Category Archives: Παρουσιάσεις
Libby Hart reviews Robert Adamson’s Net Needle
Net Needle
by Robert Adamson
Black Inc., 2015
Net Needle begins with the thoughtful interlacing of seven poems. The first poem, ‘Listening to Cuckoos’, highlights the bird’s ‘two unchanging notes’ during the start of spring. Then, ‘Summer’, with its ‘pallid cuckoo call’ through the poet’s garden threads into ‘Garden Poem’ and how sunlight spans the course of a day until ‘patches of moonlight’ travel into the next poem, ‘Dorothy Wordsworth’. Here, we find the Romantic poet’s sister ruminating near a window where the moon moves ‘across the star-decked dark’. Adamson then cites Emily Dickinson in his Blake Prize-winning suite, ‘Via Negativa, The Divine Dark’, as its praise of ‘life with broken words’ treks meditatively along the banks of the Hawkesbury River. The remaining two poems in this first section linger on waterfronts, but this time ‘a spear made of bone’ (‘Colonial Whaler’) comes to rest beside a tale of the Blues Point fishermen – ‘holding bone / net needles’ – who once, Adamson explains, ‘stitched their lives into my days’ (‘Net Needles’).
Within this small sample of poems lies Adamson’s central oeuvre: the Hawkesbury, birds and animals, fish and fishing, youthful memories of Sydney and of refuge, brutal weather, devotion, and linkages to other writers who have helped shape Adamson and his work. Sunlight and nightlife, the threat of bushfire, faith and questioning, as well as nature in abundant twittering and skittering come to life within these pages.
Continue reading
Simon Eales Reviews John Kinsella
sack
by John Kinsella
Fremantle Press, 2014
In the first rabbit poems by the late J S Harry, her rabbit-character, Peter Henry Lepus, is thrown into a number of desolate or alien environments. Peter is ‘dumped … on the Desert of Sense’, ‘comes to … FORTY-THREE BLENDS / OF DUSTED-OFF & SUNDRIED RATIONALISM’, and ‘gets lost in “Calcutta” / on his way to visit Farmer McGruber’s vegetable patch.’1 He is displaced most comprehensively in the middle of Iraq, 2003, a warzone that amplifies his naïve and interlopic perspective. Such meaning-deprived contexts let Harry explore belonging, identity, and the stability of concepts themselves. In the poem, ‘Small & Rural’, for example:
Peter L. is twisting
this way & that
time-jumping
in & out of the texts he is – here – there –
squatting briefly, to sniff the air above
– when he comes to a paddock which pens similar ontological indeterminacies to those of his self. There exists, firstly, the paddock’s OED-style meaning: ‘a small field or enclosure, usually a plot / of pastureland, adjoining a stable’; then its poetic meaning, which incorporates geographically specific information; psychotherapeutic semiotics; other things ‘the word paddock’ could stand for; the word’s etymology; and the behaviour that this entire network facilitates or does not facilitate. It is important for Harry’s Peter, perhaps because of this semiotic vulnerability, that ‘the pads & stink’ of predators like ‘the dog fox & vixen’ remain absent from these paddocks. He is also only a rabbit, after all.2
We can consider the paddocks of John Kinsella’s sack to be constituted by a similar ontological indeterminacy. However, Kinsella’s are utterly littered with the kinds of hazards that worry Harry’s Peter. In Kinsella’s poem ‘Peter Negotiates the House Paddock, 1965’ – as far as I know, Kinsella’s Peter is not a rabbit, and is unrelated to Harry’s – there is ‘bent deadwood threatening to grow, and kinked tetanus-wire of fences’; there are ‘gwarder and dugite’ snakes, and ‘in hollows … foxes and rabbits plan for the coming crops in related but contrary ways’. Not only hazardous, Kinsella’s paddocks contrast to Harry’s as they are simultaneously fecund and bisected by man- and tectonically-made divisions: ‘Lines of bricks buried up to fetlocks show whole garden- / beds ready to be.’ (Later, in ‘Penillion of Stanbury Moor’: ‘Segmentation / Of field – flection / Of plastic bound / Bales; that moss-stoned / Vista across / The weir’). They are paddocks powered by the inexorable earth, and they transport the providential history of local lore.3
Νίκος Χουλιαράς (Οκτώβριος 1940 – 20 Ιουλίου 2015)
Ο Νίκος Χουλιαράς γεννήθηκε στα Γιάννενα. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ζωγράφους.
Κατά το χρονικό διάστημα 1965-1970 ασχολήθηκε με τη μουσική. Έγραψε πολλά τραγούδια ―που τα τραγούδησε ο ίδιος, καθώς και άλλοι γνωστοί τραγουδιστές― με μεγάλη επιτυχία. Ήταν, επίσης, ο πρώτος που έκανε διασκευές δημοτικών τραγουδιών και παρουσίασε τα ηπειρώτικα στο κοινό της Αθήνας.
Έχουν εκδοθεί τα παρακάτω βιβλία του: Σαράντα Σχέδια, Ώρα 1974, Νεφέλη 1985· Ζωγραφική-Κείμενα, Κέδρος 1978 (Α΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στον κόσμο)· Ο Λούσιας, Κέδρος 1979, Νεφέλη 1987· Το Μπακακόκ, Κέδρος 1981, Νεφέλη 1988· Το χιόνι που ήξερα, Κέδρος 1983 (Γ΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στόν κόσμο)· Ζωή την άλλη φορά, Νεφέλη 1985· Το άλλο μισό, Νεφέλη 1987· Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του, Νεφέλη 1989· Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα, Νεφέλη 1990· Η μέσα βροχή, Νεφέλη 1991· Νίκος Χουλιαράς – Ζωγραφική 1966-1991, Εκδόσεις Εργαστήρι 1992· Οι λεπτομέρειες του μαύρου, Νεφέλη 1993· Οι ζωγραφιές του νυχτερινού χάρτη, Νεφέλη 1994· Στο σπίτι του εχθρού μου, Νεφέλη 1995· Οι κατοικήσιμοι τόποι της ζωγραφικής, Νεφέλη 1997· Μία μέρα πριν δύο μέρες μετά, Νεφέλη 1998· Εικόνες στο ύψος της ζωής, Νεφέλη 2000· Το εργαστήριο του ύπνου, Νεφέλη 2001· Οι εξοχές του νου, Νεφέλη 2003· Νερό στο πρόσωπο, Νεφέλη 2005· Οι μαύρες ζωγραφιές, Νεφέλη 2006.
Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα ιταλικά, τα αγγλικά, τα σουηδικά και τα γερμανικά, ενώ έχουν εκδοθεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο Hatier η συλλογή διηγημάτων Το Μπακακόκ και τα μυθιστορήματα Ο Λούσιας, Ζωή την άλλη φορά, και Στο σπίτι του εχθρού μου.
Το 1996 ήταν υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας με το βιβλίο Στο σπίτι του εχθρού μου.
Έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση διηγήματά του. Το μυθιστόρημά του Ο Λούσιας έγινε τηλεοπτική σειρά και μεταδόθηκε από την ΕΤ-1 το 1989.
Έχει λάβει μέρος σε πάρα πολλές ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και εκπροσώπησε την Ελλάδα στην VIII Biennale της Αλεξάνδρειας το 1969, στην έκθεση που έγινε στην Εθνική Πινακοθήκη για την πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1985, στη μεγάλη έκθεση του μουσείου του Dallas των Η.Π.Α. το 1990 και στην παγκόσμια έκθεση EXPO ’92 που έγινε στη Σεβίλλη.
Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ:
ASTOR, Αθήνα, 1969 – ASTOR, Αθήνα, 1972 – ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΕΧΝΗΣ, Θεσ/νίκη, 1976 – STUDIO I, Αθήνα, 1972 – ΩΡΑ, Αθήνα, 1974 – ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ, Θεσ/νίκη, 1976 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1976 – ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ, Θεσ/νίκη, 1978 – ΚΟΛΛΕΓΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (Αναδρομική), 1978 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1979 – ΩΡΑ, Αθήνα, 1982 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1984 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1987 – ΓΑΛΛΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ (Αναδρομική), 1990 – Αιθουσα Τέχνης ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ, Θεσ/νίκη, 1993 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1994 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1997 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 2001 – TERRACOTTA, Αθήνα, 2001 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 2004 – Τ.Ν.Τ., Θεσ/νίκη, 2004 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Οι μαύρες ζωγραφιές, Αθήνα, 2006, ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, Αθήνα 2011 (Νίκος Χουλιαράς. Τα πίσω δωμάτια του νου).
Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια Μηχανή, Καστανιώτης, 1999
Η περίπτωση του Γιώργου Φιλιππίδη είναι ιδιαίτερη για την ελληνική ποίηση. Το γεγονός της εθελουσίας εξόδου του (μόλις στα είκοσί του χρόνια) σε συνδυασμό με το ότι όλο του το έργο συγκεντρώνεται σε ένα βιβλίο (εκδοθέν κι αυτό μετά το θάνατό του), περιπλέκει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια αξιολογικής κρίσης του. Ο θάνατος εδώ μετατρέπεται σε εστία ανάγνωσης και κειμενικής αξιολόγησης με τρόπο διττό: ως υπαρξιακή διερώτηση (ή μήπως κληρονομιά;) αλλά και πράξη.
Ο Φιλιππίδης, θαρρείς, και υφαίνει –στο δεύτερο ποίημα της ενότητας Ερωτική Προπαγάνδα– το υφαντό μιας μοίρας, όπου η πορεία του ανθρώπινου σώματος σταδιοποιείται ως εξής: ανία / ατονία / κατάθλιψη / σύνθλιψη. Στην ποίησή του διατηρεί μια δική του εξελικτική πορεία (ασχέτως που όλα στη ζωή του, φαίνεται, πως πρόωρα ωριμάζουν), στην οποία μπορεί να εντοπιστεί μια αιτιώδης συνάφεια. Μοιάζει σαν να χαρτογραφεί τα δικά του μονοπάτια υπαρξιακής τεκμηρίωσης: αγωνία, φόβος, εκμυστήρευση, ματαιότητα, αποστασιοποίηση, πένθος, ματαίωση, αυλαία.
Το επείγον της ποίησης του Φιλιππίδη έγκειται στην ανάγκη του να τελειώνει όσο γίνεται γρηγορότερα με τον υποτυπώδη ερμηνευτικό κύκλο της ζωής αλλά και της πραγματικότητας γύρω του και να τον κλείσει, αφού η χώρα των ανθρώπων είναι η χώρα της αδιαφορίας. Επιστρέφουμε, δηλαδή στη διπλή ανάγνωση του θανάτου: σύμβολο αλλά και ενσυνείδητη πράξη. Η υπαρξιακή του αγωνία εντοπίζει στο θάνατο την αιτία της ζωής κι έτσι, χωρίς καμία επαναδιαπραγμάτευση αναχωρεί.
Η έξοδός του, όμως, δεν μοιάζει για τον ίδιο έξοδος, αλλά είσοδος σε κάτι που υπερβαίνει τα εδώ και καθ’ ημάς. Θα ήθελα να πω κι άλλα γι’ αυτό τον ποιητή. Σταματώ εδώ, χωρίς ωστόσο να έχω δώσει απάντηση στο αν ο θάνατος είναι μοναξιά, πέρασμα, τέλος ή καταγωγή. Νιώθω, όμως, σαν να ακούγεται ο ίδιος, από κάπου αλλού πια: «Έπρεπε έτσι μόνοι μας πια να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα».
απόσπασμα
REALITY IS MAGIC
Βγαίνω στην Ιπποκράτους˙ είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου, είναι τόσο ανάλαφρη, που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή ν’ αρχίσει να λικνίζεται και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης απ’ την Άγνωστη Χώρα. Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας, αυτή είναι δική μας, των ανθρώπων. Άκου, από τη γη την Έρημη˙ πες πως είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια μαύρη τρύπα, πολύ μακριά, μακριά απ’ τα κόλπα των ανθρώπων.
• μαίρη κλιγκάτση
• 18.7.2015
Nadia Niaz reviews Ken Canning/Burraga Gutya’s Yimbama
Yimbama
by Ken Canning/Burraga Gutya
Vagabond Press, 2015
‘Oppressors always expect the oppressed to extend to them the understanding so lacking in themselves.’ – Audre Lorde
Reading a book by an Indigenous Australian author comes with a certain mythos attached. There is an uncritical expectation of explanation, of being taken by the hand and taught profound lessons that are appropriable, then displayed as trophies to liven up ‘Western’ society. Because indigeneity is often imagined as oppositional to modernity – and because modernity is assumed to belong to the ‘West’ – it’s as if the reader is sneaking off and doing something a little naughty, a little rebellious, by peeking over the fence at the fascinating and magical world of the ‘ethnic’ writer. And there is a reward for this, be it gratitude from the authors for deigning to listen, or kudos from one’s own cohort for being so very brave and ‘open minded’.
At first glance, Yimbama promises just such an experience. The cover, with its shades of red and yellow, the two names – one English, one Language – the title itself, and the words ‘Indigenous Australian Writing’ at the bottom, all set up the expectation of discovery. The glossary at the back of the book seems to confirm this – Yimbama means ‘“to understand” in the Bidjara language,’ it says. The back cover reveals that Ken Canning/Burraga Gutya learned to read and write in prison, and for the last 40 years has been a poet, playwright and Indigenous activist, all of which dovetails beautifully with the expectation of inspiration and bravery.
Continue reading
Πρόσθεσε αφαιρώντας, ποίηση, Ηλίας Δ. Παπακωνσταντίνου, ιδ. έκδοση 2014
Πριν από λίγο καιρό είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε το πιο πρόσφατο πόνημα του Ηλία Δ. Παπακωνσταντίνου Πρόσθεσε αφαιρώντας. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, όπου ο ποιητής βελτιώνει το στίχο του, σε σχέση με την προηγούμενη ποιητική του συλλογή, που είχαμε διαβάσει, κάνοντας ακριβώς αυτό, που λέει ο τίτλος: Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματα με λιγότερους στίχους, με αποτέλεσμα το νόημα να δίνεται όπως είναι χωρίς να πλατειάζει. Έτσι ο Ηλίας Δ. Παπακωνσταντίνου αφαιρώντας περιττούς στίχους, προσθέτει στην ποίηση. Θα πρέπει να τονίσουμε, ότι πολλοί σύγχρονοι ποιητές πλατειάζουν και λίγοι από αυτούς κατορθώνουν να διορθώσουν αυτό το ελάττωμα. Όμως, όλα τα παραπάνω έχουν να κάνουν με την πρώτη έννοια του τίτλου. Υπάρχει και μια δεύτερη έννοια: Τα ποιήματα του Ηλία Δ. Παπακωνσταντίνου στη συγκεκριμένη συλλογή χαρακτηρίζονται από μια έντονη αφαιρετικότητα, χωρίς να χάνουν το νόημά τους και άρα μια ακόμα αρετή προστίθεται στο έργο του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ στον πρόλογο του βιβλίου, «Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου πετάει στις πιο δύσκολες-θεματικά-κορφές της ποίησης, χωρίς ποτέ να χάνει την ισορροπία του, ούτε όμως και την αίσθηση της ισόπεδης γης».
Τα ποιήματα της συλλογής του Ηλία Δ. Παπακωνσταντίνου Πρόσθεσε αφαιρώντας, είναι κυρίως κοινωνικά και υπαρξιακά και πολλά από αυτά ξεχωρίζουν με ομορφότερο, κατά τη γνώμη μας, το «Διαβάτης παρών», που αναφέρεται στον Γιώργη Διαβάτη, που εκτελέστηκε το 1949 στα 33 του χρόνια, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει το κυβερνητικό χαρτί μετάνοιας, που θα του έσωζε τη ζωή με τίμημα να προδώσει τις ιδέες του. Το ποίημα είναι συγκλονιστικό, ενώ η επανάληψη των στίχων: «Διαβάτης παρών, Διαβάτης απών», δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην τραγικότητα του ποιήματος. Την αρετή της αυταπάρνησης και της θυσίας για ένα καλύτερο μέλλον, τη συναντάμε και σε άλλα ποιήματα, που χωρίς να αναφέρονται σε συγκεκριμένα ονόματα και γεγονότα κατορθώνουν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη: «Τιμή να ζήσω το θάνατο για τ’ αθάνατο μέλλον!»
Εδώ θα κλείσουμε, αυτό το μικρό μας ταξίδι στην ποιητική συλλογή του Ηλία Δ. Παπακωνσταντίνου Πρόσθεσε αφαιρώντας, προσυπογράφοντας την προτροπή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ στον πρόλογο του βιβλίου, «ίσως αν προσθέσουμε αφαιρώντας κερδίσουμε πολλά».
Θεοχάρης Παπαδόπουλος
*Από το w
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Srecko Kosovel, Ο «Σλοβένος Ρεμπώ
Οι νεκροί θα σώσουν
την Ευρώπη.
O κάτωXροI
εσείς νεκροί, φρουροί της Ευρώπης.
Ω ψέματα, ψέματα, ψέματα.
Καταστρέψτε, καταστρέψτε, καταστρέψτε!
Εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν,
κι ακόμη: ψέματα, ψέματα η Ευρώπη, ψέματα.
Καταστρέψτε, καταστρέψτε, καταστρέψτε!
Για τον Κοσοβέλ, η ποιητική διαδικασία ακολουθεί σπειροειδείς ρυθμούς και κατευθύνσεις – με εξαίρεση ίσως τα κονστρουκτιβιστικά ποιήματά του, τα περίφημα «Κονς» (Στα ελληνικά εκδόσεις Βακχικόν). Μολονότι, στη συγκεκριμένη ενότητα, η κατεύθυνση της ποίησής του παραμένει εξπρεσιονιστική, τα ποιήματα καθαυτά αποκτούν τη μορφή κολάζ και μιαν αισθητική παρουσία εκούσια διαφορετική από τη συνήθη αντίληψη για το Ωραίο.
H μείξη στοιχείων απ’ όλα τα πρωτοποριακά λογοτεχνικά κινήματα που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη, στις αρχές του 20ού αιώνα, συνιστά την ιδιόρρυθμη –και πιθανώς μοναδική στο είδος της– αβανγκάρντ ποίηση του Κοσοβέλ.
Ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σ’ ένα έργο όπου η αίσθηση του «χαμένου κέντρου» είναι κυρίαρχη∙ σ’ ένα έργο προφητικό στη σύλληψη και εκφορά της τραγωδίας «άνθρωπος», που υψώνει τον καθρέφτη της συλλογικότητας για να κατοπτριστεί εντός του το Άτομο.
Ο Σρέτσκο Κοσοβέλ γεννιέται στην πόλη Σέζανα της Σλοβενίας. Δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα σε ηλικία 11 ετών. Σπουδάζει Ρωμανική και Σλαβική Φιλολογία. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα της φοιτητικής εφημερίδας Kres και τα επόμενα χρόνια προχωράει στην έκδοση της Novi Kres. Ιδρύει τα λογοτεχνικά περιοδικά Lepa Vida και Mladina, ενώ γίνεται συνεκδότης του προοδευτικού περιοδικού Vidovdan. Δημιουργεί επίσης τη λογοτεχνική Λέσχη «Ίβαν Τσάνκαρ». Τον χειμώνα του 1926 προσβάλλεται από μηνιγγίτιδα, μεταβαίνει στο πατρικό του για να αναρρώσει, αλλά τελικά πεθαίνει στις 26 Μαΐου. Τρεις μέρες αργότερα κηδεύεται στην παρουσία των Ιταλών «καραμπινιέρι» που παρευρίσκονται στη νεκρώσιμη ακολουθία για να καταστείλουν ενδεχόμενες αντιδράσεις των συντρόφων του ποιητή. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του εκδίδονται σε βιβλίο τα πρώιμα ποιήματά του. Το 1954 ξεκινάει η έκδοση των Απάντων που θα ολοκληρωθεί το 1977 σε τρεις τόμους.
*Από το http://www.vakxikon.gr
“Fast food & κέρματα” του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου
Ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος είναι ένας από τους ποιητές της περιώνυμης «γενιάς του ‘70», ίσως όχι τόσο γνωστός όσο άλλοι, με μεγάλη όμως ποιητική παραγωγή και ποιοτικό έργο. Το ότι δεν έγινε ευρύτερα γνωστός ίσως οφείλεται στην επιμονή του να παρουσιάζει συλλογές που τις χαρακτήριζε η ανομοιογένεια, αφού περιλάμβαναν ποιήματα σε ελεύθερο στίχο και με ρίμα, δεκαπεντασύλλαβα ή χαϊκού και ό,τι άλλο είχε δουλέψει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα σε δύο εκδόσεις, με έναν τρόπο που έδινε την εντύπωση του συνονθυλεύματος ή «ατάκτως ερριμμένου». Αυτή την εντύπωση, τουλάχιστον, σχημάτιζε ο αναγνώστης που παρακολουθεί το έργο του – και δεν το λέω μόνο εγώ, είναι διαπίστωση π.χ. και του Στάθη Γ. Αρμενιακού στο μελέτημά του «Ο ποιητής Αντώνης Παπαδόπουλος» (εκδ. Έκφραση, Λέρος, 1995).
Με ευχαρίστηση λοιπόν πήρα στα χέρια μου το τελευταίο έργο του κ. Αντώνη Παπαδόπουλου, Fast food & κέρματα, που περιλαμβάνει αποκλειστικά χαϊκού – το χαϊκού είναι μια περιοριστική φόρμα για πολλούς λόγους, αλλά έστω! Η συνέπεια και η ομοιογένεια της τυπολογίας έδωσε επιτέλους στον αναγνώστη την αίσθηση της ασφάλειας που του είναι απαραίτητη για να μπορέσει να αρχίσει να απολαμβάνει το ποιητικό έργο στην ουσία του. Και έτσι, παρότι συνήθως αποφεύγουμε στο στίγμαΛόγου να ασχολούμαστε με συλλογές που περιλαμβάνουν μόνο χαϊκού, αποφάσισα να γράψω σχετικά.
Ο Αντώνης Παπαδόπουλος είναι ένας ποιητής έντιμος. Το έχει αποδείξει αυτό σε όλες του τις συλλογές. Γράφει τίμια, δεν θέλει να μας ξεγελάσει, να μας τάξει και μετά να μας μπερδέψει. Ίσα-ίσα, για να μη μείνει καμία αμφιβολία, γράφει με έναν τρόπο που αντιστέκεται στον ακαδημαϊσμό, τον ελιτισμό και τις λυρικές φιοριτούρες. Όχι ότι η ποίησή του δεν έχει λυρισμό. Έχει, αλλά είναι όσος πρέπει, δεν ξεφεύγει και δεν γίνεται δακρύβρεχτος συναισθηματισμός. Ο στίχος του είναι απέριττος, ισορροπημένος, κι ας είναι γεμάτος ψυχικές εξάρσεις, πάθος και πόθο. Πρόκειται για μια ποίηση απλή.
Το θέμα με την απλή ποίηση είναι ότι μπορεί να γίνει δίκοπο μαχαίρι. Θα υπάρξουν κάποιοι που θα την πουν μαγική, θα υπάρξουν και άλλοι που θα πουν ότι παίζει φθηνά παιχνίδια. Δεν έχει μεγαλείο, της λείπει το υψηλό, όμως ταυτόχρονα της λείπουν ο κομπασμός και η ξιπασιά. Για μένα η μεγαλοστομία δεν είναι από τις προϋποθέσεις της καλής ποίησης. Και όποιος επιζητεί το υψηλό μπορεί να πάρει την Αγία Γραφή να διαβάσει. Εμένα μου αρκούν ποιήματα όπως αυτά:
IV
Ας ταξιδέψω.
Γι’ αποσκευές αρκούνε
οι λίγοι στίχοι.
V
Έρχονται… Φεύγουν…
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος κι εσύ.
ΧΧ
Να γράψει στίχους
στο χαρτί ήθελε. Μα
αυτοί πετούσαν.
XLII
Βγήκα στη βροχή,
μα η φωτιά μέσα μου
άσβεστη μένει.
XLV
Ξέσκεπο κορμί
κολυμπά μες στο όνειρο
κι όμως ιδρώνει.
Αυτά από την πρώτη ενότητα, “Fast food”. Η δεύτερη ενότητα “Κέρματα” φέρει την αφιέρωση «Στην αλησμόνητη Μάρα μου» και προφανώς περιλαμβάνει χαϊκού γραμμένα με αφορμή την απώλεια της συντρόφου. Ωστόσο κάποια χαϊκού της πρώτης ενότητας θα μπορούσαν να είχαν ενταχθεί στη δεύτερη και το αντίστροφο, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τη συνέπεια της συλλογής. Μερικά χαϊκού από τη δεύτερη ενότητα:
Κοίταζε τόσα
μπροστά του. Τώρα βλέπει
κυπαρίσσια πια.
Καλοκαιράκι,
μα εσύ ακίνητη
και παγωμένη.
Πάνω του λάμπει
ο ουρανός. Μέσα του
σκοτάδι βαθύ.
Δύει ο ήλιος.
Αρχίζει η αγρύπνια
της μοναξιάς μου.
Ψέματα λέω
πως έφυγες. Ακόμα
σε βλέπω παντού.
Η μοναξιά της ύπαρξης, η αναμέτρηση με το μοιραίο και το αναπάντεχο, το στοίχημα του έρωτα, η απόρριψη ή η αποδοχή του παραμένουν τα βασικά θέματα που απασχολούν αυτόν τον ευαίσθητο και τρυφερό ποιητή, όπως και σε προηγούμενες συλλογές του. Χαίρομαι όμως πραγματικά που σε αυτήν εδώ βρήκε έναν ενιαίο, συνεπές τρόπο διαπραγμάτευσής τους και εύχομαι να συνεχίσει έτσι.
Χριστίνα Λιναρδάκη
*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2015/06/fast-food.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)
Σπαράγματα, ποίηση, Valeriu Butulescu, μτφρ. Άντζελα Μπράτσου, εκδόσεις Αλλότροπο 2014
Πολλοί μεγάλοι συγγραφείς και ποιητές, έχουν επιλέξει, τόσο στο παρελθόν, όσο και στις μέρες μας, να εκδίδουν βιβλία με αφορισμούς ή αποφθέγματα, όμως, ο κάθε αφορισμός έχει γραφτεί υπό ορισμένες συνθήκες και εφαρμόζεται κατά περίπτωση, με αποτέλεσμα ορισμένοι να είναι ακόμα και αντιφατικοί μεταξύ τους. Τι θα διαλέγαμε, λογουχάρη ανάμεσα στο: «το γοργόν και χάριν έχει» και στο: «σπεύδε βραδέως»;
Άρα, θα αναρωτιότανε κανείς, τι παραπάνω θα είχε να μας δώσει ένα καινούργιο βιβλίο αφορισμών; Όμως, το νέο βιβλίο του Valeriu Butulescu Σπαράγματα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλλότροπο έρχεται να αποκαταστήσει το είδος και ίσως να το ανανεώσει.
Το πρώτο, που θα πρέπει να προσέξουμε σε ένα μεταφρασμένο βιβλίο αφορισμών, είναι η σωστή απόδοση της γλώσσας, ώστε να μπορούμε να κατανοήσουμε το υψηλό νόημα, που μπορεί να περιέχει και εδώ οφείλουμε να συγχαρούμε την Άντζελα Μπράτσου για την προσεγμένη της μετάφραση. Ειδικά, οι αφορισμοί του Butulescu παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία, καθώς, όπως γράφει ο Loan Dubek ο κάθε αφορισμός είναι «ένα μικρό ποίημα, σύμφωνα με την άποψη πολλών κριτικών που κατατάσσουν τη δημιουργία των αφορισμών του στην Ποίηση».
Οι αφορισμοί του Valeriu Butulescu αναφέρονται κυρίως στη σύγχρονη κοινωνία με μια ειρωνική και ενίοτε σαρκαστική διάθεση, χωρίς να λείψουν και οι υπαρξιακές αναφορές: «Δεν φοβάμαι τη νύχτα στο νεκροταφείο. Φοβάμαι τη μέρα στο γήπεδο».
Όμως, το δυνατό σημείο του συγγραφέα, είναι η ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζει ακόμα και την ποίηση αν έχει γραφτεί αβασάνιστα: «Έγραψε ένα ποίημα για την αυγή, αν και αμφιβάλλω αν ξύπνησε ποτέ του τόσο νωρίς», ενώ για τον εαυτό του θα γράψει: «Ο συγγραφέας γνωμικών μοιάζει με την υπανάπτυκτη χώρα που πουλάει φτηνά τις πρώτες ύλες της».
Σε άλλα σημεία ο Valeriu Butulescu αναφέρεται στη δική του φιλοσοφία για τον θάνατο, που τον αναφέρει ως ένα μεγάλο ύπνο: «Απεχθάνομαι τον ύπνο. Κοιμήθηκα τόσους αιώνες! Θα κοιμηθώ κι άλλους τόσους!»
Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή μας αναφορά στο βιβλίο του Valeriu Butulescu «Σπαράγματα» χωρίς κάποια άλλη παρατήρηση. Απλά, θα αρκεστούμε να πούμε ότι έγραψε και ο Mircea Andras στην εφημερίδα Matinal: «Πόσα πολλά μπορεί να ειπωθούν με τόσες λίγες λέξεις».
Θεοχάρης Παπαδόπουλος
*Από το http://www.vakxikon.gr














