Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Η άστεγη μέρα, ποίηση, εκδόσεις Μελάνι 2014

631l

Τον τελευταίο καιρό εκδίδονται πολλές ποιητικές συλλογές και από αυτές, ψάχνουμε να βρούμε ορισμένες, που έχουν κάτι να μας πουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η ποιητική συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου «Η Άστεγη μέρα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι».

Πρόκειται για μια ποίηση κατανοητή, άλλοτε κοινωνική, άλλοτε ερωτική και άλλοτε υπαρξιακή, μα πάντα με μια θλίψη και μια απογοήτευση για την επανάσταση, που «δεν θα γίνει ούτε σήμερα», που «ανατέθηκε αλλού», που μας υποσχέθηκαν ότι θα την κάνουν άλλοι για λογαριασμό μας και τους εμπιστευθήκαμε για να ανακαλύψουμε ότι μας εξαπάτησαν.

Όμως, παρά τη θλίψη και την μελαγχολία η ελπίδα παραμένει και η Ιωάννα Διαμαντοπούλου μας προτρέπει λέγοντας: «Να μη φοβάσαι. / Ακόμη κι αν είσαι το τελευταίο μοναχικό δέντρο στο λιβάδι», υπενθυμίζοντάς μας τον ηρωικό μηδενισμό του Καζαντζάκη και του Καβάφη.

Την ποιήτρια φαίνεται να την τρομάζει η αποξένωση και η βαρβαρότητα της σύγχρονης κοινωνίας και πολύ εύστοχα γράφει: «Είναι κακόφημη η αλήθεια / κι έχει ένα σκληρό πρόσωπο. / Όταν θέλει να κάνει το τοπίο βάρβαρο, / βάζει ανθρώπους να το κατοικήσουν».

Ο έρωτας για την Ιωάννα Διαμαντοπούλου θέλει προσοχή, έτσι ώστε να μη καταντήσει εγωιστικός και να μη φτάσει να διαπιστώσει πικρά ότι: «Δεν αγαπώ πια. / Ο τελευταίος που αγάπησα πνίγηκε σε κατακλυσμούς αγάπης».

Όλα όσα περιγράψαμε πιο πάνω καλύπτουν περίπου τις μισές σελίδες της συλλογής, γιατί προχωρώντας, δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι τα ποιήματα γίνονται πιο μεγάλα και δυσνόητα. Χάνεται η λιτότητα του στίχου και η άμεση επαφή με τον αναγνώστη.

Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι η Ιωάννα Διαμαντοπούλου είναι μια ποιήτρια με ταλέντο, που σίγουρα μπορεί να μας δώσει πολύ περισσότερα.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

*Από το http://www.vakxikon.gr

**H Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών  και εργάζεται ως μαθηματικός στην Γερμανία. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. 
Στα φοιτητικά της χρόνια είχε εκδοθεί η  ποιητική συλλογή της  “Παραμύθι στερνό  και παράλογο για απογευματινές ώρες”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος¨. 
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά.

***Ένα ποίημά της από την παρούσα συλλογή έχει δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2014/09/24/%CE%B9%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%B7-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B5/

Γιάννης Αντιόχου, Εκπνοές, εκδόσεις Ίκαρος 2014

antiochou_ekpnoes

Έχουν γραφτεί διθύραμβοι για τη συλλογή «Εκπνοές» του Γιάννη Αντιόχου – το ξέρω επειδή διάβασα τους περισσότερους. Όχι ότι δεν είναι αιτιολογημένοι, όμως κάποιοι περιέχουν εξώφθαλμες υπερβολές. Ο Αντιόχου είναι πράγματι μια χαρακτηριστική φωνή της γενιάς μας, αλλά δεν θα έλεγα ότι είναι η πιο συνειδητοποιημένη. Το να υποστηρίξει κάποιος αυτό, θα πει ότι δεν το έχει ψάξει αρκετά. Είναι επίσης ποιητής με ταλέντο. Γράφει  ποίηση ευαίσθητη και ψαγμένη, που προκύπτει από τη σε βάθος ανάλυση του κόσμου και την ειλικρινή κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Μια κατανόηση που κάποτε βασίζεται στη συμπάθεια και κάποτε στην αντιπάθεια. Γιατί ο ποιητής μοιάζει αναποφάσιστος. Μοιάζει να μην είναι σίγουρος για το αν συμπαθεί ή αντιπαθεί τον κόσμο και την ανθρώπινη φύση και αυτή η αναποφασιστικότητά του τον οδηγεί στο έκδηλο παραλήρημα που αναδίδει σκοτάδι – την πρώτη και βασική ύλη των «Εκπνοών». 

Δεν είναι μια πορεία προς τη συγνώμη αυτή η συλλογή, όπως διάβασα αλλού. Τα ποιήματα του τέταρτου μέρους θα μπορούσαν να συνηγορούν σε μια τέτοια άποψη, μόνο όμως αν δεν υπήρχαν τα τρία πρώτα μέρη, τα οποία σηματοδοτούν τη ρήξη του υποκειμένου με τον κόσμο. Ούτε μπορούμε να παραλληλίσουμε αυτά τα ποιήματα του τέταρτου μέρους με μια κάθαρση κατά την αρχαιοελληνική έννοια. Αν υπάρχει κάθαρση, αυτή δεν συνίσταται στο καταλάγιασμα του τόνου ή στο ξεφούσκωμα του ύφους, ούτε καν στη συγνώμη που, μετά από το φρενήρες και αδυσώπητο παραλήρημα που προηγήθηκε, δεν μοιάζει καν αληθινή.

Είναι φανερό ότι το ποιητικό υποκείμενο περιφρονεί βαθιά τον κόσμο και το κάνει αυτό επειδή πονάει, αφού ο κόσμος το πληγώνει διαρκώς. Ακόμη και τις στιγμές που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του πρωτίστως σαν σώμα, τον βλέπει σαν τόπο ανεξιχνίαστων μυστηρίων, ένα σημείο όπου η ηδονή και ο πόνος σμίγουν παράφορα και παράγουν λέξεις ή στίχους, βασανίζοντας και πληγώνοντάς το ασταμάτητα – όταν δεν το γεμίζουν ενοχές.

Δεν έχω διαβάσει τα προηγούμενα βιβλία του Αντιόχου. Αυτό είναι καλό και κακό. Καλό γιατί μου επιτρέπει μια φρέσκια ματιά. Κακό γιατί μου στερεί την επίγνωση της εξέλιξής του σε βάθος χρόνου. Σε κάθε περίπτωση,είναι σαφές ότι η συλλογή είναι αρτιότατητεχνικά. Οι μεταφορές και οι λοιποί μετασχηματισμοί του είναι συμπαγείς και στέρεοι, κάτι που δεν  επιτυγχάνεται εύκολα.  Καταφέρνει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στο άγριο και το ωραίο, ανάμεσα στο παράλογο και το λογικό, τη χαρά και την πληγή της. Οι εικόνες που περιγράφει ο ποιητής είναι ανάγλυφες και κάτι παραπάνω, νιώθουμε ότι μπορούμε όχι μόνο να τις ψηλαφήσουμε, αλλά και να τις μυρίσουμε, να τις δούμε, να τις ακούσουμε, να τις γευτούμε – είτε μας αρέσουν είτε όχι.

Άλλωστε η συλλογή δεν είναι μια πρόσκληση προς τον αναγνώστη να τα πράξει όλα αυτά, είναι ένα βίαιο τράβηγμα προς το μέρος του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο τον πειθαναγκάζει να κοιτάξει από την κλειδαρότρυπα.  Αυτά που θα δει θα τον ανατριχιάσουν, θα τον προβληματίσουν και θα τον λυπήσουν, αλλά είναι σίγουρο ότι θα θελήσει να τα ξαναδεί.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Γιώργος Λίλλης, Μικρή διαθήκη, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα, 2013

59223

giorgos-lillis


Του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου­

Με τα ποιήματα της Μικρής Διαθήκης του ο Γιώργος Λίλλης μοιάζει να διεκδικεί με φιλοσοφίζουσα νηφαλιότητα μιαν έξοδο από τον χώρο της τρέχουσας καθημερινότητας, οι συνθήκες και οι μηχανισμοί της οποίας αποσκοπούν στην υπονόμευση του αυθορμητισμού, στην κατάργηση της πολυφωνίας και στον αποκλεισμό κάθε ενδεχόμενου μιας αιφνίδιας ανατροπής. Πολίτης του κόσμου αλλά όχι κοσμοπολίτης, ευαίσθητος δέκτης του ήχου και του απόηχου των συμβάντων και των καταστάσεων της εποχής του, ακατάπαυστα ταξιδεύοντας -σωματικά και ψυχικά- ανάμεσα σε δύο πατρίδες (Ελλάδα – Γερμανία), με πάντα ζωντανές μνήμες της φύσης να τον περιβάλλουν προστατευτικά και ταυτόχρονα να διεμβολίζουν την ιστορική του αίσθηση, προτιμά την παραδοχή και την ταύτιση με τις αβεβαιότητές του από την υποταγή στους ισχύοντες κανόνες της όποιας ισχύος.

Με ζωηρή την αίσθηση ότι βιώνει την ιστορία του τέλους της ιστορίας και του στηριγμένου στα σαθρά θεμέλια ενός τερατωδώς αναπτυγμένου πολιτισμού, επικαλείται τη δύναμη της αγάπης, τη μόνη ζωοποιό δύναμη, το αόρατο αλλά πανταχού παρόν νήμα της οποίας μπορεί να τον οδηγήσει στις πιο σκοτεινές και απόκρημνες χαράδρες της ύπαρξης, εκεί που ο χρόνος μοιάζει υπέρογκα διεσταλμένος, με διασαλευμένα τα όρια των τριών διαστάσεων του, ώστε να επιτρέπονται στους κόλπους του παράδοξες ταυτίσεις και ονειρικές μεταποιήσεις πτυχών της πραγματικότητας. Ο ποιητής εν προκειμένω παραμένει εκστατικός στο ακίνητο σημείο του χρόνου που ακατάπαυστα γυρίζει, παρατηρώντας και καταγράφοντας συμβάντα και καταστάσεις που διαισθάνεται ότι συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας ατμόσφαιρας πρόσφορης για εκτιμήσεις-απολογισμούς ζωής και, κυρίως, για επώδυνες πλην παράφορα επιθυμητές κατακτήσεις ανώτερων στρωμάτων αυτογνωσίας.

Κάπως έτσι συνειδητοποιεί ότι η ποίηση δεν μπορεί να τον απαλλάξει από το βάρος του θνητού σαρκίου του, ούτε να τον απελευθερώσει από την υποχρέωση να συμμετέχει στις τελετουργικά επαναλαμβανόμενες πράξεις της εγκόσμιας καθημερινότητας, του προσφέρει ωστόσο την πολυτέλεια να τρέφει την ψευδαίσθηση των χάρτινων φτερών και να ίπταται έτσι στο πεδίο της γραφής. Του επιτρέπει επίσης να ερωτοτροπεί, κάποτε ασύστολα και ποιητικά παραγωγικά, με την ιδέα του κενού που αισθάνεται να ανοίγεται στις υπώρειες των τοπίων της σκέψης, την ίδια στιγμή που, αναπτύσσοντας μιαν ιδιαίτερη και ανταποκρινόμενη στην ιδιοσυγκρασιακή του ιδιαιτερότητα μνημοτεχνική, προσπαθεί και ανακτά εδάφη της παιδικής του ηλικίας, κόντρα στη φυγόκεντρη δύναμη του χρόνου, με απώτερο στόχο τη δημιουργία εικόνων ρέμβης· διαλειμμάτων να πω καλύτερα ανάμεσα σε επώδυνες, κάποτε δυσβάσταχτες καταστάσεις αυτογνωσίας και επαναπροσδιορισμού των σχέσεών του με τον εαυτό του και με τους άλλους.
Η διασάλευση των ορίων των αντικειμενικών διαστάσεων του χρόνου, εξάλλου, δημιουργεί τις προϋποθέσεις εξοικείωσής του με ό,τι πέρασε («ό,τι πέρασε πέρασε σωστά»), με τα ερείπια του παρελθόντος· του δημιουργεί την εκμαυλιστική αίσθηση ότι μπορεί να εισχωρεί στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των περασμένων, αναζητώντας υλικό για την αναστήλωση του απολεσθέντος παραδείσου του, μήπως και αμβλύνει την αγωνία του μπροστά στο πρόβλημα του ορισμού ή της σύζευξης της αρχής και του τέλους που συνέχουν τα πάντα. Στην προσπάθειά εντέλει να προσδιορίσει τη θέση του στον χρόνο και στον χώρο -αν και ο χρόνος υπερέχει συντριπτικά του χώρου, επικαλύπτοντάς τον ακόμα και στα ποιήματα που είναι γραμμένα με τη μορφή ημερολογιακών ταξιδιωτικών εσωτερικών ανταποκρίσεων- και προς επίρρωση της άποψης ότι ο Λίλλης είναι πρωτίστως ένας ποιητής της υπαρξιακής αγωνίας, σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζει ο καθρέφτης· η ψυχρή και αμέτοχη -σε ό,τι απεικονίζει- επιφάνεια του οποίου στέκεται αδιαπέραστο εμπόδιο ένωσης ανάμεσα στον εικονιζόμενο και στο είδωλό του· ανάμεσα στις σκέψεις και στα συναισθήματα και στα αίτια που προκάλεσαν τις μεν και τα δε. Κυρίως όμως επιτρέπει στον ποιητή να κρατήσει τις απαιτούμενες αποστάσεις ασφαλείας και από τους δύο (εικονιζόμενο και είδωλο), διογκώνοντας έτσι την αίσθηση του αδιεξόδου και της μοναξιάς κι αυτά, με τη σειρά τους, διατηρούν τον ποιητικό του λόγο στην κατάλληλη και ποιητικά δραστική συναισθηματική θερμοκρασία· κατάλληλη για την ανάπτυξη και καλλιέργεια του προσήκοντος λυρισμού.

*Αναδημοσίευση από “Τα Ποιητικά” στο http://tapoiitika.wordpress.com/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BB%CE%AF%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AE-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CF%83%CE%B5%CE%B9/

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ποίηση 1963-2011, Εκδόσεις Καστανιώτη 2014

2014-34-638

Γράφω αυτό το κείμενο στις τρεις τα ξημερώματα. Κοιτώ μια φωτογραφία της που είναι στην Αίγινα, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου. Απεικονίζεται να ξεπροβάλει από το παράθυρο του κόκκινου σπιτιού, σοβαρή αλλά γλυκύτατη, όπως πάντα. Και οι στίχοι της που ταιριάζουν στην περίπτωσή μου είναι ακριβώς αυτοί:’ Ποιά είναι η ώρα κοντά στα ξημερώματα/που με τ’ όνειρο φτάνω στον γκρεμό/ και πέφτω, πέφτω χωρίς το σώμα μου;’

Είναι η ώρα που η ψυχή δεν κοιμάται, βρίσκεται σε  εγρήγορση και αναζητά απεγνωσμένα ό,τι την έλκει. Mπροστά μας, στο ελληνικό ποιητικό τοπίο, απλώνεται  το συνολικό έργο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Δεν χρειάζονται συστάσεις για κανέναν λόγο. Η ποιήτρια είναι ίσως από τους λεγόμενους ‘ζωντανούς μύθους. Υπάρχει και δημιουργεί στο παρόν και απολαμβάνει το θαυμαστό, την αγάπη και την αφοσίωση των αναγνωστών της. Όλη η γλυκύτητα και η καλοσύνη της είναι αποτυπωμένες στο  πλατύ και ευγενικό της χαμόγελο. Η σπιρτάδα και η ευρηματικότητα στα μάτια της. Μάτια που μιλάνε και γελάνε. Βλέμμα που έχει τη δύναμη να σε κερδίζει. Όπως και με τα εύστοχα και λειτουργικά ποιήματά της, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στοχεύει στην καρδιά της ύπαρξης.

Το σπουδαίο έργο της αντέχει στις αντιξοότητες των καιρών, όσο αντιποιητικοί κι αν είναι αυτοί, και ανταποκρίνεται με συνέπεια και γοητεία, παράλληλα, στις επιταγές του παρελθόντος, στο παρόν που βιώνουμε ως αναγνώστες και πολίτες αυτού του τόπου, αλλά και σε αυτό που περιμένουμε να ‘ρθεί. Μίλησαν για έντονη σωματικότητα και την ιδιοφυή διαχείρισή της ως σταθερό μοτίβο που υιοθετείται από την ποιήτρια. Μίλησαν για την πετυχημένη δημιουργία πολλαπλών ποιητικών προσωπείων πριν την αποκάλυψη του ποιητικού εγώ. Βαθιά εξομολογητική και των θλίψεων ακόμα, όμως σε καμία περίπτωση μελοδραματική. Λόγος με έντονο ρυθμό, που ρέει άφθονος και γενναιόδωρος, διαθέτοντας την απαιτούμενη μουσικότητα, χωρίς να εκπίπτει σε ανούσιο  βερμπαλισμό ή άσκοπη φλυαρία. Γραφή που ελίσσεται και εξελίσσεται. Θερμή γραφή που έλκει την ψυχή να την παρακολουθήσει σε όλες της τις διαδρομές.

Αισθησιακή ποιήτρια, ερωτική, αναπλάθει ποιητικά τα βιώματα του έρωτα, καθώς και αυτά της επαφής με του φυσικό περιβάλλον. Ξαναζεί μέσα από αναμνήσεις  που κυριαρχούν μέσα στο ποιητικό της σύμπαν, αλλά τις οποίες ξέρει καλά να διαχειρίζεται, φιλτράροντάς τες με ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Ο πόνος, η θλίψη και το πάθος για τα πράγματα, τoν έρωτα και τους ανθρώπους γίνεται ποίηση. Οι αισθήσεις είναι διάχυτες, ζωντανές και πανταχού παρούσες. Παρόλα αυτά δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα γλυκερό, βαρετό ή ανούσιο λυρισμό. Αντίθετα, η ποιήτρια χαλιναγωγεί με μαεστρία και σωστή οικονομία το αχανές υλικό της, αγγίζοντας τόσο την διανοητική, όσο και την συναισθηματική μας νοημοσύνη. Μας κάνει να αισθανθούμε και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα.

Η Ρουκ αφηγείται ποιητικά, παράλληλα μας προσφέρει μια θεώρηση του κόσμου μοναδικά βαθιά. Προφέρει με μουσικότητα πράγματα, καταστάσεις, αφηγήσεις, συναισθήματα, ανεβάζοντας την θερμοκρασία του αναγνώστη. Εύγλωττα καταθέτει ότι, καμιά ζωή/δεν είναι πιο δυνατή από τον πόθο/καμιά πράξη πιο τελειωτική/από την ποίηση/(Στο δάσος,1982). Δεν σταματά να ρωτά και να αναλογίζεται: Θεέ μου τί θα γίνουμε; Πώς θα πορευτούμε; / Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε; / M’ αυτήν την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων/των ψυχών από δίπλα μας; /

«To σώμα που έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» και «η ψυχή ανεμοστρόβιλος» είναι το σώμα και η ψυχή της ποιήτριας που γίνεται «θεατής του φωτός». Κι από φως χτίζει το ποιητικό της σύμπαν, που η υφή του όλους μας αφορά, επειδή ακριβώς μας φέρνει κοντά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην «ουσία του εαυτού» μας. Η περσόνα της «ράβει τα πάθη της», «ακούει τη σιωπή» και τραγουδά την απουσία -και την παρουσία εντέλει, «λησμονώντας με πάθος κάθε μέρα» τον άντρα που νοσταλγεί. Εγώ απολαμβάνω πόσο θαυμαστά μέσα από τις λέξεις και τον αριστοτεχνικό συνδυασμό τους η Ρουκ καταφέρνει όχι απλά να υπάρξει, αλλά να ανορθώσει και το ανάστημά της. Εξοικειωμένη με τους φόβους και τις ατέλειες και ευλογώντας τις ελλείψεις της.

«Τι δίνει η ποίηση /και τί παίρνει;» To παν είναι το πάθος να γίνει πίστη. Και η μεγάλη ποίηση μπορεί να το πετύχει αυτό. Να το απτό παράδειγμα, εδώ μπροστά μας. τι καμιά ζωή / δεν είναι πιο δυνατή απ’ τον πόθο / καμιά πράξη πιο τελειωτική / από την ποίηση.» (Στο δάσος, 1982)

Ασημίνα Ξηρογιάννη

*Από το www/vakxikon.gr

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Σπιτικά Μπισκότα

11144903_786621944817209_4250299370509659688_n

Άγνωστη διάσταση



[…] 

όμως,

το ρολό της μοίρας,

βάφει τη μέρα με μια ανάσα,

και τη νύχτα

με ασφυξία,

καταλαβαίνεις τώρα γιατί πνίγομαι 

από τα δάκτυλα,

κρύβουν στάχτες

που αφήνουν δαχτυλιές

στη μνήμη,



γι’ αυτό,

δεν έχω συμμετρία στα βήματα,

γέρνω στη διανομή και πάω προς την άλλη,

εκεί πάλι,

το γυαλί μαραίνεται

και η ψίχα γίνεται πείνα

[…]

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα…

Ο Αλέξανδρος Μηλιορίδης (Alexmil ) ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, όπου ασκεί εδώ και χρόνια, το επάγγελμα του αρχιτέκτονα. Η ποίηση είναι μια από τις μεγάλες του αγάπες, είναι η πύλη που τον μεταφέρει στις λέξεις, για να της δώσει με τους στίχους, νοήματα και μύθους για την ύπαρξη, τη ζωή, τα αισθήματα, τις κοινωνικές καταστάσεις, αποδομώντας τις παραδοσιακές σχέσεις και θέσεις του ποιητικού λόγου, δημιουργώντας
σουρεαλιστικά ποιητικά πλάνα, με λυρισμό και πραγματικότητα.



έργα του ιδίου:

πάτησε το κουμπί 
(ποιητική συλλογή), 

εκδ. οσελότος 2015

Libby Hart
 reviews Robert Adamson’s Net Needle

net-needle

Net Needle
by Robert Adamson

Black Inc., 2015

Net Needle begins with the thoughtful interlacing of seven poems. The first poem, ‘Listening to Cuckoos’, highlights the bird’s ‘two unchanging notes’ during the start of spring. Then, ‘Summer’, with its ‘pallid cuckoo call’ through the poet’s garden threads into ‘Garden Poem’ and how sunlight spans the course of a day until ‘patches of moonlight’ travel into the next poem, ‘Dorothy Wordsworth’. Here, we find the Romantic poet’s sister ruminating near a window where the moon moves ‘across the star-decked dark’. Adamson then cites Emily Dickinson in his Blake Prize-winning suite, ‘Via Negativa, The Divine Dark’, as its praise of ‘life with broken words’ treks meditatively along the banks of the Hawkesbury River. The remaining two poems in this first section linger on waterfronts, but this time ‘a spear made of bone’ (‘Colonial Whaler’) comes to rest beside a tale of the Blues Point fishermen – ‘holding bone / net needles’ – who once, Adamson explains, ‘stitched their lives into my days’ (‘Net Needles’).

Within this small sample of poems lies Adamson’s central oeuvre: the Hawkesbury, birds and animals, fish and fishing, youthful memories of Sydney and of refuge, brutal weather, devotion, and linkages to other writers who have helped shape Adamson and his work. Sunlight and nightlife, the threat of bushfire, faith and questioning, as well as nature in abundant twittering and skittering come to life within these pages.
Continue reading

Simon Eales Reviews John Kinsella

9781925161229_SACK_RGB

sack
by John Kinsella

Fremantle Press, 2014

In the first rabbit poems by the late J S Harry, her rabbit-character, Peter Henry Lepus, is thrown into a number of desolate or alien environments. Peter is ‘dumped … on the Desert of Sense’, ‘comes to … FORTY-THREE BLENDS / OF DUSTED-OFF & SUNDRIED RATIONALISM’, and ‘gets lost in “Calcutta” / on his way to visit Farmer McGruber’s vegetable patch.’1 He is displaced most comprehensively in the middle of Iraq, 2003, a warzone that amplifies his naïve and interlopic perspective. Such meaning-deprived contexts let Harry explore belonging, identity, and the stability of concepts themselves. In the poem, ‘Small & Rural’, for example:

Peter L. is twisting
this way & that
time-jumping
in & out of the texts he is – here – there –
squatting briefly, to sniff the air above

– when he comes to a paddock which pens similar ontological indeterminacies to those of his self. There exists, firstly, the paddock’s OED-style meaning: ‘a small field or enclosure, usually a plot / of pastureland, adjoining a stable’; then its poetic meaning, which incorporates geographically specific information; psychotherapeutic semiotics; other things ‘the word paddock’ could stand for; the word’s etymology; and the behaviour that this entire network facilitates or does not facilitate. It is important for Harry’s Peter, perhaps because of this semiotic vulnerability, that ‘the pads & stink’ of predators like ‘the dog fox & vixen’ remain absent from these paddocks. He is also only a rabbit, after all.2

We can consider the paddocks of John Kinsella’s sack to be constituted by a similar ontological indeterminacy. However, Kinsella’s are utterly littered with the kinds of hazards that worry Harry’s Peter. In Kinsella’s poem ‘Peter Negotiates the House Paddock, 1965’ – as far as I know, Kinsella’s Peter is not a rabbit, and is unrelated to Harry’s – there is ‘bent deadwood threatening to grow, and kinked tetanus-wire of fences’; there are ‘gwarder and dugite’ snakes, and ‘in hollows … foxes and rabbits plan for the coming crops in related but contrary ways’. Not only hazardous, Kinsella’s paddocks contrast to Harry’s as they are simultaneously fecund and bisected by man- and tectonically-made divisions: ‘Lines of bricks buried up to fetlocks show whole garden- / beds ready to be.’ (Later, in ‘Penillion of Stanbury Moor’: ‘Segmentation / Of field – flection / Of plastic bound / Bales; that moss-stoned / Vista across / The weir’). They are paddocks powered by the inexorable earth, and they transport the providential history of local lore.3

Continue reading

Νίκος Χουλιαράς (Οκτώβριος 1940 – 20 Ιουλίου 2015)

11745781_809614942492249_7722738999792276241_n

Ο Νίκος Χουλιαράς γεννήθηκε στα Γιάννενα. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ζωγράφους.
Κατά το χρονικό διάστημα 1965-1970 ασχολήθηκε με τη μουσική. Έγραψε πολλά τραγούδια ―που τα τραγούδησε ο ίδιος, καθώς και άλλοι γνωστοί τραγουδιστές― με μεγάλη επιτυχία. Ήταν, επίσης, ο πρώτος που έκανε διασκευές δημοτικών τραγουδιών και παρουσίασε τα ηπειρώτικα στο κοινό της Αθήνας.

Έχουν εκδοθεί τα παρακάτω βιβλία του: Σαράντα Σχέδια, Ώρα 1974, Νεφέλη 1985· Ζωγραφική-Κείμενα, Κέδρος 1978 (Α΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στον κόσμο)· Ο Λούσιας, Κέδρος 1979, Νεφέλη 1987· Το Μπακακόκ, Κέδρος 1981, Νεφέλη 1988· Το χιόνι που ήξερα, Κέδρος 1983 (Γ΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στόν κόσμο)· Ζωή την άλλη φορά, Νεφέλη 1985· Το άλλο μισό, Νεφέλη 1987· Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του, Νεφέλη 1989· Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα, Νεφέλη 1990· Η μέσα βροχή, Νεφέλη 1991· Νίκος Χουλιαράς – Ζωγραφική 1966-1991, Εκδόσεις Εργαστήρι 1992· Οι λεπτομέρειες του μαύρου, Νεφέλη 1993· Οι ζωγραφιές του νυχτερινού χάρτη, Νεφέλη 1994· Στο σπίτι του εχθρού μου, Νεφέλη 1995· Οι κατοικήσιμοι τόποι της ζωγραφικής, Νεφέλη 1997· Μία μέρα πριν δύο μέρες μετά, Νεφέλη 1998· Εικόνες στο ύψος της ζωής, Νεφέλη 2000· Το εργαστήριο του ύπνου, Νεφέλη 2001· Οι εξοχές του νου, Νεφέλη 2003· Νερό στο πρόσωπο, Νεφέλη 2005· Οι μαύρες ζωγραφιές, Νεφέλη 2006.

Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα ιταλικά, τα αγγλικά, τα σουηδικά και τα γερμανικά, ενώ έχουν εκδοθεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο Hatier η συλλογή διηγημάτων Το Μπακακόκ και τα μυθιστορήματα Ο Λούσιας, Ζωή την άλλη φορά, και Στο σπίτι του εχθρού μου.

Το 1996 ήταν υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας με το βιβλίο Στο σπίτι του εχθρού μου.
Έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση διηγήματά του. Το μυθιστόρημά του Ο Λούσιας έγινε τηλεοπτική σειρά και μεταδόθηκε από την ΕΤ-1 το 1989.

Screen+Shot+2015-07-21+at+3.54.41+PM

Έχει λάβει μέρος σε πάρα πολλές ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και εκπροσώπησε την Ελλάδα στην VIII Biennale της Αλεξάνδρειας το 1969, στην έκθεση που έγινε στην Εθνική Πινακοθήκη για την πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1985, στη μεγάλη έκθεση του μουσείου του Dallas των Η.Π.Α. το 1990 και στην παγκόσμια έκθεση EXPO ’92 που έγινε στη Σεβίλλη.
Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ: 
ASTOR, Αθήνα, 1969 – ASTOR, Αθήνα, 1972 – ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΕΧΝΗΣ, Θεσ/νίκη, 1976 – STUDIO I, Αθήνα, 1972 – ΩΡΑ, Αθήνα, 1974 – ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ, Θεσ/νίκη, 1976 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1976 – ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ, Θεσ/νίκη, 1978 – ΚΟΛΛΕΓΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (Αναδρομική), 1978 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1979 – ΩΡΑ, Αθήνα, 1982 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1984 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1987 – ΓΑΛΛΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ (Αναδρομική), 1990 – Αιθουσα Τέχνης ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ, Θεσ/νίκη, 1993 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1994 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1997 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 2001 – TERRACOTTA, Αθήνα, 2001 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 2004 – Τ.Ν.Τ., Θεσ/νίκη, 2004 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Οι μαύρες ζωγραφιές, Αθήνα, 2006, ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, Αθήνα 2011 (Νίκος Χουλιαράς. Τα πίσω δωμάτια του νου).

Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια Μηχανή, Καστανιώτης, 1999

galazia-mihani1

Η περίπτωση του Γιώργου Φιλιππίδη είναι ιδιαίτερη για την ελληνική ποίηση. Το γεγονός της εθελουσίας εξόδου του (μόλις στα είκοσί του χρόνια) σε συνδυασμό με το ότι όλο του το έργο συγκεντρώνεται σε ένα βιβλίο (εκδοθέν κι αυτό μετά το θάνατό του), περιπλέκει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια αξιολογικής κρίσης του. Ο θάνατος εδώ μετατρέπεται σε εστία ανάγνωσης και κειμενικής αξιολόγησης με τρόπο διττό: ως υπαρξιακή διερώτηση (ή μήπως κληρονομιά;) αλλά και πράξη.

Ο Φιλιππίδης, θαρρείς, και υφαίνει –στο δεύτερο ποίημα της ενότητας Ερωτική Προπαγάνδα– το υφαντό μιας μοίρας, όπου η πορεία του ανθρώπινου σώματος σταδιοποιείται ως εξής: ανία / ατονία / κατάθλιψη / σύνθλιψη. Στην ποίησή του διατηρεί μια δική του εξελικτική πορεία (ασχέτως που όλα στη ζωή του, φαίνεται, πως πρόωρα ωριμάζουν), στην οποία μπορεί να εντοπιστεί μια αιτιώδης συνάφεια. Μοιάζει σαν να χαρτογραφεί τα δικά του μονοπάτια υπαρξιακής τεκμηρίωσης: αγωνία, φόβος, εκμυστήρευση, ματαιότητα, αποστασιοποίηση, πένθος, ματαίωση, αυλαία.
Το επείγον της ποίησης του Φιλιππίδη έγκειται στην ανάγκη του να τελειώνει όσο γίνεται γρηγορότερα με τον υποτυπώδη ερμηνευτικό κύκλο της ζωής αλλά και της πραγματικότητας γύρω του και να τον κλείσει, αφού η χώρα των ανθρώπων είναι η χώρα της αδιαφορίας. Επιστρέφουμε, δηλαδή στη διπλή ανάγνωση του θανάτου: σύμβολο αλλά και ενσυνείδητη πράξη. Η υπαρξιακή του αγωνία εντοπίζει στο θάνατο την αιτία της ζωής κι έτσι, χωρίς καμία επαναδιαπραγμάτευση αναχωρεί.

Η έξοδός του, όμως, δεν μοιάζει για τον ίδιο έξοδος, αλλά είσοδος σε κάτι που υπερβαίνει τα εδώ και καθ’ ημάς. Θα ήθελα να πω κι άλλα γι’ αυτό τον ποιητή. Σταματώ εδώ, χωρίς ωστόσο να έχω δώσει απάντηση στο αν ο θάνατος είναι μοναξιά, πέρασμα, τέλος ή καταγωγή. Νιώθω, όμως, σαν να ακούγεται ο ίδιος, από κάπου αλλού πια: «Έπρεπε έτσι μόνοι μας πια να οδηγηθούμε και μόνοι μας να ανοίγουμε περάσματα, αφού ήταν κακοτράχαλο το μέρος και δύσκολα».

απόσπασμα

REALITY IS MAGIC

Βγαίνω στην Ιπποκράτους˙ είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου, είναι τόσο ανάλαφρη, που περιμένεις από στιγμή σε στιγμή ν’ αρχίσει να λικνίζεται και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης απ’ την Άγνωστη Χώρα. Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας, αυτή είναι δική μας, των ανθρώπων. Άκου, από τη γη την Έρημη˙ πες πως είναι ένα λουλούδι που φυτρώνει σε μια μαύρη τρύπα, πολύ μακριά, μακριά απ’ τα κόλπα των ανθρώπων.

• μαίρη κλιγκάτση
• 18.7.2015