Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια Μηχανή, Καστανιώτης, 1999

galazia-mihani1

Η περίπτωση του Γιώργου Φιλιππίδη είναι ιδιαίτερη για την ελληνική ποίηση. Το γεγονός της εθελουσίας εξόδου του (μόλις στα είκοσί του χρόνια) σε συνδυασμό με το ότι όλο του το έργο συγκεντρώνεται σε ένα βιβλίο (εκδοθέν κι αυτό μετά το θάνατό του), περιπλέκει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια αξιολογικής κρίσης του. Ο θάνατος εδώ μετατρέπεται σε εστία ανάγνωσης και κειμενικής αξιολόγησης με τρόπο διττό: ως υπαρξιακή διερώτηση (ή μήπως κληρονομιά;) αλλά και πράξη.

Ο Φιλιππίδης, θαρρείς, και υφαίνει –στο δεύτερο ποίημα της ενότητας Ερωτική Προπαγάνδα– το υφαντό μιας μοίρας, όπου η πορεία του ανθρώπινου σώματος σταδιοποιείται ως εξής: ανία / ατονία / κατάθλιψη / σύνθλιψη. Στην ποίησή του διατηρεί μια δική του εξελικτική πορεία (ασχέτως που όλα στη ζωή του, φαίνεται, πως πρόωρα ωριμάζουν), στην οποία μπορεί να εντοπιστεί μια αιτιώδης συνάφεια. Μοιάζει σαν να χαρτογραφεί τα δικά του μονοπάτια υπαρξιακής τεκμηρίωσης: αγωνία, φόβος, εκμυστήρευση, ματαιότητα, αποστασιοποίηση, πένθος, ματαίωση, αυλαία.
Το επείγον της ποίησης του Φιλιππίδη έγκειται στην ανάγκη του να τελειώνει όσο γίνεται γρηγορότερα με τον υποτυπώδη ερμηνευτικό κύκλο της ζωής αλλά και της πραγματικότητας γύρω του και να τον κλείσει, αφού η χώρα των ανθρώπων είναι η χώρα της αδιαφορίας. Επιστρέφουμε, δηλαδή στη διπλή ανάγνωση του θανάτου: σύμβολο αλλά και ενσυνείδητη πράξη. Η υπαρξιακή του αγωνία εντοπίζει στο θάνατο την αιτία της ζωής κι έτσι, χωρίς καμία επαναδιαπραγμάτευση αναχωρεί.

Η έξοδός του, όμως, δεν μοιάζει για τον ίδιο έξοδος, αλλά είσοδος σε κάτι που υπερβαίνει τα εδώ και καθ’ ημάς. Θα ήθελα να πω κι άλλα γι’ αυτό τον ποιητή. Σταματώ εδώ, χωρίς ωστόσο να έχω δώσει απάντηση στο αν ο θάνατος είναι μοναξιά, πέρασμα, τέλος ή καταγωγή. Νιώθω, όμως, σαν να ακούγεται ο ίδιος, από κάπου αλλού πια: «Έπρεπε έτσι μόνοι μας πια να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα».

απόσπασμα

REALITY IS MAGIC

Βγαίνω στην Ιπποκράτους˙ είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου, είναι τόσο ανάλαφρη, που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή ν’ αρχίσει να λικνίζεται και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης απ’ την Άγνωστη Χώρα. Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας, αυτή είναι δική μας, των ανθρώπων. Άκου, από τη γη την Έρημη˙ πες πως είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια μαύρη τρύπα, πολύ μακριά, μακριά απ’ τα κόλπα των ανθρώπων.

• μαίρη κλιγκάτση
• 18.7.2015

Nadia Niaz reviews Ken Canning/Burraga Gutya’s Yimbama

yimbama

Yimbama
by Ken Canning/Burraga Gutya

Vagabond Press, 2015

‘Oppressors always expect the oppressed to extend to them the understanding so lacking in themselves.’ – Audre Lorde

Reading a book by an Indigenous Australian author comes with a certain mythos attached. There is an uncritical expectation of explanation, of being taken by the hand and taught profound lessons that are appropriable, then displayed as trophies to liven up ‘Western’ society. Because indigeneity is often imagined as oppositional to modernity – and because modernity is assumed to belong to the ‘West’ – it’s as if the reader is sneaking off and doing something a little naughty, a little rebellious, by peeking over the fence at the fascinating and magical world of the ‘ethnic’ writer. And there is a reward for this, be it gratitude from the authors for deigning to listen, or kudos from one’s own cohort for being so very brave and ‘open minded’.

At first glance, Yimbama promises just such an experience. The cover, with its shades of red and yellow, the two names – one English, one Language – the title itself, and the words ‘Indigenous Australian Writing’ at the bottom, all set up the expectation of discovery. The glossary at the back of the book seems to confirm this – Yimbama means ‘“to understand” in the Bidjara language,’ it says. The back cover reveals that Ken Canning/Burraga Gutya learned to read and write in prison, and for the last 40 years has been a poet, playwright and Indigenous activist, all of which dovetails beautifully with the expectation of inspiration and bravery.
Continue reading

Πρόσθεσε αφαιρώντας, ποίηση, Ηλίας Δ. Παπακωνσταντίνου, ιδ. έκδοση 2014

6_-_papadopapakon

Πριν από λίγο καιρό είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε το πιο πρόσφατο πόνημα του Ηλία Δ. Παπακωνσταντίνου Πρόσθεσε αφαιρώντας. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, όπου ο ποιητής βελτιώνει το στίχο του, σε σχέση με την προηγούμενη ποιητική του συλλογή, που είχαμε διαβάσει, κάνοντας ακριβώς αυτό, που λέει ο τίτλος: Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματα με λιγότερους στίχους, με αποτέλεσμα το νόημα να δίνεται όπως είναι χωρίς να πλατειάζει. Έτσι ο Ηλίας Δ. Παπακωνσταντίνου αφαιρώντας περιττούς στίχους, προσθέτει στην ποίηση. Θα πρέπει να τονίσουμε, ότι πολλοί σύγχρονοι ποιητές πλατειάζουν και λίγοι από αυτούς κατορθώνουν να διορθώσουν αυτό το ελάττωμα. Όμως, όλα τα παραπάνω έχουν να κάνουν με την πρώτη έννοια του τίτλου. Υπάρχει και μια δεύτερη έννοια: Τα ποιήματα του Ηλία Δ. Παπακωνσταντίνου στη συγκεκριμένη συλλογή χαρακτηρίζονται από μια έντονη αφαιρετικότητα, χωρίς να χάνουν το νόημά τους και άρα μια ακόμα αρετή προστίθεται στο έργο του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ στον πρόλογο του βιβλίου, «Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου πετάει στις πιο δύσκολες-θεματικά-κορφές της ποίησης, χωρίς ποτέ να χάνει την ισορροπία του, ούτε όμως και την αίσθηση της ισόπεδης γης».

  Τα ποιήματα της συλλογής του Ηλία Δ. Παπακωνσταντίνου Πρόσθεσε αφαιρώντας, είναι κυρίως κοινωνικά και υπαρξιακά και πολλά από αυτά ξεχωρίζουν με ομορφότερο, κατά τη γνώμη μας, το «Διαβάτης παρών», που αναφέρεται στον Γιώργη Διαβάτη, που εκτελέστηκε το 1949 στα 33 του χρόνια, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει το κυβερνητικό χαρτί μετάνοιας, που θα του έσωζε τη ζωή με τίμημα να προδώσει τις ιδέες του. Το ποίημα είναι συγκλονιστικό, ενώ η επανάληψη των στίχων: «Διαβάτης παρών, Διαβάτης απών», δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην τραγικότητα του ποιήματος. Την αρετή της αυταπάρνησης και της θυσίας για ένα καλύτερο μέλλον, τη συναντάμε και σε άλλα ποιήματα, που χωρίς να αναφέρονται σε συγκεκριμένα ονόματα και γεγονότα κατορθώνουν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη: «Τιμή να ζήσω το θάνατο για τ’ αθάνατο μέλλον!»

 Εδώ θα κλείσουμε, αυτό το μικρό μας ταξίδι στην ποιητική συλλογή του Ηλία Δ. Παπακωνσταντίνου Πρόσθεσε αφαιρώντας, προσυπογράφοντας την προτροπή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ στον πρόλογο του βιβλίου, «ίσως αν προσθέσουμε αφαιρώντας κερδίσουμε πολλά».

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

*Από το w

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Srecko Kosovel, Ο «Σλοβένος Ρεμπώ

11221712_1458121527839459_5835068848950976662_n

Οι νεκροί θα σώσουν

την Ευρώπη.
O κάτωXροI

εσείς νεκροί, φρουροί της Ευρώπης.

Ω ψέματα, ψέματα, ψέματα.
Καταστρέψτε, καταστρέψτε, καταστρέψτε!

Εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν,

κι ακόμη: ψέματα, ψέματα η Ευρώπη, ψέματα.

Καταστρέψτε, καταστρέψτε, καταστρέψτε!

Για τον Κοσοβέλ, η ποιητική διαδικασία ακολουθεί σπειροειδείς ρυθμούς και κατευθύνσεις – με εξαίρεση ίσως τα κονστρουκτιβιστικά ποιήματά του, τα περίφημα «Κονς» (Στα ελληνικά εκδόσεις Βακχικόν). Μολονότι, στη συγκεκριμένη ενότητα, η κατεύθυνση της ποίησής του παραμένει εξπρεσιονιστική, τα ποιήματα καθαυτά αποκτούν τη μορφή κολάζ και μιαν αισθητική παρουσία εκούσια διαφορετική από τη συνήθη αντίληψη για το Ωραίο.

H μείξη στοιχείων απ’ όλα τα πρωτοποριακά λογοτεχνικά κινήματα που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη, στις αρχές του 20ού αιώνα, συνιστά την ιδιόρρυθμη –και πιθανώς μοναδική στο είδος της– αβανγκάρντ ποίηση του Κοσοβέλ.

Ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σ’ ένα έργο όπου η αίσθηση του «χαμένου κέντρου» είναι κυρίαρχη∙ σ’ ένα έργο προφητικό στη σύλληψη και εκφορά της τραγωδίας «άνθρωπος», που υψώνει τον καθρέφτη της συλλογικότητας για να κατοπτριστεί εντός του το Άτομο.

srecko_kosovel

Ο Σρέτσκο Κοσοβέλ γεννιέται στην πόλη Σέζανα της Σλοβενίας. Δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα σε ηλικία 11 ετών. Σπουδάζει Ρωμανική και Σλαβική Φιλολογία. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα της φοιτητικής εφημερίδας Kres και τα επόμενα χρόνια προχωράει στην έκδοση της Novi Kres. Ιδρύει τα λογοτεχνικά περιοδικά Lepa Vida και Mladina, ενώ γίνεται συνεκδότης του προοδευτικού περιοδικού Vidovdan. Δημιουργεί επίσης τη λογοτεχνική Λέσχη «Ίβαν Τσάνκαρ». Τον χειμώνα του 1926 προσβάλλεται από μηνιγγίτιδα, μεταβαίνει στο πατρικό του για να αναρρώσει, αλλά τελικά πεθαίνει στις 26 Μαΐου. Τρεις μέρες αργότερα κηδεύεται στην παρουσία των Ιταλών «καραμπινιέρι» που παρευρίσκονται στη νεκρώσιμη ακολουθία για να καταστείλουν ενδεχόμενες αντιδράσεις των συντρόφων του ποιητή. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του εκδίδονται σε βιβλίο τα πρώιμα ποιήματά του. Το 1954 ξεκινάει η έκδοση των Απάντων που θα ολοκληρωθεί το 1977 σε τρεις τόμους.

*Από το http://www.vakxikon.gr

“Fast food & κέρματα” του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου

fast+food

Ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος είναι ένας από τους ποιητές της περιώνυμης «γενιάς του ‘70», ίσως όχι τόσο γνωστός όσο άλλοι, με μεγάλη όμως ποιητική παραγωγή και ποιοτικό έργο. Το ότι δεν έγινε ευρύτερα γνωστός ίσως οφείλεται στην επιμονή του να παρουσιάζει συλλογές που τις χαρακτήριζε η ανομοιογένεια, αφού περιλάμβαναν ποιήματα σε ελεύθερο στίχο και με ρίμα, δεκαπεντασύλλαβα ή χαϊκού και ό,τι άλλο είχε δουλέψει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα σε δύο εκδόσεις, με έναν τρόπο που έδινε την εντύπωση του συνονθυλεύματος ή «ατάκτως ερριμμένου». Αυτή την εντύπωση, τουλάχιστον, σχημάτιζε ο αναγνώστης που παρακολουθεί το έργο του – και δεν το λέω μόνο εγώ, είναι διαπίστωση π.χ. και του Στάθη Γ. Αρμενιακού στο μελέτημά του «Ο ποιητής Αντώνης Παπαδόπουλος» (εκδ. Έκφραση, Λέρος, 1995).

Με ευχαρίστηση λοιπόν πήρα στα χέρια μου το τελευταίο έργο του κ. Αντώνη Παπαδόπουλου, Fast food & κέρματα, που περιλαμβάνει αποκλειστικά χαϊκού – το χαϊκού είναι μια περιοριστική φόρμα για πολλούς λόγους, αλλά έστω! Η συνέπεια και η ομοιογένεια της τυπολογίας έδωσε επιτέλους στον αναγνώστη την αίσθηση της ασφάλειας που του είναι απαραίτητη για να μπορέσει να αρχίσει να απολαμβάνει το ποιητικό έργο στην ουσία του. Και έτσι, παρότι συνήθως αποφεύγουμε στο στίγμαΛόγου να ασχολούμαστε με συλλογές που περιλαμβάνουν μόνο χαϊκού, αποφάσισα να γράψω σχετικά.

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος είναι ένας ποιητής έντιμος. Το έχει αποδείξει αυτό σε όλες του τις συλλογές. Γράφει τίμια, δεν θέλει να μας ξεγελάσει, να μας τάξει και μετά να μας μπερδέψει. Ίσα-ίσα, για να μη μείνει καμία αμφιβολία, γράφει με έναν τρόπο που αντιστέκεται στον ακαδημαϊσμό, τον ελιτισμό και τις λυρικές φιοριτούρες. Όχι ότι η ποίησή του δεν έχει λυρισμό. Έχει, αλλά είναι όσος πρέπει, δεν ξεφεύγει και δεν γίνεται δακρύβρεχτος συναισθηματισμός. Ο στίχος του είναι απέριττος, ισορροπημένος, κι ας είναι γεμάτος ψυχικές εξάρσεις, πάθος και πόθο. Πρόκειται για μια ποίηση απλή.

Το θέμα με την απλή ποίηση είναι ότι μπορεί να γίνει δίκοπο μαχαίρι. Θα υπάρξουν κάποιοι που θα την πουν μαγική, θα υπάρξουν και άλλοι που θα πουν ότι παίζει φθηνά παιχνίδια. Δεν έχει μεγαλείο, της λείπει το υψηλό, όμως ταυτόχρονα της λείπουν ο κομπασμός και η ξιπασιά. Για μένα η μεγαλοστομία δεν είναι από τις προϋποθέσεις της καλής ποίησης. Και όποιος επιζητεί το υψηλό μπορεί να πάρει την Αγία Γραφή να διαβάσει. Εμένα μου αρκούν ποιήματα όπως αυτά:

IV

Ας ταξιδέψω.
Γι’ αποσκευές αρκούνε
οι λίγοι στίχοι.

V

Έρχονται… Φεύγουν…
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος κι εσύ.

ΧΧ

Να γράψει στίχους
στο χαρτί ήθελε. Μα
αυτοί πετούσαν.

XLII

Βγήκα στη βροχή,
μα η φωτιά μέσα μου
άσβεστη μένει.

XLV

Ξέσκεπο κορμί
κολυμπά μες στο όνειρο
κι όμως ιδρώνει.

Αυτά από την πρώτη ενότητα, “Fast food”. Η δεύτερη ενότητα “Κέρματα” φέρει την αφιέρωση «Στην αλησμόνητη Μάρα μου» και προφανώς περιλαμβάνει χαϊκού γραμμένα με αφορμή την απώλεια της συντρόφου. Ωστόσο κάποια χαϊκού της πρώτης ενότητας θα μπορούσαν να είχαν ενταχθεί στη δεύτερη και το αντίστροφο, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τη συνέπεια της συλλογής. Μερικά χαϊκού από τη δεύτερη ενότητα:

Κοίταζε τόσα
μπροστά του. Τώρα βλέπει
κυπαρίσσια πια.

Καλοκαιράκι,
μα εσύ ακίνητη
και παγωμένη.

Πάνω του λάμπει
ο ουρανός. Μέσα του
σκοτάδι βαθύ.

Δύει ο ήλιος.
Αρχίζει η αγρύπνια
της μοναξιάς μου.

Ψέματα λέω
πως έφυγες. Ακόμα
σε βλέπω παντού.

Η μοναξιά της ύπαρξης, η αναμέτρηση με το μοιραίο και το αναπάντεχο, το στοίχημα του έρωτα, η απόρριψη ή η αποδοχή του παραμένουν τα βασικά θέματα που απασχολούν αυτόν τον ευαίσθητο και τρυφερό ποιητή, όπως και σε προηγούμενες συλλογές του. Χαίρομαι όμως πραγματικά που σε αυτήν εδώ βρήκε έναν ενιαίο, συνεπές τρόπο διαπραγμάτευσής τους και εύχομαι να συνεχίσει έτσι.

Χριστίνα Λιναρδάκη

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2015/06/fast-food.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Σπαράγματα, ποίηση, Valeriu Butulescu, μτφρ. Άντζελα Μπράτσου, εκδόσεις Αλλότροπο 2014

 BuZ9iNFKtEfcVabCxTdPRzG8gkQ0wjhp-aweJPI8yoAFZX0nVbmYR92N7LM6Hxf5K

Πολλοί μεγάλοι συγγραφείς και ποιητές, έχουν επιλέξει, τόσο στο παρελθόν, όσο και στις μέρες μας, να εκδίδουν βιβλία με αφορισμούς ή αποφθέγματα, όμως, ο κάθε αφορισμός έχει γραφτεί υπό ορισμένες συνθήκες και εφαρμόζεται κατά περίπτωση, με αποτέλεσμα ορισμένοι να είναι ακόμα και αντιφατικοί μεταξύ τους. Τι θα διαλέγαμε, λογουχάρη ανάμεσα στο: «το γοργόν και χάριν έχει» και στο: «σπεύδε βραδέως»;

      Άρα, θα αναρωτιότανε κανείς, τι παραπάνω θα είχε να μας δώσει ένα καινούργιο βιβλίο αφορισμών; Όμως, το νέο βιβλίο του Valeriu Butulescu Σπαράγματα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλλότροπο έρχεται να αποκαταστήσει το είδος και ίσως να το ανανεώσει.

      Το πρώτο, που θα πρέπει να προσέξουμε σε ένα μεταφρασμένο βιβλίο αφορισμών, είναι η σωστή απόδοση της γλώσσας, ώστε να μπορούμε να κατανοήσουμε το υψηλό νόημα, που μπορεί να περιέχει και εδώ οφείλουμε να συγχαρούμε την Άντζελα Μπράτσου για την προσεγμένη της μετάφραση. Ειδικά, οι αφορισμοί του Butulescu παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία, καθώς, όπως γράφει ο Loan Dubek ο κάθε αφορισμός είναι «ένα μικρό ποίημα, σύμφωνα με την άποψη πολλών κριτικών που κατατάσσουν τη δημιουργία των αφορισμών του στην Ποίηση».

      Οι αφορισμοί του Valeriu Butulescu αναφέρονται κυρίως στη σύγχρονη κοινωνία με μια ειρωνική και ενίοτε σαρκαστική διάθεση, χωρίς να λείψουν και οι υπαρξιακές αναφορές: «Δεν φοβάμαι τη νύχτα στο νεκροταφείο. Φοβάμαι τη μέρα στο γήπεδο».

      Όμως, το δυνατό σημείο του συγγραφέα, είναι η ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζει ακόμα και την ποίηση αν έχει γραφτεί αβασάνιστα: «Έγραψε ένα ποίημα για την αυγή, αν και αμφιβάλλω αν ξύπνησε ποτέ του τόσο νωρίς», ενώ για τον εαυτό του θα γράψει: «Ο συγγραφέας γνωμικών μοιάζει με την υπανάπτυκτη χώρα που πουλάει φτηνά τις πρώτες ύλες της».

      Σε άλλα σημεία ο Valeriu Butulescu αναφέρεται στη δική του φιλοσοφία για τον θάνατο, που τον αναφέρει ως ένα μεγάλο ύπνο: «Απεχθάνομαι τον ύπνο. Κοιμήθηκα τόσους αιώνες! Θα κοιμηθώ κι άλλους τόσους!»

      Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή μας αναφορά στο βιβλίο του Valeriu Butulescu «Σπαράγματα» χωρίς κάποια άλλη παρατήρηση. Απλά, θα αρκεστούμε να πούμε ότι έγραψε και ο Mircea Andras στην εφημερίδα Matinal: «Πόσα πολλά μπορεί να ειπωθούν με τόσες λίγες λέξεις».

VB foto

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

*Από το http://www.vakxikon.gr

Για την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου

11039408_10155209376410315_1580520227_n

Πάει καιρός που έλαβα την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου. Ξέρετε πως πάει, αν βλέπεις το βιβλίο ως κάτι ζωντανό, χαϊδεύεις τις διαστάσεις του, μυρίζεις προσεκτικά τα χαρτιά, κολλάς κανένα πεντάλεπτο στην προμετωπίδα, κι άλλα τέτοια γραφικά. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω, δε σταμάτησα πουθενά. Διάβασα με ενδιαφέρον μέχρι και τον κολοφώνα. Δεν ξέρετε τι βάσανο είναι αυτό για έναν άνθρωπο που σπάνια δημιουργεί αυστηρή δομή στο διάβασμά του, που μπορεί να πετάει από στίχο σε στίχο και από σελίδα σε σελίδα χωρίς να σέβεται τον κόπο του συγγραφέα. Λοιπόν για αυτό εδώ το βιβλιαράκι, πρέπει να γράψω κάτι. Τι πέτρα έχω φάει; Πως μπορεί να υπάρχει ένα κείμενο που να πλησιάζει τόσο πολύ την εικόνα που έχεις για τον έρωτα, έτσι που διαβάζοντάς το να σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αυτές οι σκέψεις ξεπηδάνε από το δικό σου κεφάλι;

Το βράδυ εκείνο ένιωθα πως είχα πυρετό. Πάλευα να το εξηγήσω λογικά. Τα κείμενά μας και οι εμπειρίες μας. Κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Ένας Έλληνας που τον πνίγει η Ελλάδα, ένας άνθρωπος που γράφει, κάποιο περίεργο καράβι τον βγάζει στην Κύπρο, όπου αισθάνεται απόλυτα ξένος και απόλυτα ντόπιος, δουλεύει dj πίνοντας σε μπαρ της Λευκωσίας, εκδίδει βιβλία. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν με αυτή την πορεία εκτός από μας; Θα μπορούσαμε να έχουμε βρεθεί χιλιάδες φορές, να έχουμε πει απίστευτες αλήθειες πάνω στη ζαλάδα μας την ώρα που σβήνει η τελευταία μπαλάντα κι έχουν μείνει δυο-τρεις τρεκλίζοντας από αγάπη ή απόγνωση. Κι όμως, μία φορά ήταν να βρεθούμε και εγώ έφυγα πέντε λεπτά νωρίτερα, ενώ αυτός άργησε πέντε λεπτά. Δεν είναι λογοτεχνικό καπρίτσιο αυτό που γράφω, έγινε έτσι. Πάλι όμως στραβοπατάνε οι σκέψεις μου, όλο ξεκινάω να πω για κείμενα και λέω για ανθρώπους.

zaketa

Όλη η συλλογή είναι ένα σπαρακτικό βίωμα του έρωτα, όχι απλό ημερολόγιο ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, αλλά υπαρξιακή κατάθεση. Η Άννα είναι μία και μοναδική, και μαζί είναι όλες οι γυναίκες που αγαπήσαμε.
Είπα λοιπόν να γράψω κάτι για την Άννα. Δεν έγραψα τίποτε. Την ξανάβαλα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Τι να γράψω; Ότι μου άρεσε το τάδε απόσπασμα; Αυτά είναι για άλλου τύπου συλλογές. Τελικά κάτι μήνες αργότερα, ξαναπερνώντας ανάμεσα από αυτές τις γραμμές, μου ήρθε να γράψω αυτό. Μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την Άννα, μπορεί και να έχει.

*Αναδημοσίευση από το http://planitas.blogspot.com.au/2015/02/blog-post.html

Tα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου – Ο ποιητής Κ.Π. Καβάφης ως αναγνώστης της Ιστορίας

images


Γεωργία Λαδογιάννη

Η φράση «τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου» είναι ο τελευταίος στίχος από το ποίημα «Μάρτιαι Ειδοί» (1906, 1910). Μας χωρίζουν περισσότερα από 100 χρόνια από τη σύλληψη και τη δημοσίευση του ποιήματος. Ο Καβάφης όμως έκανε την ποίηση να μην έχει σύνορα. Ούτε στον χρόνο ούτε στον τόπο. Στο ποίημα «Μάρτιαι Ειδοί» στοχάζεται να μιλάει στον Ιούλιο Καίσαρα και να του λέει το μοιραίο του λάθος: ότι η δολοφονία του από τον Βρούτο και τον Κάσσιο δεν θα είχε γίνει αν έδινε σημασία στον σοφιστή Αρτεμίδωρο και στα λόγια του, που τον προειδοποιούσαν να προσέχει την ημέρα των Μάρτιων Ειδών.

Όμως, η ιστορία του Καίσαρα, με τον τρόπο που την φωτίζει ο Καβάφης, μιλάει για την εποχή μας. Υπάρχουν και στη δική μας εποχή, οι περιώνυμοι άνθρωποι, οι απορροφημένοι από την άσκηση της εξουσίας που αδιαφορούν για τα ουσιαστικά πράγματα· έχουν χάσει το μέτρο της ζωής. Αναρωτιόμαστε πόσο αυτοί «ακούνε» τον Αρτεμίδωρο, το τι δηλαδή τους λέει ο άνθρωπος, από τα βάθη της Ιστορίας του. Ο ποιητής (και εμείς μαζί του) φοβάται τες φιλοδοξίες της εξουσίας κάθε εποχής, αυτές που οδήγησαν τον Καίσαρα στη Σύγκλητο (όπου έγινε ο φόνος), γι’ αυτό φωνάζει δυνατά τη φράση-στίχο, με την οποία ξεκινά το ποίημα: τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Για τον Καβάφη η Ιστορία δεν είναι χρονική ακολουθία που απομακρύνει τις εποχές και τα γεγονότα αλλά απόθεμα από ισοδύναμες δράσεις. Η ποιητική του όραση ασκεί την ευαισθησία της και οξύνει την κρίση της –να μην ξεχνάμε τις δύο βασικές εκδηλώσεις του Καβάφη: του αισθητή και του σοφιστή– μελετώντας τον άνθρωπο, πάνω στη δράση του. Έτσι η Ιστορία γίνεται μελέτη βίου. Μέσα στην Ιστορία βλέπει τον άνθρωπο να αντιμετωπίζει ξανά ερωτήματα που είχαν τεθεί στο παρελθόν ή να ηττάται με τρόπο μοιραίο, ενώ ήταν στη δική του επιλογή να σωθεί και να αποφύγει την ήττα.

Διαβάζοντας σήμερα την ποίησή του, έχουμε μια εικόνα της Ανθρώπινης Περιπέτειας. Η ίδια η ζωή εξάλλου του Καβάφη, σε εποχή κρίσιμη και τόπο σημαδεμένο από την ιστορία, του έδινε αρκετά κίνητρα για έναν αναστοχασμό πάνω στο ξετύλιγμα της ζωής λαών και πολιτισμών που είχαν περάσει και είχαν ζήσει στον ίδιο τόπο, από την αρχαία εποχή μέχρι τις δικές του μέρες.

Κι ήταν ακόμη οι προσωπικές δυσκολίες, κυρίως εξαιτίας της ερωτικής του αίρεσης· τις αντιμετωπίζει μέσα από μια θεωρία βίου, που είναι μια αναγκαία περιφρούρηση της δικής του θέσης. Αναστατώσεις από μεταβολές συμβαίνουν και στη ζωή της οικογένειας. Μετά το θάνατο (1870) του πατέρα Πέτρου Καβάφη, ο ποιητής βιώνει την σταδιακή παρακμή του εμπορικού οίκου βάμβακος και έχει να λύσει το πρόβλημα του βιοπορισμού του, που το κάνει με την εξασφάλιση της θέσης του Υπαλλήλου στην Αγγλική Εταιρεία Υδάτων, όπου εργάστηκε ως το τέλος.
Αλλά και οι πόλεις που γνώρισε και έζησε στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια είναι πόλεις με φορτία Ιστορίας και ηγεμονικές μνήμες: Αλεξάνδρεια, Λονδίνο, Κωνσταντινούπολη και ξανά Αλεξάνδρεια, για μόνιμη εγκατάσταση. Είναι οι πόλεις της οικογενειακής του μετοικεσίας που κράτησε περίπου 15 χρόνια. Επειτα, στον τόπο της μόνιμης εγκατάστασης, βιώνει τα ανοιχτά προβλήματα της σύγχρονης αποικιακής Αλεξάνδρειας, μιας πόλης που καταφέρνει, ωστόσο, να διατηρεί τη μνήμη του ελληνιστικού της παρελθόντος, όπως και την πολιτισμική της ταυτότητα, που είναι μια ταυτότητα του κράματος.
Continue reading

Θεόδωρος Μπασιάκος, Αγγούρια και μαργαρίτες

mpasiak

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ, “ΑΓΓΟΥΡΙΑ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ,
ΑΠΑΝΤΑ Τ. 1/2015”,
ΕΚΔΟΣΗ ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Είμαι βέβαιος πως αν ο Θοδωρής Μπασιάκος αποφάσιζε να εγκαταλείψει τούτη την άνοστη εποχή μας, κι αν αποτολμούσε μέσω μιας συμπαντικής σκουληκότρυπας να μεταφερθεί κάπου στον ελληνιστικό κόσμο, τότε σίγουρα τα ποιήματά του θα τα διαβάζαμε εμείς τώρα ανθολογούμενα στην “Παλατινή Ανθολογία”, και μάλιστα δίπλα δίπλα, παρέα με μια κανάτα κρασί ως την αυγή, με τα ποιήματα του εξαίρετου Παλλαδά. 

Αν κάτι χαρακτηρίζει ειδικότερα τον λόγο του Μπασιάκου, πέρα από ότι μπορούμε να βρούμε και αλλού, δεν είναι μόνο η περιπαικτική και σκωπτική του διάθεση, παρά, και κυρίως, η λεπταίσθητη και τρυφερή βοημική ματιά του για ότι τον (και μας) περιβάλει.

Κι ενώ στα χρόνια που διανύουμε όλοι μας αποφεύγουμε, σχεδόν φοβούμαστε ως περιοχή “ποιητικού θανάτου” , τις αυτοεκδόσεις (διότι όντως έχει υπερχειλίσει η αυτοέκδοση από εντελώς αδύναμες προσπάθειες γραφής) και προστρέχουμε στην (εντέλει και πάλι αμφίβολη) θαλπωρή των εμπορικών εκδόσεων, ο Θεόδωρος Μπασιάκος (είμαι βέβαιος, σίγουρος για τον εαυτό του και άρα ανόθευτος ταπεινών ελατηρίων) αποτολμά να εκδίδει τα πολύ καλά ποιήματά του μόνος του και να τους δίνει την (γεμάτη ρώμη και υγεία) χαρά να μοιράζονται από χέρι σε χέρι. Απλώς αναζητήστε τα!

*Αναδημοσίευση από τη Θράκα στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2015/06/04.html

Nάσος Αθανασίου, Εν υπνώσει

11538968_854215224616072_2707656290927968107_o

Νέα Κυκλοφορία
ΕΝ ΥΠΝΩΣΕΙ
Εξώφυλλο: Πίνακας του Odilon Redon
νεοελληνική ποίηση
44 σελίδες,
6,39 ευρώ, e-book: 3,59 ευρώ

Άστεγος ξανά μα φωτεινός, στο ίδιο παγκάκι
χωρίς παλτό και πλάτη ξέσκεπη
βλέπω πια τα πεφταστέρια να προσπαθούν να μάθουν σημάδι.
Συνειρμικά θυμήθηκα ένα παλιό κόλπο
που κάνουν οι ιδιοκτήτες σπιτιών σε μελλοντικούς ενοικιαστές.
Για να κρύψουν τη μούχλα από την υγρασία
περνούν τους τοίχους δεύτερα και τρίτα χέρια μπογιά.
Δεύτερα και τρίτα χέρια μπογιά.
Μαζί και ταυτόχρονα.

*O Νάσος Αθανασίου γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Σπούδασε Εφαρμοσμένη Στατιστική και εργάζεται ως μαθηματικός στη Μέση Εκπαίδευση. Η ποιητική συλλογή ‘Εν υπνώσει’ είναι το πρώτο του βιβλίο.
Preview του βιβλίου:http://www.vakxikon.gr/content/view/2267/4678
Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο του Βακχικόν, Ασκληπιού 17 Αθήνα.
Διακίνηση: Αχιλλέας Σίμος, Μαυροκορδάτου 9 Αθήνα.
Και σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία.