Δήμος Χλωπτσιούδης, Κατάστιχα, Εκδόσεις “Το Βιβλίο”

dtbook190915

Έχουμε αναφερθεί ξανά στην τάση της έκδοσης βιβλίων αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή (e-book), μια τάση, που τείνει να εξελιχθεί σε αναγκαιότητα λόγω του υψηλού κόστους της έντυπης έκδοσης. Τούτη η αναφορά είχε γίνει σε μια παλιότερη κριτική για τον Δήμο Χλωπτσιούδη και το βιβλίο του «Η οργή της πεταλούδας». Πιστός στην συγκεκριμένη μορφή έκδοσης ο ποιητής εξέδωσε και δεύτερο βιβλίο αποκλειστικά σε ηλεκτρονική έκδοση. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Κατάστιχα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: «Τοβιβλίο» και περιλαμβάνει ποιήματα ολιγόστιχα με οικονομία λέξεων και συμπυκνωμένα νοήματα.

Τα «Κατάστιχα» του Δήμου Χλωπτσιούδη χωρίζονται σε έξι μέρη-θεματικές ενότητες.

Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Πολιτική, ανθρώπων φύσις» και περιλαμβάνει ποιήματα πολιτικού προβληματισμού. Να τονίσουμε, ότι όταν μιλάμε για πολιτική ξεχωρίζουμε χοντρικά δύο κατηγορίες ανθρώπων. Είτε είναι άνθρωποι πάμπλουτοι, που δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα και βλέπουν την πολιτική ως ένα παιχνίδι εξουσίας, είτε είναι άνθρωποι, που βίωσαν τη φτώχεια, την ανεργία και την κρίση και αγωνίζονται μέσα από την πολιτική για έναν καλύτερο κόσμο. Ο Δήμος Χλωπτσιούδης ανήκει στους δεύτερους. Με την οικονομία του λόγου, που τονίσαμε και πιο πάνω και με μια λεπτή ειρωνεία θα γράψει: «το χαμόγελο προβάρει σε καθρέφτη μαγικό / «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, / ποιος είναι ο πιο αγαπητός;» / «Εσύ, κύριέ μου, όλες οι δημοσκοπήσεις / εσένα δείχνουν νικητή».

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «Σιγά μη φοβηθώ» και περιλαμβάνει ποιήματα αντιρατσιστικά και αντιφασιστικά. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, οι πυροβολισμοί εναντίον των μεταναστών εργατών στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας, οι σιδερόφραχτες παρελάσεις, ο τρόμος των μεταναστών από τις ρατσιστικές επιθέσεις είναι μερικά από τα θέματα, που θίγονται: «τρύπιες ιδέες / με θυρεό μεσίστιο μίσος / χορεύουν στου ρατσισμού / το ανέμισμα».
Continue reading →

“Δήγμα γραφής” της Τζούλιας Φορτούνη

dhgma_grafis

Του Κρις Λιβανίου

Το “δήγμα γραφής” είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Τζούλιας Φορτούνη, έτυχε να έχω γράψει και για την πρώτη της, το “φυσικό αντίδοτο” (Μανδραγόρας, 2013), κι έτσι το ενδιαφέρον μου ήταν μεγάλο όχι μόνο για τα επιμέρους στοιχεία αλλά κυρίως για την συνολική εικόνα. Μια δεύτερη συλλογή δίνει την ευκαιρία για να χαρτογραφήσει κανείς την πορεία του ποιητή και να ψηλαφήσει αν μπορεί την εξέλιξη, τις αλλαγές και τις ρήξεις. Η συνέχεια ανάμεσα στις δύο συλλογές υποθέτω επιβεβαιώνεται και από τους τίτλους με το «δήγμα» να κινείται στον ίδιο νοηματικό χώρο με το «αντίδοτο», όλα φαίνεται να έχουν μια εκ προοιμίου σχέση με το δάγκωμα, την απειλή, τον πόνο, το ξάφνιασμα.

Ένα ξάφνιασμα που καταρχάς εδραιώνεται με τα πολύ σύντομα ποιήματα που αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της συλλογής. Με αρκετά ποιήματα να μην ξεπερνούν τους δέκα στίχους, κάποιες φορές μάλιστα και λιγότερους, η Τζούλια Φορτούνη επενδύει στον γρήγορο ρυθμό και τα συμπυκνωμένα νοήματα. Επιδιώκει το ξάφνιασμα του αναγνώστη και ενδεχομένως την γρήγορη αντίδρασή του στα ποιητικά τεκταινόμενα, δεν αφήνει χώρο και χρόνο για δεύτερες σκέψεις. Νομίζω ότι λίγα πράγματα αποδίδουν καλύτερα σε μια συλλογή από έναν σωστά υπολογισμένο ρυθμό, γιατί είναι το στοιχείο εκείνο που οριοθετεί και υποστηρίζει το νόημα. Όταν όμως ένα ποίημα όπως είναι για παράδειγμα το «τα ανθρώπινα σώματα» ή «οι γιορτές» είναι τόσο σύμπυκνωμένο που ο αναγνώστης αισθάνεται ότι του λείπουν στοιχεία κατανόησης, τότε ο γρήγορος ρυθμός και ο πυκνός λόγος από πλεονέκτημα γίνονται βάρος. Σε κάποιες περιστάσεις η ποιήτρια εκ των πραγμάτων και μόνο δεν έχει τον χρόνο και τον χώρο να διαλύσει τις ασάφειες που εμποδίζουν, και να ανοίξει την πόρτα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη.

Όπως άλλωστε και στο “φυσικό αντίδοτο”, το λεξιλόγιο είναι καθημερινό και αυθόρμητο, ακριβές αν μη τι άλλο, συνολικά όμως η ποίηση είναι αποσπασματική και λειτουργεί με συγκοπές. Υπάρχουν εντυπωσιακές εξαιρέσεις βέβαια, όπως το «κόκκινο σπίτι» που είναι εκτενές και δείχνει μια φρεσκάδα και μια πρωτοτυπία στην σκέψη. Η Τζούλια Φορτούνη πετυχαίνει να εδραιώσει μια ξεκάθαρη ατμόσφαιρα όπου αντικατοπτρίζονται απρόσκοπτα τα συναισθήματα και οι συγκινήσεις σε μια δομή καθόλα λειτουργική και ευέλικτη. Αισθάνομαι ότι αυτά τα ίδια στοιχεία θα μπορούσαν να υπάρχουν και σε όσα ποιήματα της συλλογής τα στερούνται λόγω της τόσο περιορισμένης έκτασής τους: χρειάζεται ένας ελάχιστος χώρος για να ξεδιπλωθούν και να αναπτυχθούν οι συναισθηματικοί πόλοι και όταν αυτός λείπει, τότε ο αναγνώστης κινδυνεύει να βρεθεί μετέωρος.

Η διπολικότητα ανάμεσα στα δύο ισχυρά Εγώ και Εσύ προσδίδει επιπλέον δυναμική στο σύνολο των ποιημάτων καταστώντας τον αναγνώστη ταυτόχρονα και θεατή σε μια αέναη και τελικά αρχέγονη αντιπαράθεση ανάμεσα στα άκρα των σχέσεων. Όπως συνέβαινε και στην πρώτη της συλλογή, έτσι και εδώ έχουμε μια ιδιαίτερα προσωπική ποίηση. Σε αρκετές περιπτώσεις από προσωπική μετατρέπεται σε ερμητικά κλειστή, με τον αναγνώστη να μένει απέξω και να προσπαθεί να καταλάβει τους κώδικες. Δεν μπορώ να σκεφτώ πώς θα ήταν δυνατή μια πλήρως αποστασιοποιημένη ποίηση, αισθάνομαι όμως ότι είναι θεμελειώδες οι δίαυλοι της επικοινωνίας να είναι ανοιχτοί και να εξασφαλίζουν την ροή των σκέψεων και των συναισθημάτων.

Το ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της ομολογουμένως ανθρωποκεντρικής ποίησης είναι ίσως το ότι το Εγώ και το Εσύ, παρόλο που συμπορεύονται, δεν δείχνουν να συναντιούνται. Σαν να διαγράφουν παράλληλες πορείες στο διηνεκές και τα ποιήματα να αποτελούν τον καμβά αυτής της τελικά αδύνατης συνάντησης. Δεν ξέρω αν η αγωνία που θα προέκυπτε από αυτό έχει δώσει την θέση της στην παραδοχή και σε έναν κάποιο ανομολόγητο συμβιβασμό, είναι όμως γεγονός ότι η Τζούλια Φορτούνη επιχείρησε με επιτυχία να χαρτογραφήσει την περιπέτεια της ανασφάλειας και του αυτο-προσδιορισμού σε συνθήκες τόσο έρωτα όσο και απουσίας αυτού.

Κρις Λιβανίου

Παραθέτω δύο από τα ποιήματα που ξεχώρισα:

το σπίτι πλάι στη θάλασσα[1]
Πάντα ήθελα ένα σπίτι στη θάλασσα. Όχι για τους ορίζοντες, όχι για τους παφλασμούς των κυμάτων. Μόνο για τη φθορά. Να σκεβρώνουν τα παράθυρα. Να σκουριάζουν οι μεντεσέδες.
Να τρίζει ανελέητα η μνήμη. Να εισρέουν επιθυμίες. Να ανασύρω αμφορείς με νομίσματα.

Εσύ, αμετανόητος, με μια τρίαινα.
Να γράφω με αναφιλητά.

Πάντα ήθελα ένα σπίτι στη θάλασσα. Εγώ και όλα τα χαλασμένα μου ρολόγια.
Εσύ, αμετανόητος – μια τρίαινα.

πανσέληνος[2]
            μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

γαυγίζει πάλι
όλο το βράδυ ανελέητα
έξω απ’το παράθυρό μου

[1] Σελ. 22.
[2] Σελ. 45.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com

Κωστή Τριανταφύλλου, Αποσπάσματα του Κωστή 1967-1973, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1974. Επανέκδοση από τις εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2015

-1

Κ Α Π Ο Ι Ε Σ Σ Κ Ε Ψ Ε Ι Σ……………………………

Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν την περίοδο 1967-1973. Διαβάστηκαν πρώτα πολυγραφημένα από χέρι σε χέρι, μερικά δημοσιεύτηκαν στον παράνομο τύπο της εποχής, μετά μια έκδοση με λάθος εξώφυλλο και μικρότερο σχήμα και αμέσως μετά η πρώτη τους έκδοση. Αθήνα, Φεβρουάριος 1974. Από τον τυπογράφο κι εκδότη της πλατείας Εξαρχείων, Λουκά Γιοβάνη. Και τώρα η επανέκδοσή τους, πιστό αντίγραφο της πρώτης έκδοσης, από τις εκδόσεις Εξάρχεια. Αντιμετωπίζω αυτό το βιβλίο σαν αυτόνομο και συνολικό έργο τέχνης. Μια κατάθεση ψυχής που αποκτά την ιδιαίτερη ταυτότητα παρουσίασης της ποιητικής του. Είναι άποψη να δώσω την εξέλιξη της γραφής μου μέσα σε μια χρονική περίοδο. Πριν από το βιβλίο αυτό είχα τετράδια με δεκαπεντασύλλαβο και ίαμβο, είχα πεζά και ποιήματα που αναφερόντουσαν στα διαβάσματά μου, όπως όλοι όσοι γράφουν – τίποτα το ιδιαίτερο! Το 1964 δημοσιεύω το ποίημα o τόπος μου στη Διάπλαση των Παίδων, δεν ήταν κακό.

Το βιβλίο αυτό, περιέχει αποσπάσματα πέντε ανέκδοτων βιβλίων μου ποίησης, αλλά το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στη συνολική ποιητική επικοινωνία με τον αναγνώστη μέσα από τη συγκρότηση αυτού του ποιητικού βιβλίου. Από τότε που εκδόθηκαν έως σήμερα δεν σταμάτησα τόσο να δημοσιεύω στα περιοδικά ποίησης όσο και να κάνω ποιητικές αναγνώσεις, αλλά και να παίρνω μέρος διεθνώς σε εκθέσεις ποίησης και νέων τεχνολογιών ή σε ανάλογες του κινήματος Οπτικής Ποίησης. Ανάλογο, τέτοιας ποιητικής ταυτότητας, βιβλίο έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις ΚΣΥΜΕ, το 2009, με τον τίτλο ‘ π ‘ .

http://www.ksyme.org

/epsilonkappadelta972sigmaepsiloniotasigmaf.html
Continue reading →

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Οντισιόν, εκδ. Vakxikon

thumbnail

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Την Ασημίνα Ξηρογιάννη την έχουμε γνωρίσει ως ποιήτρια με τρεις μέχρι σήμερα ποιητικές συλλογές. Την έχουμε γνωρίσει ως πεζογράφο με τη νουβέλα «Το σώμα του έγινε σκιά» και με την ποιητική νουβέλα «23 μέρες».

Είναι καιρός, λοιπόν, να γνωρίσουμε την Ασημίνα Ξηρογιάννη και ως θεατρική συγγραφέα με το θεατρικό σπονδυλωτό μονόπρακτο: «Οντισιόν», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις: “Vakxikon.gr”.

Οντισιόν είναι η δοκιμαστική ακρόαση ή παράσταση καλλιτέχνη με σκοπό την επαγγελματική συνεργασία. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, με το πρώτο της αυτό θεατρικό έργο περνάει από οντισιόν, όπου οι κριτές είναι το αναγνωστικό κοινό και μπορούμε να πούμε ότι θα έχει επιτυχία ως ένα πρωτότυπο θεατρικό για το θέατρο.

Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι εκτός από όσους έχουν συνδέσει τη ζωή τους με το σανίδι, ποιον θα μπορούσε να ενδιαφέρει ένα θεατρικό για το θέατρο; Όμως, το θέατρο είχε, έχει και θα έχει κοινωνικές προεκτάσεις, γιατί είναι βγαλμένο μέσα από τη ζωή και αντικατοπτρίζει το κοινωνικό περιβάλλον. Πόσο μάλλον, που το θεατρικό της Ασημίνας Ξηρογιάννη έχει κοινωνικές προεκτάσεις. Είναι η κατάντια του σύγχρονου θεάτρου, που στη βάση ενός κακώς εννοούμενου νεωτερισμού, φτάνουμε στο σημείο να βλέπουμε τον ηθοποιό να αφοδεύει πάνω στη σκηνή. Η συγγραφέας στηλιτεύει τέτοιου είδους καταστάσεις χωρίς να κάνει κήρυγμα. Σε άλλο σημείο βλέπουμε ότι ο ηθοποιός με το πλούσιο βιογραφικό δεν μπορεί να κάνει καριέρα γιατί οι σκηνοθέτες ζητούν ανθρώπους, που δεν έχουν ιδέα από θέατρο, ενώ αλλού, ένας ηθοποιός είναι ταυτόχρονα και σκηνοθέτης και σεναριογράφος και αναλαμβάνει να παρουσιάσει ένα έργο εντελώς μόνος του.

Που καταλήγουν οι ήρωες του θεατρικού; Σε δυο σκηνές η λήξη αναγγέλλεται τελετουργικά με τη δήλωση: «Θέατρο τέλος» και στην τελευταία σκηνή η ηρωίδα λέει ότι τελείωσε με το θέατρο. Τελειώνει, όμως, ποτέ η σχέση ενός ηθοποιού με το θέατρο; Αν πρόκειται για ταλαντούχο ηθοποιό η σχέση με το θέατρο δεν τελειώνει ποτέ. Εκείνος, που κόβει τη σχέση του με το θέατρο, είναι ο θεατής. Ο κουρασμένος και παθητικός θεατής. Ο θεατής, που βαρέθηκε να βλέπει προϊόντα υποκουλτούρας πασπαλισμένα με χρυσόσκονη χαρακτηρισμών, όπως έντεχνο, μοντέρνο, πρωτοποριακό και ανεξάρτητο.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι το θεατρικό μονόπρακτο της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Οντισιόν» έχει διακριθεί με έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση, θα θέλαμε να συγχαρούμε τη συγγραφέα και ελπίζουμε σύντομα να δούμε την «Οντισιόν» και επί σκηνής.

534784_10150920942759618_1633866833_n

Michael Farrell reviews Hong Ying

lojAqUQbAeDgw9HW_okO6cLI8onam5i887Fk4sQ3WCp0q5ijMfSFgjhk5OTjbVIqiernwbOO9F99pQy7zl0u2AV__SJu1Qo95CjJnXU5eRXjHt0-=s0-d-e1-ft

I Too Am Salammbo
by Hong Ying
Translated by Mabel Lee

Vagabond Press, 2015 Hong Ying’s I Too Am Salammbo is a selection of poems from 1990-2012, based on a Chinese selection published in 2014. Though almost all the poems contain conceptual, or imagistic, interest (bar some of the ‘city’ poems: ‘Berlin’, ‘London’, etc.), the formal repetition gets a bit wearing. The collection’s translator, Mabel Lee, uses spacing as caesurae to evoke the possibility of Chinese characters for phrases like ‘moss attracts moss’ (‘Ascending the Mountain’) and ‘painting otters’ (‘Otters’). These are just one kind of moment that happens: many of the poems are far from being as sweetly picturesque, pointing instead to family and sexual trouble, and sometimes both together:

Our lungs
Always wrap around men’s lies and sex organs
Turning I
Confront Mother
And Mother walks away all alone
Before death we sisters will open our beautiful mouths
To spit out one man after another
(‘Dreaming of Beijing’)

The use of spacing is effective in aiding line readability. While sometimes it provides merely a slowing down of the line, at others, where the shift in sense between the two phrases is more disjunctive, the effect is one of montage, referring to text, feeling, memory, metaphor:

People walking on ancient land my home village
Other side of the ferry crossing
Stone houses
Furtive lust more than thirty years
Endless eulogies

To one name and torment
Summers of freedom
Illusions of the present
Writing about the black shadows of your wounds
Including the gold tiger in your arms then saying
Winter has ended
(‘Writing’)
Continue reading →

Tim Wright reviews Caitlin Maling

vpUA8O7JDgkRJzEqT3gl6qEhGVfWpsxgYha9EUgTPLu2I1WnMWRaQUb7gQY5wt1FbVGONhmlrE8l0WwkGqvN0KeF7CIJvl6QAbpLA3nKclmRRpiKtY71=s0-d-e1-ft

Conversations I’ve Never Had
by Caitlin Maling
Fremantle Press, 2015

Few writers seem to get the viciousness of Perth. John Mateer’s early poems do, and some of Deborah Robertson’s short stories. There’s also Laurie Duggan’s one-liner, ‘you can see why all the really savage punk bands came from here’ (‘Things to Do in Perth’), and for the encyclopaedic and lyrical, John Kinsella’s wonderful, aptly sprawling ‘Perth Poem’.

Caitlin Maling’s debut collection, Conversations I’ve Never Had appears at first to be almost overwhelmingly concerned with place and places, most often in and around Perth. Yet these are poems of place in a secondary sense: as backdrops to the poet’s central themes of family and suburban rite. Many of the poems appear to have been written while living overseas (North America and the U. K.), and fall into a less-critical tradition – that of the homesick, coastal-dwelling Western Australian’s lament, best rendered in The Triffid’s 1986 album, Born Sandy Devotional. Like the cover image of that album (an aerial photograph of Mandurah in 1961) there is a preference for the topographical perspective in a number of Maling’s poems, which could be partly a result of the distance from which they’re written (that is, from which the places are remembered and evoked), and because the views most residents have of that city, when leaving it or returning after a long time, are from the air. There is, however, more than one rear-view mirror here too – including in the final poem’s somewhat febrile litany of place names, a poem which also contains my favourite line of the book: ‘defenestrating apple cores at 140 kmph’ (‘Directions’).
Continue reading →

Δήμος Χλωπτσιούδης, Κατάστιχα, Εκδ. “Το Βιβλίο”

katastixa

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

=Έχουμε αναφερθεί ξανά στην τάση της έκδοσης βιβλίων αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή (e-book), μια τάση, που τείνει να εξελιχθεί σε αναγκαιότητα λόγω του υψηλού κόστους της έντυπης έκδοσης. Τούτη η αναφορά είχε γίνει σε μια παλιότερη κριτική για τον Δήμο Χλωπτσιούδη και το βιβλίο του «Η οργή της πεταλούδας». Πιστός στην συγκεκριμένη μορφή έκδοσης ο ποιητής εξέδωσε και δεύτερο βιβλίο αποκλειστικά σε ηλεκτρονική έκδοση. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Κατάστιχα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: «Τοβιβλίο» και περιλαμβάνει ποιήματα ολιγόστιχα με οικονομία λέξεων και συμπυκνωμένα νοήματα.

Τα «Κατάστιχα» του Δήμου Χλωπτσιούδη χωρίζονται σε έξι μέρη-θεματικές ενότητες.

Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Πολιτική, ανθρώπων φύσις» και περιλαμβάνει ποιήματα πολιτικού προβληματισμού. Να τονίσουμε, ότι όταν μιλάμε για πολιτική ξεχωρίζουμε χοντρικά δύο κατηγορίες ανθρώπων. Είτε είναι άνθρωποι πάμπλουτοι, που δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα και βλέπουν την πολιτική ως ένα παιχνίδι εξουσίας, είτε είναι άνθρωποι, που βίωσαν τη φτώχεια, την ανεργία και την κρίση και αγωνίζονται μέσα από την πολιτική για έναν καλύτερο κόσμο. Ο Δήμος Χλωπτσιούδης ανήκει στους δεύτερους. Με την οικονομία του λόγου, που τονίσαμε και πιο πάνω και με μια λεπτή ειρωνεία θα γράψει: «το χαμόγελο προβάρει σε καθρέφτη μαγικό / «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, / ποιος είναι ο πιο αγαπητός;» / «Εσύ, κύριέ μου, όλες οι δημοσκοπήσεις / εσένα δείχνουν νικητή».
Continue reading →

Πρόγνωση καιρού, ποίηση, Θεοχάρης Παπαδόπουλος, εκδόσεις Vakxikon.gr 2014

δ

Το να προσδιορίσει κανείς στις μέρες μας τι είναι καλή ποίηση είναι δύσκολο εγχείρημα. Εκτός κι αν έχει να κάνει με ποιητές σαν τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο: τότε όλα γίνονται εύκολα.

  Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφει απλά, πολύ απλά. Το ποιητικό του οπλοστάσιο δεν περιέχει περίπλοκα σχήματα, πυροτεχνήματα και φραστικές ακροβασίες. Ο λόγος του είναι απαλλαγμένος από όλα τούτα τα στοιχεία και γι’ αυτό – δεδομένου του αποτελέσματος που καταφέρνει – μαγικός: είναι μεστός, απόλυτα κατανοητός, πλήρης νοήματος, διαφανής και λαμπερός όπως μια ίνα φωτός, από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι στίχοι του ξεκινούν από μια απλή ιδέα και φθάνουν στο απρόσμενο ή σε μια διαπίστωση που οδηγεί τον αναγνώστη σε μια καλύτερη κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου.

  Είναι αρκετές οι φορές που ο ποιητής γίνεται αποφθεγματικός, χωρίς όμως αυτό να γίνεται ποτέ αυτοσκοπός του, χωρίς δηλαδή να τον διακατέχει η αφοριστική διάθεση που διέκρινε παλαιότερους ποιητές. Αντίθετα, διϋλίζει τη σοφία του βίου μέσα από την ποίησή του, εκφράζοντας σε λίγους μόνο στίχους ό,τι κάποιος άλλος θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο δοκίμιο για να αναλύσει.
Continue reading →

Η ποίηση του Γιώργου Γιαννόπουλου, με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο: «Λόγια Θανάτου και Αγάπης»

giannopoulos_


Γράφει η Πέρσα Κουμούτση //

 
«Λόγια Θανάτου και Αγάπης» του Γιώργου Γιαννόπουλου, εκδ. Ένεκεν
 
Και στις ποιητικές συλλογές όπως στο μυθιστόρημα υπάρχει η σπουδή για μια θεωρητική διερεύνηση που αφορά σε κρίσιμα ζητήματα τη ζωής, κυρίως τα υπαρξιακά προβλήματα που παραμένουν αναπάντητα, αλλά βέβαια και ο ρόλος και οι δυνατότητες της γλώσσας, όπως και η φιλοσοφική σκέψη του γράφοντος, με την έννοια του ειδικού κριτικού λόγου που αναπτύσσεται μέσα από το λογοτεχνικό έργο. Αυτά τα λίγα είχαμε ανταλλάξει πριν από αρκετό καιρό με τον ποιητή Γιώργο Γιαννόπουλο, με αφορμή την προηγούμενη συλλογή του με τίτλο «Το θέρος των Βροτών» μια συλλογή ‘τολμηρών’ ως προς τη προσέγγιση, τη γλώσσα, τα νοήματα και τη θεματολογία τους ποιημάτων.

Μια συλλογή, όπου ο έρωτας, το κυρίαρχο πάντα μοτίβο/στοιχείο στην ποίηση του ΓΓ, προσεγγίζεται με ένα ιδιότυπο, και ιδιαίτερα πρωτοποριακό τρόπο, καθώς σε αρκετά από αυτά θίγεται ή και ‘καταρρίπτεται’ ακόμα το ‘φυσιολογικό’ όριο που ορίζει το μέτρο της αγάπης. Έτσι πριν επιχειρήσω να κάνω οποιαδήποτε αναφορά στη νέα συλλογή, επιτρέψτε μου να αναφερθώ, έστω επιγραμματικά, σε ένα από εκείνα τα ποιήματα της προηγούμενης συλλογής που με συγκλόνισαν, αλλά και με προβλημάτισαν συγχρόνως, για να δώσω στον αναγνώστη μια ικανοποιητική βάση πάνω στη οποία θα μπορέσει να κατανοήσει πιο εύκολα την ποίησή του, το ύφος του και να εμβαθύνει ουσιαστικότερα στη σκέψη του, τη φιλοσοφική του θεώρηση.

Γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να προσεγγίσει κανείς το ποιητικό έργο του ΓΓ , αφού όχι μόνο μονοσήμαντη δεν είναι, αλλά επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών και αναγνώσεων, σύμφωνα πάντα με τα βιώματα και κυρίως την εμπειρία και τα διαβάσματά του αποδέκτη του. Έτσι, θα σταθώ στο συγκλονιστικό ποίημα του με τίτλο «Σπαραγμός» που σε σχέση με τα προηγούμενα, αλλά και τα νέα υπάρχει σε αυτό ένα εντελώς καινούριο στοιχείο, που φαίνεται ότι υπήρχε μέσα στον ποιητή ως προβληματική, ως ένα αδιερεύνητο και ανεξιχνίαστο μυστήριο, που βρήκε εδώ την έκφρασή του. Αναφέρομαι στο τραύμα μιας ψυχικής νόσου πάνω στο οποία στήριξε τους στίχους του. Γιατί το θέμα αυτό είναι φανερό ότι τον αφορά εδώ και χρόνια.

Μάλιστα στην ερώτηση μου αν η προσέγγιση του θέματος αποτέλεσε ανώδυνη ή εύκολη διαδικασία, απάντησε, « Είναι οδυνηρή και δραματική η μετάβαση προς την αντίφαση της ανθρώπινης συνθήκης. Ο πόνος και δη ο ψυχικός, είναι το μέτρο της αγάπης και του έρωτα στον βαθμό που το νόημα, στην συντακτική εμπειρία της απώλειας, καλείται να συγκροτήσει το υποκείμενο..»
Continue reading →