Εκδόσεις-Περιοδικό Πανοπτικόν – Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιτσίμη, περιοδικό Ένεκεν, τχ. 30, Δεκέμβριος 2013

12107797_10153761778874887_4439856233434672890_n

Η ποιητική συλλογή “Kλέφτικο’ του Γ. Πρεβεδουράκη είναι τελείως διαφορετική και μη συνηθισμένη στη δομή της από τα συνήθη “ποιητικά σχέδια” της εποχής μας. Αυτός είναι και ένας λόγος που την εκδώσατε, η εκκεντρικότητα σε σχέση με το ουσιώδες περιεχόμενο σάς ώθησαν ως αφετηρία έκδοσης;
Το «τελείως διαφορετική» και «μη συνηθισμένη» που αναφέρετε, αν ισχύει, αρκεί από μόνο του για να εκδώσω ένα ποιητικό βιβλίο· αλλά αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκη «εκκεντρικότητα» (η εκκεντρικότητα πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από απουσία περιεχομένου, γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει ως όρος). Μπορεί να είναι τόλμη, τάλαντο, καινοτομία. Το «Κλέφτικο» το εξέδωσα γιατί ήταν ένα ποιητικό κείμενο που μου ήρθε από τον άγνωστό μου τότε Γιώργο Πρεβεδουράκη, το οποίο με συγκίνησε βαθύτατα. Θεωρώ ότι είναι από τα σημαντικότερα ποιητικά βιβλία νέων ανθρώπων που έχουν βγει τα τελευταία χρόνια (τουλάχιστον από όσα έτυχε να δω) και περιμένω πολλά από τον άνθρωπο που το έγραψε.

Τι είναι αυτό που εσείς θα αποκαλούσατε “εκδόσιμη ποίηση” στα 2013;
Ό,τι δεν είναι παραλογοτεχνία (που δυστυχώς αφθονεί γύρω μας) θεωρώ ότι είναι καταρχήν εκδόσιμο. (Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι και πολύ καλό). Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…

Πόσο μακριά από την ποίηση βρίσκεται ο μέσος έλληνας αναγνώστης και ειδικά ο νέος κατά την άποψή σας; Πού οφείλεται αυτό;
Οι Έλληνες γενικά δεν διαβάζουν. Περαιτέρω, η ποίηση είναι κατ’ ουσίαν εκτός εμπορίου (αυτό βέβαια ίσως και να την σώζει με μια έννοια). Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι η εκδοτική βιομηχανία (υπάρχει και τέτοια και καταλαμβάνει το 80% της πιάτσας) έχει ρίξει το βάρος της στο μυθιστόρημα που είναι ογκωδέστερο, συνεπώς και ακριβότερο. Δεν ξέρω ποια άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί, γιατί κατά τεκμήριο η Ελλάδα είχε πάντοτε καλύτερους ποιητές από ό,τι πεζογράφους.

Θεωρείτε ότι οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μας κατά τα παρελθόντα έτη στοιχειώνουν τους σύγχρονους δημιουργούς και τους οδηγούν σε τέλμα μάλλον αξεπέραστο και σε μιμητικές επαναλήψεις;
Τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, απλώς ενώ η ματαιοδοξία πέφτει με το τουλούμι, το ταλέντο πέφτει με το σταγονόμετρο. Μεγάλοι ποιητές (και θεωρώ ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη με φειδώ) δυστυχώς βγαίνουν ελάχιστοι. Έτσι συνέβαινε πάντα. Κατά τα άλλα, μάλλον δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω πιο συγκεκριμένα στο ερώτημά σας, μιας και δεν έχω εποπτεία της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής.

Τι εκπροσωπούν λοιπόν οι εκδόσεις “Πανοπτικόν”, με ποια φιλοσοφία αναζητούν μια θέση στα βιβλιοπωλεία της ζωής μας;
Δεν εκπροσωπούν τίποτα (συγγνώμη, αλλά η λέξη εκπροσώπηση μου προκαλεί δυσφορία, σε ό,τι κι αν αναφέρεται). Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο –κυριολεκτικά– αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου. Εκδίδω λίγα βιβλία κάθε χρόνο και δεδομένου ότι δεν βιοπορίζομαι αποκλειστικά και μόνο απ’ το Πανοπτικόν (επί χρόνια η βασική πηγή βιοπορισμού μου ήταν μεταφράσεις και επιμέλειες εκδόσεων που έκανα για λογαριασμό τρίτων) έχω την πολυτέλεια να εκδίδω βιβλία που μου αρέσουν, χωρίς να λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου εμπορικά κριτήρια. Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε, στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μακάρι τα βιβλία που εκδίδω να είναι για κάποιους –όπως θα το ήθελε ο Κάφκα– τα τσεκούρια που θα σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα τους.

Ελένη Φουρνάρου, Microαστές, Εκδόσεις vakxikon.gr

BKS.0080058

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πώς θα μας φαινόταν μια εξυπνότερη, ωριμότερη αλλά και κοινωνικότερη ελληνική εκδοχή του Sex and the City? Και πως θα μας φαινόταν αν αυτή η εκδοχή δεν ήταν μια ακόμα εύπεπτη τηλεοπτική σειρά, αλλά ένα πολλά υποσχόμενο μυθιστόρημα;

Έχουμε, λοιπόν, την ευκαιρία να έχουμε στα χέρια μας το μυθιστόρημα της Ελένης Φουρνάρου: Microαστές, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Vakxikon.gr. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα γλαφυρό με ζωντανές περιγραφές και ρέουσα πλοκή. Με χιούμορ, τροφή για σκέψη και μια γλυκόπικρη επίγευση, που αφήνει σε κάθε αναγνώστη.

Ας δούμε λίγο την υπόθεση: Μια παρέα γυναικών γύρω στα τριάντα ζουν και κινούνται στα Εξάρχεια και τα πέριξ, τα πρώτα χρόνια του νέου αιώνα. Στο επίκεντρο η Ιωάννα, η Κάτια και η Δέσποινα, φίλες από τα φοιτητικά τους χρόνια. Πίνουν καφέδες και ποτά συζητώντας πρωτίστως τα ερωτικά τους και ό,τι άλλο ελαφρύ ή βαρύτερο προκύψει. Ώσπου στη ζωή τους εμπλέκονται αναπάντεχα μια διεθνής τρομοκρατική οργάνωση, η ελληνική αστυνομία, οι μυστικές υπηρεσίες και, φυσικά, η οικονομική κρίση. Οι αντοχές τους δοκιμάζονται, οι φιλίες επίσης και τα προσωπικά τους αφηγήματα υπονομεύονται από την αναπόφευκτη πραγματικότητα.

Ξεκινώντας, ας σταθούμε λίγο στον τίτλο. Αντί του γνωστού όρου μικροαστές, η συγγραφέας κάνει λογοπαίγνιο γράφοντας microαστές χρησιμοποιώντας τον όρο micro, που χρησιμοποιείται τόσο στην τεχνολογία όσο και στην οικονομία για να εκφράσει μικρά και πολλές φορές απειροελάχιστα μεγέθη δίνοντάς έτσι από την αρχή έναν ειρωνικό τόνο στο μυθιστόρημα.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα Microαστες διαπιστώνουμε ότι η Ελένη Φουρνάρου περιγράφει πολύ γλαφυρά κωμικοτραγικές καταστάσεις με αρκετή δόση αυτοσαρκασμού καθώς η ίδια παίρνει το ρόλο της Ιωάννας, που αναφέρεται σε πρώτο πρόσωπο. Μέσω της Ιωάννας η συγγραφέας δεν μας αφηγείται μόνο γεγονότα, αλλά στέκεται πίσω από αυτά και φιλοσοφεί καυστικά. Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Η κρίση των σαράντα δεν είναι εφεύρεση των επιτήδειων ψυχολόγων, ούτε των λάιφ στάιλ περιοδικών-σας τ’ ορκίζομαι. Υπάρχει στ’ αλήθεια. Παραμονεύει χαιρέκακα να νιώσει πως το ξέχασες, καιροφυλακτεί σατανικά να σε πιάσει αφηρημένο. Και σε χτυπάει αλύπητα. Εκεί που δεν το περιμένεις. Και σου θυμίζει μονομιάς όλα αυτά που έτρεχες να προλάβεις. Και δεν πρόλαβες γιατί δεν βρήκες το χρόνο. Δεν θα γίνεις ποτέ πρίμα μπαλαρίνα, ολυμπιονίκης στο έπταθλο, πυρηνικός επιστήμονας, αστροναύτης, ούτε καν προπονητής του Παναργειακού. Ή δεν θα κάνεις τέσσερα ξανθά, στρουμπουλά μωρά που τρέχουν μέσα σ’ ένα μαγευτικό κήπο με σιντριβάνια…. Τα σαράντα σου σκάνε στη μούρη κωμικά, σαν τούρτα από το υπερπέραν.»

Το μυθιστόρημα της Ελένης Φουρνάρου microαστες, θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι ένα χιουμοριστικό βιβλιαράκι για να περνάει ευχάριστα ή ώρα, όμως, οι κοινωνικές προεκτάσεις, που εμπεριέχει βάζουν σε σκέψεις τον αναγνώστη για την οικονομική κρίση, αλλά και το για το πώς πρέπει να αντιστεκόμαστε στο σύστημα. Πως αγωνιζόμαστε; Με ατομική τρομοκρατία ή μέσα από συλλογικότητες; Το μυθιστόρημα δεν απαντά. Θέτει το ερώτημα και αφήνει τον αναγνώστη να προβληματιστεί. Η φιλία δοκιμάζεται. Ποιος θα νικήσει; Η φιλία ή η ιδεολογική περιχαράκωση;

Κλείνοντας, οφείλουμε να ευχαριστήσουμε την Ελένη Φουρνάρου για το πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημά της microαστές και να περιμένουμε τις νέες πνευματικές της δημιουργίες.
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Μια αντι-ιστορία, μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο – Π.Ο., Fitzroy: The Biography, Collective Effort Press, 2015

po2

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ*

Το 1974, στην παρουσίαση ενός φωτογραφικού βιβλίου Robert Ashton για το Fitzroy, ένας νεαρός ντόπιος ποιητής, γνωστός ως Π.Ο. άρπαξε μερικά βιβλία και άρχισε να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας ότι τα απελευθέρωσε για χάρη του πραγματικού κόσμου του Fitzroy. Σαρανταένα χρόνια αργότερα, το περασμένο Σάββατο, στο , ο Π.Ο. παρουσίασε το δικό του προφίλ του πιο παλιού προαστίου της Μελβούρνης.

Ο Π.Ο. γράφει πάντα για το Fitzroy για πάνω από 40 χρόνια τώρα, αλλά μόλις τώρα κατάφερε να κυκλοφορήσει έναν ολόκληρο τόμο 740 σελίδων, ένα έργο ολκής και μεγάλης τόλμης, το οποίο συγκεντρώνει αρκετές πρωτιές και πρωτοτυπίες, με την πλέον χαρακτηριστική, ότι είναι ένα βιογραφικό βιβλίο, το οποίο, όμως, είναι γραμμένο εξ ολοκλήρου με στίχους. Ωστόσο, «η ειρωνεία», λέει ο ίδιος, «είναι ότι το εν λόγω βιβλίο είναι πολύ μικρό σε σχέση με το αντικείμενο που πραγματεύεται…»

Το Fitzroy: The Biography είναι μια σειρά πορτραίτων ανθρώπων, γεγονότων και τοποθεσιών που έχουν άμεση σχέση με το εν λόγω θρυλικό εσωτερικό προάστιο της Μελβούρνης. Πασίγνωστες φυσιογνωμίες του Fitzroy παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου όπως ο Squizzy Taylor, ο Robert Hoddle -αυτός που χάραξε και σχεδίασε τους δρόμους και το ρυμοτομικό σχέδιο της πρώιμης Μελβούρνης-, ή ο ντόπιος ποδοσφαιριστής Kevin Murray, και ακόμα προσωπικότητες όπως οι Allen Ginsberg, Mary MacKillop και πάμπολλοι άλλοι. Ωστόσο, την τιμητική τους έχουν και λιγότερο γνωστές προσωπικότητες της περιοχής όπως η Ellen Fincham -η οποία μάλλον δολοφονήθηκε απόν εραστή της το 1899 ενώ ήσαν και οι δύο μεθυσμένοι-, ή ο William Keyang, που τυφλώθηκε σε ένα εργατικό ατύχημα το 1916 και, στη συνέχεια, αυτοκτόνησε. Θέση έχουν ακόμα και ονομαστοί επισκέπτες στο Fitzroy, όπως ο Bob Dylan ή ο Muhammad Ali.

Ο Π.Ο. εργάστηκε ως σχεδιαστής (draughtsman) επί 40 χρόνια και έχει εδώ και πολλές δεκαετίες τη φήμη ενός από τους πλέον αναγνωρισμένους και καθιερωμένους avant garde ποιητές, όχι μόνο στην Αυστραλία αλλά και έξω από τα σύνορά της. Άλλαξε το ονοματεπώνυμό του αφού ερωτεύθηκε τα Μαθηματικά. «Συνειδητοποίησα ότι καθώς το Π, το οποίο ήταν το αρχικό γράμμα του ονόματός μου, ήταν το επόμενο γράμμα από το O, στο ελληνικό αλφάβητο, τότε το Π ήταν αντανάκλαση του κύκλου. Για μένα αυτό από μόνο του ήταν έναν ποίημα» λέει. Έτσι, κατά τη διάρκεια μιας παρουσίασης στο Πανεπιστήμιο La Trobe Uni υιοθέτησε το Π.Ο. το οποίο και καθιερώθηκε έκτοτε.
Η οικογένειά του μετανάστευσε από την Ελλάδα στην Αυστραλία το 1954 όταν ο ίδιος ήταν τριών χρόνων, με ενδιάμεσο σταθμό στο μεταναστευτικό κέντρο της Bonegilla. «Ζήσαμε σε περίπου 20 σπίτια στο Fitzroy και η οικογένειά μου λειτούργησε γύρω στα 10 διαφορετικά καταστήματα στην περιοχή. Μεγαλώσαμε σε μια αρκετά δύσκολη περιοχή η οποία ήταν γνωστή τα στενά (the Narrows), τα δρομάκια δηλαδή γύρω από το Gertrude Street, και λειτουργούσαμε ένα καφενείο όπου έπαιζαν χαρτιά και άλλα τυχερά παιχνίδια, εκεί που τώρα είναι το συγκρότημα των πολυκατοικιών (commission flats). Είμαστε οι προτελευταίοι που φύγαμε από εκεί πριν τα κατεδαφίσουν» λέει.

Με μια τέτοια … ισόβια -θα λέγαμε- θητεία στην περιοχή του Fitzroy, ο Π.Ο., όχι μόνο ανέπτυξε μια αγάπη και ένα ασίγαστο ενδιαφέρον για το εμβληματικό αυτό προάστιο, αλλά το χρησιμοποίησε και ως βάση της έρευνάς του, άρα και ως πηγή της πειραματικής ποίησής του.

«Όταν μού καρφώθηκε η ιδέα να κάνω ένα πορτραίτο του Fitzroy δεν είχα κατά νου να γράψω για μένα ή την οικογένειά μου. Νόμιζα ότι θα ήταν μια παρουσίαση αυτών των ανθρώπων του Fitzroy, αλλά όταν άρχισα να ταξινομώ τις διαφορετικές αυτές ιστορίες κατά χρονολογική σειρά ήταν σαν να έβλεπα μπροστά μου ολόκληρη την τοπική ιστορία» λέει ο ίδιος.

Έτσι, λοιπόν, στο βιβλίο παρελαύνουν γεννήσεις και θάνατοι, διαμάχες και βεντέτες, οίκοι ανοχής και μπυραρίες, η ανάδυση του τοπικού κομμουνιστικού κινήματος, ο ερχομός των μεταναστών και η εμπειρία τους.
«Ως παιδιά ζούσαμε όλοι σαν σε συμμορίες. Η δική μου παρέα ήταν γνωστή ως “η συμμορία με τα πλακάκια” γιατί είχαμε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε πλακάκια δίπλα μας και όταν έρχονταν οι άλλες συμμορίες παιδιών στο δρόμο και στο μικρό μας πάρκο για να μας πετάξουν πέτρες εμείς αμυνόμασταν πετώντας πλακάκια, που τα κομμάτια τους έκοβαν σαν μαχαίρια» θυμάται.

Όπως και οι περασμένες δουλειές του Π.O. – για παράδειγμα, τα Number Poems, τα οποία αποτελούνται ολοκληρωτικά από μαθηματικά και αριθμούς– το ογκώδες αυτό έργο του πηγαίνει ακόμα πιο πέρα από την καθιερωμένη αντίληψη του τι ακριβώς είναι η ποιητική γλώσσα και τι μπορεί να πετύχει. Ο ποιητής πειραματίζεται με τα όρια μεταξύ πρόζας και ποίησης, δίνοντας έμφαση σε παλιές εφημερίδες και το τοπικό φολκλόρ. Είναι μια αντι-ιστορία που δεν χωράει σε καμιά Wikipedia, είναι όμως και μια βάση δεδομένων για την αγάπη και τον πόνο.
Όπως και η ίδια η αρχιτεκτονική του Fitzroy, στο βιβλίο δεν υπάρχει χρονολογική σειρά, ο αναγνώστης πηδά δεκαετίες ακόμα και αιώνες πίσω και μπροστά. Έτσι δεν μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο αυτό σελίδα τη σελίδα, αλλά αναζητείς ονόματα και τοποθεσίες από τον πίνακα περιεχομένων.

Ο ίδιος λέει ότι δεν επιχειρεί να χαράξει κάποιες διαχωριστικές γραμμές αλλά να παραδεχτεί ότι η δημιουργία μιας βιογραφίας οικοδομείται μέσα του, στον δικό του εσωτερικό κόσμο, ως προσαύξηση. Ως βιογραφία δεν στέκει, γιατί το βιβλίο αυτό δεν αρχίζει με την ημερομηνία γέννησής του ή με τον ερχομό του στην Αυστραλία μέχρι και την 500ή σελίδα.

Αναδύεται από αυτή την ολάκερη εμπειρία, των καυγάδων, της έντασης, της βίας αρκετές φορές, ένα ασύλληπτο χιούμορ, μια ασυναγώνιστη ζωτικότητα στην ποίησή του. Η εικόνα της οικογένειας του Π.O. , τα μέλη της οποίας εργάζονται όλοι μαζί για να εξυπηρετήσουν τζογαδόρους, πόρνες, μεθυσμένους, πάνκηδες και μηχανόβιους, ξεχειλίζει από ενέργεια.

*Για τη συγγραφή του παρόντος χρησιμοποιήθηκαν (και) αποσπάσματα του ρεπορτάζ του Jason Steger στην εφημερίδα The Age (Δευτέρα, 28 Σεπτέμβρη) καθώς και από σχετικό δημοσίευμα στη The Saturday Paper. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, Πέμπτη, 22 Οκτώβρ 2015, σελ. 6.

po1

Fernando Pessoa, Γράμματα στην Οφέλια

gramofel180

Του Διονύση Μαρίνου

Fernando Pessoa, Γράμματα στην Οφέλια
Εκδ. GUTENBERG
Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα

Ο ποιητής γυμνός, ερωτευμένος, τσακισμένος

Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ με τη Λουίζ Κολέ. Ο Τζέιμς Τζόις με τη Νόρα. Ο Χένρι Μίλερ με την Αναΐς Νιν. Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ με τη Μαίρη Γουέλς. Ο Πάμπλο Νερούντα με τη Ματίλντε Ουρούτια. Και φυσικά ο Φερνάντο Πεσσόα με την Οφέλια Κεϊρός. Ποιο ένστικτο (ταπεινό, σκαμπρόζικο, φιλοπερίεργο ή, μήπως, σκανδαλοθηρικό) μας προκαλεί να σκύψουμε στην ιδιωτική σφαίρα των συγγραφέων και να σκαλίσουμε τις κρυμμένες πτυχές των βίων τους – ιδιαιτέρως εκείνες που αγγίζουν τη ρόδινη περιοχή του έρωτα;

Υπό τον κίνδυνο τούτη η οξυμμένη περιέργεια να προκαλέσει πλείστες όσες απομυθοποιήσεις για την εξιδανικευμένη εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας, τα τοτέμ λογοτεχνίας, αίφνης, εμφανίζονται τρωτοί, ανθρώπινοι, ηδυπαθείς, κόλακες, κοινοί ερωτιδείς αλλά και πνευματώδεις, ρήτορες του μεγάλου –και ιδανικού– έρωτα, έμφοβοι μπρος στην απόρριψη, τρομαγμένοι στην πιθανότητα το σώμα να υποσκελίσει την πνευματική εργασία τους.

Στα «Γράμματα στην Οφέλια», ο Φερνάντο Πεσσόα δεν είναι ο γνωστός Πεσσόα αλλά ούτε και κάποιος ετερώνυμός του. Ίσως, δίχως να το επιδιώκει, όντως, μέσα από αυτές τις επιστολές προς μια γυναίκα, να εμφανίζεται ένας… ενδιάμεσος ετερώνυμος του Πορτογάλου. Αδιαμόρφωτος ακόμη, νεφοσκεπής, περιδεής αλλά και παιγνιώδης ταυτοχρόνως.

Η επιστολική (και όχι μόνο) σχέση του Πεσσόα με την κατά πολύ μικρότερή του Οφέλια είχε διάρκεια 16 χρόνια και είναι χωρισμένη σε δύο βασικές περιόδους. Η πρώτη είναι των ρόδων και του… μελιού και η δεύτερη του ρήγματος και του αποχωρισμού. Και στις δύο, όμως, ο μέγιστος ποιητής έχει αποστερηθεί το στεφάνι της ποιητικής του δόξας και εμφανίζεται… γυμνός, σωματικός και πλήρης συναισθημάτων. Αν και το ερωτικό στοιχείο δεν είναι ξένο στην ποίησή του, εντούτοις δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «ερωτικός ποιητής» – τουλάχιστον με τη συμβατική ερμηνεία του όρου. Σε αυτές τις επιστολές, ωστόσο, ο Πεσσόα αφήνει έναν χείμαρρο ερωτικών καλεσμάτων, ακκισμών στα όρια της παιδικότητας και ιμερικών τόνων που δεν περιμένει κανείς να ξεχυθούν από έναν άνθρωπο με τη δική του εκκεντρική ιδιοσυγκρασία. Εντέλει, είναι ο ίδιος ο Πεσσόα, ένας άλλος, ή κάποιες φορές και ο ετερώνυμός του, Άλβαρο Ντε Κάμπος (αυτός ο σκληροπυρηνικός μηχανικός), που μετέχουν στο ερωτικό γαϊτανάκι. Ο Πεσσόα είναι ερωτευμένος, υποδύεται τον ερωτευμένο, παίζει με τα συναισθήματά του αλλά και με εκείνα της Οφέλια.

Μα, κι εκείνη, αν και δεν είναι πνευματώδης και δεν θα μπορέσει ποτέ να αφουγκραστεί το ηφαιστειώδες ταλέντο του αγαπημένου της, μετέχει του παιχνιδιού, ως ένα σημείο, με ανυπόκριτο πνεύμα. Ναι, φτάνει στο σημείο να συνομιλεί με τον «ανύπαρκτο» Άλβαρο Ντε Κάμπος, να τον εχθρεύεται και να προσπαθεί να αμυνθεί υπέρ του αγαπημένου της Νινίνιο/ Φερναντίνιο. Το όνειρό της είναι να παντρευτεί τον Πεσσόα, να ζήσουν μαζί κάτω από την ίδια εστία, να ακολουθήσουν μια συμβατική ζωή ως ένα συνηθισμένο ζευγάρι ερωτευμένων. Στο μυαλό της έχει δημιουργήσει μια «κουκλίστικη» εκδοχή στην οποία ο Πεσσόα, φευ, δεν θα μπορέσει ποτέ να ανταποκριθεί. Όντως, κάποια στιγμή η σύγκρουση με τον… άλλο του εαυτό θα αποβεί μοιραία για τη σχέση. Ο Πεσσόα δεν είναι άνθρωπος των συγχρωτισμών και της αμοιβαιότητας των αισθημάτων. Η μόνη σχέση που παραμένει μέσα του αδιασάλευτη είναι αυτή του δημιουργού, του ποιητή. Ακολουθώντας το πεπρωμένο του, δεν μπορεί να αποχωρήσει από τη σχέση, αφήνοντας την Οφέλια μόνη με τη ραγισμένη καρδιά της. Μέσα από μια σειρά καθημερινών συμβάντων, ερωτικών διαχύσεων, πληγωμένων κατηγοριών, αγαπητικών υποσημειώσεων, συμβουλευτικών παραινέσεων (μην πίνεις, του λέει εκείνη – να τρως, της λέει ο άλλος) και άλλων πολλών αποκαλύψεων, διαγράφεται ο κύκλος της σχέσης του Φερνάντο με την Οφέλια και, υπό διαφορετική οπτική γωνία, βλέπουμε τον ποιητή μέσα από τον άνθρωπο αλλά και τον άνθρωπο που είναι ταγμένος σε μια μόνο θωπεία: σε αυτήν της ποίησης.

Η μετάφραση ανήκει στην Μαρία Παπαδήμα, η οποία συγγράφει και ένα άκρως κατατοπιστικό επίμετρο για την ερωτική (έως σεξουαλική) πτυχή της ποίησης του Πεσσόα. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα και συγκροτημένη ανάλυση που συμπληρώνει την παρούσα έκδοση και εξηγεί γιατί τούτες οι επιστολές ενδέχεται να είναι κάτι παραπάνω από μια προσέγγιση από την… κλειδαρότρυπα, αλλά να φωτίζουν αυτό που πραγματικά ήταν και έμελλε να γίνει ο Πεσσόα στα κατοπινά χρόνια.

*Αναδημοσίευση από το http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1396_2268

Jennifer Mackenzie reviews Rimbaud in Java by Jamie James

rimbaud-in-java-233x300

Rimbaud in Java
by Jamie James
Editions Didier Millet
Singapore , 2011
Reviewed by JENNIFER MACKENZIE
 

Of the biographies of poets, it is that of Arthur Rimbaud (1854-1891) which continues to perplex and confound. Why is it that someone so gifted should abandon poetry at the age of twenty-one for the life of a trader, filling his head with accounting ledgers rather than visionary poetry? Why did he, in 1876, enlist in the Royal Netherlands Army, taking an arduous journey to Java, only to remain there for a few short weeks before returning to France, most probably, though not conclusively, on the vessel The Wandering Chief ?  Jamie James, novelist and critic and resident in Indonesia, turns his attention to those few short weeks. In his exquisitely written and presented little book Rimbaud in Java, James invites us to explore the very nature of poetic consciousness through the writings and journeys of this poet of the modern. He has succeeded in taking the reader on a journey by Rimbaud’s side, from the poet’s early days at school in Charleville in France, to his desultory wanderings in Europe, to his love affair with poet Paul Verlaine, and finally to the possible trajectories for his brief journey through Java. The book concludes with an enthralling account of the pervasive influence of Orientalist imagery on the art and literature of France in the eighteenth and nineteenth centuries, while at the same time connecting it with Rimbaud’s exposure to that current of thought.

In all its dizzying brilliance, it is the great work and the giving up of it which entrances us. How would Rimbaud be viewed say, if he had died at twenty-one, a poet of youthful masterpieces, a poet whose life was tragically cut short? In such a case the response would be overwhelmingly elegiac. It is the giving up, these journeys-trajectories without art which alarm, fascinate and compel us to hazard an answer.  As James demonstrates, there is a sense that the trading, the journeys have become for Rimbaud’s  readers  part of the work, part of the way we perceive it. A trader in Abyssinia, a fugitive in the wilds of Java, are they not unwritten Illuminations in which we search for the touch of the pen on the paper, for the hand dictating the invisible words?  We are drawn into the character of an artist who appears both impetuous and strong-willed, mercurial and knowing, and in regard to his legacy, the creator of a poetic persona both indifferent and calculating. As James so eloquently puts it:

The aesthetic, political and psychological reasons are much more rewarding to the imagination [than his status as a fugitive] …Rimbaud was already on his way toward a mythic identity as a protean hero, capable of becoming whatever one wanted him to be. The glamour that has attached itself to Rimbaud’s odyssey-in-reverse, the reason some people care so passionately about reconstructing the itinerary of his ceaseless efforts to escape from home, partakes of the magnetic attraction of his poetry (67).

Jamie James originally conceived the project about Rimbaud’s missing weeks in Java, of which no convincing explanation has been established, as a novel, as an account of his lost voyage, but the number of directions in which the narrative could run ‘saw disaster lurking’:

Above all it was the prospect of writing dialogue for Arthur Rimbaud that terrified me: he probably ordered a cup of coffee like anyone else, but who knows? Perhaps he made ordering coffee an interesting little event. Every previous attempt to put words in that pretty little mouth that I was aware of had ended in unintentional burlesque … (75)

On taking a ‘Rimbaud pilgrimage’ through Java some years ago, James writes that he could ‘do little more than tread in the Master’s known footsteps to the vanishing point’ (75). In his journey from Batavia to Semerang and to Salatiga, site of the army barracks where Rimbaud was billeted, the author found that, ‘The decommissioned train station in Tuntang [from where Rimbaud would have continued by foot to Salatiga] was the only place I sensed Rimbaud at my side’ (77).  James delicately  guides the reader through Java, from Batavia’s old port district of the still-extant Sunda Kelapa, to the capital’s colonial streets, to the compellingly rich landscapes of rural Java – those of Rimbaud’s ‘peppery and water-soaked lands’  (54) of ‘Democracy’ in Illuminations. He evocatively presents a ‘scorching two-hour march’ from Tuntang to Salatiga, with a glimpse of what Rimbaud would have seen, ‘The soldiers passed through terraced rice-fields, swampy lakes where carp were farmed, and small settlements of bamboo houses in the forest, sited beside the creeks that crisscrossed the dense jungle’ (54). A fortnight after that march, Rimbaud had disappeared, leaving his military uniform behind, probably wearing ‘a flannel vest and white trousers, standard colonial mufti’ (54).

It is at this point in the narrative that we reach the unknown, moving from that which can be faithfully portrayed, to a return to a deeper engagement with the enigma of the poet, and his protean consciousness, as he disappears from view. The only known account of these missing weeks is by his first biographer, brother-in-law Paterne Berrichon, who had noted that Rimbaud’s gaze ‘remained fixed with obstinacy on the Orient’(39).  In a tale which James amusingly characterises as Rousseau-like, Berrichon claiming that Rimbaud ‘had to conceal himself in the redoubtable virgin forest, where orang-utans still thrive. They taught him how to live undercover, to survive the attacks of the tiger and the tricks of the boa’ (29). The misplaced orang-utan and boa pale beside the reality of what, as James points out, any reader of the naturalist Alfred Russell Wallace would know, of the tropical jungle crawling ‘with tigers and rhinoceros, monitor lizards and crocodiles, pythons and kraits’ (70).  As for Berrichon’s fable, would it be possible to imagine Rimbaud telling a gullible confidant this story? Could we add the helpful orang-utan to an imagined unwritten text?

Did Rimbaud plan his escape during that fortnight domiciled in the barracks, concealing himself near a port before embarkation back to Europe? Was it the sheer reality of what confronted him in colonial Java, of what he had previously captured in A Season in Hell:   ‘The white men are coming. Now we must submit to baptism, wearing clothes, and work’ (69) that compelled him to up and leave?  Did he travel to Darwin? Did he visit opium dens, encounter monks at spiritual retreats, trajectories acting as a coda to what had been written, to what would no longer be written? Rimbaud in Java  concludes with a lively survey of the Orientalist imagination in France, covering the bizarre fantasies of writers such as Eugene Sue and his improbable Oriental prince, Djalma, the centrality of the East in the art of the Romantics and its importance to the Parnassian poets (of immediate connection to Rimbaud) such as Leconte de  Lisle. Baudelaire’s aborted voyage to Calcutta is amusingly recounted, as is the Javanese painter Raden Saleh’s depiction in a letter to a friend of Paris as an exotic paradise, ‘Paris is a garden at the centre of the universe, full of fragrant and delicious flowers and fruits…’ (113). A text previously unknown to this writer is mentioned, Balzac’s imaginary My Journey from Paris to Java (106).

Throughout his book Jamie James has included quotations from Rimbaud’s poetry ‘at every plausible occasion’ (12). He is right to have done so, as his translations are excellent, comparing favourably with John Ashbery’s recent Norton translation of Illuminations (2011).  Rimbaud is depicted with much love and respect, as well as with delight in the way the poet has left his readers with the enigma of his disappearance. In this indispensable book, Rimbaud in Java leaves us to consider the tantalising question: did Java in fact represent the very image of the hallucinatory which Rimbaud had determined to leave behind forever?
 
JENNIFER MACKENZIE is the author of Borobudur (Transit Lounge 2009) reprinted in Indonesia as Borobudur and Other Poems (Lontar, Jakarta 2012)

http://mascarareview.com/jennifer-mackenzie-reviews-rimbaud-in-java-by-jamie-james/

Μήτσος Παπανικολάου – Ένας αξιόλογος «ελάσσων» του Μεσοπολέμου

mitsosPapanikolaou

Ο Μήτσος Παπανικολάου γεννήθηκε το 1900 στην Ύδρα και πέθανε το 1943 στην Αθήνα. Η ζωή του μοιράστηκε, θα μπορούσαμε να πούμε, ανάμεσα στο φως του αισθητισμού και της ποιητικής καθαρότητας από τη μια και από την άλλη στο σκοτάδι των εξαρτήσεων, του «απαγορευμένου» έρωτα και της οικονομικής –προς το τέλος της ζωής του- εξαθλίωσης. Εμφανίζεται στα νεοελληνικά Γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, μόλις 16 ετών, δημοσιεύοντας μια σειρά ποιημάτων στη Διάπλασιν των παίδων και συνεργαζόμενος με διάφορα περιοδικά. Φοιτητής της Νομικής από το 1917, εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και στρέφεται προς τη δημοσιογραφία μετά το πέρας της στρατιωτικής του θητείας στη Χωροφυλακή το 1920. Με την ανθολόγηση δύο πρωτότυπων ποιημάτων του στην ανθολογία του Τέλλου Άγρα, Οι Νέοι, το 1922, «καθιερώνεται σαν ποιητής», ενώ το 1923 αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στο περιοδικό Μπουκέτο, ιδιότητα που θα τον καθιερώσει μέχρι το 1939/1940 ως ποιητή, μεταφραστή και κριτικό της νεοελληνικής, αλλά και της ξένης, λογοτεχνίας. Ωστόσο, η αδιέξοδη προσωπική του ζωή, ο κλονισμός της υγείας του και η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, αλλά και οι συνθήκες που θα διαμορφωθούν με τον πόλεμο και την Κατοχή, θα τον οδηγήσουν σε πλήρη εξαθλίωση. Στις 26 Οκτωβρίου 1943, και παρά τα βραχύβια αποτελέσματα απεξάρτησης στο Τμήμα Τοξικομανών του Δρομοκαΐτειου, πεθαίνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών μέσα σε άθλιες συνθήκες.

Γράφοντας στα 1938 την κριτική μελέτη «Ο ποιητής μιας γενιάς», η οποία αναφέρεται στο έργο του Κώστα Καρυωτάκη, ο Παπανικολάου αφήνει να διαφανούν οι βασικές αρχές της ποιητικής του: η νεορομαντική και εξιδανικευμένη αντίληψη περί αγνότητας και λυρικότητας του ποιητικού λόγου από τη μια, αλλά και το νεοσυμβολιστικό αίτημα για μουσική υποβλητικότητα από την άλλη, θα οριοθετήσουν τη μόνιμη προσπάθεια του Παπανικολάου να κατακτηθεί η «καθαρή ποίηση», ώστε να «μεταδώσει την καθαρή αισθητική συγκίνηση από το συναίσθημα, από το δραματικό αίσθημα και την εσωτερική κατάσταση ή από την άμεση αίσθηση και την εξωτερική εντύπωση, ακόμη και με τις παρηχήσεις των φθόγγων».

Η κριτική επεσήμανε την «αδιαφορία» του να εκδώσει ποιητική συλλογή ως ένδειξη υποτίμησης του πρωτότυπου ποιητικού του έργου ή υπογράμμισε την αδυναμία του να δώσει ένα συμπαγές και «μεγάλο» έργο, με αποτέλεσμα να «απομένει, βέβαια, κάπως λίγος». Παρ’ όλα αυτά, ο Παπανικολάου δεν σταμάτησε μέχρι τον θάνατό του να δημοσιεύει ποιητικά κείμενα και, το βασικότερο, να επεξεργάζεται κάποια από τα κείμενά του ενόψει αναδημοσιεύσεων. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε μια σειρά κειμένων που από δημοσίευση σε αναδημοσίευση παρουσιάζονται με σημαντικές διαφορές και με συνεχή προσπάθεια να επιτευχθεί η λιτότερη και καθαρότερη ποιητική εκφραστική και να δοθεί η ιδανική – μετρικά, στιχουργικά και γλωσικά – μορφή, ακόμη και όταν ο ποιητής θα αποπειραθεί να γράψει σε ελευθερωμένο ή και ελεύθερο στίχο. Αυτά τα δύο δεδομένα, η αδιάλειπτη δηλαδή ώς τον θάνατό του ποιητική παρουσία και η προσπάθειά του να πλησιάσει την ιδανική ποιητική μορφή, σε κάποια τουλάχιστον ποιήματά του, μπορεί να μην τον καθιστούν σπουδαίο ποιητή, επιβεβαιώνουν όμως την ταυτότητα του αισθητιστή, που «δεν εζήτησε από την Ποίηση, όπως και από την ίδια τη ζωή, την Αλήθεια ή την Ιδέα. Ακόμα και η Ομορφιά του ήταν λίγο. Εζήτησε κάτι πιο τραγικό: την Ηδονή […] και μάλιστα [την] όσο το δυνατόν δουλεμένη». (…)

Μιχάλης Ρέμπας

Σημ.: Αναδημοσίευση της εισαγωγής ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books, τεύχος 66, Οκτώβριος 2015. Ο Μιχάλης Ρέμπας είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στη νεοελληνική φιλολογία. Εργάζεται στη μέση εκπαίδευση, είναι υποψήφιος διδάκτωρ και έχει δημοσιεύσει διάφορα άρθρα και φιλολογικές εργασίες.

Ακολουθούν δύο ποιήματα του Μήτσου Παπανικολάου:

ΜΙΣΟΣ

Τι μένει; Τι μένει;
Μια νύχτα γεμάτη φωνές την πόλη τυλίγει.
Οι δρόμοι είναι τρόμος. Για πάντα έχουν φύγει
οι αγαπημένοι.

Πέθαναν ετούτοι,
εκείνοι χαθήκαν.
Της νιότης τα πλούτη
εσβήσαν, σωθήκαν.

Κι εμείς συντριμμένοι
τραβάμε μοιραία το δρόμο που βγαίνει,
εκεί που κανείς δε γυρίζει.
Μας λύγισε η πείνα… Μας τσάκισε ο πόνος…

Μας έριξε κάτω κι εδώ μας πατάει
ο νόμος… ο νόμος…
Κανείς πια στη νύχτα δεν μας τραγουδάει
κανένας δυο λόγια γλυκά δεν μας λέει
η μάνα μας κλαίει.

Το στήθος μας πού ‘κλεισε τόσην αγάπη,
μας το ‘χει φουσκώσει το μίσος,
το μίσος που ανάβει πυρκαϊές μες στις χώρες
και φέρνει τις μπόρες…

Στυγνοί βρυκολάκοι, μ’ εχθρούς και με μίση
ζητάμε τα θύματα…
Η θάλασσα φτάνει… Ξεσπάνε τα κύματα…
Εμπρός… Να μια λύση.

1933

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Δώσε μου την ανάμνηση του πράσινου δρόμου,
το σπίτι με το κόκκινο φως,
τα παλικάρια που χόρευαν.
Οι αράχνες έφραξαν τα παράθυρα,
γέμισαν σκόνη τα βιβλία.
Τη θύμησή σου δώσε μου
γιατί έμεινε γυμνό το χαίρε.
1938

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2015/10/blog-post_80.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+ (στίγμαΛόγου)

Ενο Αγκόλλι, Ποιητικό Αίτιο, Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2015

Screen+Shot+2015-09-27+at+6.45.56+PM

Στην πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ποιητικό αίτιο», ο 21χρονος σήμερα, φοιτητής Αναλυτικής Φιλοσοφίας, Ενο Αγκόλλι, μας συστήνεται μέσα από μια πληθωρική, μα καθόλου φλύαρη, ελεγεία για την απώλεια.

Γεννημένος στην Αλβανία, μεγαλωμένος στη Θεσαλλονίκη και κάτοικος εξωτερικού πλέον, ο Αγκόλλι χτίζει μια συλλογή με τρόπο που θυμίζει ημερολογιακές καταγραφές μιας ταλανισμένης ενηλικίωσης.

Βρίσκει όμως τρόπους –με τις γλωσσικές επιλογές του και την κοσμοπολίτικη προσέγγιση της πραγματικότητας– να μην αφήσει τα ποιήματά του να διολισθήσουν στην εσωστρέφεια.

Αντιγράφω από το δεύτερο ήμισυ του ποιήματος «Η σούτρα της φθοράς»:

«[…] Εκείθεν,/ ο μητροπολιτικός άνθρακας/ άρχιζε να/ οξειδώνει τα απολλώνιά τους ιδεώδη και την αλκοολική φιλοσοφία,/ καθώς τις κάστες του/ δουλεύουν πια το ελεφαντόδοντο. Και χρόνια αργότερα, ειρωνικά/ διατυπώνοντας τους σύγχρονους φθόγγους και τα δόγματα,/ Αγγλοσάξωνες/ ρωτούσαν τον Βούδα, τον Γκάντι, τον Ταγκόρ:/ Πείτε μας, πείτε μας – εμείς πότε θα φθαρούμε επιτέλους;» (σ. 29).

*Του Άκη Παπαντώνη. Αναδημοσίευση από το http://entefktirio.blogspot.com.au/2015/09/blog-post_27.html Φωτογραφία: Σάκης Καρακασίδης. Πηγή: http://www.efsyn.gr

Screen+Shot+2015-09-27+at+6.44.37+PM

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: «Χειροβομβίδες τα χέρια του εργάτη»

Papadopoulos2


Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης

Δεν υπάρχουν ποιητές στις μέρες μας κι όσοι γράφουν ποίηση τίποτα δεν έχουν να πουν, να ποια είναι, μεταξύ άλλων, η σύγχρονη αντίληψη για την ποίηση. Κι όμως μέσα από τις εβδομαδιαίες παρουσιάσεις του Ατέχνως στη στήλη των «Νέων Δημιουργών» αναδεικνύεται μια διαφορετική, πολύχρωμη πραγματικότητα όπου νέοι ποιητές και συγγραφείς όχι απλά γράφουν ποίηση αλλά και που επικοινωνούν με την κοινωνική πραγματικότητα. Ο ποιητής Θεοχάρης Παπαδόπουλος που παρουσιάζουμε σήμερα, αποτελεί ακόμα μία περίπτωση που επιβεβαιώνει τη θέση μας εφόσον, παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του -γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978- αριθμεί πλέον στο ενεργητικό του έξι ποιητικές συλλογές, έχοντας διαμορφώσει από τη δεύτερη κιόλας συλλογή του, το προσωπικό ύφος μιας ολιγόστιχης, λιτής ποιητικής γραφής, άμεσα κατανοητής, κοινωνικής και βαθιά πολιτικής. Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης ποιητικής γενιάς της αγανάκτησης και της κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Γιος του ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας, και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά του χρόνια ενώ έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, είτε δικές του δημιουργίες, είτε λογοτεχνική κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα βουλγαρικά και τα πακιστανικά (ουρντού) κι έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993, ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση) το 1997. Οι υπόλοιπες συλλογές του είναι οι Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014). Αντιπρόεδρος του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις». Επίσης, είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών καθώς και μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Επίσης, είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας.
Continue reading →

Για τις “23 μέρες” της Ασημίνας Ξηρογιάννη

René Magritte, Οι εραστές

René Magritte, Οι εραστές

– Γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Ασημίνα Ξηρογιάννη, 23 μέρες,
εκδ. Γαβριηλίδη,
Αθήνα 2015

Η συλλογή, με τον τίτλο 23 μέρες, απαρτίζεται από είκοσι τρία ποιήματα, τα οποία αντιστοιχούν σε είκοσι τρεις μέρες. Την εικοστή δεύτερη μέρα δίνεται καθαρά η θεματική της πρόθεση, η οποία προοικονομείται σταδιακά μέρα με την ημέρα: «Η πρόθεση του βιβλίου που γράφει τώρα :/ Κάτι σαν ποιητική νουβέλα in progress./ Μια νεαρή γυναίκα / κλεισμένη σε ένα δωμάτιο για 23 μέρες/ περιμένει να γυρίσει πάλι κοντά της / ο εραστής της/ (ή καλύτερα, να επιλέξει να γυρίσει πάλι κοντά της)».

Αυτό είναι το θέμα το οποίο η ποιήτρια Ασημίνα Ξηρογιάννη πραγματεύεται σαν σκηνικό ποίημα, σαν θεατρική πράξη. Δίνει στα ποιήματα μορφή μικρού δράματος, μικρής σκηνοθετικής απόπειρας. Είκοσι τρία ποιήματα, είκοσι τρεις θεατρικές σκηνές. Σχεδόν κάθε ποίημα αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο περιέχει τις σκηνικές οδηγίες, δοσμένες με ορθά γράμματα• το όλο πλαίσιο, το κάδρο – το κομοδίνο, τα χάπια, τον πίνακα- τα «σύνεργα της σκηνής», που λέει κι ο Γιώργος Σεφέρης, Το δεύτερο μέρος, όπου δίνονται τα απολύτως προσωπικά, παραληρηματικά, εκείνα που φουσκώνουν το ποτάμι της ψυχής, η ουσία, το συναισθηματικό μέρος, με πλάγια γράμματα. Τα δύο επίπεδα του ποιήματος είναι ευδιάκριτα επομένως και ως μορφή και ως περιεχόμενο.

Ο χώρος είναι ένα νοικιασμένο δωμάτιο, για τις ερωτικές συναντήσεις του ζευγαριού, όπου η «πρωταγωνίστρια» του δράματος περιμένει εκείνον να έρθει και στήνει έναν νοερό διάλογο μαζί του. Βεβαίως ακούγεται μόνο η δική της η φωνή, ενώ η φωνή εκείνου φτάνει στον αναγνώστη διαθλασμένη μέσα από τα δικά της λόγια, φωτισμένη από τα δικά της μάτια.
Continue reading →