Miodrag Pavlovic, Ο τυφλός βασιλιάς στην εξορία

632483223845806

Σας γράφω απ’ την πρωτεύουσα του κόσμου.
Κάθομαι εδώ μπρός στο παράθυρο εγώ,
ο βασιλιάς επισκέπτης
κι ακούω το θόρυβο του δρόμου πίσω από τους τοίχους,
το κουβεντολόι εκείνων που γυμνάζουν τα γεράκια
και τις κραυγές στα ικριώματα.
Το πρωί γονάτισα στο μαρμάρινο πάτωμα
και το βράδυ θ’ ακούσω τους ψαλμούς της μετανοίας.
Δειπνώ με γυναίκες που ευωδιάζουν
κι έτσι ζω εξόριστος σε τούτη την αυτοκρατορική πόλη
αν κι είμαι κοντά σε τόσα διαφορετικά μέρη του κόσμου.
Θα μπορούσα να ‘χα δει μυθικά πράγματα εδώ
αν δεν μου ‘χαν βγάλει στη χώρα μου τα μάτια.
Πρέπει να επιστρέψω εκεί να ψάξω για το φως μου
όμως τυφλός εγώ πώς να ‘βρω πού είναι η χώρα μου;
Γνωρίζω μόνον τους δρόμους
που βρίσκονται βαθιά στον πυθμένα της μνήμης,
δρόμοι χαραγμένοι από ψαλμούς που από το χέρι μ’ οδηγούν
όπως τα σύννεφα από τη μια στην άλλη όχθη.
Αν με καθήσουν οι αγγελιαφόροι στη σέλα του αλόγου,
αν οι γρήγορες άμαξες μ’ οδηγήσουν μακριά
μπορεί κανένας να μου πει σε τί θρόνο θα με βάλουν να καθήσω;
Πώς να κυβερνήσω ένα αόρατο βασίλειο;
Μόνον υπηρέτης μπορώ να ‘μαι,
ζητιάνος μπρος σ’ αμπαρωμένες πόρτες·
ο πατέρας μου που στον κόσμο αυτό με τύφλωσε
μπορεί στον επόμενο κόσμο να με γιατρέψει.
Στο γιο μου αφήνω τις μάχες,
το στέμμα και το διπλό όραμα.
Ας χτυπήσει σκληρότερα τους ξένους με το σκήπτρο του
κι όσο για μένα θα φύγω ήσυχος να ψάξω για το φως μου.

Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του Σέρβου λόγιου ποιητή Miodrag Pavlovic.

Γεννηθείς το 1928 στο Novi Sad, γιατρός ως προς το επάγγελμα, συνέδεσε το όνομά του με τη μοντέρνα ποίηση στη χώρα του, ενώ υπήρξε πολυγραφότατος με πολλά δοκίμια, κριτικές, ανθολογίες και οδοιπορικά από τα ταξίδια του ανά τον κόσμο. Υπήρξε διαπρεπές μέλος της Σέρβικης Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών καθώς και της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Ποίησης. Πολυβραβευμένος για την ποιητική του δημιουργία, δις υποψήφιος για το Νομπέλ Λογοτεχνίας, μεταφράστηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες και στη χώρα μας κυκλοφόρησε το 1981 ο τόμος «Ποιήματα», από τις εκδόσεις Μαυρίδη και σε μετάφραση της Νέλλα Πέτριτς Ρέσλερ.

Στο συλλογικό έργο «Η ποίηση του κράματος» η Ξένια Μαρίτσκι Γκατζάνσκι αναφέρει χαρακτηριστικά: «στην ποίηση του Μ. Πάβλοβιτς, αν και δεν αναφέρεται απευθείας σε ιστορικά γεγονότα, όπως στον Καβάφη, είναι παρούσα η προειδοποίηση του σοφού ποιητή. Η ποιητική του είναι γεμάτη στοχασμούς για το εφήμερο, τη ματαιότητα του κόσμου και του ανθρώπου και έχει τη συνείδηση του μεσογειακού ανθρώπου για τις αιώνιες διαπολιτισμικές επιδράσεις γλωσσών και λαών». Ο μεγάλος Σέρβος λογοτέχνης, ο οποίος έτρεφε πολύτιμα αισθήματα εκτίμησης και σεβασμού για τη χώρα μας, απεβίωσε τον Αύγουστο του 2014. Το ήθος, η ευρυμάθεια και η συνεισφορά του στην ποιοτική διεύρυνση της συλλογικής γνώσης του αναγνωστικού κοινού, είναι ευθέως ανάλογα με το μέγεθος της απώλειας.

*Αναδημοσίευση από το http://invisiblelighthouse.wordpress.com/2015/05/29/%CE%BF-%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%8C%CF%82-%CE%B2%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/

Southern Sun, Aegean Light—The poetry of second-generation Greek-Australian poets

6148504-16x9-700x394

Wednesday 27 May 2015 11:05AM
Image: (© Getty Images / Greg Burke)

Against the backdrop of Greece’s rich history of language and ideas, there’s been a great modern tradition of writing from across the Greek diaspora. This was especially so amongst the first generation of Greek migrants who took their birthright of poetry and prose with them to new lands, and especially to Australia. They used words to articulate their connectedness and their remoteness. There was a certain melancholy assurance of who they were and where they’d come from.

But for the second generation there is none of that visceral sense of belonging. Memories are received, culture is inherited, but all of it is second-hand.

Southern Sun, Aegean Light is a diverse collection of poems from second generation Greek-Australians. They are full of the poignancy of longing for an identity and a sense of place, but the range of works shows that the term ‘Greek-Australian’ fails to describe the disparate nature of the second generation experience.

Supporting Information

List of poems:
The Sea Urchin
 by Efi Hatzimanolis
Inheritance
 by Nick Trakakis
Prayer At Midnight 
by Nicholas Kyriacos
Widows Of The Sun 
by Chrisoula Simos
The Bird In The Belltower
 by Peter Lyssiotis
32 Davis St, East Burwood
 by Peter Lyssiotis
Peloponnese Sunset 
by Angela Costi
The Man Who Knew To Smile 
by Nicholas Kyriacos
I Hate, Hate
 by Luka Haralampou
Sparing Lives
 by Phillip Constan
Pencil
 by Tom Petsinis
Mind
 by Salome Argyropoulos
The Lucky Country
 by George Athanasiou

Relevant link: http://www.abc.net.au/radionational/programs/earshot/southern-sun-aegean-light/6148500

Listen to the program here: http://www.abc.net.au/radio/programitem/pgzEGJY0P7?play=true

Robert Wood Reviews Duncan Hose,Jean Kent and Alyson Miller

A Book of Sea Shantey by Duncan Hose
Bulky News Press, 2014

tumblr_inline_neuopgrkkH1sjiuqh

The Hour of Silvered Mullet by Jean Kent
Pitt Street Poetry, 2015

kent-silver

Dream Animals by Alyson Miller
Dancing Girl Press, 2014

dreamanimalscover_1024x1024

In the library of Australian poetry animals occupy many pages. There are poems on kangaroo, frog, platypus and bandicoot; pig, dog, possum and cow; sheep, fox, dugong and crocodile; and an aviary of birds from budgies and pelicans to magpies and herons. There is lyrebird upon lyrebird upon lyrebird to name just one select, totemic mascot. Michael Farrell’s celebrated 2014 work ‘A lyrebird’ is simply the latest in a long line of the same subject. With its repetition and meta-commentary, Farrell’s poem seems apposite to our moment, engaged in a dialogue with history, ecology and poetry in an altogether affecting and complicated portrait. I tip my beak to his eye.

We could, then, be forgiven for thinking that enough had been said on our relationship to friends and foes in our shared scientific kingdom, lyrebirds among them. But animals are like love in that they make an inexhaustible subject for poets. In addition, if we respond to Philip Mead’s assessment that there is a comparative dearth of critical Australian poetics scholarship, an animal poetics seems to warrant further exploration. Animal poems show no sign of becoming extinct in the pages of journals, chapbooks and books, despite decimated populations of insects, fish, mammals and more all around the globe. In thinking about poetry and our relationship to animals though, we might want to think through the ethical, moral and political demands as they are expressed aesthetically. What does it mean to write a formally constrained sonnet against live baiting in the greyhound industry? Is that sonnet as much of an ideological intervention as a free verse or spoken word rendering of the same content? Can we project onto animal poetry a whole host of concerns that are relevant for other poetries, despite the fact that it demands its own thinking and has its own logic and points of reference?
Continue reading

Στο Μαύρο Δάσος – Ο Κώστας Δεσποινιάδης διαβάζει Μάρκο Μέσκο

page

(Ο Κώστας Δεσποινιάδης διαβάζει Μάρκο Μέσκο. Ο ποιητής διαβάζει ποιητή. Περιγράφει έναν άνθρωπο σε λίγες προτάσεις, την εμπειρία μιας ψυχής σε λίγες σελίδες, ένα τοπίο σε λίγες λέξεις. Οπλίζει, σημαδεύει, και βρίσκει “μαύρο δάσος”. Μπάστα. Και το πιο σημαντικό, ακούει τον εαυτό του, δίνει σημασία στην δική του “φωνή”, δεν ντρέπεται από τον εαυτό του και δεν τρομάζει από ασυνήθιστους ήχους)

ΚΩΣΤΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΑΔΗΣ

Στο Μαύρο Δάσος του Μάρκου Μέσκου.
Μια προσωπική ανάγνωση

Μνήμη μπαρμπα-Σταύρου Στόικου (1916-2005)

Συμβαίνει συχνά κάποια πράγματα που διαβάζουμε –κυρίως όταν είμαστε νέοι– να μας σημαδεύουν και να μας συνοδεύουν –χωρίς να μας ζητάνε την άδεια– σε όλη μας τη ζωή.

Το όνομα του Μάρκου Μέσκου το συνάντησα για πρώτη φορά όταν τα πρώτα και κρίσιμα, από κάθε άποψη, χρόνια της εφηβείας μου πρωτοδιάβασα το βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου με τίτλο «Η ρωμιοσύνη στον παράδεισο». Στον επίλογο αυτού του μικρού σε όγκο βιβλίου –για το οποίο δεν είναι η ώρα να μιλήσω και να αξιολογήσω το πώς και πόσο με επηρέασε– ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, ρωτούσε ποια μπορεί να είναι η άμυνα μέσα στον ερμαφροδιτισμό των ημερών, και η απάντηση που ο ίδιος έδινε ερχόταν μέσα από έναν στίχο του Μάρκου Μέσκου: «Όσα είπαμε παλιά, ισχύουν».
Ο στίχος αυτός έκτοτε νιώθω συχνά να με ακολουθεί νοερά, να τον έχω κατά κάποιον τρόπο επάνω μου, όπως έχει κανείς ένα τατουάζ ή μια ουλή. Αμέσως έγινε κάτι σαν συνθηματικό νεύμα στον στενό κύκλο μιας μικρής παρέας –τα μέλη της οποίας τότε ξεκινούσαν την λίγο-πολύ «λοξή» διαδρομή της ζωής τους.

Τι ήταν αυτό που τόσο με είχε γοητεύσει σε αυτόν τον στίχο δεν μπορώ ακόμα να το προσδιορίσω. Θυμάμαι όμως ότι αμέσως έσπευσα να προμηθευτώ τα βιβλία του Μάρκου Μέσκου κι έτσι, σταδιακά, ήρθα σε επαφή και με το υπόλοιπο έργο του, ποιητικό, πεζογραφικό αλλά και δοκιμιακό.

Με έκπληξη έμαθα ότι ο ποιητής κατάγεται από το χωριό Γραμματικό –Γραμματίκοβο για τους παλιότερους- του νομού Πέλλας, η δε μητέρα του καταγότανε   από τους Πύργους, την παλιά Κατράνιτσα δηλαδή, από όπου κρατά και η δική μου καταγωγή, η οποία Κατράνιτσα μάλιστα μνημονεύεται και σε ένα ποίημα του Μέσκου καθώς και στο πεζό του με τίτλο Μουχαρέμ.
Με αυτή την αφορμή, πήγα στον παππού μου ένα από τα βιβλία του Μέσκου, την Κομμένη γλώσσα, ο οποίος αφού το διάβασε μου διηγήθηκε, εμφανώς συγκινημένος, πολλά και διάφορα για την ιστορία του τόπου και των ανθρώπων του. Νιώθω πως εκείνη η διήγηση του παππού μου, που ασφαλώς τίποτε το «φιλολογικό» δεν περιείχε, με βοήθησε εμμέσως να καταλάβω, ή αν προτιμάτε να «νιώσω», ένα από τα «κλειδιά» με τα οποία, σύμφωνα με την δική μου ανάγνωση, μπορεί να εισέλθει κανείς στον ποιητικό κόσμο του Μέσκου.

Ποιο ήταν αυτό;

Αυτό που θα ονόμαζα «γενέθλιο τραύμα» του ποιητή, ευνουχισμό βίαιο και απάνθρωπο από αυτούς που οι εξουσίες όταν παραφρονούν (αλήθεια, πότε δεν παραφρονούν;) επιβάλουν στους ανθρώπους. Το «τραύμα» αυτό εγώ θα το συμπύκνωνα σε δυο στίχους. Ο ένας, βρίσκεται στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μουγκό» από τη συλλογή Μαυροβούνι:

«Η μάνα μου δεν ξέρει ελληνικά
καμία γλώσσα του κόσμου δεν μιλεί»

και ο άλλος βρίσκεται στη συλλογή Στον ίσκιο της γης:

« θ’ ανταμώσουμε πάλι στη στάχτη.
μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα»

Έκτοτε κατάλαβα πολύ καλά –επιτέλους- γιατί όποτε οι παππούδες μου μιλούσαν τα «δικά τους», τα ντόπια όπως τα λέγανε, χαμήλωναν ασυναίσθητα τον τόνο της φωνής τους. Κατάλαβα, επίσης, ποιοι ήταν όλοι αυτοί οι απλοί, βασανισμένοι άνθρωποι με τα παράξενα ονόματα, που παρελαύνουν στα γραπτά του Μέσκου και περπάτησα στα παράξενα τοπωνύμια που ορίζανε την μοίρα τους:

Ο Ντίνκος, η Λένκα, η Μίικα, η Τσότσα, η Σίικα, η Γκίτσα, ο Τσάλιος, η Ρίνκα, η Μίτσα, ο Ίτσιος, ο Γκίτος, ο Τάσκος και πολλοί άλλοι, καθώς και οι τόποι τους: Βλάντοβο, Ντρούσκα, Γκούγκσβο, Τέιβο, Κροντσέλιβο, Ρουσίλοβο, Πότσεπ και τόσα άλλα, συνιστούν το πονεμένο σύμπαν του ποιητή.

(Αλήθεια, σκέφτομαι, ποιος ριζωμένος φόβος μπορεί να κάνει τους ανθρώπους ν’ απαρνηθούν το πλέον δικό τους πράγμα, τη γλώσσα τους; Ποιος φόβος κάνει τα στόματα να προφέρουν «μασημένα φωνήεντα» σαν από φόβο μην ακουστούν ή σαν από ενοχή που υπάρχουν;)

Μίλησα  πριν για ένα γενέθλιο τραύμα του Μέσκου. Αν υπάρχει ένα ακόμα τραύμα, που τα σημάδια του υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά ποιήματα και πεζά του συγγραφέα αυτό δεν είναι άλλο από το δράμα της ηττημένης, μετεμφυλιακής αριστεράς και κυρίως το δράμα εκείνου του αιρετικού κομματιού της αριστεράς που δεν βολευόταν στο στενό κομματικό σακάκι της επίσημης γραμμής και της σταλινικής πειθαρχίας. Το δράμα εκείνων των ανθρώπων που, όπως το έχει συνοψίσει ένας από αυτούς, ο Άρης Αλεξάνδρου, θεωρούνταν «προδότες για την Σπάρτη και για τους είλωτες Σπαρτιάτες»
Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πω ότι όποιος θέλει να κατανοήσει το κλίμα μέσα στο οποίο βλαστήσαν οι ιδέες αλλά και οι στίχοι του Μέσκου, δεν μπορεί επουδενί να παραβλέψει τον κύκλο των ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν γύρω από τα περιοδικά Μαρτυρίες, αρχικά, και Σημειώσεις στη συνέχεια, μέχρι και σήμερα. Ήδη ανέφερα τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, τον, από πολλές απόψεις, εμψυχωτή αυτής της παρέας. Κοντά σ’ αυτόν, ο Βύρων Λεοντάρης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Στέφανος Ροζάνης, ο Κίτσος Μυλωνάς, ο Τάσος Πορφύρης, η Ρένα Κοσσέρη και φυσικά ο τρόπον τινά δάσκαλος όλων, ο  Μανόλης Λαμπρίδης, καθώς και ο αειθαλής Αντώνης Λαυραντώνης.

Ασφαλώς δεν είναι η ώρα για να αξιολόγησουμε την πολύπλευρη και ιδιαιτέρως σημαντική αλλά και μοναδική για το άνυδρο πνευματικό τοπίο της Ελλάδας συνεισφορά αυτής της παρέας και του κάθε μέλους της ξεχωριστά. Αρκούμαι στο να αναφέρω λίγα λόγια του πρόωρα χαμένου Μάριου Μαρκίδη, δημοσιευμένα στο περιοδικό Σημειώσεις (τχ. 53, σελ. 25-26).
Λέει ο Μαρκίδης:

Εμείς η σέχτα των πολιτικά ύποπτων της δεκαετίας του’60! Αριστεροί, ίσως όμως όχι και τόσο «κανονικά» αριστεροί. Με τις ιδιοτροπίες του ο καθένας, αλλά και με  τους κοινούς γεωμετρικούς τόπους μας, δεν διστάζω να πω ότι υπήρξαμε πραγματικά κάτι σαν ένα εξωγήινο είδος ανθρώπων μέσα στην ισοπεδωτική κλίση των ημερών, την ομοφωνία της νικηφόρας δεξιάς και την ισοσκελή ομοφωνία της ηττημένης αριστεράς.

Μια διευκρίνιση εδώ: στην περίπτωση του Μέσκου, όταν μιλάμε για αριστερά, δεν μιλάμε για φοβερές και τρομερές ιδεολογίες, ούτε για οράματα που ενίοτε καταλήγουν σε εφιάλτες. Μιλάμε για τον βίο και τον πόνο των απλών ανθρώπων τους οποίους συχνά η ζωή και η ιστορία τους ποδοπατούν ανελέητα.

Μιας και αναφερθήκαμε, όμως, σε γενεαλογίες και πνευματικές συγγένειες, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε και τα ονόματα του Αναγνωστάκη, του Κλείτου Κύρου, του Γκόρπα, του Θασίτη, του Γονατά, του Γρεβενιώτη Χρήστου Μπράβου και αρκετών άλλων, με τους οποίους ο Μέσκος συγχρωτίστηκε,  λιγότερο ή  περισσότερο, στην πορεία της ζωής του.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο ποιητής τούτη τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του την αφιερώνει «στους φίλους».

Η έκδοση των ποιημάτων του Μέσκου που έχουμε στα χέρια μας μου δίνει την ευκαιρία και για κάποιες επιπλέον, συνολικές παρατηρήσεις.

Κάθε σπουδαίος συγγραφέας, βέβαια, είναι πολλά πράγματα· αν το έργο του δεν είναι πολυεπίπεδο, ασφαλώς δεν είναι σπουδαίος. Και το έργο του Μέσκου αναμφίβολα είναι πολυεπίπεδο, και φυσικά δεν συνίσταται μόνο στα όσα, ελάχιστα, θα αναφέρω εγώ παρακάτω.

Προκαταβολικά και παρενθετικά να πω ότι η τωρινή συγκεντρωτική ανάγνωση των ποιημάτων του Μέσκου έκανε περισσότερο εμφανή στα δικά μου μάτια τη συνέχεια του έργου του. Οι διαδοχικές συλλογές, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ιδωθούν σαν γεωλογικά στρώματα που το ένα επικάθεται πάνω στο άλλο, αλλά και η κάθε μία προϋποθέτει τις προηγούμενες. Θα μπορούσαμε ανεπιφύλακτα να πούμε ότι ο Μέσκος δεν είναι ένας αλεξιπτωτιστής της ποίησης – από αυτούς που αφθονούν γύρω μας- αλλά ένας οδοιπόρος και ορειβάτης σε μια μακρά, επίμονη και επίπονη ποιητική πορεία που κρατά πάνω από μισόν αιώνα.

-΄Ενα πράγμα που είναι εμφανές από την πρώτη ακόμα συλλογή του 1958, το Πριν από τον θάνατο, και συνεχίζεται σε όλο σχεδόν το έργο του είναι η συνεχής αναφορά σε τόπους και ονόματα.

Οι τόποι για τον Μέσκο (που ως επί το πλείστον είναι τόποι της δυτικής Μακεδονίας) έχουν ιστορία αλλά κυρίως έχουν μνήμη, συχνά πικρή, την οποία ο προσεκτικός δέκτης μπορεί να αφουγκραστεί:

Αυτός ο τόπος γεννάει
πικρά ποιήματα. Σαν τούτο
της Αναστασίας που τώρα
στον θάνατο παραπατάει και στην ξενιτιά
στην ξενιτιά παραπατάει και στον θάνατο –
η μια κόρη αίμα στο βουνό
η άλλη κόρη αίμα στα σπαρτά του κάμπου

(Μαυροβούνι, Αυτός ο τόπος, Α΄ τόμος, σελ. 60)

Οι τόποι, δηλαδή, είναι κάτι πολύ περισσότερο και βαθύτερο από τις πληροφορίες που θα διαβάσει κανείς στα βιβλία ιστορίας και στους σύγχρονους τουριστικούς οδηγούς. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην ποίηση του Μέσκου έχουμε μια «σωματοποίηση» των τόπων.

Κόπηκε στα δύο η ζητωκραυγή μου όταν θυμήθηκα
πως στο ίδιο μέρος του γηπέδου είχαν ξαπλώσει
είκοσι εννιά ολόγυμνα πτώματα
χωρίς κεφάλια…

(Πριν από τον θάνατο, Εικόνες από την επαρχία, Α΄ τομος, σελ. 33)

Και η ιστορία αυτών των τόπων εν πολλοίς δεσμεύει τα υποκείμενα και καθορίζει τις σημερινές επιλογές τους:

Σίγουρο θλιβερό φως της λάμπας στο Χαρμάνκιοϊ
δυτικά διεμβολισμένη από τις ράγες του τρένου
πόλη ματωμένη πόλη χιλιοερωτευμένη

στον βρωμισμένο Γαλλικό λένε πως είναι μπρούμυτα θαμμένοι
στρατιώτες πολλοί και στο Καραμπουρνάκι
τα καράβια εκείνων που χάθηκαν για πάντα

Διάλεξε εσύ την έξοδό σου
(Στον ίσκιο της γης, Β΄τόμος, σελ.38)

-Το δεύτερο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι η σημασία που δίνει ο Μέσκος στην ιστορία των καθημερινών ανθρώπων και όχι στην ιστορία των επίσημων, καταγεγραμμένων γεγονότων.
    Το εκάστοτε ιστορικό γεγονός, το με τόσο πόνο, αγωνία, ελπίδα ή απογοήτευση βιωμένο από τους πρωταγωνιστές του, δεν σημαίνει ποτέ κάτι αντίστοιχο και ισοδύναμο για όσους τυχόν το διαβάσουν ή μελετήσουν χρόνια μετά. Η υπαρξιακή ένταση της στιγμής μετατρέπεται στην καλύτερη περίπτωση σε ερευνητικό πάθος και στη χειρότερη σε απλή πληροφορία. Η επίσημη Ιστορία, συνεπώς, μια κατώτερης έντασης υπόθεση πάντα.
    Αυτή η διαπίστωση ανατρέπεται άρδην στην ποίηση του Μέσκου:

Θυμάσαι τ’ όνειρο της Ευθυμίας στον  κάμπο της Θεσσαλονίκης
κι από τότε δεν την ξανάδες. Ιούνιο μήνα βοριαδάκι έριχνε
κάτω τα πρώτα βερίκοκα. Από τον ίδιο τάφο σε μιαν
άλλη πλαγιά όπου το σίδερο και το ατσάλι κάνουνε πάλι δοκιμές
βγαίνει η ψυχή της ΄Αρτεμης και συλλογιέται τα δεινά του κόσμου
αγέννητα τόσα νεκρά παιδιά στην κοιλιά της

(΄Αλογα στον ιππόδρομο, Προσφυγάκια, Α΄ τόμος, σελ 144)

Εδώ στον αναγνώστη, ο οποίος φυσικά δεν μπορεί να ξέρει τα πρόσωπα και την ιστορία των δύο γυναικών που αναφέρονται στο ποίημα, μεταβιβάζεται ατόφια η συγκινησιακή φόρτιση της ιστορίας τους.

-΄Ενα άλλο στοιχείο πολύ έντονο στην ποίηση του Μέσκου είναι αυτό που θα τολμούσα να το ονομάσω «Ρομαντικός αντικαπιταλισμός»

΄Οταν μιλώ για ρομαντισμό δεν μιλώ για το γνωστό λογοτεχνικό αλλά για το πολύ ευρύτερο πολιτικό ρεύμα του ρομαντισμού, που αναπτύχθηκε ως αντίδραση στη νεοτερική επέλαση του καπιταλισμού, ο οποίος ξεθεμελίωσε τις παραδοσιακές κοινότητες και την παλιά, σαφώς πιο ταιριαστή στα ανθρώπινα μέτρα, οργάνωση των κοινωνιών, για χάρη γιγαντομένων μητροπόλεων που μοναδικό σκοπό έχουν την κυκλοφορία κεφαλαίων και εμπορευμάτων.

«Κέρματα και γρόσια η αιτία του Κακού αιωνίως», γράφει ο ποιητής. Και λίγο παρακάτω: «Κύλησαν όρη όλα τα νομίσματα του κόσμου / στον αγύριστο για πάντα»                   
(Στον Ίσκιο της γης, Β΄ τόμος, σελ 76)

Αυτή η νοσταλγία για μια προ-καπιταλιστική κοινότητα που χάθηκε, υπάρχει διάχυτη στα ποιήματα του Μέσκου.
Σε αντίθεση με την τάση του νεοτερικού ανθρώπου να αποκόπτεται από τις ρίζες του και να ενσωματώνεται ή να αφομοιώνεται από το αστικό περιβάλλον, ο Μέσκος επιστρέφει συνεχώς, σωματικά και διανοητικά, στον τόπο καταγωγής πράγμα που αποτελεί ίδιον του προ-νεοτερικού ανθρώπου. Σε έναν στίχο στις Ελεγείες, που μοιάζει σαν σημείωμα προς τον εαυτό του, ο ποιητής γράφει: «΄Οταν η μνήμη ξεθωριάζει πήγαινε κατά το χωριό» (κι αυτό όταν στην νεοπλουτίστικη μεταπολεμική Ελλάδα όλοι σχεδόν ήθελαν να ξεχάσουν την καταγωγή τους.)

΄Αλλοτε, δυσφορεί για τον σημερινό θλιβερό τρόπο ζωής (ενδεικτικά ένα απόσπασμα από το ποίημα «Θλιβερή συμβίωση», Άλογα στον Ιππόδρομο, Α΄ τόμος, σελ. 138)

Ρετιρέ, φωταγωγός, ασανσέρ
αντένες στο ύψος των πολυκατοικιών
κοινόχρηστα, θυρωροί,  σκουπίδια

[…]

Πάλι στα διαμερίσματα 3*4
-είναι καλό έχει και καλοριφέρ
κι αυτό το παράθυρο

Ρετιρέ, φωταγωγός, ασανσέρ
αντένες, ακάλυπτος χώρος
φως και νερό απ’ το σίδερο

ΜΕ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ ΣΤΟΝ ΣΤΙΧΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΩΝΑ
ΣΑΣ ΣΒΗΝΩ. Και στη γωνιά
το γραφείο κηδειών αδίκως με καρτερεί
αδίκως τα δημόσια ουρητήρια – τι όνειρο
τι όνειρο φριχτό φίλε μου

Σαφώς συνδεδεμένη με αυτή τη ρομαντική νοσταλγία είναι και η πανταχού παρούσα αγάπη του Μέσκου για τη φύση και τα ζώα. Δέσιμο με τη φύση και αγάπη για τα ζώα που δεν παραπέμπουν στην αστική οικολογία και την ζωοφιλία των διαμερισμάτων αλλά σε μια ζωή οργανικά κι αρμονικά δεμένη με όλα αυτά. Παραθέτω δυο ποιήματα που είναι γραμμένα με 40 χρόνια διαφορά:

Στο σχοινί που απλώνει η μάνα μου τα ρούχα
από τη μουριά του γείτονα ήρθε ένας σπουργίτης.
Με κοιτάει· τον κοιτώ. Είτε πέφτει μαλακό το χιόνι
είτε ανάφτει πυρκαγιά η ροδιά στη φυλλωσιά της
μοιάζει να μην πολυπιστεύει πως εγώ είμαι εχθρός του
αλλά κι εγώ μπορώ να πάρω τη σφεντόνα
φύλλο ζεστό, σώμα μικρό τη στάχτη του
          στους πέντε ανέμους να πετάξω;

(Μαυροβούνι, Κατοπινό Ειδύλλιο, Α΄ τόμος, σελ 69)

Το δεύτερο, κατά τη γνώμη μου ένα από τα πιο συγκινητικά κείμενα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τίτλο «Το κουνάβι».

Στη λησμονιά πάνε χρόνια μια νύχτα στο ποτάμι μάλλον εκδρομή της παιδικής παρέας μάλλον μοναχικός περίπατος πού να θυμάμαι σούρουπο ήταν όλα έτοιμα όλα μεταμορφωμένα χρώματα όνειρα άγνωστοι περαστικοί διαβάτες όταν στο δάσος τους γεφυριού η καμπύλη νερό από κάτω κελάρυζε κι όταν κάποιο μουσούδι κουναβιού στο χώμα οσμιζόταν θαρρείς τα μελλοντικά βήματά μου· δεν το προσπερνούσα καθώς εκείνο οδηγούσε το μονοπάτι χάδια επιζητούσε στα μάτια να με δει να μου μηνύσει τι τάχα με γελάκια ακόμα από τη χαραυγή μα ξαφνικά χέρι αόρατο (ποιος αλήθεια) μου ’δωσε την αιχμηρή τζουγκράνα από δίπλα κι εγώ μ’ αυτήν καμακώνοντας το ζωάκι το αποτελείωσα· και τα όνειρα λένε την αλήθεια μα ψαχούλησα ευθύς το στέρνο να δω αν έπνεε ζωή – ήταν νεκρό. Από τότε (μην παραξενεύεσαι μικρέ μου φίλε) όνειρα δεν έχω δεν ονειρεύομαι φοβάμαι τα όνειρα· κοιμάμαι μ’ ανοιχτά μάτια μην κάνω πάλι το κακό το λάθος το αποτρόπαιο το απάνθρωπο.
(Ελεγείες, Β΄ τόμος, σελ 234)

Αυτός ο αποτροπιασμός για τον φόνο ακόμα κι ενός κουναβιού, αυτή η βαθύτατη ανθρωπιά και ευαισθησία ίσως πρέπει να αναζητηθεί στο φοβερό αντίκρισμα θανάτου που ο ποιητής βίωσε στα παιδικά του χρόνια (θυμίζω ότι ο Μέσκος γεννήθηκε το 1936 και οι πρώτες και κρίσιμες παιδικές μνήμες του είναι από τον πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο). Το τραύμα αυτό, αλλά και η αντίδραση που γέννησε, είναι εμφανές από το δεύτερο κιόλας ποίημα της πρώτης του συλλογής, με τίτλο «Αξιωματικός»:

Στο σκολειό, πολλές φορές η δασκάλα μας ρωτούσε:
-Και τι θα γίνετε σα μεγαλώσετε, τι θα γίνετε
όταν σκορπίσετε από δω,
σαν γίνετε άντρες;

Κατέβαζα το κεφάλι κι έλεγα μέσα μου:
-Αξιωματικός πάνω στο άλογο, αξιωματικός!…

Μα τώρα που γνωρίζω τι σημαίνουν τα παράσημα,
τ’ αστέρια πάνω στις επωμίδες, τώρα που γνωρίζω
τι σημαίνουν οι γυαλισμένες μπότες, τι σημαίνουν
τα σπιρούνια και οι ματωμένες σάλπιγγες,
προτιμώ να ’μαι βοσκός με τα γελάδια
όλη μέρα, βρέχει χιονίζει, στο δάσος…

Ο Μέσκος μένοντας συνεπής στον ταυτοτικό του στίχο «όσα είπαμε παλιά ισχύουν», παρέμεινε ένας βοσκός, βρέχει χιονίζει· όχι βοσκός με τα γελάδια, όπως ίσως ονειρευόταν μικρός, αλλά βοσκός με τους στίχους του, στο Μαύρο Δάσος των ποιημάτων του.

*Από το http://anazumani.blogspot.de/2015/05/blog-post_21.html

Γιάννης Πατίλης, Εικόνες από μια νέα

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.

Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.

Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη, τὸ βιβλίο Σιγανὴ βροχή (1918) τοῦ Ναγάι Καφού (1879-1959), γραμμένο ἐδῶ καὶ ἕναν αἰώνα, μιὰ στοχαστικὴ ὅσο καὶ συγκινητικὴ ἐλεγεία τῆς ἀπερχόμενης παραδοσιακῆς Ἰαπωνίας, μὲ σταμάτησε τὸ παρακάτω χωρίο, ποὺ σὰν βολικὸ ἄλλοθι τοῦ ἐγχειρήματος μου τὸ προέταξα ὡς ἐπιγραφὴ τοῦ τόμου: Ἂν ἡ σημερινὴ γκέισα παίζει ἀκόμη σαμισὲν εἶναι ἀπὸ παμπάλαιη συνήθεια τοῦ ἐπαγγελματός της. Καὶ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς νέας σχολῆς χάικου, ποὺ ἀπὸ κεῖνο τὸ ποιητικὸ εἶδος δὲν ἔχουν κρατήσει παρὰ μόνο τὸ ὄνομα.

Ἕνα ὄνομα-δάνειο καὶ γιὰ κάποιο ἄλλο βλέμμα ποὺ τὸ νιώθω νὰ συγγενεύει περισσότερο μὲ τὸν οἰκειότερο σὲ μένα κόσμο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐρωτικῆς ἀγγειογραφίας ἢ τῶν ἐρωτικῶν μικρογραφιῶν τῆς παλατινῆς ἀνθολογίας ἀποσταγμένο σ’ ἕνα φιαλίδιο δεκαεπτὰ ὅλων κι ὅλων συλλαβῶν.

Γ.Π.

The Last Word with Jennifer Compton

17643_10153347638319329_3970308208677514021_n1

Amanda Anastasi talks to Jennifer Compton about Now You Shall Know.

This collection contains observations about family and the various people you have encountered. There is the woman at Flinders St Station, the Dutch widow, a Frankston masseur. Has anyone recognised themselves in your poems?

No. I am thinking of going down the road though, and showing the Dutch widow her poem. I would have loved to have been a photographer. I should have been one.

The subtitle of your title poem Now You Shall Know mentions an aria sung by Maria Callas. Were you listening to this piece while you were writing this poem? Do you listen to music while you are writing?
I wasn’t, and no I don’t. There are enough sounds that surround us. I can’t take too much noise these days.

The Name Of The Street refers to Hope Street in Brunswick, where Jill Meagher was murdered. What kind of response did you receive to this poem?
Interestingly, there has been more interest in this poem overseas.

If you could choose the name of the street you lived in, what would it be called?
Bridge Street. I used to live in Bridge Street. The bridge between Australia and New Zealand, the bridge between page and stage, between men and women, between young and old. I like to be in the middle.

In Four Lines By Ezra Pound you touch on plagiarism. How difficult is it to be original?

It is difficult not to be original.

What is your favourite word?
Emeraude, a word I must have misread years ago in The Rime of the Ancient Mariner, because I can’t find it in any of the versions now. I thought I read – ‘as green as emeraude’.

Name the poetry collection you have kept referring to.
Selected Poems by Yevtushenko, in the Penguin Modern European Poets series. A poem I have read many times is Auden’s September 1, 1939.

Poetic self-portrait: in no more than seven words, describe Jennifer Compton.
First this, then that, then the other.

*Jennifer Compton’s book Now You Shall Know (Five Islands Press) is available from Collected Works.
**Taken from http://melbournespokenword.com/the-last-word-with-jennifer-compton/

Autumn Royal revieww Bel Schenk’s Every Time You Close Your Eyes

9781743053195

Every Time You Close Your Eyes
by Bel Schenk
Wakefield Press, 2014

Bel Schenk’s third poetry collection, Every Time You Close Your Eyes, is sparsely written, yet deeply self-aware. Taking the form of a verse narrative, the book is a series of poems exploring events commonly referred to as the ‘New York City blackouts of 1977 and 2003’, similar in circumstance, yet as Schenk demonstrates, vastly different due to the temporal space between them.

Schenk begins by introducing a power-less 1977 New York, a city already powerless against financial crisis, increase in crime, and at the beginning of a heatwave. The darkness of the blackout further distorts social boundaries already under question and rioting and looting is soon to breakout:

New York City
Summer, 1977

The lights go out just before dark.
There is a blackout in the city
and people blame lightning.
There are many different ways to tell this story.

This is one of them. (2)

The attention Schenk brings towards the act of fictional representation allows her poetry to allude to the similarities between the construction of history and myth. Schenk further highlights such connections between the historical and fictional by evoking a late twentieth-century milieu through the representation of two individuals greatly influencing American society at the time: actor Christopher Reeve and criminal David Berkowitz. Schenk’s references to Reeve and Berkowitz not only signify contemporary socio-political events of New York City in 1977, but gesture towards the type of anxieties a post-9/11 New York City in 2003 will experience.
Continue reading

Γιώργος Δάγλας: Ξορκίζοντας έναν δαίμονα

δαγλας

Tου Γιώργου Αλεξάτου*

 Αυτοσυστηνόμενος στην τελευταία του συλλογή ως «ελάσσων Επτανήσιος ποιητής», ο Γιώργος Δάγλας δίνει το μέτρο του σεβασμού στη μεγάλη ποιητική παράδοση του τόπου του και συνάμα την υπόσχεση που για μια ακόμη φορά κρατάει: Οι «Καντάδες για ένα δαίμονα» αποτελούν έργο ποιητικό. Όπως και το πρώτο του εγχείρημα, πριν τριάντα τρία χρόνια, «Η μέρα των φωταγωγών». Όπως «Το μαύρο χιόνι» που ακολούθησε στο μέσο της περιόδου από την πρώτη μέχρι την τωρινή τρίτη ποιητική του συλλογή, το 1999. Δεκαεφτά χρόνια από το 1982, δεκάξι έως το 2015.

Γεννημένος στην Ιθάκη, απόφοιτος Ναυτικού Γυμνασίου, που όμως δεν ταξίδεψε τη θάλασσα, χωρίς να στερηθεί το ταξίδι. Πήρε από εκείνον τον Θιακό, τον πασίγνωστο στα πέρατα του κόσμου, τον Οδυσσέα, αλλά περιφέρθηκε σε πόλεις και συνοικίες, κάνοντας πολύχρονες αλλεπάλληλες στάσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Και πάλι στο Θιάκι και ξανά κάπου αλλού. Πολυμήχανος, όπως κι εκείνος, υπήρξε και οικοδόμος και ταβερνιάρης και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κάποιος, για να εξασφαλίζει κάθε φορά τη δυνατότητα να ζει λιτά αλλά με πάθος φρόνιμα καλυμμένο από νηφάλια αντιμετώπιση κάθε χαράς και αναποδιάς, ανάμεσα σε κόσμο της μέρας και της νύχτας. Κυρίως της νύχτας.

Ο Γιώργος Δάγλας είναι γέννημα της μεταπολιτευτικής αμφισβήτησης. Εκείνων των χρόνων που τα μηνύματα της εξέγερσης του Νοέμβρη του ’73 συναντούσαν, με κάποια καθυστέρηση, τα μηνύματα του Μάη του ’68, σε μια Ελλάδα που άλλαζε ραγδαία, αφήνοντας πίσω της τον μετεμφυλιακό πόνο για να κάνει παρέα με τη θλίψη νέων απογοητεύσεων και νέων διαψεύσεων. Όμως, όπως έλεγε κι ό ίδιος σε εκδήλωση για την Κατερίνα Γώγου, φίλη του αγαπημένη (όπως φίλοι του αγαπημένοι υπήρξαν και ο Νικόλας Άσιμος και ο Λεωνίδας Χρηστάκης και ο Αντώνης Πλούτης, ο «Ρέμπελος»), παρ’ όλα αυτά, «η ελπίδα είναι ότι εμείς συνεχίζουμε». Ότι «υπάρχει ελπίδα. Δεν χάνεται τίποτα. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα». Γιατί ο Δάγλας αναγνωρίζει οφειλές:

Σ’ αυτό το πιτσιρίκι
που κλωτσάει μια ψεύτικη μπάλα
σ’ ένα λασπωμένο στενό.
Στον αντάρτη που παραδίνει
δακρυσμένος το όπλο του.
Σ’ αυτή την παράξενη γυναίκα
που συνάντησες στο σταθμό ενός τρένου
και χάθηκε για πάντα.
Στις φλεγόμενες πολιτείες των εξεγερμένων.
Στα δειλινά των λυπημένων.
Στα ερείπια που ανθίζουν.
Στις νύχτες που σε τυλίγουν.
Στα κόκκινα μάτια.
Στα λυγισμένα σίδερα.
Στην άλλη μέρα, στην άλλη μέρα.
Παντού μπορείς να νιώσεις
την ομορφιά της έκρηξης
αν ελλοχεύει μέσα σου.
 
Ολιγογράφος (είπαμε, μόλις τρεις σχετικά μικρές ποιητικές συλλογές), με γραφή πυκνή και αφαιρετική, αλλά και με λόγο μεστό, με πλούτο εικόνων, με τη ζωντάνια που αναδύεται από την αίσθηση του «είμαι εδώ και το ζω», ο Δάγλας μεταφέρει την παρατήρηση της αλήθειας της κρυμμένης πίσω από τη λουστραρισμένη επιφάνεια του δήθεν. Ή του ντεμέκ, που άκουγε να λένε στη Θεσσαλονίκη:
 
Αυτός ο άνθρωπος
που περπατάει σκυφτός
στην άλλη άκρη του δρόμου,
φαίνεται πως κρυώνει.
Κι όμως,
δεν κοιτάζει ψηλά.
Ξέρει.
Κανένας δε θα τραβήξει την κουρτίνα του
να τον σκεπάσει.

Άλλωστε,

Αυτό το σπίτι
ήταν πάντα εκεί.
Πολλά χρόνια.
Παλιό. Μουντό. Γενναίο.
Κι ακόμα εκεί το βλέπω.
Χαμένο στο χρόνο, μόνο,
να αντέχει
 τον πόνο τόσων ανθρώπων
 που ζήσαν στα σωθικά του
 κι ακόμα να στέκει όρθιο,
 να επιμένει, ν’ ανοίγει και να κλείνει
τις πόρτες του
 σε μια αιωνιότητα
 που δεν θ’ αγαπήσει ποτέ.

#Η ποιητική συλλογή «Καντάδες για ένα δαίμονα» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Φίλντισι». 

*Από το Βαθύ Κόκκινο στο http://tsak-giorgis.blogspot.com.au/2015/05/blog-post_26.html

Σκοτάδι, ποίηση, Αλέξης Αντωνόπουλος, Εκδόσεις Ars Poetica 2013

_

Της Ασημίνας Ξηρογιάννη*

Το Σκοτάδι είναι το πρώτο βιβλίο του Αλέξη Αντωνόπουλου. Δεν λέω ποιητική συλλογή, γιατί δεν πρόκειται ακριβώς και μόνο για ποίηση. Είναι βασικά ένα μεικτό είδος, θα έλεγε κάποιος. Ο πεζός λόγος εναλλάσσεται με στίχους, αφορισμούς και διαλογικά μέρη. Υπάρχει ένα πρόσωπο που αφηγείται πράγματα και καταστάσεις, στιγμιότυπα ζωής, έρωτα, θανάτου  και φαντασίας. Ο αφηγητής είναι στοχαστικός, κυνικός, υβριστικός, ενίοτε τρυφερός, συχνά αντιφατικός. «Ονειρευτής», «ένα αιώνιο ον που αναζητεί απαντήσεις», στα διάφορα ερωτήματα φιλοσοφικής υφής που θέτει.

Η περσόνα του Αντωνόπουλου αγαπά το σκοτάδι, το λατρεύει σαν Θεό. Αλλά τί είναι ακριβώς το σκοτάδι, αν όχι επιλογή του ανθρώπου; O αφηγητής κάποιες φορές απευθύνεται στον αναγνώστη του βιβλίου ανιχνεύοντας συνάμα τις προθέσεις του. Τον προτρέπει να διαβάσει το έργο και να αφεθεί χωρίς να βιαστεί να το κατηγοριοποιήσει, να του βάλει μια ταμπέλα. Ακόμα, ο θαυμαστός αφηγητής  ζει μόνο στα όνειρά του (αλλά όχι στη ζωή του), όπως μας πληροφορεί. Πιστεύει πως τα  όνειρα  είναι πιο εύκολα από τη ζωή. Οι σκέψεις του περί της γραφής, του ρόλου και της σημασίας της, δεν λείπουν. Μας δίνει και τη δική του προσέγγιση για την Τέχνη, στην οποία οι Δαίμονες μεταμορφώνονται σε Αγγέλους. Ανιχνεύει την ανθρώπινη ψυχολογία, αλλά και διέπεται και από μεταφυσικές ανησυχίες. Μέσα του κρύβει έναν ήρωα που απεγνωσμένα ζητά επιτέλους να απελευθερώσει. Σαφής είναι η μοιραία σχέση -σχέση αγκάθι  με τη μητέρα του, την οποία θανάσιμα μισεί.

Eν ολίγοις, λόγος άμεσος, λιτός, με ζωντάνια και θεατρικότητα, απόλυτα πεζογραφικός, με αράδες δοκιμιακής υφής και μετρημένες ποιητικές εξάρσεις. Όμως, θεωρώ ότι το αξιόλογο υλικό – σημειώσεις του Αντωνόπουλου, δεν έχει διευθετηθεί με τη δέουσα οικονομία, ώστε να είναι εκατό τις εκατό λειτουργικό. Το ζητούμενο πάντα είναι το σωστό κόψιμο και ράψιμο, η επιθυμητή ύφανση, αφαιρετικότητα και υπαινικτικότητα, ώστε να επιτευχθεί το ανοίκειο αποτέλεσμα και η λογοτεχνικότητα εν τέλει.

*Από το Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr

Benjamin Solah reviews Jeltje Fanoy

princess-by-night

Princes by Night
by Jeltje Fanoy

Island Press, 2015

Jeltje Fanoy’s Princes by night is part poetry collection and part fragmented family history, peppered with glimpses of the Dutch colonial experience in Indonesia. Her fourth collection, Fanoy has explained that it’s partly influenced by her becoming aware of Australia’s own colonial history, and has been her ambition for many years.
Fanoy describes herself sometimes as a sound poet as well as a ‘migrant poet’, and performs under the name ‘jeltje,’ often using music, alliteration and onomatopoeia. Princes by night, however, seems very much written for the page. For the most part it is a poetics of simple and minimal language, interchanging narrative verse and prose poetry. Examples of this mode include shorter pieces such as ‘little jaap’, and one of the most strident poems in the collection, ‘Roaring Twenties tempat’:

A loudmouthed consortium of
sugar industry interests
defending their, reportedly,
immeasurable wealth of
lighting cigars from banknotes,
and in panic over impending losses,
promoted, through paid lobbyists
and significant ownership of the Press …

‘Roaring Twenties tempat’ is compact and potent, using practical language against itself. In its intention and politics it is in the style of Jeltje the performer, but linguistically it is at home on the page. Its words would not gain anything by being read aloud, other than the potential to be a mouthful.
Perhaps that could work. Fanoy comes from the same era as – and claims influence from – πo, also a migrant poet with a strong performance background and one known for using regular and practical language to great effect. Princes by night does maintain the spirit of the 9 to 5 poets from which Fanoy and πo have come: its poetics is accessible to the working class whilst not dumbing down content – the issue of Dutch colonialism is hardly familiar to most Australian readers.
Continue reading