Michael Farrell reviews Hong Ying

lojAqUQbAeDgw9HW_okO6cLI8onam5i887Fk4sQ3WCp0q5ijMfSFgjhk5OTjbVIqiernwbOO9F99pQy7zl0u2AV__SJu1Qo95CjJnXU5eRXjHt0-=s0-d-e1-ft

I Too Am Salammbo
by Hong Ying
Translated by Mabel Lee

Vagabond Press, 2015 Hong Ying’s I Too Am Salammbo is a selection of poems from 1990-2012, based on a Chinese selection published in 2014. Though almost all the poems contain conceptual, or imagistic, interest (bar some of the ‘city’ poems: ‘Berlin’, ‘London’, etc.), the formal repetition gets a bit wearing. The collection’s translator, Mabel Lee, uses spacing as caesurae to evoke the possibility of Chinese characters for phrases like ‘moss attracts moss’ (‘Ascending the Mountain’) and ‘painting otters’ (‘Otters’). These are just one kind of moment that happens: many of the poems are far from being as sweetly picturesque, pointing instead to family and sexual trouble, and sometimes both together:

Our lungs
Always wrap around men’s lies and sex organs
Turning I
Confront Mother
And Mother walks away all alone
Before death we sisters will open our beautiful mouths
To spit out one man after another
(‘Dreaming of Beijing’)

The use of spacing is effective in aiding line readability. While sometimes it provides merely a slowing down of the line, at others, where the shift in sense between the two phrases is more disjunctive, the effect is one of montage, referring to text, feeling, memory, metaphor:

People walking on ancient land my home village
Other side of the ferry crossing
Stone houses
Furtive lust more than thirty years
Endless eulogies

To one name and torment
Summers of freedom
Illusions of the present
Writing about the black shadows of your wounds
Including the gold tiger in your arms then saying
Winter has ended
(‘Writing’)
Continue reading

Tim Wright reviews Caitlin Maling

vpUA8O7JDgkRJzEqT3gl6qEhGVfWpsxgYha9EUgTPLu2I1WnMWRaQUb7gQY5wt1FbVGONhmlrE8l0WwkGqvN0KeF7CIJvl6QAbpLA3nKclmRRpiKtY71=s0-d-e1-ft

Conversations I’ve Never Had
by Caitlin Maling
Fremantle Press, 2015

Few writers seem to get the viciousness of Perth. John Mateer’s early poems do, and some of Deborah Robertson’s short stories. There’s also Laurie Duggan’s one-liner, ‘you can see why all the really savage punk bands came from here’ (‘Things to Do in Perth’), and for the encyclopaedic and lyrical, John Kinsella’s wonderful, aptly sprawling ‘Perth Poem’.

Caitlin Maling’s debut collection, Conversations I’ve Never Had appears at first to be almost overwhelmingly concerned with place and places, most often in and around Perth. Yet these are poems of place in a secondary sense: as backdrops to the poet’s central themes of family and suburban rite. Many of the poems appear to have been written while living overseas (North America and the U. K.), and fall into a less-critical tradition – that of the homesick, coastal-dwelling Western Australian’s lament, best rendered in The Triffid’s 1986 album, Born Sandy Devotional. Like the cover image of that album (an aerial photograph of Mandurah in 1961) there is a preference for the topographical perspective in a number of Maling’s poems, which could be partly a result of the distance from which they’re written (that is, from which the places are remembered and evoked), and because the views most residents have of that city, when leaving it or returning after a long time, are from the air. There is, however, more than one rear-view mirror here too – including in the final poem’s somewhat febrile litany of place names, a poem which also contains my favourite line of the book: ‘defenestrating apple cores at 140 kmph’ (‘Directions’).
Continue reading

Δήμος Χλωπτσιούδης, Κατάστιχα, Εκδ. “Το Βιβλίο”

katastixa

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

=Έχουμε αναφερθεί ξανά στην τάση της έκδοσης βιβλίων αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή (e-book), μια τάση, που τείνει να εξελιχθεί σε αναγκαιότητα λόγω του υψηλού κόστους της έντυπης έκδοσης. Τούτη η αναφορά είχε γίνει σε μια παλιότερη κριτική για τον Δήμο Χλωπτσιούδη και το βιβλίο του «Η οργή της πεταλούδας». Πιστός στην συγκεκριμένη μορφή έκδοσης ο ποιητής εξέδωσε και δεύτερο βιβλίο αποκλειστικά σε ηλεκτρονική έκδοση. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Κατάστιχα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: «Τοβιβλίο» και περιλαμβάνει ποιήματα ολιγόστιχα με οικονομία λέξεων και συμπυκνωμένα νοήματα.

Τα «Κατάστιχα» του Δήμου Χλωπτσιούδη χωρίζονται σε έξι μέρη-θεματικές ενότητες.

Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Πολιτική, ανθρώπων φύσις» και περιλαμβάνει ποιήματα πολιτικού προβληματισμού. Να τονίσουμε, ότι όταν μιλάμε για πολιτική ξεχωρίζουμε χοντρικά δύο κατηγορίες ανθρώπων. Είτε είναι άνθρωποι πάμπλουτοι, που δεν τους έλειψε ποτέ τίποτα και βλέπουν την πολιτική ως ένα παιχνίδι εξουσίας, είτε είναι άνθρωποι, που βίωσαν τη φτώχεια, την ανεργία και την κρίση και αγωνίζονται μέσα από την πολιτική για έναν καλύτερο κόσμο. Ο Δήμος Χλωπτσιούδης ανήκει στους δεύτερους. Με την οικονομία του λόγου, που τονίσαμε και πιο πάνω και με μια λεπτή ειρωνεία θα γράψει: «το χαμόγελο προβάρει σε καθρέφτη μαγικό / «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, / ποιος είναι ο πιο αγαπητός;» / «Εσύ, κύριέ μου, όλες οι δημοσκοπήσεις / εσένα δείχνουν νικητή».
Continue reading

Πρόγνωση καιρού, ποίηση, Θεοχάρης Παπαδόπουλος, εκδόσεις Vakxikon.gr 2014

δ

Το να προσδιορίσει κανείς στις μέρες μας τι είναι καλή ποίηση είναι δύσκολο εγχείρημα. Εκτός κι αν έχει να κάνει με ποιητές σαν τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο: τότε όλα γίνονται εύκολα.

  Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφει απλά, πολύ απλά. Το ποιητικό του οπλοστάσιο δεν περιέχει περίπλοκα σχήματα, πυροτεχνήματα και φραστικές ακροβασίες. Ο λόγος του είναι απαλλαγμένος από όλα τούτα τα στοιχεία και γι’ αυτό – δεδομένου του αποτελέσματος που καταφέρνει – μαγικός: είναι μεστός, απόλυτα κατανοητός, πλήρης νοήματος, διαφανής και λαμπερός όπως μια ίνα φωτός, από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι στίχοι του ξεκινούν από μια απλή ιδέα και φθάνουν στο απρόσμενο ή σε μια διαπίστωση που οδηγεί τον αναγνώστη σε μια καλύτερη κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου.

  Είναι αρκετές οι φορές που ο ποιητής γίνεται αποφθεγματικός, χωρίς όμως αυτό να γίνεται ποτέ αυτοσκοπός του, χωρίς δηλαδή να τον διακατέχει η αφοριστική διάθεση που διέκρινε παλαιότερους ποιητές. Αντίθετα, διϋλίζει τη σοφία του βίου μέσα από την ποίησή του, εκφράζοντας σε λίγους μόνο στίχους ό,τι κάποιος άλλος θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο δοκίμιο για να αναλύσει.
Continue reading

Η ποίηση του Γιώργου Γιαννόπουλου, με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο: «Λόγια Θανάτου και Αγάπης»

giannopoulos_


Γράφει η Πέρσα Κουμούτση //

 
«Λόγια Θανάτου και Αγάπης» του Γιώργου Γιαννόπουλου, εκδ. Ένεκεν
 
Και στις ποιητικές συλλογές όπως στο μυθιστόρημα υπάρχει η σπουδή για μια θεωρητική διερεύνηση που αφορά σε κρίσιμα ζητήματα τη ζωής, κυρίως τα υπαρξιακά προβλήματα που παραμένουν αναπάντητα, αλλά βέβαια και ο ρόλος και οι δυνατότητες της γλώσσας, όπως και η φιλοσοφική σκέψη του γράφοντος, με την έννοια του ειδικού κριτικού λόγου που αναπτύσσεται μέσα από το λογοτεχνικό έργο. Αυτά τα λίγα είχαμε ανταλλάξει πριν από αρκετό καιρό με τον ποιητή Γιώργο Γιαννόπουλο, με αφορμή την προηγούμενη συλλογή του με τίτλο «Το θέρος των Βροτών» μια συλλογή ‘τολμηρών’ ως προς τη προσέγγιση, τη γλώσσα, τα νοήματα και τη θεματολογία τους ποιημάτων.

Μια συλλογή, όπου ο έρωτας, το κυρίαρχο πάντα μοτίβο/στοιχείο στην ποίηση του ΓΓ, προσεγγίζεται με ένα ιδιότυπο, και ιδιαίτερα πρωτοποριακό τρόπο, καθώς σε αρκετά από αυτά θίγεται ή και ‘καταρρίπτεται’ ακόμα το ‘φυσιολογικό’ όριο που ορίζει το μέτρο της αγάπης. Έτσι πριν επιχειρήσω να κάνω οποιαδήποτε αναφορά στη νέα συλλογή, επιτρέψτε μου να αναφερθώ, έστω επιγραμματικά, σε ένα από εκείνα τα ποιήματα της προηγούμενης συλλογής που με συγκλόνισαν, αλλά και με προβλημάτισαν συγχρόνως, για να δώσω στον αναγνώστη μια ικανοποιητική βάση πάνω στη οποία θα μπορέσει να κατανοήσει πιο εύκολα την ποίησή του, το ύφος του και να εμβαθύνει ουσιαστικότερα στη σκέψη του, τη φιλοσοφική του θεώρηση.

Γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να προσεγγίσει κανείς το ποιητικό έργο του ΓΓ , αφού όχι μόνο μονοσήμαντη δεν είναι, αλλά επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών και αναγνώσεων, σύμφωνα πάντα με τα βιώματα και κυρίως την εμπειρία και τα διαβάσματά του αποδέκτη του. Έτσι, θα σταθώ στο συγκλονιστικό ποίημα του με τίτλο «Σπαραγμός» που σε σχέση με τα προηγούμενα, αλλά και τα νέα υπάρχει σε αυτό ένα εντελώς καινούριο στοιχείο, που φαίνεται ότι υπήρχε μέσα στον ποιητή ως προβληματική, ως ένα αδιερεύνητο και ανεξιχνίαστο μυστήριο, που βρήκε εδώ την έκφρασή του. Αναφέρομαι στο τραύμα μιας ψυχικής νόσου πάνω στο οποία στήριξε τους στίχους του. Γιατί το θέμα αυτό είναι φανερό ότι τον αφορά εδώ και χρόνια.

Μάλιστα στην ερώτηση μου αν η προσέγγιση του θέματος αποτέλεσε ανώδυνη ή εύκολη διαδικασία, απάντησε, « Είναι οδυνηρή και δραματική η μετάβαση προς την αντίφαση της ανθρώπινης συνθήκης. Ο πόνος και δη ο ψυχικός, είναι το μέτρο της αγάπης και του έρωτα στον βαθμό που το νόημα, στην συντακτική εμπειρία της απώλειας, καλείται να συγκροτήσει το υποκείμενο..»
Continue reading

Άρης Αλεξάνδρου: Το βαρύ τίμημα του περάσματος
 από την συντροφικότητα της ομάδας στην αποτρόπαιη
ερημιά της προσωπικής-ατομικής μοναξιάς ­

ceb1cf81ceb7cf82-ceb1cebbceb5cebeceb1cebdceb4cf81cebfcf85


Του Γιώργου Μαρκόπουλου

Εκείνο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μένει σε μας, κλείνοντας τον τόμο Ποιήματα (1941-1971), που στεγάζει τις τρεις συλλογές (Ακόμα τούτη η άνοιξη, 1946, Άγονος γραμμή, 1952 και Ευθύτης οδών, 1959), που έγραψε ο Άρης Αλεξάνδρου, είναι αυτό το κακό συναίσθημα που μας αφήνει η επίδραση που είχε πάνω του η προσπάθεια στην εξορία, της ψυχικής και ηθικής του εξόντωσης, από εχθρούς μαζί και από «φίλους». Μια προσπάθεια, η οποία, περισσότερο και από την κρίση που πρέπει να δημιούργησαν σ’ αυτόν οι όποιες «ρωγμές» στον ιδεολογικό χώρο της επανάστασης, άφησε στην ποίησή του ανεξίτηλα τα σημάδια της πιο σκληρής απανθρωπιάς, της πιο διαβρωτικής απομόνωσης, του πιο ελεεινού εσωτερικού βασανισμού και της πιο ψυχοφθόρας ερήμωσης.


Αλλά ας προσεγγίσουμε και τις τρεις αυτές συλλογές, καθεμιά χωριστά. Στην πρώτη, ο Αλεξάνδρου, επηρεασμένος οπωσδήποτε από το δημοτικό τραγούδι αλλά και από την, ανανεωτικών τάσεων, ποίηση της εποχής, ιδιαίτερα από την πληθωρική όσο και έγχρωμη εικονοποιία του Γιάννη Ρίτσου, το έργο του οποίου δείχνει να είχε αφομοιώσει αρκούντως, μας παραδίδει ποιήματα που τα χαρακτηρίζει άλλοτε ένας περίεργος ρομαντισμός και άλλοτε μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία, ενώ το επαναστατικό όραμα παραμένει ακέραιο, αράγιστο, και ο ποιητής μέσα σε αυτό ανυποψίαστος και ευδαίμων.


Τα πράγματα, όμως, δεν ορίζονται από επιφανειακές συγκυρίες αλλά, σίγουρα, από κάποιες βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες αργά και σταθερά, στο τέλος, επεμβαίνουν. Έτσι, αυτή η χυμώδης μακαριότητα της πρώτης συλλογής, έμελλε να διαταραχθεί και να πάρει τραγικές διαστάσεις στην αμέσως επόμενη• οπότε ο Αλεξάνδρου τώρα πια, χωρίς βεβαίως να εγκαταλείψει τελείως τις προηγούμενες επιλογές του, έστω και σαν απόηχους σε κάποιες στροφές, όσον αφορά την ποιητική του φόρμα, επιδίδεται περισσότερο στην καταγραφή (και όχι «περιγραφή») των εσωτερικών εκείνων συνισταμένων που ορίζουν τη συμπεριφορά ενός περίπλοκου και πολύπλοκου πλήθους (κρατούντων και κρατουμένων), το οποίο διαβιεί στο στρατόπεδο. Η γραφή του (αυτή που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των ποιημάτων του και ιδιαίτερα αυτών που σηματοδοτούν τη συλλογή), κοφτή, λαχανιασμένη, διαποτίζεται από την αγωνία του απελπισμένου, πανταχόθεν βαλλόμενου αγριμιού, που άλλοτε ο φόβος του εγκλείστου και άλλοτε η βιασύνη του να προλάβει, μια και διαισθάνεται έντονα το επερχόμενο τέλος, να πει αυτά που θέλει, καθίσταται, πράγματι, τραγική.

Continue reading

Interview and Poetry with Valli Poole

7052545
Australian Poet – Valli Poole

Today I have one of my favourite Australian poets on my site — Valli Poole.  I first discovered Valli’s work on Little Raven Publishing — when I came across her poem Wrinkled Face and Withered Cunt.  A raw and confessional poem exploring female sexuality and ageing.  I loved how unapologetic it was.  In a world of fake beauty and frozen foreheads, here was a real voice punching with authentic power.  Please welcome Valli to my blog and enjoy her powerful poetry and interview below.

WRINKLED FACE AND WITHERED CUNT

She’s old now
beyond love and lust, perhaps!
in love’s ghost house
she with her cumin spiced
abalone plump thighs
amid a hot white sauce wetness.
had become a meal to be eaten
slowly, every mouthful savoured,
inviting you further into the heart
a warm, comfortable lover.
Are you surprised to hear this?
secretive sighs, silent crying in
longing’s indifferent time
the ache for touch!
no need for love at this stage
touch, human touch, that’s enough these days
what of the old woman’s desire!
she is not an atrophied permafrost
are there to be no more lovers’ in the ghost house
of these once supple well fingered vaults?
This is not a riddle to be solved
simply the unheard voice of growing old
and please there’s no place for smirking
or backhanded whispers
it is what it is.

INTERVIEW WITH VALLI:

I first discovered your poetry when it was featured on Little Raven. I was struck by your raw and in-your-face style. Have you always written this way?

I consider myself to be an ‘autonomous’ poet, meaning I have an aversion to being seen as a writer of specific style or genre.  For instance with the theme of ‘erotica’ there was a need to dig into a more energetic, edgy and slightly dangerous approach in the telling. I wanted the woman to take control to direct as needs/urges dictated; a primal aspect. The works were stream-of-consciousness so they flowed freely from the mind to the page. Also they were largely experiential in keeping with most of my writing.

You’re a counsellor as well as a poet.  Does the work you do as a counsellor inform your work as a creative?
This is an interesting question Vanessa, something I’d not reflected upon until now. Yes counselling does inform the work, enhances it, it gives a clearer perspective of human nature, indeed all nature. The eye is more keen, the observations deeper on every issue – myself included.

You recently founded Blank Rune Press, what made you decide to start up a small press outfit?

There were a number of reasons for starting the press. I was a librarian for many years, and I went into that profession for the love of book-knowledge; the way a book can open or enhance a person’s world. The look, the feel, the physical holding of a book in the hand, its tactile nature and the sheer beauty of many publications. The exquisite union of an art object and the written word. Blank Rune Press has been set up to support other writers, to get their work into a small press publication, something they can look at and be proud to be a part of.  The small press in Australia is not as prevalent as in America; Americans adore and support the small presses, the range is astonishing.   Many writers in Australia are unsung; they don’t get a look in for whatever reason and yet there is so much talent, published and unpublished, so many styles and there is a place for all, to have a voice and to be able to share it.

I particularly love your poem ‘Wrinkled Face and Withered Cunt’.  It’s so honest, how can anyone not love it?  Have you performed this poem live? How long did it take you to write it?
Firstly let me say a thank you for these comments, it’s always good to get feedback, to know that you have connected to another person through the work.  The poem was an honest account of how I feel – how many ageing women feel – the work itself is confessional; that stream-of consciousness flow again.
Germaine Greer calls ageing women ‘invisible‘ – personally I don’t feel this way, but I know of many women who do. I felt the poem was powerful, insightful, and that it would speak to women of all ages. It was not about regret, nor self-pity, simply a statement of fact: the changes of ageing…
As to your question has the work been performed live the answer is no it’s never been performed live, but that’s wonderful suggestion Vanessa, it would work well in performance – strong tone and attitude mixed with a nuance of regret.

You are the author of an array of poetry chapbooks, including ‘A Box of Hummingbirds and Aeons’ and Bog Boys & Unquiet Graves ‘.  What work have you enjoyed the most thus far and why?
I have enjoyed them all. They are eclectic and reflect the way a mind is engaged by different subjects. The book closest to my heart is Bog Boys. This works taps into my gothic side, my Celtic ancestry, my gypsy ways, the dead and the love of the past. Bog Boys deals with archaeology of the ‘bog people’- finding them, resurrecting them. The poets Margaret Atwood and Seamus Heaney were fascinated by this subject; the bog bodies hold a fascination for many of us.
Unquiet Graves is specifically about King Richard the III, it connects me to my mother, her love of Shakespeare and her need to impart this love to me by taking me to the Forum theatre in Melbourne City on Saturday afternoons as a child to see all the Shakespeare plays…. Richard III became a passion.
A box of Hummingbirds – Frida Kahlo – a woman who is inspirational to so many, her courage, her passions, art and the honest writing in her journals, her abiding love for a man Diego Rivera against all odds. I love the quote from her:

“There have been two great accidents in my life.  One was the trolley, and the other was Diego. Diego was by far the worst.”
-Frida Kahlo

Who is your favourite poet of all time and why?
I find it impossible to answer this question.  From the American poets Anne Sexton, Sylvia Plath scream at me along with Marge Piercy and Maya Angelou. From the English poets, Ted Hughes, from the Australian writers I’m humbled when I read Vicky Viidikas, the mighty Dorothy Hewett, Dorothy Porter, Gwen Harwood, Judith Wright, Robert Adamson and John Kinsella. The French poet Arthur Rimbaud features in there somewhere too.
These are just the tip of the iceberg- so many more read and to read. They enhance my world and are in fact used as mentors, they teach me something.

What are you working on at the moment?
Have just finished writing the new book titled ‘Mull Bowl with Cockroaches’.  These are largely poems which deal with Eltham and surrounds- nature, trees, birds, people and the loss of habitat through development, a tribute to Australia with Eltham as representative, as these themes work both the local scale and the broader vista.

Thank you so much Valli for allowing me to interview you about your work.  

PLEASE ENJOY MORE OF VALLI’S POETRY BELOW:

Saying

I am ‘not’ nothing without a man
I flourish
I am ‘something’ without a man

but

I have a need
to borrow the ‘rod’
occasionally…

* * * * * *

Hot After It

When I re-read your old letter
this morning
I place it in bed
beside me –
the heat is still there
I feel hot
I feel moist
I feel myself

* * * * * *

It’s 3 am
a jerk, she’s awake
rain rattles the gal tin
roof
she’s wet
her hand in her cunt
fingering herself
her moist fleshy
folds
dreams awake
she’s transported to
another reality in
summer night’s hot horn
the danger of the laneway
fuck
the excited fevered ripping
off his shirt
as she slams him into a brick wall
hair bristling-alive
she grabs at his chest
her red hunger lips
swoop
she sucks, plays his raised nipples
her tongue probing, licking
razor teeth bit as he
groans
and hardens, nuzzling and nudging her
thighs
this torture, exquisite
daybreak finds him sleeping with her fishnets
later in the wake of day
she remembers his empty
wallet
still in her bedroom drawer
au revoir, mon ami.

* * * * *
The Purse

she always carries her purse
the purse is always for 
the unsolicited
the unexpected
impromptu collaboration
the coupling
her purse is always ready
her purse is always

Open…

* * * * *
The Last Flower

This last chance
blushing flower
is not withered in the bud
she opens, pushing herself
forward, strident & volcanic
erupting her sex, igniting her weapon
the ‘Venus trap’
the ‘man trap’
The ‘cock trap’
Welcome

© Valli Poole 2014

*Taken from http://www.vanessadelargie.net/blog/interview-poetry-with-valli-poole

Γιώργος Αναγνώστου, Λόγος Αρρήτου

205x308x90-logos_arritou

Η συλλογή αυτή εδώ αποτελεί μια δοκιμή υπέρβασης από τον συμβατικό λόγο της καθημερινότητας στον ποιητικό λόγο της μοναδικής στιγμής. Πιστεύοντας πως το ποίημα είναι μια πράξη επί της ουσίας και όχι μια πολύ καλή αντιγραφή, επιχειρείται η απόδοση της μοναδικότητας τόσο στο πρώτο μέρος με τα σονέτα όσο και στο δεύτερο με τα υπόλοιπα ποιήματα.

Μια τέτοια υπέρβαση πραγματοποιείται από τη μια με την κατάργηση όλων των κανόνων κάθε μορφής κι από την άλλη με την πιο αβίαστη επιλογή της λέξης. Κάθε στίχος και κάθε λέξη αποτελεί το αποτέλεσμα της υπέρβασης. Ξεριζώνεις την καρδιά σου για να πεις αυτό που δε λέγεται, να εκφράσεις το άφατο, το άρρητο.

Χαρακτηριστικός κι ο τίτλος της συλλογής. H επιλογή εξάλλου του σονέτου ως τρόπου γραφής αποτελεί ακόμη μια δοκιμή να μπει ο υπερβατικός λόγος μέσα σε κάποια όρια προκειμένου να αναδειχτούν οι αντοχές του.

Δείτε περισσότερα στο http://www.govostis.gr/product/1110/logosarritoy.html#sthash.3D8bel37.dpuf

Οι δικοί μας δρόμοι – Με τον Πάνο Κυπαρίσση

ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΑΣ ΔΡΟΜΟΙ
Αίτιον Κίνημα
ΑΙΤΙΟΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Εκπομπή: “Οι Δικοί μας Δρόμοι”
Παρουσιάζει ο Πάνος Σταθόγιαννης
Καλεσμένος ο ποιητής Πάνος Κυπαρίσσης
Διάρκεια 53΄

«Κόρη του ανέμου» – Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ μέσα από τα ημερολόγιά της

pizarnik-1

Του Γιώργου Καρτάκη

«Ξαφνικά εκπλήσσομαι με ό,τι έχω κάνει. Με τα στιχάκια μου. Κάποια μέρα θα εκτίθενται στο μουσείο ενός ψυχιατρικού ινστιτούτου και πλάι τους θα υπάρχει η επιγραφή: Ποιήματα μιας 19χρονης ασθενούς, ανίκανης για λογική σκέψη. Ποτέ δεν έκανε διαλογισμό, ποτέ δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για κάτι. Ούτε μια φορά δεν φάνηκε συλλογισμένη. Προφανώς υπήρξε ευαίσθητη και είχε μια τάση να θεωρεί τον εαυτό της μεγαλοφυϊα. Επιθετική. Γεμάτη συμπλέγματα. Διεφθαρμένη. Ακίνδυνη».   

Μπορεί εξομολογήσεις μιας τέτοιας κλιμακούμενης απελπισίας να είναι συχνά ίδιον πολλών 19χρονων και να βρίσκονται γραμμένες, αν όχι με την ίδια ακρίβεια και ίσως  με λιγότερο αυτοσαρκασμό, ωστόσο, με παρόμοιο τρόπο στα ημερολόγια τους, όμως τα ποιήματα της Αλεχάντα Πισαρνίκ δεν διέτρεχαν ποτέ τον κίνδυνο να καταλήξουν ως τεκμήρια μιας θυμώδους ψυχής στους φακέλους των ασθενών, πόσο μάλλον να πέσουν θύματα λήθης. Αντιθέτως!

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ – η «κόρη του ανέμου», όπως αυτοαποκαλείτο – υπήρξε  κόρη μεταναστών εβραϊκής καταγωγής από την Ουκρανία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε προστατευμένη με μητρικές γλώσσες τα Γίντις – γερμανοεβραϊκή γλώσσα που μιλούσαν οι Εβραίοι Ασκενάζι –  και τα Ισπανικά στο Μπουένος Άιρες. Ξεκίνησε να γράφει σε νεαρή ηλικία, θεωρήθηκε ταλαντούχα καταλαμβάνοντας γρήγορα κεντρική θέση στη λογοτεχνική σκηνή της Αργεντινής. Απέκτησε θερμούς υποστηρικτές μεταξύ των οποίων οι Ίταλο Καλβίνο και Οκτάβιο Παζ. Ο δεύτερος μάλιστα γράφει το 1962 τον πρόλογο στην ποιητική της συλλογή «Το δέντρο της Αρτέμιδος». Στη νεκρολογία που ο Χούλιο Κορτάσαρ γράφει προς τιμήν της, αναφέρει: « Αρκεί να ψιθυρίσει κανείς το όνομα της και ο αέρας ριγεί γεμάτος ποίηση και θρύλους».

Την πρώτη ποιητική της εμφάνιση ακολούθησαν πέντε ακόμα συλλογές, πριν να αυτοκτονήσει τον Σεπτέμβριο 1972 σε ηλικία μόλις 36 ετών με υπερβολική δόση υπνωτικών.

Εκτός από το ποιητικό της έργο, τα ημερολόγιά της – είκοσι τετράδια, έξι δακτυλογραφημένα  χειρόγραφα και πολλά μεμονωμένα φύλλα, στα οποία η ποιήτρια προσπαθεί να καταγράψει «τη δριμύτητα και σύγχυση του εσωτερικού της κόσμου» – διαφωτίζουν σε επαρκή βαθμό την προσωπικότητά της.  
Continue reading