμένος φόβος μπορεί να κάνει τους ανθρώπους ν’ απαρνηθούν το πλέον δικό τους πράγμα, τη γλώσσα τους; Ποιος φόβος κάνει τα στόματα να προφέρουν «μασημένα φωνήεντα» σαν από φόβο μην ακουστούν ή σαν από ενοχή που υπάρχουν;)

Μίλησα  πριν για ένα γενέθλιο τραύμα του Μέσκου. Αν υπάρχει ένα ακόμα τραύμα, που τα σημάδια του υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά ποιήματα και πεζά του συγγραφέα αυτό δεν είναι άλλο από το δράμα της ηττημένης, μετεμφυλιακής αριστεράς και κυρίως το δράμα εκείνου του αιρετικού κομματιού της αριστεράς που δεν βολευόταν στο στενό κομματικό σακάκι της επίσημης γραμμής και της σταλινικής πειθαρχίας. Το δράμα εκείνων των ανθρώπων που, όπως το έχει συνοψίσει ένας από αυτούς, ο Άρης Αλεξάνδρου, θεωρούνταν «προδότες για την Σπάρτη και για τους είλωτες Σπαρτιάτες»
Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πω ότι όποιος θέλει να κατανοήσει το κλίμα μέσα στο οποίο βλαστήσαν οι ιδέες αλλά και οι στίχοι του Μέσκου, δεν μπορεί επουδενί να παραβλέψει τον κύκλο των ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν γύρω από τα περιοδικά Μαρτυρίες, αρχικά, και Σημειώσεις στη συνέχεια, μέχρι και σήμερα. Ήδη ανέφερα τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, τον, από πολλές απόψεις, εμψυχωτή αυτής της παρέας. Κοντά σ’ αυτόν, ο Βύρων Λεοντάρης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Στέφανος Ροζάνης, ο Κίτσος Μυλωνάς, ο Τάσος Πορφύρης, η Ρένα Κοσσέρη και φυσικά ο τρόπον τινά δάσκαλος όλων, ο  Μανόλης Λαμπρίδης, καθώς και ο αειθαλής Αντώνης Λαυραντώνης.

Ασφαλώς δεν είναι η ώρα για να αξιολόγησουμε την πολύπλευρη και ιδιαιτέρως σημαντική αλλά και μοναδική για το άνυδρο πνευματικό τοπίο της Ελλάδας συνεισφορά αυτής της παρέας και του κάθε μέλους της ξεχωριστά. Αρκούμαι στο να αναφέρω λίγα λόγια του πρόωρα χαμένου Μάριου Μαρκίδη, δημοσιευμένα στο περιοδικό Σημειώσεις (τχ. 53, σελ. 25-26).
Λέει ο Μαρκίδης:

Εμείς η σέχτα των πολιτικά ύποπτων της δεκαετίας του’60! Αριστεροί, ίσως όμως όχι και τόσο «κανονικά» αριστεροί. Με τις ιδιοτροπίες του ο καθένας, αλλά και με  τους κοινούς γεωμετρικούς τόπους μας, δεν διστάζω να πω ότι υπήρξαμε πραγματικά κάτι σαν ένα εξωγήινο είδος ανθρώπων μέσα στην ισοπεδωτική κλίση των ημερών, την ομοφωνία της νικηφόρας δεξιάς και την ισοσκελή ομοφωνία της ηττημένης αριστεράς.

Μια διευκρίνιση εδώ: στην περίπτωση του Μέσκου, όταν μιλάμε για αριστερά, δεν μιλάμε για φοβερές και τρομερές ιδεολογίες, ούτε για οράματα που ενίοτε καταλήγουν σε εφιάλτες. Μιλάμε για τον βίο και τον πόνο των απλών ανθρώπων τους οποίους συχνά η ζωή και η ιστορία τους ποδοπατούν ανελέητα.

Μιας και αναφερθήκαμε, όμως, σε γενεαλογίες και πνευματικές συγγένειες, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και τα ονόματα του Αναγνωστάκη, του Κλείτου Κύρου, του Γκόρπα, του Θασίτη, του Γονατά, του Γρεβενιώτη Χρήστου Μπράβου και αρκετών άλλων, με τους οποίους ο Μέσκος συγχρωτίστηκε,  λιγότερο ή  περισσότερο, στην πορεία της ζωής του.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο ποιητής τούτη τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του την αφιερώνει «στους φίλους».

Η έκδοση των ποιημάτων του Μέσκου που έχουμε στα χέρια μας μου δίνει την ευκαιρία και για κάποιες επιπλέον, συνολικές παρατηρήσεις.

Κάθε σπουδαίος συγγραφέας, βέβαια, είναι πολλά πράγματα· αν το έργο του δεν είναι πολυεπίπεδο, ασφαλώς δεν είναι σπουδαίος. Και το έργο του Μέσκου αναμφίβολα είναι πολυεπίπεδο, και φυσικά δεν συνίσταται μόνο στα όσα, ελάχιστα, θα αναφέρω εγώ παρακάτω.

Προκαταβολικά και παρενθετικά να πω ότι η τωρινή συγκεντρωτική ανάγνωση των ποιημάτων του Μέσκου έκανε περισσότερο εμφανή στα δικά μου μάτια τη συνέχεια του έργου του. Οι διαδοχικές συλλογές, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ιδωθούν σαν γεωλογικά στρώματα που το ένα επικάθεται πάνω στο άλλο, αλλά και η κάθε μία προϋποθέτει τις προηγούμενες. Θα μπορούσαμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι ο Μέσκος δεν είναι ένας αλεξιπτωτιστής της ποίησης – από αυτούς που αφθονούν γύρω μας- αλλά ένας οδοιπόρος και ορειβάτης σε μια μακρά, επίμονη και επίπονη ποιητική πορεία που κρατά πάνω από μισόν αιώνα.

-΄Ενα πράγμα που είναι εμφανές από την πρώτη ακόμα συλλογή του 1958, το Πριν από τον θάνατο, και συνεχίζεται σε όλο σχεδόν το έργο του είναι η συνεχής αναφορά σε τόπους και ονόματα.

Οι τόποι για τον Μέσκο (που ως επί το πλείστον είναι τόποι της δυτικής Μακεδονίας) έχουν ιστορία αλλά κυρίως έχουν μνήμη, συχνά πικρή, την οποία ο προσεκτικός δέκτης μπορεί να αφουγκραστεί:

Αυτός ο τόπος γεννάει
πικρά ποιήματα. Σαν τούτο
της Αναστασίας που τώρα
στον θάνατο παραπατάει και στην ξενιτιά
στην ξενιτιά παραπατάει και στον θάνατο –
η μια κόρη αίμα στο βουνό
η άλλη κόρη αίμα στα σπαρτά του κάμπου

(Μαυροβούνι, Αυτός ο τόπος, Α΄ τόμος, σελ. 60)

Οι τόποι, δηλαδή, είναι κάτι πολύ περισσότερο και βαθύτερο από τις πληροφορίες που θα διαβάσει κανείς στα βιβλία ιστορίας και στους σύγχρονους τουριστικούς οδηγούς. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην ποίηση του Μέσκου έχουμε μια «σωματοποίηση» των τόπων.

Κόπηκε στα δύο η ζητωκραυγή μου όταν θυμήθηκα
πως στο ίδιο μέρος του γηπέδου είχαν ξαπλώσει
είκοσι εννιά ολόγυμνα πτώματα
χωρίς κεφάλια…

(Πριν από τον θάνατο, Εικόνες από την επαρχία, Α΄ τομος, σελ. 33)

Και η ιστορία αυτών των τόπων εν πολλοίς δεσμεύει τα υποκείμενα και καθορίζει τις σημερινές επιλογές τους:

Σίγουρο θλιβερό φως της λάμπας στο Χαρμάνκιοϊ
δυτικά διεμβολισμένη από τις ράγες του τρένου
πόλη ματωμένη πόλη χιλιοερωτευμένη

στον βρωμισμένο Γαλλικό λένε πως είναι μπρούμυτα θαμμένοι
στρατιώτες πολλοί και στο Καραμπουρνάκι
τα καράβια εκείνων που χάθηκαν για πάντα

Διάλεξε εσύ την έξοδό σου
(Στον ίσκιο της γης, Β΄τόμος, σελ.38)

-Το δεύτερο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι η σημασία που δίνει ο Μέσκος στην ιστορία των καθημερινών ανθρώπων και όχι στην ιστορία των επίσημων, καταγεγραμμένων γεγονότων.
    Το εκάστοτε ιστορικό γεγονός, το με τόσο πόνο, αγωνία, ελπίδα ή απογοήτευση βιωμένο από τους πρωταγωνιστές του, δεν σημαίνει ποτέ κάτι αντίστοιχο και ισοδύναμο για όσους τυχόν το διαβάσουν ή μελετήσουν χρόνια μετά. Η υπαρξιακή ένταση της στιγμής μετατρέπεται στην καλύτερη περίπτωση σε ερευνητικό πάθος και στη χειρότερη σε απλή πληροφορία. Η επίσημη Ιστορία, συνεπώς, μια κατώτερης έντασης υπόθεση πάντα.
    Αυτή η διαπίστωση ανατρέπεται άρδην στην ποίηση του Μέσκου:

Θυμάσαι τ’ όνειρο της Ευθυμίας στον  κάμπο της Θεσσαλονίκης
κι από τότε δεν την ξανάδες. Ιούνιο μήνα βοριαδάκι έριχνε
κάτω τα πρώτα βερίκοκα. Από τον ίδιο τάφο σε μιαν
άλλη πλαγιά όπου το σίδερο και το ατσάλι κάνουνε πάλι δοκιμές
βγαίνει η ψυχή της ΄Αρτεμης και συλλογιέται τα δεινά του κόσμου
αγέννητα τόσα νεκρά παιδιά στην κοιλιά της

(΄Αλογα στον ιππόδρομο, Προσφυγάκια, Α΄ τόμος, σελ 144)

Εδώ στον αναγνώστη, ο οποίος φυσικά δεν μπορεί να ξέρει τα πρόσωπα και την ιστορία των δύο γυναικών που αναφέρονται στο ποίημα, μεταβιβάζεται ατόφια η συγκινησιακή φόρτιση της ιστορίας τους.

-΄Ενα άλλο στοιχείο πολύ έντονο στην ποίηση του Μέσκου είναι αυτό που θα τολμούσα να το ονομάσω «Ρομαντικός αντικαπιταλισμός»

΄Οταν μιλώ για ρομαντισμό δεν μιλώ για το γνωστό λογοτεχνικό αλλά για το πολύ ευρύτερο πολιτικό ρεύμα του ρομαντισμού, που αναπτύχθηκε ως αντίδραση στη νεοτερική επέλαση του καπιταλισμού, ο οποίος ξεθεμελίωσε τις παραδοσιακές κοινότητες και την παλιά, σαφώς πιο ταιριαστή στα ανθρώπινα μέτρα, οργάνωση των κοινωνιών, για χάρη γιγαντομένων μητροπόλεων που μοναδικό σκοπό έχουν την κυκλοφορία κεφαλαίων και εμπορευμάτων.

«Κέρματα και γρόσια η αιτία του Κακού αιωνίως», γράφει ο ποιητής. Και λίγο παρακάτω: «Κύλησαν όρη όλα τα νομίσματα του κόσμου / στον αγύριστο για πάντα»                   
(Στον Ίσκιο της γης, Β΄ τόμος, σελ 76)

Αυτή η νοσταλγία για μια προ-καπιταλιστική κοινότητα που χάθηκε, υπάρχει διάχυτη στα ποιήματα του Μέσκου.
Σε αντίθεση με την τάση του νεοτερικού ανθρώπου να αποκόπτεται από τις ρίζες του και να ενσωματώνεται ή να αφομοιώνεται από το αστικό περιβάλλον, ο Μέσκος επιστρέφει συνεχώς, σωματικά και διανοητικά, στον τόπο καταγωγής πράγμα που αποτελεί ίδιον του προ-νεοτερικού ανθρώπου. Σε έναν στίχο στις Ελεγείες, που μοιάζει σαν σημείωμα προς τον εαυτό του, ο ποιητής γράφει: «΄Οταν η μνήμη ξεθωριάζει πήγαινε κατά το χωριό» (κι αυτό όταν στην νεοπλουτίστικη μεταπολεμική Ελλάδα όλοι σχεδόν ήθελαν να ξεχάσουν την καταγωγή τους.)

΄Αλλοτε, δυσφορεί για τον σημερινό θλιβερό τρόπο ζωής (ενδεικτικά ένα απόσπασμα από το ποίημα «Θλιβερή συμβίωση», Άλογα στον Ιππόδρομο, Α΄ τόμος, σελ. 138)

Ρετιρέ, φωταγωγός, ασανσέρ
αντένες στο ύψος των πολυκατοικιών
κοινόχρηστα, θυρωροί,  σκουπίδια

[…]

Πάλι στα διαμερίσματα 3*4
-είναι καλό έχει και καλοριφέρ
κι αυτό το παράθυρο

Ρετιρέ, φωταγωγός, ασανσέρ
αντένες, ακάλυπτος χώρος
φως και νερό απ’ το σίδερο

ΜΕ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΣΤΟΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΩΝΑ
ΣΑΣ ΣΒΗΝΩ. Και στη γωνιά
το γραφείο κηδειών αδίκως με καρτερεί
αδίκως τα δημόσια ουρητήρια – τι όνειρο
τι όνειρο φριχτό φίλε μου

Σαφώς συνδεδεμένη με αυτή τη ρομαντική νοσταλγία είναι και η πανταχού παρούσα αγάπη του Μέσκου για τη φύση και τα ζώα. Δέσιμο με τη φύση και αγάπη για τα ζώα που δεν παραπέμπουν στην αστική οικολογία και την ζωοφιλία των διαμερισμάτων αλλά σε μια ζωή οργανικά κι αρμονικά δεμένη με όλα αυτά. Παραθέτω δυο ποιήματα που είναι γραμμένα με 40 χρόνια διαφορά:

Στο σχοινί που απλώνει η μάνα μου τα ρούχα
από τη μουριά του γείτονα ήρθε ένας σπουργίτης.
Με κοιτάει· τον κοιτώ. Είτε πέφτει μαλακό το χιόνι
είτε ανάφτει πυρκαγιά η ροδιά στη φυλλωσιά της
μοιάζει να μην πολυπιστεύει πως εγώ είμαι εχθρός του
αλλά κι εγώ μπορώ να πάρω τη σφεντόνα
φύλλο ζεστό, σώμα μικρό τη στάχτη του
          στους πέντε ανέμους να πετάξω;

(Μαυροβούνι, Κατοπινό Ειδύλλιο, Α΄ τόμος, σελ 69)

Το δεύτερο, κατά τη γνώμη μου ένα από τα πιο συγκινητικά κείμενα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τίτλο «Το κουνάβι».

Στη λησμονιά πάνε χρόνια μια νύχτα στο ποτάμι μάλλον εκδρομή της παιδικής παρέας μάλλον μοναχικός περίπατος πού να θυμάμαι σούρουπο ήταν όλα έτοιμα όλα μεταμορφωμένα χρώματα όνειρα άγνωστοι περαστικοί διαβάτες όταν στο δάσος τους γεφυριού η καμπύλη νερό από κάτω κελάρυζε κι όταν κάποιο μουσούδι κουναβιού στο χώμα οσμιζόταν θαρρείς τα μελλοντικά βήματά μου· δεν το προσπερνούσα καθώς εκείνο οδηγούσε το μονοπάτι χάδια επιζητούσε στα μάτια να με δει να μου μηνύσει τι τάχα με γελάκια ακόμα από τη χαραυγή μα ξαφνικά χέρι αόρατο (ποιος αλήθεια) μου ’δωσε την αιχμηρή τζουγκράνα από δίπλα κι εγώ μ’ αυτήν καμακώνοντας το ζωάκι το αποτελείωσα· και τα όνειρα λένε την αλήθεια μα ψαχούλησα ευθύς το στέρνο να δω αν έπνεε ζωή – ήταν νεκρό. Από τότε (μην παραξενεύεσαι μικρέ μου φίλε) όνειρα δεν έχω δεν ονειρεύομαι φοβάμαι τα όνειρα· κοιμάμαι μ’ ανοιχτά μάτια μην κάνω πάλι το κακό το λάθος το αποτρόπαιο το απάνθρωπο.
(Ελεγείες, Β΄ τόμος, σελ 234)

Αυτός ο αποτροπιασμός για τον φόνο ακόμα κι ενός κουναβιού, αυτή η βαθύτατη ανθρωπιά και ευαισθησία ίσως πρέπει να αναζητηθεί στο φοβερό αντίκρισμα θανάτου που ο ποιητής βίωσε στα παιδικά του χρόνια (θυμίζω ότι ο Μέσκος γεννήθηκε το 1936 και οι πρώτες και κρίσιμες παιδικές μνήμες του είναι από τον πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο). Το τραύμα αυτό, αλλά και η αντίδραση που γέννησε, είναι εμφανές από το δεύτερο κιόλας ποίημα της πρώτης του συλλογής, με τίτλο «Αξιωματικός»:

Στο σκολειό, πολλές φορές η δασκάλα μας ρωτούσε:
-Και τι θα γίνετε σα μεγαλώσετε, τι θα γίνετε
όταν σκορπίσετε από δω,
σαν γίνετε άντρες;

Κατέβαζα το κεφάλι κι έλεγα μέσα μου:
-Αξιωματικός πάνω στο άλογο, αξιωματικός!…

Μα τώρα που γνωρίζω τι σημαίνουν τα παράσημα,
τ’ αστέρια πάνω στις επωμίδες, τώρα που γνωρίζω
τι σημαίνουν οι γυαλισμένες μπότες, τι σημαίνουν
τα σπιρούνια και οι ματωμένες σάλπιγγες,
προτιμώ να ’μαι βοσκός με τα γελάδια
όλη μέρα, βρέχει χιονίζει, στο δάσος…

Ο Μέσκος μένοντας συνεπής στον ταυτοτικό του στίχο «όσα είπαμε παλιά ισχύουν», παρέμεινε ένας βοσκός, βρέχει χιονίζει· όχι βοσκός με τα γελάδια, όπως ίσως ονειρευόταν μικρός, αλλά βοσκός με τους στίχους του, στο Μαύρο Δάσος των ποιημάτων του.

*Από το http://anazumani.blogspot.de/2015/05/blog-post_21.html

Γιάννης Πατίλης, Εικόνες από μια νέα

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.

Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.

Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη, τὸ βιβλίο Σιγανὴ βροχή (1918) τοῦ Ναγάι Καφού (1879-1959), γραμμένο ἐδῶ καὶ ἕναν αἰώνα, μιὰ στοχαστικὴ ὅσο καὶ συγκινητικὴ ἐλεγεία τῆς ἀπερχόμενης παραδοσιακῆς Ἰαπωνίας, μὲ σταμάτησε τὸ παρακάτω χωρίο, ποὺ σὰν βολικὸ ἄλλοθι τοῦ ἐγχειρήματος μου τὸ προέταξα ὡς ἐπιγραφὴ τοῦ τόμου: Ἂν ἡ σημερινὴ γκέισα παίζει ἀκόμη σαμισὲν εἶναι ἀπὸ παμπάλαιη συνήθεια τοῦ ἐπαγγελματός της. Καὶ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς νέας σχολῆς χάικου, ποὺ ἀπὸ κεῖνο τὸ ποιητικὸ εἶδος δὲν ἔχουν κρατήσει παρὰ μόνο τὸ ὄνομα.

Ἕνα ὄνομα-δάνειο καὶ γιὰ κάποιο ἄλλο βλέμμα ποὺ τὸ νιώθω νὰ συγγενεύει περισσότερο μὲ τὸν οἰκειότερο σὲ μένα κόσμο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐρωτικῆς ἀγγειογραφίας ἢ τῶν ἐρωτικῶν μικρογραφιῶν τῆς παλατινῆς ἀνθολογίας ἀποσταγμένο σ’ ἕνα φιαλίδιο δεκαεπτὰ ὅλων κι ὅλων συλλαβῶν.

Γ.Π.